Συνέχεια από: Tρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025
Προλεγόμενα σε μία φιλοσοφική Χριστολογία.
Του Xavier Tilliette.
IDEA CHRISTI
Το ιστορικό απόλυτο ή ο Θεός που έγινε άνθρωπος είναι η πιό ισχυρή διατύπωση, αλλά δέν είναι η μοναδική, τής Idea Christi. Αλλ' όμως η φιλοσοφία αισθάνεται μία απέχθεια σχεδόν αξεπέραστη να υποστατικοποιήσει το ιδανικό-την ιδέα-σε ενα πρόσωπο: είναι το σκάνδαλο, το Wahn (ψευδαίσθηση, παραίσθηση ή τρέλα), ο τετραγωνισμός τού κύκλου, το απίστευτο, η θυσία της νοήσεως. Και όμως καθαυτή η ιδέα έχει την σημασία της, δέχεται μία ερμηνεία η οποία δέν είναι μία πρόκληση στην νόηση, μία εγκατάλειψη στο παράλογο. Ο Γιάσπερς την ξαναχρησιμοποιεί σαν έναν κρυπτογραφικό κώδικα, πολύ διαθλαστικό, της υπερβατικότητος στην μοναδικότητα τής σχέσεως του με την ύπαρξη. Αλλά πιό πολύ απο όλους ο Κάντ, στην φιλοσοφία τής θρησκείας, εμβάθυνε την Idea Christi, την οριοθέτησε απο την ιστορία και την έθεσε σε σχέση με την Χριστιανική ηθική.
Το αμόλυντο ιδανικό τής καθαρής νοήσεως είχε προστατευθεί με κάθε δυνατή σαφήνεια στην κριτική τού καθαρού λόγου, στην παράγραφο "περί του ιδανικού γενικώς":
" ....Ο σοφός (των στωϊκών) είναι ένα ιδανικό, δηλαδή ένας άνθρωπος ο οποίος ζεί απλώς στην σκέψη, και είναι παρ'όλα αυτά και πλήρως ταιριαγμένος στην ιδέα της σοφίας. Με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο η ιδέα προσφέρει τον κανόνα, έτσι και το ιδανικό χρησιμεύει σ' αυτή την περίπτωση σαν αρχέτυπο για τον ολοκληρωμένο προσδιορισμό του ζεύγους. Και εμείς δέν διαθέτουμε κανένα άλλο μέτρο τών πράξεών μας, παρά μόνον την συμπεριφορά αυτού του θεϊκού ανθρώπου μέσα μας, αναφορικά με τον οποίο εμείς συγκρινόμαστε και κρινόμαστε, και μέσω του οποίου γινόμαστε καλύτεροι, παρότι δέν μπορούμε ποτέ να τον φτάσουμε. Αυτά τα ιδανικά προσφέρουν περισσότερο ένα απαραίτητο κριτήριο στην νόηση, η οποία απαιτεί την έννοια για να αξιολογήσει και να μετρήσει βάσει αυτού, τον βαθμό και τα λάθη αυτού που είναι ατελές. Αλλά η βούληση να πραγματοποιήσουμε το ιδανικό σ'ένα παράδειγμα, δηλαδή στο φαινόμενο-παρουσιάζοντας για παράδειγμα τον σοφό σ'ένα μυθιστόρημα-είναι μία αδύνατη προσπάθεια" (Β 597-598).
Ο Κάντ αναφέρεται στον στωϊκό σοφό, ένα μοντέλλο αρετής και αταραξίας, αλλά σκέπτεται τον Χριστό, τον "θεικό άνθρωπο". Όλο το κείμενο για την θρησκεία χωρίζεται ανάμεσα στην ανησυχία να διατηρηθεί άθικτη στην σφαίρα της η Idea Christi ή το ιδανικό, ο ιδεαλισμός, και στην φροντίδα να αναγνωρίσει πλήρως τον θεμελιωτή του Χριστιανισμού και τίς Χριστολογικές του συνέπειες. Εκτός αυτού, " Η θρησκεία μέσα στα όρια του καθαρού λόγου" είναι ένα περίεργο και απροσδόκητο έργο. Δέν έχει την δομή μιάς μεθοδικής κριτικής τής θετικής θρησκείας, στις διάφορες διαδρομές της, συγκρινόμενη με τον αδαμάντινο κανόνα της καθαρής ηθικής. Εκτυλίσσεται ταυτοχρόνως σε διαφορετικά επίπεδα: μία φιλοσοφία τής ιστορίας στηριγμένη στην στρατηγική των δύο μπαντιέρων, μία θεοδικεία, μία έκθεση της ηθικότητος σαν πυρήνος κάθε θρησκείας, μία κριτική, αυστηρή πολύ συχνά, τής θρησκευτικής θετικότητος, μία ερμηνευτική και μία επανάκτηση των θρησκευτικών περιεχομένων σαν βοηθημάτων τής ηθικότητος. Και ο Χριστιανισμός βεβαίως πιεσμένος στο κρεββάτι του προκρούστη, μίας ηθικής τού δέοντος δηλαδή και της εσωτερικότητος, παρ'όλα αυτά δέν κρίνεται απορριπτέος απο την σύλληψη τής ιστορίας και την δογματική του. Η έκπληξη αυτού του γραπτού είναι πώς έχει διατηρήσει στο μεγαλύτερο μέρος της "το βρώμικο νερό", κάτι για το οποίο η πρόσφατη ερμηνεία του Κάντ είναι απολύτως πεπεισμένη.
Η Χριστολογική επιχειρηματολογία στην οποία περιοριζόμαστε πορεύεται κατά μήκος δύο ξεχωριστών γραμμών οι οποίες δέν συναντώνται πολύ συχνά και πολύ εύκολα. Απο το ένα μέρος η Idea Christi, η οποία έχει την βάση της αποκλειστικά στην νόηση. Ο Κάντ το υπογραμμίζει συχνά : ιδέα προσωποποιημένη της Αγαθής Αρχής, ιδανικό του τέλειου ανθρώπου επανερμηνεία τού θρησκευτικού στοχασμού. Ο Λόγος κατήλθε απο τον ουρανό, ντύθηκε την ανθρωπότητα και χαμήλωσε μέχρι αυτής-η κένωση-μέχρι του σημείου να υποφέρει και να πεθάνει, δείχνοντας μ'αυτόν τον τρόπο ότι η πραγματοποίηση του Αγαθού απαιτεί όλες τις προσπάθειες και τις θυσίες. Μία ανάγνωση συμβολική λοιπόν, νοητική, η οποία αποχωρίζεται απο την ιστορική αναφορά. Απο το άλλο μέρος ο "Δάσκαλος τού Ευαγγελίου", ο σοφός ιδρυτής του Χριστιανισμού, ο ήρωας μίας ηθοπλαστικής ιστορίας : ο Ιησούς δέν ονομάζεται ποτέ σαν τέτοιος γιατί δέν του ταιριάζει το εγκώμιο. Εμφανίστηκε σε μία στιγμή τής ιστορίας και είναι ακριβώς το ιστορικό δεδομένο που πρέπει να υποδουλωθεί, όχι στην κρίση της ιστορίας, αλλά στο καθολικό κριτήριο της ηθικής. Και στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται επί το έργον μία υπερβατική ανάπτυξη, αλλά δέν έχει τον ίδιο στόχο και την ίδια σημασία και στις δύο περιπτώσεις. Η Χριστολογία την οποία ονομάζει "αρχετυπική" ο Eugene Teselle, χρησιμοποιεί την γλώσσα τής αποκαλύψεως σαν φανταστικό σχόλιο, σαν αναλογία τής ηθικής, σαν λαμπρή και χαμένη παραβολή Αστρική.
Απο τις ίδιες τις προϋποθέσεις τού βιβλίου, οι οποίες καθορίζουν ένα ιστορικό πλαίσιο, γίνεται φανερό ότι η Idea Christi δέν διαθέτει μία τέτοια καθολική φιγούρα και έναν ηθικό προορισμό. Αυτή όμως είναι μία ταμπέλα θρυμματισμένη! Η άλλη όψη η οποία αφορά την Χριτιανική Αποκάλυψη ώς πρός την σύστασή της και την ιστορία της αναπτύσσεται επίσης κάτω απο τον κανόνα του υπερβατικού, δηλαδή των συνθηκών τής δυνατότητος της εμπειρίας. Ο Χριστός και η Χριστολογία ελέγχονται διά της υποθέσεως. Η επιχειρηματολογία είναι πολύ πυκνή-και πιό λεπτή απο του Σανταγιάνα-και απαγωγική, παρά την αντιπάθεια του Κάντ, γι'αυτού του είδους τήν απόδειξη. Το γεγονός τής υποθέσεως ότι ένας τέτοιος θεϊκός άνθρωπος-το άκτιστο που γίνεται κτιστό-υπήρξε σε μία στιγμή του χρόνου, σε έναν συγκεκριμένο τόπο, και πραγματοποίησε μια ηθική επανάσταση στο ανθρώπινο γένος, πρέπει να δοκιμαστεί στην αυθεντικότητά του απο την σύγκρισή του με το ιδανικό το οποίο εξαρτάται μόνον απο τον καθαρό λόγο, την νόηση. Σαν αποτέλεσμα , στην διάρκεια αυτής της αποδείξεως, ο εμπειρικός Χριστός, ο οποίος εμπλέκεται εμφανώς στην διαπραγμάτευση καί υπονοείται, εκείνο που ανεδείχθη σαν κυρίως θέμα ήταν η Χριστολογία. Είναι φανερό ότι τον Χριστό μπορούμε να τον εξορίσουμε στα σοβαρά, αποδίδοντας του υπερφυσικές ιδιότητες, χωρίς αυτό να έχει σοβαρές συνέπειες στο Μοντέλο. Κρατώντας μόνον την ιστορική παρουσία, η οποία θα πρέπει να υπολογισθεί σαν μία προσθήκη τής υπερβατικής επαληθεύσεως. Αλλά ο πανηγυρικός τού Ευαγγελικού Δασκάλου, του μοντέλου τής ηθικής ανθρωπότητος, είναι τόσο ενθουσιώδης που θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε να πιστέψουμε σχεδόν ότι το Αρχέτυπο είχε ταυτισθεί μ'αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο, κάτι όμως που είναι αντιφατικό. Δέν έχει σημασία. Ο Χριστός του Ευαγγελίου είναι αξεπέραστος, όπως και το ιδανικό είναι άφθαστο. Έχουμε σχεδόν την εντύπωση ότι η ιστορική Χριστολογία καταλήγει στην υπερβατική Χριστολογία και οι ερμηνευτές οι οποίοι εκλογικεύουν την Χριστολογία του Κάντ, όπως ο Teselle και ιδιαιτέρως ο Horst Renz, δέν λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους την διδασκαλία της καθαρής ηθικής θρησκείας και τον ιστορικά αξεπέραστο χαρακτήρα της φιγούρας του Ιησού.
Παραμένει όμως κάτι διφορούμενο. Οι δύο γραμμές τείνουν να πλησιάσουν, αλλά δέν φτάνουν να συμπέσουν, όπως αξίωναν, την ομολογία της πίστεως (το κήρυγμα) και την στοχαστική Θεολογία. Ο Κάντ προσπάθησε να αντιμετωπίσει την δυσκολία και απαιτεί να έχει λύσει μία αντινομία η οποία δέν είναι τέτοια, και έτσι ικανοποιείται με μία μεταφορά της καθαρής ηθικής πίστεως στην καθαρή θρησκεία, η οποία τραβιέται έξω απο τις απαιτήσεις των δογμάτων και της ιστορίας!
"Η ζωντανή πίστη στο μοντέλο της ανθρωπότητος τό οποίο ευχαριστεί και επιβεβαιώνει ο Θεός (η πίστη στον Υιό τού Θεού) αναφέρεται καθαυτή, σε μία ηθική ιδέα τής νοήσεως, καθότι αυτή η ιδέα μας χρησιμεύει όχι μόνον σαν κατευθυντήριος, αλλά και σαν κίνητρο και συνεπώς είναι αδιάφορο εάν εγώ ξεκινώ απο αυτή την πίστη, σαν νοησιαρχική πίστη ή απο την αρχή της καλής συμπεριφοράς. Αντιθέτως η πίστη σ'αυτό το ίδιο μοντέλο στον φαινομενικό κοσμο (η πίστη στον Άνθρωπο-Θεό) καθώς είναι πίστη εμπειρική (ιστορική), δέν ταυτίζεται με την αρχή τής καλής συμπεριφοράς...και θα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό να ξεκινούσαμε απο αυτή την πίστη...θα εμφανιζόταν τότε μία αντίθεση ανάμεσα στις δύο θέσεις που εκφράσαμε. Όμως, στην φαινομενική φανέρωση του Ανθρώπου-Θεού, εκείνο το οποίο αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο τής εξαγιάζουσας πίστεως, δέν είναι αυτό που αντιλαμβανόμαστε απο αυτόν με τα αισθητήριά μας, ή αυτό που είναι δυνατόν να γίνει γνωστό με την εμπειρία, αλλά το ιδανικό μοντέλο το οποίο βρίσκεται στην νόησή μας και το οποίο εμείς καταθέτουμε πίσω απο αυτόν τον Άνθρωπο-Θεό (διότι, όσα μπορούμε να μάθουμε απο το παράδειγμα του, αυτά συμπίπτουν, συμμορφώνονται με αυτό το μοντέλο) και αυτή η πίστη είναι ταυτόσημη με την αρχή μίας συμπεριφοράς αποδεκτής απο τον Θεό".
Δέν έχουμε λοιπόν εδώ δύο διαφορετικές μεταξύ τους αρχές, οι οποίες θα μπορούσαν να μας καθοδηγήσουν απο αντίθετους δρόμους, εφόσον ξεκινούσαμε απο τον έναν ή απο τον άλλον. Αλλά μόνον μία και μοναδική πρακτική ιδέα, η ίδια απο την οποία ξεκινούμε στήν μία περίπτωση, καθότι αυτή αντιπροσωπεύει το ιδανικό μοντέλλο όπως υπάρχει στον Θεό και προοδεύει απορρέει, απο τον Θεό, και στην άλλη καθότι αυτή το αναπαριστά σαν να υπάρχει μέσα μας. Αλλά και στις δύο περιπτώσεις, μία καί μοναδική πρακτική ιδέα, καθότι αυτή (η ιδέα) το αντιπροσωπεύει σαν τον κανόνα της συμπεριφοράς μας".
Αλλά εάν η ιστορική πίστη τίθεται σαν συνθήκη τής μακαριότητος, τότε πράγματι, υπάρχει "σύγκρουση αξιωμάτων", η οποία δέν διορθώνεται απο την νόηση. Η υπερβατική Χριστολογία τού Κάντ, βρίσκεται φυλακισμένη ανάμεσα στις αλυσσίδες μίας ηθικής θρησκείας η οποία αναπαρίσταται ή σχηματοποιείται διαφορετικά, αλλά μοναδικής και μόνης. Δέν υπάρχει εκκρεμότης τής ηθικής αναφορικά με την ιστορική πίστη. Η ηθική διατηρεί το πρωτείο της. Υπάρχει αντιθέτως εκρεμότης τού ιστορικού στοιχείου καθότι είναι καθοριστικός παράγων της πίστεως. Παρ'όλα αυτά ο Κάντ δείχνει επίσης να μήν υποτιμά την θετική Αποκάλυψη και να κρατά την ισορροπία σε κάποιο επίπεδο, αρκεί να ξανατεθεί σε αμφισβήτηση το πρωτείο της εσωτερικότητος:
"Παρ'όλα αυτά η αγαθή αρχή δέν κατήλθε βεβαίως απο τον ουρανό στην ανθρωπότητα, σε μία συγκεκριμένη εποχή, αλλά απο καταγωγής τού ανθρώπινου γένους, με αόρατο τρόπο...και είχε επιλέξει νόμιμα την πρώτη της κατοικία. Όταν λοιπόν εμφανίστηκε σ'έναν πραγματικό άνθρωπο σαν μοντέλλο όλων των άλλων, αυτός περιέρχεται στην κατοχή της".
Η αξιοπρέπεια, ασύγκριτη στα σίγουρα, του Χριστού μετριέται απο την απόσταση, απο το αρχέτυπο στο παράδειγμα, απο το "υπερβατικό πρωτότυπο" στο μοντέλο. Ο Κάντ μαρτυρά ότι η ζωή του και ο θάνατός του (η ιστορική πίστη σταματά μπροστά στην Ανάσταση και την Ανάληψη) υπήρξαν συμμορφωμένα με το άκτιστο τής ανθρωπότητος που είναι αρεστή στον Θεό και έχει σχέση με ένα πρόσωπο "ίσως υπεργήϊνης τάξεως" [εξωγήινος;] Αλλά ο Κάντ ξανακλείνει την μισάνοιχτη πόρτα του Είναι του Χριστού. Ο,τιδήποτε ανήκει στην Εκκλησιαστική πίστη είναι επανερμηνευμένο σύμφωνα με την εγγραφή τής νοησιαρχικής πίστης και της ηθικής προόδου, με πολλές επιρροές απο τον Λέσσινγκ. Παρ'όλα αυτά όμως δέν απορρίπτεται εντελώς και οι περιορισμοί που τέθηκαν στην ιστορική πίστη μπορούν να αποδοθούν στο πρόγραμμα μίας πίστης ηθικής καθότι είναι καθαρά τέτοια.
Μερικά σπάνια σημεία δείχνουν επίσης και μία προοπτική λιγότερο περιοριστική : η αγία ιστορία τής ανθρωπότητητος, η οποία καταλήγει στον Θεό "τα πάντα εν πάσι" της "καθαρής θρησκευτικής πίστης" πρέπει να ελευθερωθεί ενεργητικά απο το απαραίτητο ακόμη μίγμα,... η ανάγκη να σκεφθούμε την φύση τού Θεού τουλάχιστον κάτω απο την ηθική αναφορά,... η ομολογία ενός αυθεντικού ιερού μυστηρίου, χωρίς πρόσβαση, του οποίου όμως η γνώση είναι χρήσιμη και αναπόφευκτη,... το μυστήριο της ιστορίας και του σχεδίου του Θεού. Δυστυχώς ο ρόλος του Χριστού σ'αυτές τις οριακές περιοχές τής ηθικότητος δέν είναι καθορισμένος, αντιθέτως δέ είναι ελαχιστοποιημένος.
Συνεχίζεται
ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΛΟΙΠΟΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΝΘΡΩΠΙΣΗ; ΜΟΝΟ Η ΠΙΣΤΗ ΣΤΟ ΙΔΑΝΙΚΟ ΣΩΖΕΙ; ΣΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΗΣ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΖΩΗΣ; ΔΕΝ ΝΙΚΑΤΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ;
ΑΣ ΘΥΜΗΘΟΥΜΕ ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΡΑΜΦΟΣ
"Τὸ ἀδιέξοδο αἴρεται ἂν ἀξιοποιήσωμε ανθρωπολογικῶς τὸ ἐνυπόστατον, ἐν γνώσει ὅτι ἡ χριστολογία ἀνοίγει ἐμπειρικὰ τὸν δρόμο τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν πρὸς τὴν κτίσι. Γιὰ τὰ περὶ ἐνυποστάτου παραπέμπω τὸν ἐνδιαφερόμενο στο σύνολο τοῦ «Ὡς ἀστραπὴ τῶν ἔσχατων», ὅπου καὶ ἐκθέτω τὶς ἀντιλήψεις τῶν Λεοντίου Βυζαντίου καὶ Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ χωρὶς νὰ ὑπεισέρχωμαι στὰ εἰδικώτερα ζητήματα περὶ ὠριγενισμοῦ τοῦ πρώτου, ποὺ ἀναπτύσσει σὲ ἀξιοσημείωτη μελέτη του ὁ Μπῆτσερ Έβανς (βλ. David Beecher Evans: Leontius of Byzantium, an origenist christology, Dumbarton Oaks, 1970), διότι μὲ ἀπασχολεῖ ἀποκλειστικὰ ἡ ἔννοια τοῦ ἐνυποστάτου ὅπως ἐπέρασε στὴν ὀρθόδοξη θεολογική σκέψι;;;. Ἐὰν λοιπὸν εἰσαγάγωμε στην προβληματικὴ τῶν ἀκτίστων θείων ἐνεργειῶν τὸ ἐνυπόστατο τοῦ προσώπου, την δυνατότητα ἑνὸς ἐμμενοῦς καὶ ὑπερβατικοῦ συγχρόνως ἑαυτοῦ ποὺ ἀνάγει σὲ ταυτότητα τὴν ὑποστατική μου καθολικότητα, τὸ κατ' εἰκόνα Θεοῦ χάριν τοῦ ὁποίου ὁ καθείς μας ὑπάρχει ὡς δοχεῖο τῆς οὐσιώδους καὶ ὑποστατικῆς πλέον δωρεᾶς, τότε ὁ ἄνθρωπος θὰ βιώσῃ τὴν ἀπειρία τοῦ θεοῦ σὲ μιὰ πρᾶξι ποιητικὴ ὅπου ὁ ἴδιος δημιουργεῖται.[EAN..!] Άνευ τοῦ λεοντινιανοῦ ἐνυποστάτου τὸ αἴτημα τῆς δημιουργίας θὰ παρέμενε ἀνέφικτο καὶ ἡ σχέσι μὲ τὸν σύγχρονο κόσμο θὰ ἐπέτασσε βαθειὰ ῥήξι μὲ τὴν παράδοσι, ἀφοῦ μοναδική νόμιμη ενέργεια θὰ ἦταν ἡ προσευχὴ τοῦ πιστοῦ στὴν θεία ὁλότητα. Μὲ τὸ ἐνυπόστατο καθίσταται ἐφικτὴ ἡ ἀνθρώπινη παρέμβασι στὸ νόημα καὶ στὴν ἱστορία.
Στὸ ἐνυπόστατο διαβάζουμε τὸ πρόσωπο ὡς εὐρύτερη δική μας ἐπιφάνεια μεταξὺ τοῦ ἀτομικοῦ Ἐγὼ καὶ τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Τοῦτο ἐνθαρρύνει μιὰν ἐσωτερικὴ ἀντοψία καὶ οἰκοδομεῖ νέον ὁρίζοντα ὑπάρξεως, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσερχόμεθα στὸν ἱστορικὸ χρόνο χωρὶς νὰ τραυματίζωμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὴν παράδοσι, ἐπιτρέπει να σκεφθοῦμε μιὰν ἐσωτερικότητα διάπλατη πρῶτα στην πληρότητα τοῦ εὖ ζῆν καὶ δευτερευόντως μόνο στην ηθική του χρέους. Μ' ἄλλα λόγια: Μπορούμε νὰ ὑπολογίζουμε ἀντὶ τῆς παραδοσίμου ἀποχῆς καὶ στερήσεως, ἑδραζομένης εἰς τὴν τάχα ἐγγενῆ ἁμαρτωλότητα τοῦ Ἐγώ, σὲ μιὰ ἀσκητικὴ τῆς πλησμονῆς, ἡ ὁποία νὰ προϋποθέτη σε καλλιέργεια μορφῶν ἀνθρωπίνης ἐκφράσεως, ὅπου ἡ συνείδησι βαθαίνει τὸν κόσμο της ἀξιώνοντας ἀπαύστως τὸ ἀληθινό. Δὲν ἐννοῶ τὴν αἴσθησι πληρότητος ὡς τέλος καὶ σκοπὸ τῆς ἀσκητικῆς ἀλλὰ ὡς γεγονὸς ἀποδεοντολογισμοῦ τῆς συνειδήσεως. Ἡ ἀσκητικὴ τῆς πλησμονῆς σ' ἕνα κόσμο ἀναλουμένης ἀφθονίας καὶ ἀπολαύσεως νοεῖται ὡς δημιουργὸς ἀφθονία, ὡς στροφὴ ἀπὸ τὴν μερικότητα στην καθολικότητα τοῦ προσωπικοῦ ἑαυτοῦ καὶ ὡς ἀναβαπτισμὸς στὸν πλοῦτο τοῦ βάθους του. Απέχουμε πολὺ ἀπὸ τὴν ἠθικὴ τῆς ἀπορρίψεως εἴτε ὑπερβάσεως τῶν ἐνστίκτων: Ἡ ἀσκητικὴ καὶ ἠθικὴ τῆς πλησμονῆς δὲν ἀντιπαρατίθεται στὸ ἔνστικτο• τὴν ἐνδιαφέρει μᾶλλον πὼς τὸ ἔνστικτο λόγου χάριν τῆς αὐτοσυντηρήσεως δὲν ἀτροφεῖ οὔτε ἀφανίζεται ἀλλὰ τρέπεται συχνότατα σὲ ὄρεξι ἀλήθειας καὶ ὀμορφιᾶς, σὲ δύναμι ἀξιώσεως τοῦ εἶναι."
ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ Ο ΑΡΧΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑΝ ΕΓΩ, ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ. ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΠΙΝΟΗΣΕ ΔΙΑ ΤΗΣ ΑΦΑΙΡΕΣΕΩΣ Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ.
ΠΩΣ ΝΑ ΤΟΥΣ ΧΩΡΕΣΕΙ Ο ΟΛΥΜΠΟΣ Ο ΚΑΥΜΕΝΟΣ ΤΟΣΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΠΟΥ ΞΕΦΥΤΡΩΝΟΥΝ. ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΜΑΖΕΥΕΙ ΟΤΑΝ ΘΑ ΔΙΑΦΩΝΟΥΝ;
ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΛΕΟΝΤΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.
ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΩΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΠΑΤΕΡΕΣ ΑΓΙΟ ΜΑΞΙΜΟ ΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΔΙΕΣΥΡΑΝ ΤΑ ΝΕΟΟΡΘΟΔΟΞΑ ΚΟΡΑΚΙΑ.
Η καταστροφική αφαιρετική θεολογία του Λεοντίου του Βυζάντιου.Συνέχεια των αποσπασμάτων από το βιβλίο του G. Prestige.
Ενώ λοιπόν η διδασκαλία περί της Αγίας Τριάδος είχε κάπως διασαφηνιστεί, φτάνουν οι Χριστολογικές έριδες για να ανατρέψουν τα κατεκτημένα και να γυρίσουν τα πράγματα από την αρχή!
Στο προσκήνιο εμφανίζονται οι δύο Λεόντιοι! Ο Λεόντιος ο Ιεροσολυμίτης και ο Λεόντιος ο Βυζάντιος, ιδιαιτέρως δε ο δεύτερος. Απορροφημένος από τις Χριστολογικές έριδες και με μεγάλη αγάπη για την αφηρημένη φιλοσοφική σκέψη. Πριν από τον Λεόντιο βεβαίως ο Κύριλλος είχε ανοίξει την πόρτα της αφαίρεσης, καθώς εννόησε το ομοούσιος με την έννοια του ομογενής. Έτσι ο Υιός είναι ομογενής του Πατρός, δηλαδή ομοούσιος. Ο Υιός, ο οποίος έρχεται από την ουσία του Θεού Πατρός δεν μπορεί να είναι έτερος, ξένος απ' Αυτόν που τον γέννησε, αλλά είναι ομοούσιος μ' Αυτόν, με καλές σχέσεις και ομοφυής. Οπωσδήποτε η ταυτότης της ουσίας παίζει και εδώ τον ρόλο της, αλλά αυτή η αλήθεια εξαρτάται πλέον από μια αφαίρεση, έρχεται σαν συμπέρασμα και δεν δίνεται κατευθείαν από τον όρο ομοούσιος, όπως στην εποχή του Μ. Αθανασίου.
Τοιουτοτρόπως το ομοούσιος αρχίζει να χρησιμοποιείται στην Χριστολογία! «Ομοούσιος με τον Πατέρα όσον αφορά την θεότητα και ομοούσιος με μας όσον αφορά την ανθρωπότητα». Ο Κύριλλος ξανά, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει το ομοούσιος στον ίδιο λόγο, για να εκφράσει τόσο την ταυτότητα της ουσίας με τον Θεό, όσο και την ομοιότητα της ουσίας με τους ανθρώπους. Το ομοούσιος γίνεται ένας όρος γενικός, για κάθε χρήση.
Οι δύο Λεόντιοι αφομοιώνουν την Τριαδική θεωρία στην ενσάρκωση και φέρνουν μια σημαντική αλλαγή στην σημασία της ουσίας. Ο Λεόντιος Βυζάντιος γράφει πως η λέξη υπόσταση δείχνει ένα άτομο, αλλά η λέξη ενυπόστατος (αντικείμενο) δείχνει την ουσία, φανερώνοντας πως δεν πρόκειται για για ένα συμβεβηκώς που υπάρχει και σε άλλα αντικείμενα, όπως είναι οι ιδιότητες. Μια ιδιότης δεν είναι ουσία, δηλαδή πράγμα που διαθέτει αντικειμενική ύπαρξη, αλλά είναι κάτι που φανερώνεται στην σχέση του με μια ουσία, αλλά μια ουσία χωρίς αντικειμενικότητα είναι ένα πράγμα αδύνατον.
Εννοεί πως μια ουσία, καθώς είναι η καθολικότης συγκεκριμένων αντικειμένων, πρέπει να υπάρχει μέσα σε κάθε αντικείμενο από αυτά. Γνωρίζει πολύ καλά τις διακρίσεις του Αριστοτέλη ανάμεσα στις ιδιαίτερες ουσίες και στην μοναδική κοινή ουσία που σχετίζεται με συγκεκριμένα αντικείμενα.
Η έννοια της ουσίας την οποία χρησιμοποιεί συνεχώς είναι η λογική σημασία του “ουσιώδους”. Ένα “ουσιώδες” το οποίο ταυτίζεται με το “καθόλου”, με την καθολικότητα.
Έτσι λοιπόν φροντίζει να μας θυμίσει ότι το γένος, η τάξη και το είδος συμβάλλουν στην ουσία ενός ιδιαιτέρου αντικειμένου και γι' αυτό τον λόγο ονομάζονται “ουσιώδεις”, όμως ποιότης και συμβεβηκώς είναι “επουσιώδη”. Συνεχίζει λέγοντας πως οι παράγοντες που καθορίζουν την Φύση ενός αντικειμένου συμβάλλουν στην ουσία του, ενώ οι παράγοντες που καθορίζουν την υπόσταση ανήκουν στην κατηγορία των συμβεβηκότων.
Γι' αυτό, λόγου χάριν προκειμένου περί ενός ανθρώπου, η ουσία του καθορίζεται από τους όρους ζωήν έχων, λογικόν, θνητόν, αλλά η υπόστασίς του καθορίζεται από την “μορφή”, το χρώμα, τις διαστάσεις, το γένος, την μόρφωση, την εργασία. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο στην αφαίρεση της Χριστολογίας από την θεολογία, δηλώνει πως στους πατέρες η ουσία έχει την ίδια σημασία με την Φύση, πως και οι δύο όροι εκφράζουν την ίδια έννοια που οι εθνικοί φιλόσοφοι δείχνουν με τον όρο είδος. Είδος δε είναι ο όρος ο οποίος χρησιμοποιείται σε μια πολλαπλότητα διαφορετικών αντικειμένων. Αντιθέτως η υπόσταση έχει την ίδια σημασία μ' αυτό που οι φιλόσοφοι ονομάζουν “ατομική ουσία”.
Φαίνεται ξεκάθαρα από τα λίγα αυτά η ροπή προς την εγκατάλειψη ορισμένων διακρίσεων που είναι ουσιώδεις στην Φιλοσοφία. Έτσι ενώ δέχεται πλήγματα η θεολογία διότι στο απλό εισέρχεται το σύνθετο και η φιλοσοφία με την σειρά της πάσχει, διότι οι θεολογικές ταυτότητες επιβάλλονται και στις φιλοσοφικές έννοιες! Διότι δεν είναι φιλοσοφικά ακριβές να λέμε πως υπόσταση και πρόσωπο έχουν την ίδια σημασία, παρότι θεολογικά μπορούν να χρησιμοποιηθούν και οι δύο όροι στο ίδιο αντικείμενο (πράγμα). Είναι χονδροειδές να δηλώνουμε πως οι θεολόγοι χρησιμοποίησαν τον όρο ουσία με την έννοια του είδους. Ενώ θα ήταν αληθές αν λέγαμε πως ουσία και υπόσταση είναι συνώνυμα!
Στην Χριστολογία λοιπόν η αφαιρετική σκέψη προξενεί βαρειές καταστροφές! Γιατί είναι πολύ διαφορετικά τα πράγματα από την μέχρι τότε παράδοση, όταν ομιλούμε για τις δύο ουσίες του Χριστού μ' έναν τέτοιο τρόπο που η ανθρώπινη ουσία να μην σημαίνει πλέον το σύνολο, το όλον της φυσικής ουσίας όλου του ανθρωπίνου είδους αλλά την ανάλυση της ατομικής ανθρωπότητος του Χριστού!
Το ίδιο καταστροφικό είναι και το γεγονός πως η θεία ουσία δεν σημαίνει πλέον το περιεχόμενο του Θεού, αλλά την μεταφυσική ανάλυση του Χριστού στην θεία του πλευρά. Στην Χριστολογία λοιπόν και στην σχέση της με την Τριάδα, η ουσία δεν δείχνει πλέον ένα αντικείμενο (πράγμα) αλλά μια ανάλυση. Ο Λεόντιος Βυζάντιος φτάνει μάλιστα μέχρι του σημείου να πει πως στην περίπτωση των προσώπων της Τριάδος η ταυτότης της ουσίας ενώνει, ενώ η διαφορά των υποστάσεων χωρίζει. Ενώ στην περίπτωση της ενανθρωπήσεως η διαφορά της ουσίας χωρίζει και η ταυτότης των υποστάσεων ενώνει!
Χάνεται λοιπόν η αξία της Ορθοδόξου Τριάδος, η οποία είχε επιτευχθεί με τόσο κόπο και η οποία δίδασκε πως η Τριάδα από την μεριά της πραγματικότητος είναι ένα μοναδικό αντικείμενο εις εαυτόν και από την μεριά της αντικειμενικότητος είναι τρία αντικείμενα καθ' εαυτά!
Η σημασία της ουσίας που κυριαρχούσε σ' αυτούς τους “ορισμούς” δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στις δύο φύσεις του Χριστού.
Αρχίζουν λοιπόν οι Λεόντιοι να ομολογούν πως το Μυστήριο της Τριάδος είναι ακριβώς το αντίθετο του μυστηρίου της ενσαρκώσεως. «Στην περίπτωση της Αγίας και άυλης Τριάδος ενότης υποστάσεων σε μία μοναδική Φύση, στην περίπτωση της Αγίας και αρρήτου ενσαρκώσεως, ενότης Φύσεων σε μία μοναδική υπόσταση». Αυτή η νόστιμη φράση όμως, αφήνει απ' έξω την ταυτότητα της συγκεκριμένης ουσίας. Αφήνει εύκολα να εννοηθεί πως τρία πρόσωπα σε μία ουσία δεν σημαίνει τίποτε άλλο από τρία πρόσωπα σε μία Φύση. Συνεχίζουν να επεκτείνουν όλο και περισσότερο την επιθυμία τους να εξισώσουν τα δύο δόγματα, τις δύο διαφορετικές διδασκαλίες με τον σκοπό να πετύχουν μια ομοιότητα στις εκφράσεις! Φτάνουν να πουν πως αν είναι νόμιμο να ομολογήσουμε πως τρεις υποστάσεις είναι ενοούσιοι σε μία μοναδική ουσία, είναι νόμιμο επίσης να δεχθούμε πως δύο φύσεις είναι ενυπόστατες σε μία μοναδική υπόσταση. Παρόλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο εννοούσαν την φύση και επομένως και την ουσία δεν ήταν εντελώς αφαιρετικός. Είναι ξεκάθαροι πάνω στο γεγονός πως μόνον με την σκέψη μπορούμε να χωρίσουμε μία Φύση από ένα συγκεκριμένο αντικείμενο. Δεν μπορεί να υπάρξει στην ατμόσφαιρα της αφαιρέσεως.
Ισχυρίζονται λοιπόν πως οι δύο φύσεις του Χριστού είναι υποστασιασμένες σε μία υπόσταση ταυτόσημη και κοινή: όχι με την έννοια πως καθεμία υπάρχει ανυπόστατος σ' αυτή, αλλά με την έννοια πως και οι δύο είναι ενυπόστατες σε σχέση μ' αυτή την υπόσταση. Αυτό επιτρέπει στον Λεόντιο Βυζάντιο να προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση της ενσαρκώσεως. Όταν όμως φθάνει να μιλήσει για την Τριάδα, εφαρμόζει σ΄ αυτή την περίπτωση έναν τύπο ορισμού που συγκεντρώνει στην υπόσταση ο,τιδήποτε ήταν καθορισμένο σε όλη του την σύνθεση, λογαριάζοντας την Φύση σαν συγκεκριμένη μόνον επειδή εξαρτάται από την υπόσταση, έτσι ώστε η θεωρία του να μην γλιτώνει κατ' ουδένα τρόπο τον τριθεϊσμό.
Ο αφαιρετικός τρόπος με τον οποίο εννοούσε την φύση δεν θα πείραζε εάν είχε κρατήσει την παραδοσιακή σημασία της, κατά την οποία η ουσία εκφράζει μια συγκεκριμένη οντότητα, μια πρώτη ουσία! Το πρόβλημα γεννήθηκε από την εξίσωση ουσίας και φύσεως, η οποία εξίσωση δεν μειώνει την ουσία σε δεύτερη ουσία, γιατί θα καταλήγαμε κατευθείαν στον τριθεϊσμό, αλλά την μειώνει σε μια αφαίρεση η οποία μπορεί να κινηθεί ανάμεσα στην ταυτότητα και στην ομοιότητα της ουσίας.

3 σχόλια:
;Άγιος Πορφύριος; «Ἄν δώσετε σ’ Ἐκεῖνον τήν καρδιά σας, δέν θά μείνουν περιθώρια γιά τ’ ἄλλα. Ὅταν ἐνδυθεῖτε τόν Χριστό, δέν θά κάνετε καμμία προσπάθεια γιά τήν ἀρετή• Ἐκεῖνος θά σᾶς τήν ἐδώσει. Σᾶς πιάνει φοβία κι ἀπογοήτευσις; Στραφεῖτε στόν Χριστό. Ἀγαπήστε Τόν ἁπλά, ταπεινά, χωρίς ἀπαίτησιν, καί θά σᾶς ἀπαλλάξῃ ὁ ἴδιος. Νά στραφεῖτε πρός τόν Χριστό καί νά πεῖτε μέ ταπείνωσιν καί ἐλπίδα σάν τόν Ἀπόστολον Παῦλον: «Τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;» Θά κινηθεῖτε, λοιπόν, πρός τόν Χριστό, κι Ἐκεῖνος ἀμέσως θά ἔλθῃ. Ἀμέσως θά ἐνεργήσῃ ἡ χάρις Του.»
Με αὐτή τή μελέτη σιγά σιγά θά ἀποκτήσετε τήν πραότητα, τήν ταπείνωση, τήν ἀγάπη καί ἡ ψυχή σας θά ἀγαθύνεται. Νά μή διαλέγετε ἀρνητικούς τρόπους γιά τή διόρθωσή σας. Δέν χρειάζεται οὔτε τόν διάβολο νά φοβᾶσθε, οὔτε τήν κόλαση, οὔτε τίποτε. Δημιουργοῦν ἀντίδραση. Ἔχω κι ἐγώ μία μικρή πεῖρα σ’ αὐτό. Ὁ σκοπός δέν εἶναι νά κάθεσθε, νά πλήττετε καί νά σφίγγεσθε, γιά νά βελτιωθεῖτε.
Ὁ σκοπός εἶναι νά ζεῖτε, νά μελετᾶτε, νά προσεύχεσθε, νά προχωρᾶτε στήν ἀγάπη, στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, στήν ἀγάπη τῆς Ἐκκλησίας.
Αὐτό εἶναι τό ἅγιο καί ὡραῖο, πού εὐφραίνει καί ἀπαλλάσσει τήν ψυχή ἀπό κάθε κακό, ἡ προσπάθεια νά ἑνωθεῖ κανείς μέ τόν Χριστό. Ν’ ἀγαπήσει τόν Χριστό, νά λαχταρήσει τόν Χριστό, νά ζεῖ ἐν τῷ Χριστῷ, ὅπως ὁ Ἀπόστολος Παῦλος πού ἔλεγε• «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός».⁶ Αὐτό νά εἶναι ὁ στόχος σας. Οἱ ἄλλες προσπάθειες νά εἶναι μυστικές, κρυμμένες. Ἐκεῖνο πού θά πρέπει νά κυριαρχεῖ εἶναι ἡ ἀγάπη στόν Χριστό. Αὐτό νά ὑπάρχει μέσα στό μυαλό, στή σκέψη, στή φαντασία, στήν καρδιά, στή βούληση. Αὐτή ἡ προσπάθεια θά εἶναι ἡ πιο ἔντονη, πῶς θά συναντήσετε τόν Χριστό, πῶς θά ἐνωθεῖτε μαζί Του, πῶς θά Τόν ἐνστερνισθεῖτε μέσα σας.
Τίς ἀδυναμίες ἀφήστε τίς ὅλες, γιά νά μή παίρνει εἴδηση τό ἀντίθετο πνεῦμα καί σᾶς βουτάει καί σᾶς καθυποτάσσει καί σᾶς βάζει στή στενοχώρια. Νά μή κάνετε καμιά προσπάθεια ν’ ἀπαλλαγῆτε ἀπ’ αὐτές. Ν’ ἀγωνίζεσθε μέ ἁπαλότητα καί ἀπλότητα, χωρίς σφίξιμο καί ἄγχος. Μή λέτε• «Τώρα θά σφιχτῶ, θά κάνω προσευχή ν’ ἀποκτήσω ἀγάπη, νά γίνω καλός κ.λπ.». Δέν εἶναι καλό νά σφίγγεσαι καί νά πλήττεις, γιά νά γίνεις καλός. Ἔτσι θ’ ἀντιδράσετε χειρότερα. Ὅλα νά γίνονται μέ ἁπαλό τρόπο, ἀβίαστα κι ἐλεύθερα. Οὔτε νά λέτε• «Θεέ μου, ἀπάλλαξέ με ἀπ’ αὐτό», παραδείγματος χάριν, τό θυμό, τή λύπη. Δέν εἶναι καλό νά προσευχόμαστε γι’ αὐτά καί νά σκεφτόμαστε τό συγκεκριμένο πάθος• κάτι γίνεται στήν ψυχή μας καί μπλεκόμαστε ἀκόμη περισσότερο. Ρίξου μέ ὁρμή, γιά νά νικήσεις τό πάθος καί θά δεῖς τότε πῶς θά σ’ ἀγκαλιάσει, θά σέ σφίξει καί δέν θά μπορέσεις τίποτε νά κάνεις.
Μήν πολεμᾶτε ἀπευθείας τόν πειρασμό, μήν παρακαλεῖτε νά φύγει, μή λέτε• «Πάρ’ τον, Θεέ μου!». Τότε τοῦ δίνετε σημασία καί προσπαθεῖτε νά σφίγγεσθε. Γι’ αὐτό προσπαθεῖτε νά λέτε• «Πάρ’ τον, Θεέ μου», βασικά τόν θυμᾶστε καί τόν ὑποθάλπετε περισσότερο. Ἡ διάθεση γιά ἀπαλλαγή, βέβαια, θά ὑπάρχει, ἀλλά θά εἶναι πάρα πολύ μυστική καί λεπτή, χωρίς νά φαίνεται. Θά γίνεται μυστικά. Θυμηθεῖτε ἐκεῖνο πού λέγει ἡ Ἁγία Γραφή• «Μή γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου».⁷ Ὅλη ἡ δύναμή σας νά στρέφεται στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, στή λατρεία Του, στήν προσκόλλησή σας σ’ Αὐτόν. Ἔτσι ἡ ἀπαλλαγή ἀπ’ τό κακό καί τίς ἀδυναμίες θά γίνεται μυστικά, χωρίς νά παίρνετε εἴδηση, χωρίς κόπο.
Πρώτα έρωτας κ. Ράμφο και επειδή ο θείος έρωτας η άσκηση.
Το πρόβλημά του δεν είναι η ασκητική στέρηση κτλ., αλλά ότι δεν μπορεί να ανεχθεί την ιδέα πως η σωτηρία χαρίζεται από τον Χριστό και όχι από εμάς τους ίδιους. Δηλαδή έχουμε έναν αναβαπτισμό του Εγώ.
Είναι απίστευτο το πόσος Καντ υπάρχει και στον Ράμφο και στο Ζηζιούλα και σε όλη τη νεορθοδοξία εδώ που τα λέμε... To συγκεκριμένο κείμενο αντιπαραβάλλει την πατερική σκέψη με τη νεότερη δυτική φιλοσοφία, σχολιάζοντας πώς ο Αυγουστίνος επινόησε το υποκείμενο και πώς ο Εμμανουήλ Καντ ερμήνευσε τον Χριστό ως ένα ηθικό ιδεώδες του λόγου. Ο Κάντ με την Idea Christi είναι το αρχέτυπο της νοησιαρχίας... Πχ το κείμενο του Ράμφου διερευνά την έννοια του ενυποστάτου, προτείνοντας μια υπέρβαση του παραδοσιακού αδιεξόδου μεταξύ θρησκευτικής παράδοσης και σύγχρονης ιστορικής δράσης. Ο Ράμφος υποστηρίζει ότι μέσω της σύνδεσης του προσώπου με τις άκτιστες θείες ενέργειες, ο άνθρωπος μετατρέπεται από παθητικό δέκτη σε δημιουργικό υποκείμενο (λέγε με Αυγουστίνο) που παρεμβαίνει ουσιαστικά στο νόημα της ιστορίας. Αντί για μια ηθική της στέρησης και της ενοχής, εισάγεται μια ασκητική της πλησμονής, η οποία δεν απορρίπτει τα ανθρώπινα ένστικτα αλλά τα μετουσιώνει σε δίψα για αλήθεια και ομορφιά.
Δημοσίευση σχολίου