Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 7

Συνέχεια από Τρίτη 6 Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 7


John M. Rist

ΣΤ. ΑΡΕΙΟΣ

Η συζήτηση για τα φιλοσοφικά και θεολογικά προϋπάρχοντα του Αρείου φαίνεται ατέρμονη·¹⁴³ δεν διαθέτουμε επαρκή στοιχεία ώστε να καταλήξουμε ποτέ σε ένα οριστικό συμπέρασμα. Ωστόσο, αρκετοί σύγχρονοι μελετητές έχουν μιλήσει για τον πλατωνισμό του Αρείου, και είναι επομένως αναγκαίο να εξεταστεί το ζήτημα των φιλοσοφικών πηγών μιας τόσο επιδραστικής μορφής, στο πλαίσιο της γνώσης του εθνικού πλατωνισμού στην Αλεξάνδρεια, όπως αυτή προέκυψε από την έρευνά μας. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Άρειος, ο οποίος ενδέχεται να ήταν λιβυκής καταγωγής, έλαβε θεολογική ή φιλοσοφική παιδεία εκτός Αλεξάνδρειας. Κάποιοι θα το αρνηθούν αυτό, επικαλούμενοι την προσφυγή του στον Ευσέβιο Νικομηδείας ως ομοϊδεάτη λουκιανιστή¹⁴⁴ ως απόδειξη ότι και ο ίδιος ο Άρειος είχε σπουδάσει κοντά στον Λουκιανό·¹⁴⁵ ένας μάλιστα έφθασε στο σημείο να μιλήσει για τον Άρειο ως «εκπαιδευμένο για την ιερωσύνη κοντά στον Λουκιανό στην Αντιόχεια».¹⁴⁶ Όμως ο Άρειος δεν περιλαμβάνεται πουθενά στις μαρτυρίες για τους μαθητές του Λουκιανού,¹⁴⁷ και ο Επιφάνιος τουλάχιστον διακρίνει την παράταξή του από τους λουκιανιστές.¹⁴⁸ Η προσφυγή στον Ευσέβιο Νικομηδείας μπορεί εύκολα να ερμηνευθεί ως εκείνη ενός ανθρώπου που είχε διαβάσει και θαυμάσει το έργο του Λουκιανού και απευθυνόταν σε έναν από τους μαθητές του διδασκάλου, μάλιστα στον πιο επιδραστικό από αυτούς. Ο χρόνος επρόκειτο να δείξει (π.χ. στην Αντιόχεια) ότι δεν ήταν όλοι οι λουκιανιστές διατεθειμένοι να ακολουθήσουν μέχρι τέλους τις ωμές διατυπώσεις του Αρείου.

Ο Άρειος πιθανότατα θαύμαζε τον Λουκιανό για τη βιβλική του ερμηνεία, αλλά θα μπορούσε να είχε βρει παρόμοιες (αν και ίσως κατώτερες) εκδοχές της ίδιας στάσης, ιδίως στο μέτρο που αυτή αρνιόταν την εγκυρότητα της αλληγορικής μεθόδου του Ωριγένη, και μάλιστα στην ίδια την Αλεξάνδρεια, στο πρόσωπο του επισκόπου Πέτρου,¹⁴⁹ θύματος του Μεγάλου Διωγμού. Ο Πέτρος, αν και ο ίδιος δεν ήταν πάντοτε φιλικός προς τον Άρειο,¹⁵⁰ ενδέχεται επίσης να είχε καταγγείλει γενικότερα τον Ωριγένη ως ταραχοποιό για τους προκατόχους του στον αλεξανδρινό θρόνο.¹⁵¹

Ο Άρειος, λοιπόν, είναι Αλεξανδρινός και θα μπορούσε κάλλιστα να γνώριζε κάτι από την εθνική φιλοσοφία της Αλεξάνδρειας της εποχής του. Οι μελετητές έχουν εντοπίσει παραλληλίες μεταξύ της διδασκαλίας του για την προέλευση του Υιού και των απόψεων τού Albinus και του Atticus σχετικά με την ύπαρξη χρόνου πριν από τον κόσμο.¹⁵² Όπως ο Αλέξανδρος ο Λυκοπολίτης (και ο Αθανάσιος), ο Άρειος ανησυχούσε για τον Μανιχαϊσμό: το ὁμοούσιος του φαινόταν ότι «μύριζε» μανιχαϊσμό,¹⁵³ και πράγματι αυτός ήταν αρκετά διαδεδομένος, τουλάχιστον στην Αφρική, ώστε να καταγγελθεί και να τιμωρηθεί σε αυτοκρατορικό διάταγμα του Διοκλητιανού στη δεκαετία του 300.¹⁵⁴ Πέρα όμως από τις αναγνώσεις του στον Λουκιανό, μπορούμε να διακρίνουμε ποικίλες πιθανές πηγές για τον Άρειο εντός της χριστιανικής παράδοσης. Ο Ωριγένης¹⁵⁵ και ο Θεόγνωστος¹⁵⁶ χρησιμοποίησαν τη λέξη κτίσμα για τον Χριστό· ο Διονύσιος Αλεξανδρείας απεχθανόταν σαφώς το ὁμοούσιος ως σαβελλιανό και αποκάλεσε τον Χριστό ποίημα.¹⁵⁷ Ο Βασίλειος το κατέστησε σαφές: ο Διονύσιος ήταν μία από τις ρίζες του Αρειανισμού.¹⁵⁸ Υπάρχει επίσης ο Πιέριος, σαφώς υποτακτικός,¹⁵⁹ αν και ως αλληγοριστής ομολογουμένως απεχθής στον Άρειο. Συνολικά, φαίνεται να υπάρχει μικρός λόγος να αναζητήσουμε εκτός της καθαρά χριστιανικής παράδοσης —εμπλουτισμένης κατά καιρούς με τον Μέσο Πλατωνισμό όπως αυτός ήταν διαθέσιμος στην Αλεξάνδρεια— τις ρίζες της σκέψης του Αρείου, εφόσον αποδεχθούμε στον ίδιο τον Άρειο μια ορισμένη ικανότητα σύνθεσης. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η παλαιότερη ερμηνευτική παράδοση, σύμφωνα με την οποία το έργο του αποτελεί κατά κάποιον τρόπο υποχώρηση προς τον ελληνισμό, είναι εντελώς εσφαλμένη. Στον βαθμό που η θεολογία του είναι υποτακτική, μπορεί να φαίνεται ευκολότερα αποδεκτή σε έναν ελληνικά εκπαιδευμένο νου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του Ωριγένη. Αλλά το να μιλά κανείς για τη γοητεία του Αρείου δεν είναι το ίδιο με το να μιλά για τις πηγές του.

Σε πρόσφατη μελέτη, η οποία σε κάποιον βαθμό εκφράζει μια τάση στις σημερινές στάσεις απέναντι στον Άρειο, υποστηρίχθηκε ότι ο κύριος άξονας της θέσης του Αρείου δεν είναι το δόγμα του περί Θεού, η τριαδολογική του θεολογία, αλλά η σωτηριολογία του. Κατά την άποψη αυτή, ο Άρειος έχει διαρκώς παρερμηνευθεί στο σημείο αυτό, και η παρερμηνεία άρχισε ήδη με την «νικαϊκή παράταξη», με τον Αλέξανδρο, τον Αθανάσιο και τους λοιπούς.¹⁶⁰ Το πραγματικό διακύβευμα, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, αφορούσε ορθές αντιλήψεις περί σωτηρίας: η χριστολογία του Αρείου αναπτύχθηκε με σκοπό να υποστηρίξει ότι ο Χριστός είναι ο «πρωτοπόρος και τελειωτής εκείνης της υιοθεσίας στην οποία θα υιοθετηθούν και οι άνθρωποι».¹⁶¹ Πράγματι, αυτή η όψη της σκέψης του Αρείου είχε ήδη αναγνωρισθεί ή ανασυρθεί από τον επίσκοπο Αλέξανδρο, ο οποίος ισχυριζόταν ότι διέκρινε στις απόψεις του Αρείου την υπόνοια ότι ο Χριστός έγινε Υιός μέσω της άσκησης ηθικής προόδου (προκοπῆς ἀσκήσει)·¹⁶² και είναι επίσης αληθές ότι οι ορθόδοξοι βρήκαν προσβλητική τη λόγια περί άγνοιας του Υιού ως προς τη δική του ή τη φύση του Πατρός (αναγκαίας για μια τέτοια ηθική πρόοδο).¹⁶³

Το αν τα σωτηριολογικά ζητήματα ήταν πράγματι κεντρικά για τον Άρειο δεν φαίνεται να έχει αποδειχθεί· ούτε γνωρίζουμε αν, ακόμη κι αν ο Άρειος μιλούσε με αυτόν τον τρόπο σε κάποιο πρώιμο στάδιο της σταδιοδρομίας του, μετρίασε αργότερα τη γλώσσα του. Είναι ωστόσο δυνατόν ότι τουλάχιστον διερεύνησε τέτοιες ιδέες, και θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε σε αυτές μια φιλοσοφική επίδραση. Κι όμως, αυτή η επίδραση δεν είναι πρωτίστως πλατωνική, αλλά στωική ή ακόμη και κυνική·¹⁶⁴ και μπορούμε να προσθέσουμε ότι η προσπάθεια του Αρείου να «πουλήσει» τη θεολογία του στον άνθρωπο του δρόμου, συνθέτοντας άσματα, όπως η Θάλεια του, για ναυτικούς και μυλωνάδες, σε αυτό που θα μπορούσε να εκληφθεί ως το λαϊκό —αν όχι περιβόητο— σωταδικό μέτρο,¹⁶⁵ δείχνει προς την ίδια κατεύθυνση. Θα προτιμούσα, στην πραγματικότητα, να σκεφθώ τους Κυνικούς μάλλον παρά τους Στωικούς· και αν αυτό είναι σωστό, παρέχει περαιτέρω ένδειξη όχι για τη χρήση από τον Άρειο της θετικής φιλοσοφίας της εποχής του, αλλά για την απόρριψή της.


Σημειώσεις:

143 Μεταξύ άλλων μελετών μπορούν να σημειωθούν οι εξής: T. E. Pollard, «Logos and Son in Origen, Arius and Athanasius», SP 2 (Berlin 1957) 282–287· του ιδίου, «The Origins of Arianism», JThS 9 (1958) 102–111· του ιδίου, «The Exegesis of Scripture and the Arian Controversy», BJRL 41 (1959) 414–429· του ιδίου, Johannine Christianity and the Early Church (Cambridge 1970)· E. Boularand, L’hérésie d’Arius et la “foi” de Nicée (Paris 1972). Τα έργα αυτά τονίζουν τη σημασία του Lucian of Antioch. Η επόμενη ομάδα εκπροσωπεί όσους δίνουν έμφαση κυρίως στις αλεξανδρινές επιδράσεις στον Άρειο: M. Wiles, «In Defence of Arius», JThS 13 (1962) 339–347· G. C. Stead, «The Platonism of Arius», JThS 15 (1964) 16–31· L. W. Barnard, «The Antecedents of Arius», VigChr 24 (1970) 172–188.
Για συνετή σύνθεση πηγών βλ. M. Simonetti, «Le origini dell’Arianesimo», RSLR 7 (1971) 317–330· H. I. Marrou, «L’Arianisme comme phénomène alexandrin», CRAI (1973) 533–542.
144 Theodoret, Hist. eccl. 1.5.3, 11.7–8 (Opitz, Urkunde 1, σ. 3).
145 Έτσι G. Bardy, Recherches sur S. Lucien d’Antioch et son école (Paris 1936), σ. 194.
146 Pollard, Johannine Christianity, σσ. 142 κ.ε.
147 Philostorgius, Hist. eccl. 2.14, 3.15.
148 Epiphanius, Ancor. 33 (PG 43: 77).
149 Procopius, Comm. in Gen. 3.21.
150 Για τη στάση του Πέτρου απέναντι στον Άρειο βλ. Sozomen, Hist. eccl. 1.15.2· Socrates, Hist. eccl. 1.6.
151 Έτσι τα ψευδεπίγραφα Πράξεις του μαρτυρίου του Πέτρου (J. Viteau, Passions des SS. Écaterine et Pierre l’Alexandrin [Paris 1897] σ. 75· βλ. Barnard, «The Antecedents», σ. 183).
152 Σημειώστε τον Atticus και τον Albinus στο Tim. 38B, και ιδίως τον Albinus, Ep. 14.3 (ὄντος ποτε χρόνου ἐν ᾧ οὐκ ἦν ὁ κόσμος). Σημειώστε επίσης ότι ο Ωριγένης (De Princ. 4.4.1) ήδη απορρίπτει την άποψη ότι «ἦν ποτε ὅτε οὐκ ἦν ὁ Υἱός». Για όλα αυτά βλ. Stead, «The Platonism of Arius», 16· F. Ricken, «Nikaia als Krisis des altchristlichen Platonismus», ThPh 44 (1969) 329· και E. P. Meijering, «Ἦν πότε ὅτε οὐκ ἦν ὁ υἱός. A Discussion on Time and Eternity», VigChr 28 (1974) 161–168 (= God Being History [Amsterdam 1975] σσ. 81–88).
153 Opitz, Urkunde 6.12.
154 Σημειώστε το ξέσπασμα του πολέμου με την Περσία το 294.
155 De Princ. 4.4.1.
156 Apud Photius, Bibl. 106 (Routh, Rel. sac. 3.412–414).
157 Athanasius, De sent. Dion. 4 (πρβλ. 14, «ἀλλ’ ἦν ὅτε οὐκ ἦν»).
158 Basil, EMax. phl. [9] 2, PG 32: 267c κ.ε.· Courtonne, 1: 38 κ.ε.
159 Πρβλ. L. B. Radford, Theognostus, Pierius and Peter (Cambridge 1908) 44–57· Photius, Bibl. 119.
160 Έτσι R. C. Gregg και D. E. Groh, «The Centrality of Soteriology in Early Arianism», Ang ThR 59 (1977) 260–278· ο Pollard υιοθετεί κάπως παρόμοια άποψη.
161 Gregg και Groh, «The Centrality», σ. 270.
162 Opitz, Urkunde 14.34, σ. 25, 11.1–2. Αν ο Άρειος μίλησε ποτέ με αυτή τη γλώσσα, είναι πιθανό να την εγκατέλειψε όταν επανεντάχθηκε στην εκκλησιαστική κοινωνία.
163 Athanasius, C. Arianos 1.9.
164 Για κυνικές επιδράσεις στην Αλεξάνδρεια αργότερα, με την Υπατία και τον Συνέσιο, βλ. C. Lacombrade, Synesios de Cyrène (Paris 1951) σσ. 44–45· J. Rist, «Hypatia», σσ. 220–221· E. Evrard, «À quel titre Hypatie enseigna-t-elle la philosophie?», REG 90 (1977) 71.
165 Το μέτρο της Θάλειας έχει ερμηνευθεί με διάφορους τρόπους. Ο Αθανάσιος αποκαλεί το έργο σωταδικό, αναφερόμενος στη μορφή ή στο περιεχόμενο ή και στα δύο. Η πιο πρόσφατη μελέτη, εκείνη του G. C. Stead, «The Thalia of Arius and the Testimony of Athanasius», JThS 29 (1978) 20–52, θεωρεί το μέτρο αναπαιστικό, αν και παραδέχεται ότι τουλάχιστον οι πρώτοι επτά στίχοι θα μπορούσαν (μαζί με τον W. J. W. Koster, Mnemosyne 16 [1963] 135–141) να διαβαστούν ως σωταδικοί. Το πρόβλημα με τη λύση του Stead είναι ότι αφήνει το έργο του Αρείου σωταδικό ούτε ως προς τη μορφή ούτε ως προς το περιεχόμενο, αναγκάζοντάς μας έτσι να συμπεράνουμε ότι ο χαρακτηρισμός του Αθανασίου δεν είναι παρά αδιάκριτη ύβρις — κάτι που είναι δυνατόν, αλλά μάλλον απίθανο.

Συνεχίζεται με:

Ζ. Ο ΠΡΩΙΜΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: