Συνεχίζεται από Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014
του Pierre Hadot.
[Κάναμε όλον αυτόν τον κοπιαστικό δρόμο για να κατανοήσουμε τελικώς τις δογματικές βάσεις της θεολογίας της Δύσεως, στο σύνολό της, διότι τέθηκαν ακριβώς από τον Αυγουστίνο, σαν συνάντησή του με τον Νεοπλατωνισμό του Πορφύριου, μέσω του Βιττορίνο. Και με τον Αυγουστίνο λοιπόν εισέρχεται στο φιλοσοφικό και θεολογικό στερέωμα, το ΕΓΩ ή το υποκείμενο! Θα δούμε σήμερα την σύστασή του!]
του Pierre Hadot.
[Κάναμε όλον αυτόν τον κοπιαστικό δρόμο για να κατανοήσουμε τελικώς τις δογματικές βάσεις της θεολογίας της Δύσεως, στο σύνολό της, διότι τέθηκαν ακριβώς από τον Αυγουστίνο, σαν συνάντησή του με τον Νεοπλατωνισμό του Πορφύριου, μέσω του Βιττορίνο. Και με τον Αυγουστίνο λοιπόν εισέρχεται στο φιλοσοφικό και θεολογικό στερέωμα, το ΕΓΩ ή το υποκείμενο! Θα δούμε σήμερα την σύστασή του!]
Η θεωρητική προσπάθεια επικεντρώνεται, όπως έχουμε ήδη δει, στο Ένα. Ο Πορφύριος λοιπόν, σχολιάζοντας τον Παρμενίδη του Πλάτωνος ταυτίζει το Ένα, καθαρά Ένα, με το προϋπάρχον τού Όντος Είναι. «Εάν το Ένα είναι, μπορούμε άραγε να πούμε πως και είναι και δεν μετέχει της Ουσίας; Αυτή λοιπόν η Ουσία δεν θα ήταν το πρώτο Ένα, δεδομένου ότι αυτό σε σχέση με το ὂν, που είναι το δεύτερο Είναι, είναι ακριβώς το καθαρό Είναι;» «Όρα δε μη και αινισσομένων έοικεν ο Πλάτων, ότι το Εν το επέκεινα της Ουσίας και όντως ὂν μεν ουκ εστίν ουδέ ουσία ουδέ ενέργεια, ενεργεί δε μάλλον και αυτό το ενεργείν καθαρόν, ώστε και αυτό το είναι το προ του όντος». Πώς μπόρεσε όμως ο Πορφύριος, μαθητής του Πλωτίνου να ταυτίσει το Ένα με το καθαρόν ενεργείν; !
Έχουμε ήδη δει όμως πως η βασική θεωρία του Πορφύριου είναι η ταύτιση ανάμεσα στο Ένα, αρχή κάθε πράγματος, και στον Πατέρα, οντότητα των Χαλδαϊκών λόγων, και πρώτη στιγμή της νοητής Τριάδος. Σ’ αυτήν την παράδοση όμως αυτός ο Πατήρ ονομάζεται και ύπαρξις. Αυτή η ύπαρξις εννοείτο σαν ταυτότης του καθαρού Είναι, με το προϋπάρχον από κάθε καθορισμό Είναι. Το ὂν και η ουσία λοιπόν, προερχόμενα από έναν συνδυασμό ανάμεσα στο Είναι και στην ποιότητα, ήταν επόμενα του καθαρού Είναι.
Όχι μόνον δεν διστάζει λοιπόν να ονομάσει το Θεό το «αληθώς ὂν», δεν ταυτίζει μόνον το Ένα και το καθαρό Είναι, αλλά τολμά να μιλήσει καί για μια γνώση του Θεού, υπερβατική, είναι αλήθεια, και ελεύθερη από κάθε ανάγκη αντιστοιχίας σε κάποιο αντικείμενο. (Σχόλιο στον Παρμενίδη: V, 32-34! «γνώσις εστίν ουχ ως γιγνώσκοντος τα γνωστά, αλλ’ αυτό τούτο γνώσις ούσα». Αυτή είναι λοιπόν η γνώσις του Θεού, όχι εκείνη ενός υποκειμένου που γνωρίζει τα κοινά αντικείμενα, αλλά μια γνώση που συμπίπτει με τον εαυτό της).
Εάν λοιπόν η έννοια του Ενός συμφέρει στον Θεό, είναι αναγκαίο ταυτοχρόνως και να παραιτηθούμε από αυτή, καθότι ο Θεός υπερβαίνει την αντίθεση ανάμεσα στο Ένα και τα πολλά. Η αυθεντική έννοια του Θεού αποκτάται μέσω μιας νοήσεως η οποία δεν σταθεροποιείται σε τίποτε ιδιαίτερο, αλλά παραμένει στην άρρητη σκέψη του Άρρητου, σε μια σκέψη που αναπαριστά αυτό το Άρρητο χωρίς να διαθέτει την συνείδηση τού γεγονότος και χωρίς καμμία διατύπωση.
Πορφυρίου – Σχόλιο στον Παρμενίδη ΙΙ, 14-31! Αρρήτου γαρ και ακατονομάστου δια πολλά του επί πάσιν όντος Θεού. – ο Θεός είναι άρρητος και ακατονόμαστος, καθότι είναι υπεράνω παντός όντος.
Η ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΕΝΝΟΙΑ, λοιπόν, είναι η καταλληλότερη προσηγορία για τον Θεό τού επί πάσιν όντος και επί του υποκειμένου του. Αρκεί να μην περιοριστούμε να τον κατονομάσουμε μόνον σαν το σμικρόν και μη διαιρετόν. Όταν εμείς χρησιμοποιούμε σ’ αυτόν την έννοια του Ενός (την επίνοιαν του Ενός) διανοούμεθα (εννοούμε) την άπειρον δύναμιν και αρχήν τών μετ’ αυτόν πάντων, όχι λόγω της μικρότητος αλλά διότι αυτή η ανεπινόητος υπόστασις είναι διαφορετική από το παν.
Ότι αίτιος μεν αυτός και του πλήθους και του Είναι αυτών, αυτός δε ούτε Εν ούτε πλήθος, αλλά πάντων υπερούσιος τών δι’ αυτόν όντων, ώστε ού πλήθους μόνον υπεράνω, αλλά και της του Ενός επίνοιας. Δι’ αυτόν γαρ και το Εν και μονάς. Μέγιστον γαρ απάντων ου μεγέθει αλλά δυνάμει, λέει και ο Πλωτίνος, Ενν. VI 7, 32,19.
Στις “αφορμές προς τα νοητά” ο Πορφύριος, στην 26, γράφει: Μη ὂν το μεν γεννώμεν χωρισθέντες του όντος· το δε προεννοούμεν εχόμενο του όντος· ως ει γε χωρισθείημεν του όντος, ου προεννοούμεν το υπέρ το ὂν μη ὂν, αλλά γεννώμεν ψευδές πάθος το μη ὂν, συμβεβηκώς περί τον εκστάντα εαυτού· και γαρ αίτιος έκαστος, ώσπερ όντως και δι’ εαυτού ενήν αναχθήναι επί το υπέρ το ὂν μη ὂν και παραχθήναι επί το κατάπτωμα του όντος μη ὂν. (Από το ένα μέρος, δημιουργούμε το μη-ὂν και χωρίζουμε από το ὂν. Από το άλλο, μπορούμε να έχουμε μια προνόηση παραμένοντες μέτοχοι του όντος. Εάν χωρισθούμε από το ὂν δεν κατορθώνουμε αυτή την προέννοια, αλλά δημιουργούμε ένα ψευδές πάθος του μη-όντος, κάτι που συμβαίνει σε όποιον είναι έξω από τον εαυτό του – εκστάντα εαυτού, όπως στον διαλογισμό της Γιόγκα – διότι ο καθείς μας είναι αίτιος, καθώς λόγω τού είναι του και μέσω του εαυτού του, μπορεί να αναχθεί μέχρι το υπέρ το ὂν, μη-ὂν και να γκρεμιστεί στο μη-ὂν που είναι πτώση έξω του όντος).
Ο Πλωτίνος το εξηγεί μεγαλειωδώς ως εξής: η μερική ψυχή (όχι η καθολική) φωτίζεται καθώς στρέφεται προς το προ αυτής, διότι συναντάται με το Είναι, ενώ η ψυχή που κατευθύνεται εις το μετ’ αυτήν οδηγείται προς το μη-ὂν. Τούτο δε ποιεί όταν στρέφεται προς αυτήν, καθότι σ’ αυτή την περίπτωση αυτήν βουλομένη (επιθυμώντας τον εαυτό της) δημιουργεί τίς πραγματικότητες τις μετά από αυτήν, ποιώντας είδωλον αυτής, το μη-ὂν, πορευόμενη κρεμασμένη στο κενό – κενεμβατούσα και αοριστοτέρα γενομένη. Και το είδωλον τούτου του μη-όντος, το αόριστον, πάντη σκοτεινόν, άλογον γαρ και ανόητον πάντη (παντελώς) και απομακρυσμένο από το Είναι (το όντως ον, το Φως)! (Ενν.ΙΙΙ 9, 3, 7-14).
Το πρώτο Ένα είναι μη-ὂν πάνω από το ὂν, ενώ η αόριστος και άμορφος ύλη είναι μη-ὂν υποκάτω ή έξω του Είναι. Επομένως δεν μπορούμε να γνωρίσουμε αμέσως με την νόηση ούτε το Ένα, ούτε την ύλη, αλλά όπως μπορούμε να κατακτήσουμε το Ένα μόνον με μία προεννόησιν, με τον ίδιο τρόπο μπορούμε να αποκτήσουμε μια ιδέα της ύλης μόνον με ένα είδος υπο-νόησις! «Ουκ έσται νόησις αυτού, αλλά θίξις και οίον επαφή μόνο άρρητος και ανόητος, προνοούσα ούτω νου γεγονότος. (Ενν. V, 3, 10, 41)». [Ένας τέτοιος απόηχος υπάρχει στην Γνώση του Θεού μέσω τής κτίσεως, των λόγων των όντων που ίσως εμβαθύνει τον ορισμό της γνώσεως του Αριστοτέλη: Φύσει ορέγεται του ειδέναι ο άνθρωπος!]
Και ο Πορφύριος στο σχόλιο στον Παρμενίδη τονίζει: Και ούτως ούτε εκπίπτειν εις κένωμα δύναται, ούτε τολμά να του προσάψει κάτι, αλλά παραμένει σε ακατάληπτο κατάληψη και τον σκέπτεται χωρίς σκέψη. Χάρη σ’ αυτή την άσκηση θα μπορέσης μια μέρα να σταθείς επί την αυτού άρρητον προέννοιαν, προ(σ)έννοιαν, την ενεικονιζομένην αυτόν δια σιγής. Ούσαν μόνο εικόνα αρρήτου το άρρητον αρρήτως ούσαν, αλλά όχι ως γιγνώσκουσα, αν μπορούμε να το παρακολουθήσουμε αυτό φανταστικώς κάπως.
Αλλά γινόμαστε οικτίρμωνες (άποροι) απέναντι μας, ίνα προς τον ενθουσιασμόν τραπέντες προς αυτό το άξιο έρωτος αντικείμενο, το οποίο ακόμη δεν γνωρίζουμε αλλά θα γνωρίσουμε μια μέρα, όταν γίνουμε άξιοι χωρήσαι τι το άγνωστον. (Σχόλιο στον Παρμενίδη του Πλάτωνος, ΙΙ, 15-32).
[Αυτό που θα φθάσει τότε θα παραμείνει στην άρρητο προέννοια του αρρήτου. Αυτή η προέννοια είναι το άπειρο και το αιώνιο. Διότι ο Αιών δεν είναι χρόνος αλλά χώρος. Και η προέννοια είναι η δυνατότητά μας να χωρέσουμε κάτι από το άγνωστο, το άπειρο. Αυτό είναι το επέκεινα της Ουσίας των αρχαίων που αναγεννούσε τον άνθρωπο σε καλό κ’αγαθό. Αυτός ο αιών, η προέννοια αυτή, εικονίζει το άρρητο σε μια κατάσταση καθαρής υπάρξεως, σιωπηλής και ασυνείδητης.] Στον Πρόκλο η πρόνοια είναι μια δραστηριότης στο εσωτερικό της νοήσεως. Ο πρώτος Θεός είναι προεννοημένος (από τους άλλους όπως και από τον εαυτό του), καθώς δεν συλλαμβάνεται παρά μ’ έναν τρόπο γνώσεως που προηγείται της γνώσεως και αντιστοιχεί ακριβώς στο γεγονός ότι είναι προϋπάρχων.
ΚΑΙ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟΥ. Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο λοιπόν, στον πυρήνα της αρχαίας φιλοσοφίας, υπάρχει μια βαθύτατη διαφορά ανάμεσα στην στάση του Πλωτίνου και την στάση του Πορφύριου.
Ο Πλωτίνος επιμένει κυρίως στην αίσθηση της ταυτότητος που δοκιμάζει η ψυχή, όπου αυτή η ψυχή δεν μπορεί να διακριθεί από το Ένα όταν το ακουμπά! «Και ουκέτι θαυμάσομεν το τους δεινούς πόθους παρέχον ει πάντη απήλλακται και μορφής νοητής (δεν πρέπει να απορούμε που το Αγαθό δεν διαθέτει καμμία μορφή σκέψης ή νοήσεως). Επεί και ψυχή, όταν αυτού έρωτα σύντονον λάβη, αποτίθεται πάσαν ήν έχει μορφήν, … ίνα δέξηται μόνη μόνον. Όταν όμως έχει την τύχη να τον συναντήσει – μάλλον δέ είναι αυτός ο ίδιος που έρχεται προς αυτή – τότε γίνεται όμοια με αυτόν. Ανάμεσά τους δεν υπάρχει εμπόδιο και μαζί αποτελούν ένα μόνο πράγμα, τόσο δε ώστε όσο το Αγαθό είναι παρόν, δεν διακρίνονται. (Ενν. VI, 7, 34). Αντιθέτως ο Πορφύριος μας λέει πως παραμένουμε μέσα στην προέννοια του Ενός και όχι στο ίδιο το Ένα, όπως δίδαξε ο Πλωτίνος. «στήναι επί την αυτού άρρητον προέννοιαν» (σχόλιο Πορφ. ΙΙ, 19-20). Ενώ ο Πλωτίνος είχε πει: αποθέσθαι τα άλλα δει και εν μόνω στήναι ταυτώ! (Ενν. VΙ, 9, 9).
Η προσοχή του παραμένει λοιπόν προσκολλημένη στην υποκειμενική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε εκείνη την στιγμή. Και αυτός ο υποκειμενισμός οδηγεί με σιγουριά στον αγνωστικισμό, αφού η επαφή μας με το Αγαθό, το επέκεινα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια κάποια ψυχική κατάσταση, διάθεση και ουσιαστικώς παραμένουμε χωρισμένοι από το Ένα. Δεν μπορούμε να φτάσουμε στην Αρχή, και δεν μπορούμε να φθάσουμε παρά μόνον την αγνωσία μας σχετικά μ’ αυτή, καθότι η προέννοια είναι ασυνείδητη. «Ουδέ παρακολουθούσαν».
Ο Δαμάσκιος εκφράζει αυτόν τον υποκειμενισμό ως εξής: «Εάν έχουμε κάποια αναπαράσταση του απόλυτου μη-όντος ή Αυτού για το οποίο ομιλούμε (τον Θεό), πρόκειται για μια αναπαράσταση που είναι μέσα μας και η οποία βασίζεται στο κενό. Όταν φτάνουμε αυτή την αναπαράσταση, νομίζουμε ότι τον φθάσαμε, Αυτόν που δεν είναι τίποτε για μας (ουδέν προς ημάς) δεδομένου ότι υπερβαίνει την Ικανότητα της γνώσεως μας. Την γνωστική μας Ικανότητα!».
[Αυτό είναι το μυστηριώδες υποκείμενο λοιπόν, το οποίο εκτίθεται πλήρως στις εξομολογήσεις του Αυγουστίνου. Αυτή η προέννοια είναι και η αιτία της αναβαθμίσεως της κατηγορίας του χρόνου εκ μέρους του Χάιντεγκερ, την οποία οικειοποιήθηκε και ο Ζηζιούλας λέγοντας πως ο χρόνος θα υπάρχει και μετά θάνατον. Το κενό δηλαδή του παρόντος, το Τίποτα. Ίσως έχει δίκαιο, μιλώντας για τον εαυτό του. Διότι μια άλλη συνέπεια του υποκειμένου είναι ότι δεν είναι δυνατόν να μιλήσουμε για κάτι άλλο εκτός του εαυτού μας. Όλη η ζωή είναι βιώματα που οδηγούν στην αναπαράσταση του Θεού, στην προέννοια. Δεν υπάρχει εμπειρία, δεν υπάρχει αντικείμενο.]
[Η πνευματική αίσθηση του υποκειμένου κυριαρχεί σήμερα σαν συναίσθημα, αίσθημα. Ο άλλος είναι το αίσθημα που μου δημιουργεί. Δεν είναι ακριβώς το πνευματικό κενό που ζούμε, αλλά η ψυχική Έρημος. Και όπως ο Καντ μας διέταξε να φτιάξουμε εμείς το αντικείμενο, κάτι που ανέλαβε η σύγχρονη επιστήμη, η σύγχρονη θεολογία μάς παρακινεί να φτιάξουμε επιτέλους εμείς τον άλλον. Για να είναι ο Θεός μας στα πάντα και στους πάντες.
Ού ποιήσεις σεαυτόν είδωλο!
[Δύο πνευματικές ασθένειες λοιπόν γίνονται γνωστές. Ο υποκειμενισμός και ο εγωκεντρισμός, που είναι ένας απλός υλισμός.
Στην αρχαιότητα ήταν ξεχωριστές. Σήμερα ενώθηκαν και συζούν στον ίδιο μοντέρνο άνθρωπο! Στο νεωτερικό άτομο! Ο υποκειμενισμός τρέφει τον εγωκεντρισμό πλέον. Δίνοντας το φανταστικό, κενό, άτομο, της εποχής μας].
[Να πώς περιγράφει την κενεμβατούσα ψυχή σήμερα ο Γιανναράς ονομάζοντας τήν ασθένεια, υπαρξισμό και την ψευδαίσθηση σωτηρία, ελευθερία: «Η ελευθερία ορίζεται ως η απροσδιοριστία του να μην είσαι το Είναι σου – ως η δυνατότητα του ανθρώπου να παράγει το Είναι του, να το καθιστά γεγονότητα, δηλαδή να είναι ο ίδιος αυτό που δεν είναι και να μην είναι αυτό που είναι». (Το αίνιγμα του κακού, σελ. 75).]
[Ταυτοχρόνως αρχίζει νά δημιουργείται σιγά-σιγά ο κόσμος τής sola scriptura, διότι η προέννοια καταργεί ή εξισώνει ακόμη χειρότερα, τήν εμπειρία μέ τήν σκέψη. Σήμερα δέ πού εγκαταλείπεται καί ο ησυχασμός, τό τελευταίο οχυρό τής προτεραιότητος τής εμπειρίας, η σκέψη αρχίζει νά ταυτίζεται μέ τόν λογισμό καί η Βαβέλ θά φαντάζει κατόρθωμα. Ο θρίαμβος αυτής τής ασθένειας συνιστά τόν σχολαστικισμό καί στήν ορθοδοξία τόν θρίαμβο τού Τρεμπέλα.]
[Ταυτοχρόνως αρχίζει νά δημιουργείται σιγά-σιγά ο κόσμος τής sola scriptura, διότι η προέννοια καταργεί ή εξισώνει ακόμη χειρότερα, τήν εμπειρία μέ τήν σκέψη. Σήμερα δέ πού εγκαταλείπεται καί ο ησυχασμός, τό τελευταίο οχυρό τής προτεραιότητος τής εμπειρίας, η σκέψη αρχίζει νά ταυτίζεται μέ τόν λογισμό καί η Βαβέλ θά φαντάζει κατόρθωμα. Ο θρίαμβος αυτής τής ασθένειας συνιστά τόν σχολαστικισμό καί στήν ορθοδοξία τόν θρίαμβο τού Τρεμπέλα.]
Συνεχίζεται
Αμέθυστος
6 σχόλια:
ευχαριστούμε...very good όπως λέτε και εσείς χαχαχα
βασίλης
Ο Γέροντας Εφραίμ Αριζόνας αποκαλύπτει συμβουλή του Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστή
http://agioritikesmnimes.blogspot.gr/2014/06/4859.html
βασίλης
Το κείμενο του Hadot αναλύει τη φιλοσοφική μετάβαση από τον νεοπλατωνισμό στη διαμόρφωση του δυτικού υποκειμενισμού, εστιάζοντας στη σκέψη του Πορφυρίου και την επίδρασή του στον Αυγουστίνο. Κεντρικό σημείο αποτελεί η ταύτιση του Ενός με το καθαρό Είναι και η εισαγωγή της «προέννοιας» ως μιας άρρητης, υποκειμενικής γνώσης που διαφέρει από την απόλυτη ένωση που δίδασκε ο Πλωτίνος. Αυτή η στροφή προς την εσωτερικότητα και την ψυχική κατάσταση του ατόμου θεωρείται η ρίζα του σύγχρονου εγωκεντρισμού και του υπαρξιστικού κενού. Η πνευματική αυτή πορεία οδήγησε σταδιακά στην κυριαρχία του λογισμού έναντι της άμεσης εμπειρίας, αλλοιώνοντας τη θεολογική κατανόηση της σχέσης με τον Θεό. Αυτός ο εγκλωβισμός στο υποκείμενο μετατρέπει την πνευματική ζωή σε μια «ψυχική έρημο» αποκομμένη από την πραγματική ζωή. Ο σύγχρονος υποκειμενισμός οδηγεί στον αγνωστικισμό, καθώς η επαφή με το Θείο θεωρείται πλέον απλώς μια «ψυχική κατάσταση» ή ένα «βίωμα» χωρίς πραγματικό αντικείμενο.
Η επιρροή του Αυγουστίνου στη γέννηση του υποκειμένου στη Δύση υπήρξε καθοριστική, καθώς μέσω αυτού εισήλθε στο φιλοσοφικό και θεολογικό στερέωμα η έννοια του «ΕΓΩ» ή του υποκειμένου. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη συνάντηση της σκέψης του Αυγουστίνου με τον Νεοπλατωνισμό του Πορφύριου.
Οι βασικοί άξονες αυτής της επιρροής είναι οι εξής:
• Η στροφή προς την εσωτερικότητα και την προέννοια: Ενώ ο Πλωτίνος τόνιζε την ένωση της ψυχής με το Ένα, όπου το υποκείμενο παύει να διακρίνεται από την Αρχή, ο Πορφύριος (που επηρέασε τον Αυγουστίνο) εισήγαγε την ιδέα ότι παραμένουμε μέσα στην «προέννοια» του Ενός. Αυτό μετατόπισε την προσοχή από την ίδια την Αρχή (το Ένα) στην υποκειμενική κατάσταση του ατόμου.
• Το υποκείμενο στις «Εξομολογήσεις»: Το «μυστηριώδες υποκείμενο» εκτίθεται πλήρως στο έργο του Αυγουστίνου, τις «Εξομολογήσεις». Εκεί, η σχέση με το Θείο παύει να είναι μια αντικειμενική εμπειρία ένωσης και μετατρέπεται σε μια σειρά από «βιώματα» που οδηγούν στην εσωτερική αναπαράσταση του Θεού.
• Ο υποκειμενισμός και ο αγνωστικισμός: Αυτή η επικέντρωση στην υποκειμενική κατάσταση οδήγησε σε έναν ιδιότυπο υποκειμενισμό. Η επαφή με το Αγαθό άρχισε να θεωρείται απλώς μια «ψυχική κατάσταση» ή διάθεση, με αποτέλεσμα το υποκείμενο να παραμένει ουσιαστικά χωρισμένο από το Ένα. Αυτό έχει ως συνέπεια την αδυναμία του ανθρώπου να μιλήσει για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον εαυτό του.
• Η κυριαρχία του συναισθήματος και του λογισμού: Η γέννηση του υποκειμένου μέσω του Αυγουστίνου προετοίμασε το έδαφος για τη σύγχρονη εποχή, όπου ο άλλος άνθρωπος αντιμετωπίζεται συχνά ως το «αίσθημα» που δημιουργεί στο υποκείμενο. Παράλληλα, η επικράτηση της «προέννοιας» έναντι της εμπειρίας οδήγησε στον σχολαστικισμό, όπου η πνευματική ζωή ταυτίζεται με τον λογισμό και τη σκέψη.
Συνολικά, ο Αυγουστίνος έθεσε τις δογματικές βάσεις της δυτικής θεολογίας μετατρέποντας την οντολογική αναζήτηση σε μια εσωτερική, υποκειμενική διεργασία του «Εγώ», η οποία ορίζει την πραγματικότητα μέσω των δικών της αναπαραστάσεων.
Τι εννοεί όμως ο Πορφύριος με τον όρο «καθαρόν ενεργείν»;
Ο Πορφύριος χρησιμοποιεί τον όρο «καθαρόν ενεργείν» για να περιγράψει το Ένα (το καθαρά Ένα), το οποίο ταυτίζει με το προϋπάρχον τού Όντος Είναι.
Σύμφωνα με το κείμενο του Hadot, η σημασία αυτού του όρου αναλύεται ως εξής:
• Υπερούσια Δραστηριότητα: Το Ένα βρίσκεται «επέκεινα της Ουσίας» (πέρα από την ουσία). Παρόλο που δεν είναι το ίδιο «ὂν» (οντότητα), ουσία ή ενέργεια με την κοινή έννοια, χαρακτηρίζεται από μια δραστηριότητα που είναι καθαρή, αποτελώντας έτσι το «είναι το προ του όντος».
• Η Αιτία των Πάντων: Αυτό το καθαρό ενεργείν είναι η αιτία του πλήθους και του Είναι όλων των πραγμάτων που έπονται αυτού, παρόλο που το ίδιο το Ένα παραμένει υπερούσιο.
• Ταυτότητα με τον Θεό και τον Πατέρα: Ο Πορφύριος ταυτίζει αυτή την αρχή με τον Θεό (το «αληθώς ὂν») και με τον «Πατέρα», ο οποίος θεωρείται η πρώτη στιγμή της νοητής Τριάδος και το καθαρό Είναι.
• Αυτοαναφορική Γνώση: Το «καθαρόν ενεργείν» συνδέεται με μια υπερβατική γνώση που δεν έχει ανάγκη από εξωτερικά αντικείμενα. Είναι μια γνώση που συμπίπτει με τον εαυτό της («αυτό τούτο γνώσις ούσα»), καθώς το υποκείμενο που γνωρίζει και το γνωστό αντικείμενο ταυτίζονται.
Με αυτόν τον τρόπο, ο Πορφύριος διαφοροποιείται από τον δάσκαλό του, τον Πλωτίνο, δίνοντας στο Ένα έναν χαρακτήρα καθαρής ύπαρξης και ενέργειας που προηγείται κάθε άλλου καθορισμού.
Σαν να τα έχουμε ξανακούσει αυτά και από τον σχολαστικισμό και από την Νεορθοδοξία...
Kαθαρό ενεργείν λέγεται σέ σχέση μέ τό δυνάμει καί ενεργεία τού Αριστοτέλη. Δέν έχει δυνατότητες ή δυνάμεις γιά νά ενεργήσει στόν εαυτό του, νά αναπτύξει. Οπως ο άνθρωπος ο οποίος νοείται σάν σπόρος Αυτή η ανάπτυξη ονομάστηκε καί σωτηρία από τόν Γιανναρά. είναι τό Φώς τής πρώτης ημέρας,η χάρις τών μικρών παιδιών η οποία χάνεται γρήγορα ανάμεσα στούς ανθρώπους οι οποιοι ζούν μέ τήν ψυχική ενέργεια, τόν ήλιο καί τίς ακτίνες του ή μέ τήν Σελήνη όπως ζούν τά πάθη τά οποία δίνουν νόημα στήν νύχτα τού μηδενός, σάν επιθυμία τής βουλήσεως γιά δύναμη., Οπως τά σαρκοβόρα θηρία. Σήμερα έχουμε τόν πολιτισμό τού ηλεκτρισμού καί τό μοναδικό του δημιούργημα τον Φρανκενστάιν. Ο σπόρος τού Ευαγγελίου είναι άλλης τάξεως, προυποθέτει τήν ύπαρξη τού πρώτου φωτός στόν άνθρωπο, γιά νά δώσει καρπό, πίσω από τόν ήλιο τής δικαιοσύνης.
Δημοσίευση σχολίου