Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Κεφάλαιο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
I. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΪΣΜΟΥ
η φύση του Θεού
η ακαταληψία
η απαθότητα
η αδιαιρετότητα
η ταυτότητα με τον εαυτό του
η απειρότητα
η «μορφή» του Θεού
πνεύμα
αγιότητα
II. ΘΕΙΑ ΥΠΕΡΒΑΣΗ
υπέρβαση
ο Θεός και ο κόσμος
εμμένεια
δημιουργία
«ἀγένητος» (ύστατος και απόλυτος)
III. ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ
αποκάλυψη του Θεού
συμπεραίνεται από τα έργα του Θεού
θεία «οἰκονομία»
δυνάμεις και πνεύματα
άλλοι «θεοί»
IV. Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ
η υπόθεση της θεότητας του Χριστού
η θεότητα του Αγίου Πνεύματος
η διάκρισή Του από τα κτίσματα
ο όρος «Τριάδα»
και η ταύτιση με τη Σοφία
η θεία «μοναρχία»
V. ΟΡΓΑΝΙΚΟΣ ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ
η θεωρία της «μοναρχικής οικονομίας» του Τερτυλλιανού
υιοθετημένη από τον Ιππόλυτο
VI. Ο ΛΟΓΟΣ
υποκατάστατα του Τριαδισμού: υποτακτισμός
ή σαβελλιανισμός
ή μοναρχιανισμός
Λόγος ως αποκάλυψη, λόγος και θέληση
«Λόγος προφορικός»
VII. ΥΠΟΤΑΚΤΙΣΜΟΣ
γνωστική χρήση του Λόγου
κληρονομιά του υποτακτισμού στον Ωριγένη
και στον Ευσέβιο
ο «δεύτερος Θεός»
ο υποτακτισμός όπως κεφαλαιοποιήθηκε από τους Αρειανούς
VIII. ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ
πρόσωπον και persona
ὑπόστασις: αμετάβατες σημασίες
μεταβατικές σημασίες
αντικειμενικότητα
αντικείμενο
IX. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ
ὑπόστασις εφαρμοζόμενη στα Πρόσωπα
μία ὑπόστασις: λατινισμός
ὑπόστασις και οὐσία σε σύγκριση
οὐσία: πρώτη ουσία
X. ΤΟ ὉΜΟΟΥΣΙΟΝ
ὁμοούσιος: «ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας / τοῦ αὐτοῦ πράγματος»
έτσι χρησιμοποιείται από τον Παύλο Σαμοσατέα
παρά τη παρεξήγηση του Ἱλαρίου
όπως κατανοήθηκε από τον Ἄρειο και τη Σύνοδο τῆς Νικαίας
βαθύτερη σημασία στον Αθανάσιο
XI. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
υιοθετημένη από τον Αθανάσιο από τη Δύση
συντηρητικός συναγερμός στον Μαρκέλλο
βασική αποδοχή του Αθανασιανισμού
ο όρος «ταυτότητα»
η καππαδοκική διατύπωση
λατινική διδασκαλία της Τριάδας
συνειδητά διαφορετική από την ελληνική
XII. ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ
καππαδοκικό επιχείρημα: από την πολλαπλότητα προς την ενότητα
οι ὑποστατικές «ἰδιότητες»
και οι «τρόποι ὑπάρξεως»
τέλος του υποτακτισμού· το ένα ἀρχή
και η διπλή ἐκπόρευση του Ἁγίου Πνεύματος
νέα έμφαση στη «μοναρχία»
μία θεία θέληση και ἐνέργεια
η ενότητα της Τριάδας
XIII. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΜΑΛΙΣΜΟΥ
επιβίωση της γενικής σημασίας στο ὁμοούσιον
η επέκτασή της στην οὐσία στον Λεόντιο
προγενέστερη αφηρημένη τάση στον Βασίλειο
αφηρημένη επεξεργασία στον Ευλόγιο και τον Μάξιμο
η ταυτότητα της οὐσίας αποκαθίσταται
XIV. ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΙΣ
έκρηξη τριθεϊσμού
αμοιβαία ἐνοίκηση των Προσώπων κατά τον Αθανάσιο
και μεταγενέστερη ανάπτυξη
περιχώρησις: χριστολογικός όρος
λαμβάνει νέο νόημα στον Ψευδο-Κύριλλο
και εφαρμόζεται στην Τριάδα
Συμπέρασμα
ΓΕΝΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΑΤΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
[1936]
(i)
Γενικώς, είναι ένας συνετός κανόνας ότι όσο λιγότερα λέει ένας συγγραφέας προλογίζοντας το έργο του, τόσο το καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνω το βιβλίο μου να συστηθεί μόνο του, αλλά γράφω μια Εισαγωγή —και μάλιστα, εν μέρει, μια πολεμική Εισαγωγή. Αυτή η επιλογή έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι η αντιπαράθεση μπορεί να μείνει έξω από το κυρίως σώμα του κειμένου· οι επαγγελματίες μελετητές μπορούν να στραφούν αμέσως στο πρώτο κεφάλαιο και να κρίνουν μόνοι τους όσα έχω να πω. Μου έχει ειπωθεί, ωστόσο, ότι θα ήταν χρήσιμο για λιγότερο ώριμους φοιτητές αν τους δινόταν κάποια ένδειξη της γραμμής του επιχειρήματός μου πριν βυθιστούν στα λεπτομερή τεκμήρια· και, ιδίως, ότι θα ήταν άδικο και συγχυτικό γι’ αυτούς αν η προσοχή τους δεν κατευθυνόταν ρητά σε ορισμένα σημεία όπου τα συμπεράσματά μου αντιβαίνουν σε ισχυρισμούς που διατυπώνονται συνήθως στα εγχειρίδια στα οποία προσφεύγουν οι φοιτητές θεολογίας. Φαίνεται ότι αυτή η παρατήρηση έχει βάση. Κατά συνέπεια, τολμώ να προτάξω στο ίδιο το έργο ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα και το περιεχόμενό του.
Η έκτασή του καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την προέλευσή του. Στο τέλος του 1921 προσκλήθηκα από τον αείμνηστο καθηγητή C. H. Turner να αναλάβω ερευνητικό έργο για το σχεδιαζόμενο Lexicon of Patristic Greek, το οποίο ελπίζεται ότι θα εκδοθεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Οξφόρδης. Σε μένα ανατέθηκε να ερευνήσω, μεταξύ άλλων θεμάτων, σχεδόν όλες τις λέξεις που έχουν κύρια σημασία για τα δόγματα της Τριάδας και της Ενανθρωπήσεως. Επειδή συγκεντρώθηκε ένας σημαντικός όγκος υλικού, πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που θα μπορούσε να τυπωθεί στο ίδιο το Λεξικό ή να δημοσιευθεί ως άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, η Επιτροπή του Λεξικού μού έδωσε την ελεύθερη συγκατάθεσή της να κάνω όποια χρήση έκρινα πρόσφορη των πληροφοριών που είχα συγκεντρώσει. Για αυτή τη γενναιόδωρη άδεια, καθώς και για την ευγενική φιλία του δρ. Stone, του επιμελητή του Λεξικού, με τον οποίο ήταν συγχρόνως απόλαυση και μάθηση να συνεργάζομαι, δεν μπορώ να είμαι αρκετά ευγνώμων. Η βάση, λοιπόν, του παρόντος βιβλίου είναι η εκτεταμένη έρευνα που πραγματοποιήθηκε για το Λεξικό σχετικά με τις σημασίες —τόσο τις τεχνικές όσο και τις κοινές, τις θεολογικές και τις κοσμικές— εκείνων των λέξεων που απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πατερική σκέψη. Πριν επιχειρήσω να εκτιμήσω την αξία όσων δίδαξαν οι Πατέρες, προσπάθησα να εξακριβώσω όσο το δυνατόν ακριβέστερα το νόημα όσων είπαν, ερμηνεύοντας τη γλώσσα τους όχι τόσο μέσω μιας υποθετικής ανασύνθεσης των υποτιθέμενων διανοητικών τους συστημάτων, όσο μέσω της εξέτασης των γεγονότων της γλωσσικής χρήσης. Κάτι τέτοιο έχει επιχειρηθεί και παλαιότερα, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, σε καμία περίπτωση σε τόσο ευρεία κλίμακα. Τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματά μου συνίστανται στην αύξηση των σύγχρονων κριτικών εκδόσεων και της διεξοδικής ευρετηρίασης, καθώς και στο ότι είχα στη διάθεσή μου τους πόρους του Λεξικού.
Δεν περιόρισα την προσοχή μου αποκλειστικά στους Έλληνες Πατέρες. Η διδασκαλία τους έχει, κατά καιρούς, φωτισθεί με αναφορές σε λατίνους συγγραφείς· και έχουν επισημανθεί ορισμένες γενικές διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και τη λατινική διδασκαλία περί Τριάδος. Ωστόσο, κατά κύριο λόγο, το αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι οι Έλληνες Πατέρες. Υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση για αυτόν τον περιορισμό. Οι Έλληνες Πατέρες είναι περισσότερο φιλοσοφικοί, τόσο ως προς τη μέθοδο όσο και ως προς τον σκοπό, από τους λατίνους συγχρόνους τους. Η διδασκαλία τους είναι συγχρόνως πιο λεπτή και πιο βαθιά. Είναι επίσης πολύ λιγότερο κατανοημένη σε βάθος. Το γεγονός αυτό μπορεί να φαίνεται ίσως παράδοξο, είναι όμως ασφαλώς λυπηρό, δεδομένου ότι οι Έλληνες Πατέρες είναι εκείνοι που φέρουν κυρίως την ευθύνη για τη διαμόρφωση των μεγάλων και αποφασιστικών συνοδικών ορισμών του δόγματος, οι οποίοι όλοι έχουν ανατολική προέλευση. Εντούτοις, οι νεότερες αντιλήψεις περί Τριάδος μεταδόθηκαν κυρίως μέσω του λατινικού Μεσαίωνα, και η ελληνική πατερική σκέψη διαβάσθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από μεσαιωνικά λατινικά μάτια. Όταν οι προκαταλήψεις παραμερισθούν και οι Έλληνες Πατέρες μελετηθούν αντικειμενικά, θα διαπιστωθεί ότι υποστηρίζουν έναν πιο αυστηρό μονοθεϊσμό απ’ όσο συχνά τους αποδίδεται. Στους μεγάλους Έλληνες χριστιανούς στοχαστές υπάρχει ελάχιστο από εκείνον τον «δυνητικό τριθεϊσμό» εναντίον του οποίου ο αείμνηστος δρ. Rashdall δικαίως διαμαρτυρήθηκε. Είναι αλήθεια ότι εμφανίσθηκαν τάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως ο κίνδυνος έγινε πλήρως αντιληπτός και λήφθηκαν μέτρα για τη διόρθωσή του σε κάθε στάδιο. Παρουσιάζοντας αυτό που, σε γενικές γραμμές, αποτελεί μια επισκόπηση της ελληνικής τριαδολογικής διδασκαλίας, εκθέτω εκείνο που πιστεύω ότι είναι μια συνεκτική θεωρία της χριστιανικής αποκαλύψεως του Θεού, συγχρόνως βαθύτερη και πιο ικανοποιητική από οποιαδήποτε μπορεί να συναχθεί αποκλειστικώς από λατινικές πηγές, και, επιπλέον, στενά συνδεδεμένη με τους αναγνωρισμένους συνοδικούς ορισμούς της χριστιανικής πίστεως. Λέγοντάς το αυτό δεν λησμονώ τον Αυγουστίνο. Η επεξεργασία του θέματος από αυτόν είναι βαθύτατα θρησκευτική και αποτελεί απολύτως ανεκτίμητο συμπλήρωμα των ελληνικών ορισμών. Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι διαθέτει μικρότερη φιλοσοφική συνοχή.
Ένα ακόμη σημείο σχετικά με την έκταση του παρόντος έργου χρειάζεται να τονισθεί. Δεν προορίζεται, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ως υποκατάστατο των εγχειριδίων. Ασχολείται αυστηρά με την εξέλιξη της τριαδολογικής θεωρίας. Δεν αποβλέπει σε συστηματική έκθεση των απόψεων αυτού ή εκείνου του Πατέρα· αν οι αναγνώστες επιθυμούν μια πλήρη επισκόπηση της διδασκαλίας συγκεκριμένων συγγραφέων, πρέπει να την αναζητήσουν στα καθιερωμένα έργα. Το βιβλίο μου αφορά πρωτίστως το δόγμα και όχι τους διδασκάλους, και η διάταξή του έχει σχεδιασθεί με αναφορά στις κινήσεις της σκέψης και όχι στην ατομικότητα των στοχαστών. Παρεμπιπτόντως, ελπίζω ότι θα ριχθεί σημαντικό φως στην αληθή θέση ορισμένων συγγραφέων, των οποίων η διδασκαλία αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας ή ασάφειας. Δεν πρόκειται, όμως, για μια σύνοψη της χριστιανικής απολογητικής. Πολύ λιγότερο αποτελεί σύνοψη της χριστιανικής πολεμικής. Δεν επιχειρεί να δώσει πλήρη λογαριασμό καμίας αιρέσεως, αν και κατά τόπους προσπαθεί να δείξει πόσο φυσικά μπορεί να έχουν ανακύψει οι αιρέσεις. Αν οι κύριες θέσεις του είναι ορθές, οι αιρέσεις είναι παρεπόμενα ζητήματα, διαφθορές καλών στοιχείων της θεολογίας, αποτυχίες ειλικρινών προσπαθειών να δοθεί ερμηνεία της αλήθειας. Σκοπός μου υπήρξε να συγκεντρώσω την προσοχή στη θετική και μόνιμη αξία της θεολογικής εξέλιξης. Όσα έχω να πω είναι, σε κάποιο βαθμό, προκαταρκτικά ως προς τη μελέτη των εγχειριδίων και, σε κάποιο βαθμό, συμπληρωματικά προς αυτήν. Από τη μία πλευρά, κάποια γνώση της ακριβούς σημασίας όρων που χρησιμοποιούνται γενικώς είναι επιθυμητή πριν από μια σοβαρή μελέτη της δογματικής ιστορίας. Από την άλλη, κάποια εξοικείωση με τις γενικές γραμμές της δογματικής ιστορίας θα είναι πιθανώς αναγκαία πριν καταστεί δυνατή η πλήρης εκτίμηση της χριστιανικής φιλοσοφίας περί Θεού.
(ii)
Οφείλω να καταστήσω σαφή τη θεμελιώδη οπτική μου. Δεν πιστεύω ότι η εισαγωγή του ελληνικού ορθολογισμού, με σκοπό την έκθεση και ερμηνεία των γεγονότων της χριστιανικής ιστορίας, υπήρξε αθέμιτη. Οι πεπερασμένες διάνοιες δεν μπορούν ποτέ να θεωρητικοποιήσουν επαρκώς το άπειρο. Η ανθρώπινη λογική, ωστόσο, αποτελεί έγκυρο όργανο για την ανάπτυξη των συνεπειών της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν υπάρχει τίποτε ιδιαιτέρως ελληνικό —πολύ λιγότερο ειδωλολατρικό— στη λογική μέθοδο, πέρα από το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν, κατά θεία πρόνοια, το προνόμιο της ανακαλύψεως και της αναπτύξεώς της. Καθεαυτήν, αποτελεί μέρος του εξοπλισμού με τον οποίο η ανθρώπινη φύση έχει προικισθεί από τον Θεό που δημιούργησε το ανθρώπινο γένος. Από αυτή την άποψη, η περίφημη επίθεση του Harnack κατά του χριστιανικού ορθολογισμού, ως δήθεν διαδικασίας εκκοσμικεύσεως, μου φαίνεται προσφυγή σε ανελεύθερη προκατάληψη. Υπάρχουν πάντοτε κίνδυνοι στη σκέψη. Η σκέψη που υπερβαίνει τις προϋποθέσεις της και εξηγεί τα δεδομένα της εξαφανίζοντάς τα είναι αναπόφευκτα παραπλανητική. Η θεολογία, όπως και κάθε άλλη επιστήμη, μπορεί να προσφέρει παραδείγματα τέτοιων αποτελεσμάτων. Υπάρχουν όμως ακόμη σοβαρότεροι κίνδυνοι στο να αρνείται κανείς να σκεφθεί καθόλου. Υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο παρερμηνείας όταν τα δεδομένα μένουν άκριτα, παρά όταν κρίνονται κακώς. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι το χριστιανικό δόγμα της Τριάδας αποτελεί μια θεμιτή λογική κατασκευή, θεμελιωμένη στα γεγονότα της χριστιανικής εμπειρίας.
Η άποψη ότι η δογματική διαδικασία υπήρξε λιγότερο ζήτημα λογικής αναπτύξεως και περισσότερο ζήτημα διανοητικής επιλογής ανάμεσα σε έναν αριθμό συγκρουόμενων ιδεών που κυκλοφορούσαν στον ελληνιστικό κόσμο, μου φαίνεται υπερβολικά διογκωμένη. Αναμφίβολα υιοθετήθηκαν ιδέες από ειδωλολατρικές πηγές στις διάφορες προσπάθειες να δοθεί χριστιανική ερμηνεία. Δεν νομίζω, όμως, ότι καμία τέτοια ιδέα εισήχθη ποτέ χωρίς να υποστεί ουσιώδη τροποποίηση, ώστε να προσαρμοσθεί στο νέο της περιβάλλον. Η ιδέα κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα της χριστιανικής πίστεως· δεν κόπηκε η πίστη για να ταιριάξει σε μια εισαγόμενη σύλληψη. Οι έννοιες της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας αλλοιώθηκαν ριζικά στο χριστιανικό τους πλαίσιο και, όχι σπάνια, απορρίφθηκαν πλήρως ύστερα από δοκιμή. Κατά την περίοδο της δοκιμασίας τους, υπήρχε συχνά ο κίνδυνος να δοθεί λανθασμένη κατεύθυνση στη θεολογική ανάπτυξη. Ορισμένοι στοχαστές επιβαρύνθηκαν υπερβολικά από την πίεση μιας νέας ιδέας, ιδίως όταν διαπίστωναν —όπως συχνά συνέβαινε— ότι η Αγία Γραφή φαινόταν να της παρέχει κειμενική υποστήριξη. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκαν οι αιρέσεις. Όμως οι στοχαστές που κινούνταν στο κεντρικό επίπεδο της θεολογικής διεργασίας, έστω και αν μερικές φορές βάρυναν υπέρμετρα, δεν ανέτρεψαν ποτέ την ισορροπία. Υπήρχε πάντοτε κάποιο στοιχείο αντιστάθμισης στη σκέψη τους —ίσως όχι εμφανές, αλλά πάντως θεμελιώδες. Πρέπει να κρίνονται με βάση το συνολικό αποτέλεσμα που αποπνέει η διδασκαλία τους. Ο Ωριγένης, ο κοινός πατέρας τόσο του Αρειανισμού όσο και της καππαδοκικής ορθοδοξίας, αποτελεί το προφανές παράδειγμα. Και κρίνοντάς τους δεν πρέπει να αναμένουμε να βρούμε τα πνεύματά τους απολύτως απαλλαγμένα από αντιφάσεις. Δεν είναι πάντοτε εκείνοι που πρώτοι διακρίνουν την αξία μιας νέας ιδέας που αναγνωρίζουν ακριβώς πού ή πώς αυτή έρχεται σε αντίθεση με κάποιο άλλο στοιχείο της ίδιας τους της σκέψης. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της σύγχρονης θεολογικής έρευνας είναι η τάση της να αθωώνει διδασκάλους των οποίων οι μαθητές, λιγότερο υπεύθυνοι ή λιγότερο ισορροπημένοι από τους ίδιους, διαμόρφωσαν σχολές αιρέσεως. Δεν ήταν κάθε αρχηγός αιρέσεως ο ίδιος αιρετικός.
Αν διαβάζουμε στη διδασκαλία ενός ανθρώπου περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει ότι περιέχει, παύουμε να είμαστε αμερόληπτοι· μπορεί να είναι ασυνεπής, αλλά η ασυνέπεια είναι υπερβολικά συνηθισμένη για να θεωρηθεί εγκληματική. Δεν αρνούμαι, λοιπόν, την επίδραση ιδεών που εισήχθησαν απ’ έξω, πιστεύω όμως, παρ’ όλα αυτά, ότι το δόγμα της Τριάδας προέκυψε μέσω γνήσιας λογικής αναπτύξεως και όχι μέσω συγκρητισμού ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον παγανισμό.
Η αντίδραση κατά της δογματικής κατασκευής έχει φθάσει σε ακραία όρια. Πιστεύεται ότι η άσκηση της λογικής σε θεία ζητήματα προάγει έναν άγονο διανοητισμό. Ασφαλώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο στον Αθανάσιο ή στον Αυγουστίνο. Ενδεχομένως συνέβη στον Λεόντιο Βυζάντιο. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν η προσπάθεια να ορισθεί η θεότητα του Χριστού δεν συσκοτίζει και δεν καταστρέφει κάθε γνήσιο ενδιαφέρον για την ιστορική, επίγεια ζωή Του· αν η απόπειρα να διατυπωθεί μια μεταφυσική διδασκαλία περί του είναι του Θεού δεν οδηγεί σε περιοχές τόσο απόμακρες και σε ατμόσφαιρα τόσο εξευγενισμένη, ώστε οι πρακτικές, ηθικές και θρησκευτικές αξίες του Χριστιανισμού να λιμοκτονούν και να πνίγονται. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο με προσφυγή στα πραγματικά αποτελέσματα. Είναι άραγε γεγονός ότι οι χριστιανοί που ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τη διακήρυξη της απόλυτης θεότητας του Χριστού απέτυχαν, ως ομάδα, εμφανώς στην αφοσίωση προς τις ανθρώπινες ιδιότητές Του; Ή ότι όσοι υπήχθησαν πληρέστερα στην επίδραση της δογματικής ορθοδοξίας παραμέλησαν περισσότερο την πρακτική χριστιανική ηθική; Αναμφίβολα θα μπορούσαν να δοθούν διαφορετικές απαντήσεις σε διαφορετικούς κύκλους. Προσωπικά, όμως, μπορώ μόνο να πω ότι, αν η λύτρωση και ο αγιασμός δεν μπορούν να παρουσιασθούν ως πράξεις του ίδιου του Θεού —δηλαδή, αν ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα δεν μπορούν να κηρυχθούν ως αληθινά θεϊκοί— τότε η θρησκεία και η ηθική φαίνεται να στερούνται κάθε απόλυτης αξίας. Οι στοχαστικοί άνθρωποι θέλουν να είναι εύλογα βέβαιοι ότι η αποκάλυψη του Χριστού και η αγιότητα του Πνεύματος είναι πράγματι ένα με την ύστατη υπερβατική πραγματικότητα, αν πρόκειται να τους ζητηθεί να θεωρήσουν τον κόσμο ως καλώς χαμένο γι’ αυτά. Και νομίζω επίσης ότι, αν ιδωθεί πλατύτερα η ιστορία, η ανθρώπινη κοινωνία στο σύνολό της τείνει να απαιτεί την ίδια διαβεβαίωση. Η χριστιανική ηθική δεν φαίνεται να επιβιώνει επί πολλές γενεές μετά την απώλεια της χριστιανικής δογματικής πίστεως.
Ωστόσο, η άλλη πλευρά έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί με μεγάλη έμφαση κατά το τελευταίο μισό αιώνα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρει ο δρ James Mackinnon στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του From Christ to Constantine. Από πολλές από τις κρίσεις του σχετικά με τη διδασκαλία συγκεκριμένων Πατέρων θα διαφωνούσα έντονα. Αυτό, όμως, δεν είναι το καίριο σημείο. Ολόκληρη η στάση του αντιτίθεται στον χριστιανικό ορθολογισμό. Υιοθετεί τη φράση του Harnack περί της «εξελληνίσεως» του Χριστιανισμού. Ο Ωριγένης, παραπονείται, δημιούργησε «ένα παράξενο μίγμα υψηλής σκέψης και παραδοσιακών πεποιθήσεων και φαντασιώσεων», το οποίο πιθανότατα θα είχε καταπλήξει τους προφήτες και τους αποστόλους λόγω της πλατωνικής επιρροής που επιδεικνύει. Η υπόνοια είναι ότι ο Πλατωνισμός δεν μπορούσε να βοηθήσει στην ερμηνεία του Ευαγγελίου, αλλά μόνο να το μολύνει. Ο Παύλος Σαμοσατεύς «απωθήθηκε από την αυξανόμενη τάση μέσα στην Εκκλησία να εξελληνίζεται ο ιστορικός Ιησούς», μέσω της ταυτίσεώς Του με τον Λόγο και της παρουσιάσεώς Του ως του Δευτέρου Προσώπου της Τριάδας· η ίδια η σύλληψή του Παύλου, την οποία ο δρ Mackinnon αναγνωρίζει ως κατ’ ουσίαν μοναδική (ουνιταριανή), «είναι ασφαλώς πλησιέστερη στην ιστορική πραγματικότητα».
Εδώ ο δρ. Mackinnon φαίνεται να συγχέει τον ιστορικό Ιησού με τις θεωρίες που διατυπώθηκαν —είτε από τον Παύλο είτε από τους αντιπάλους του— προκειμένου να ερμηνευθεί η σημασία Του. Ρωτά, σε σχέση με τον Αθανάσιο, αν είναι απολύτως αναγκαίο, για να λυτρωθεί η ανθρωπότητα, ο Χριστός να είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο Αρειανισμός, τουλάχιστον στα πρώιμα στάδιά του, παρουσιάζεται ως «μια έκκληση για ελευθερία της θεολογικής συζητήσεως», απέναντι στη διανοητική μισαλλοδοξία της αθανασιανής παρατάξεως. Προφανώς, το ένα δόγμα είναι εξίσου καλό με το άλλο —ή και καλύτερο, εφόσον δεν συνδέει τον Χριστό με την υπερβατική πραγματικότητα.
Η ελληνική θεολογία, γενικώς, περιγράφεται ως μια προσαρμογή ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον πολιτισμό, ως μέσο «προσαρμογής του Χριστιανισμού στο ευρύτερο πολιτισμικό του περιβάλλον», προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του ως ιεραποστολικής θρησκείας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. «Η χρήση μιας δυσνόητης φιλοσοφικής ορολογίας θα μπορούσε κάλλιστα να απωθήσει, ως αντιγραφική και τεχνητή μέθοδο διάγνωσης του συγκεκριμένου Χριστού, και συγχρόνως να επιβαρύνει την πίστη των οπαδών Του με ξένες έννοιες, υπό την επίδραση της ελληνικής και ιουδαιοελληνιστικής εικαστικής σκέψης». Ο δρ. Mackinnon παραδέχεται ότι αυτή η κερδοσκοπική επίδραση είναι ήδη έντονα αισθητή σε διάφορα μέρη της ίδιας της Καινής Διαθήκης. Η πρωτογενής της προέλευση καθιστά έτσι πολύ δυσκολότερο και παραδοξότερο το έργο της απορρίψεως της εγκυρότητας των αρχών της. Και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι αυτή διέποτιζε ολόκληρη την πνευματική ατμόσφαιρα που αφομοίωναν νοητικά οι χριστιανοί του δευτέρου και του τρίτου αιώνα, ακόμη πληρέστερα απ’ όσο η απλουστευμένη βιολογία και η τρίτου χεριού φυσική διαπερνούν τη λαϊκή πνευματική ατμόσφαιρα του εικοστού αιώνα. Πράγματι, το αρχαίο περιβάλλον ήταν το αξιοθαύμαστοτερο, διότι διέθετε —σε αντίθεση με τη διανοητική ατμόσφαιρα των σύγχρονων μαζών— μια πραγματικά κριτική και φιλοσοφική βάση. Αν οι άνθρωποι σκέπτονταν καθόλου, μπορούσαν να σκέπτονται μόνο μέσα σε ένα τέτοιο μέσο. Καμία άλλη ορθολογική μέθοδος δεν υπήρχε τότε, ούτε υπάρχει τώρα, πέρα από εκείνη που κατάγεται τελικά από τις μεγάλες ελληνικές φιλοσοφικές σχολές. Ο δρ. Mackinnon, όμως, δεν επιθυμεί ο Χριστιανισμός να ερμηνεύεται με αναφορά σε απόλυτες κατηγορίες. Επιζητεί «μια περισσότερο ιστορική και λιγότερο μεταφυσική πορεία σκέψεως».
Η άποψή του δεν μπορεί να απορριφθεί συνοπτικά· απαιτεί προσεκτική εξέταση. Δεν είναι, όμως, δυνατόν να συζητηθεί περαιτέρω εδώ. Μπορώ μόνο να υποβάλω ότι μου είναι δύσκολο να τη συμφιλιώσω με την πίστη ότι ο κόσμος είναι ένα ορθολογικό σύμπαν και ότι ο Θεός είναι νοήμων Νους. Και οφείλω να εκφράσω την πεποίθηση ότι, αν η οπτική του δρ. Mackinnon υιοθετούνταν γενικώς, θα ακολουθούσαν τα πλέον ολέθρια αποτελέσματα για τον ευαγγελικό Χριστιανισμό. Ολόκληρο το βιβλίο που ακολουθεί έχει σχεδιασθεί για να υποστηρίξει την αντίθετη άποψη, επιχειρώντας να δείξει ότι η θεολογική ανάπτυξη την οποία ο δρ. Mackinnon αποδοκιμάζει υπήρξε, όσον αφορά την Τριάδα, φυσικό και αναγκαίο αποτέλεσμα της χριστιανικής σκέψεως γύρω από τα χριστιανικά θεμέλια.
(iii)
Συνεχίζεται
Κεφάλαιο
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
I. ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΪΣΜΟΥ
η φύση του Θεού
η ακαταληψία
η απαθότητα
η αδιαιρετότητα
η ταυτότητα με τον εαυτό του
η απειρότητα
η «μορφή» του Θεού
πνεύμα
αγιότητα
II. ΘΕΙΑ ΥΠΕΡΒΑΣΗ
υπέρβαση
ο Θεός και ο κόσμος
εμμένεια
δημιουργία
«ἀγένητος» (ύστατος και απόλυτος)
III. ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ
αποκάλυψη του Θεού
συμπεραίνεται από τα έργα του Θεού
θεία «οἰκονομία»
δυνάμεις και πνεύματα
άλλοι «θεοί»
IV. Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ
η υπόθεση της θεότητας του Χριστού
η θεότητα του Αγίου Πνεύματος
η διάκρισή Του από τα κτίσματα
ο όρος «Τριάδα»
και η ταύτιση με τη Σοφία
η θεία «μοναρχία»
V. ΟΡΓΑΝΙΚΟΣ ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ
η θεωρία της «μοναρχικής οικονομίας» του Τερτυλλιανού
υιοθετημένη από τον Ιππόλυτο
VI. Ο ΛΟΓΟΣ
υποκατάστατα του Τριαδισμού: υποτακτισμός
ή σαβελλιανισμός
ή μοναρχιανισμός
Λόγος ως αποκάλυψη, λόγος και θέληση
«Λόγος προφορικός»
VII. ΥΠΟΤΑΚΤΙΣΜΟΣ
γνωστική χρήση του Λόγου
κληρονομιά του υποτακτισμού στον Ωριγένη
και στον Ευσέβιο
ο «δεύτερος Θεός»
ο υποτακτισμός όπως κεφαλαιοποιήθηκε από τους Αρειανούς
VIII. ΑΤΟΜΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ
πρόσωπον και persona
ὑπόστασις: αμετάβατες σημασίες
μεταβατικές σημασίες
αντικειμενικότητα
αντικείμενο
IX. ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑ ΣΤΟΝ ΘΕΟ
ὑπόστασις εφαρμοζόμενη στα Πρόσωπα
μία ὑπόστασις: λατινισμός
ὑπόστασις και οὐσία σε σύγκριση
οὐσία: πρώτη ουσία
X. ΤΟ ὉΜΟΟΥΣΙΟΝ
ὁμοούσιος: «ἐκ τῆς αὐτῆς οὐσίας / τοῦ αὐτοῦ πράγματος»
έτσι χρησιμοποιείται από τον Παύλο Σαμοσατέα
παρά τη παρεξήγηση του Ἱλαρίου
όπως κατανοήθηκε από τον Ἄρειο και τη Σύνοδο τῆς Νικαίας
βαθύτερη σημασία στον Αθανάσιο
XI. ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ
υιοθετημένη από τον Αθανάσιο από τη Δύση
συντηρητικός συναγερμός στον Μαρκέλλο
βασική αποδοχή του Αθανασιανισμού
ο όρος «ταυτότητα»
η καππαδοκική διατύπωση
λατινική διδασκαλία της Τριάδας
συνειδητά διαφορετική από την ελληνική
XII. ΕΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΤΡΙΑΔΑ
καππαδοκικό επιχείρημα: από την πολλαπλότητα προς την ενότητα
οι ὑποστατικές «ἰδιότητες»
και οι «τρόποι ὑπάρξεως»
τέλος του υποτακτισμού· το ένα ἀρχή
και η διπλή ἐκπόρευση του Ἁγίου Πνεύματος
νέα έμφαση στη «μοναρχία»
μία θεία θέληση και ἐνέργεια
η ενότητα της Τριάδας
XIII. Ο ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΜΑΛΙΣΜΟΥ
επιβίωση της γενικής σημασίας στο ὁμοούσιον
η επέκτασή της στην οὐσία στον Λεόντιο
προγενέστερη αφηρημένη τάση στον Βασίλειο
αφηρημένη επεξεργασία στον Ευλόγιο και τον Μάξιμο
η ταυτότητα της οὐσίας αποκαθίσταται
XIV. ΠΕΡΙΧΩΡΗΣΙΣ
έκρηξη τριθεϊσμού
αμοιβαία ἐνοίκηση των Προσώπων κατά τον Αθανάσιο
και μεταγενέστερη ανάπτυξη
περιχώρησις: χριστολογικός όρος
λαμβάνει νέο νόημα στον Ψευδο-Κύριλλο
και εφαρμόζεται στην Τριάδα
Συμπέρασμα
ΓΕΝΙΚΟ ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ
ΕΥΡΕΤΗΡΙΟ ΠΑΤΡΙΣΤΙΚΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
[1936]
(i)
Γενικώς, είναι ένας συνετός κανόνας ότι όσο λιγότερα λέει ένας συγγραφέας προλογίζοντας το έργο του, τόσο το καλύτερο. Παρ’ όλα αυτά, δεν αφήνω το βιβλίο μου να συστηθεί μόνο του, αλλά γράφω μια Εισαγωγή —και μάλιστα, εν μέρει, μια πολεμική Εισαγωγή. Αυτή η επιλογή έχει τουλάχιστον το πλεονέκτημα ότι η αντιπαράθεση μπορεί να μείνει έξω από το κυρίως σώμα του κειμένου· οι επαγγελματίες μελετητές μπορούν να στραφούν αμέσως στο πρώτο κεφάλαιο και να κρίνουν μόνοι τους όσα έχω να πω. Μου έχει ειπωθεί, ωστόσο, ότι θα ήταν χρήσιμο για λιγότερο ώριμους φοιτητές αν τους δινόταν κάποια ένδειξη της γραμμής του επιχειρήματός μου πριν βυθιστούν στα λεπτομερή τεκμήρια· και, ιδίως, ότι θα ήταν άδικο και συγχυτικό γι’ αυτούς αν η προσοχή τους δεν κατευθυνόταν ρητά σε ορισμένα σημεία όπου τα συμπεράσματά μου αντιβαίνουν σε ισχυρισμούς που διατυπώνονται συνήθως στα εγχειρίδια στα οποία προσφεύγουν οι φοιτητές θεολογίας. Φαίνεται ότι αυτή η παρατήρηση έχει βάση. Κατά συνέπεια, τολμώ να προτάξω στο ίδιο το έργο ορισμένες προκαταρκτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον χαρακτήρα και το περιεχόμενό του.
Η έκτασή του καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την προέλευσή του. Στο τέλος του 1921 προσκλήθηκα από τον αείμνηστο καθηγητή C. H. Turner να αναλάβω ερευνητικό έργο για το σχεδιαζόμενο Lexicon of Patristic Greek, το οποίο ελπίζεται ότι θα εκδοθεί από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις της Οξφόρδης. Σε μένα ανατέθηκε να ερευνήσω, μεταξύ άλλων θεμάτων, σχεδόν όλες τις λέξεις που έχουν κύρια σημασία για τα δόγματα της Τριάδας και της Ενανθρωπήσεως. Επειδή συγκεντρώθηκε ένας σημαντικός όγκος υλικού, πολύ μεγαλύτερος από εκείνον που θα μπορούσε να τυπωθεί στο ίδιο το Λεξικό ή να δημοσιευθεί ως άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά, η Επιτροπή του Λεξικού μού έδωσε την ελεύθερη συγκατάθεσή της να κάνω όποια χρήση έκρινα πρόσφορη των πληροφοριών που είχα συγκεντρώσει. Για αυτή τη γενναιόδωρη άδεια, καθώς και για την ευγενική φιλία του δρ. Stone, του επιμελητή του Λεξικού, με τον οποίο ήταν συγχρόνως απόλαυση και μάθηση να συνεργάζομαι, δεν μπορώ να είμαι αρκετά ευγνώμων. Η βάση, λοιπόν, του παρόντος βιβλίου είναι η εκτεταμένη έρευνα που πραγματοποιήθηκε για το Λεξικό σχετικά με τις σημασίες —τόσο τις τεχνικές όσο και τις κοινές, τις θεολογικές και τις κοσμικές— εκείνων των λέξεων που απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική πατερική σκέψη. Πριν επιχειρήσω να εκτιμήσω την αξία όσων δίδαξαν οι Πατέρες, προσπάθησα να εξακριβώσω όσο το δυνατόν ακριβέστερα το νόημα όσων είπαν, ερμηνεύοντας τη γλώσσα τους όχι τόσο μέσω μιας υποθετικής ανασύνθεσης των υποτιθέμενων διανοητικών τους συστημάτων, όσο μέσω της εξέτασης των γεγονότων της γλωσσικής χρήσης. Κάτι τέτοιο έχει επιχειρηθεί και παλαιότερα, αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, σε καμία περίπτωση σε τόσο ευρεία κλίμακα. Τα ιδιαίτερα πλεονεκτήματά μου συνίστανται στην αύξηση των σύγχρονων κριτικών εκδόσεων και της διεξοδικής ευρετηρίασης, καθώς και στο ότι είχα στη διάθεσή μου τους πόρους του Λεξικού.
Δεν περιόρισα την προσοχή μου αποκλειστικά στους Έλληνες Πατέρες. Η διδασκαλία τους έχει, κατά καιρούς, φωτισθεί με αναφορές σε λατίνους συγγραφείς· και έχουν επισημανθεί ορισμένες γενικές διαφορές ανάμεσα στην ελληνική και τη λατινική διδασκαλία περί Τριάδος. Ωστόσο, κατά κύριο λόγο, το αντικείμενο της παρούσας μελέτης είναι οι Έλληνες Πατέρες. Υπάρχει επαρκής δικαιολόγηση για αυτόν τον περιορισμό. Οι Έλληνες Πατέρες είναι περισσότερο φιλοσοφικοί, τόσο ως προς τη μέθοδο όσο και ως προς τον σκοπό, από τους λατίνους συγχρόνους τους. Η διδασκαλία τους είναι συγχρόνως πιο λεπτή και πιο βαθιά. Είναι επίσης πολύ λιγότερο κατανοημένη σε βάθος. Το γεγονός αυτό μπορεί να φαίνεται ίσως παράδοξο, είναι όμως ασφαλώς λυπηρό, δεδομένου ότι οι Έλληνες Πατέρες είναι εκείνοι που φέρουν κυρίως την ευθύνη για τη διαμόρφωση των μεγάλων και αποφασιστικών συνοδικών ορισμών του δόγματος, οι οποίοι όλοι έχουν ανατολική προέλευση. Εντούτοις, οι νεότερες αντιλήψεις περί Τριάδος μεταδόθηκαν κυρίως μέσω του λατινικού Μεσαίωνα, και η ελληνική πατερική σκέψη διαβάσθηκε σε μεγάλο βαθμό μέσα από μεσαιωνικά λατινικά μάτια. Όταν οι προκαταλήψεις παραμερισθούν και οι Έλληνες Πατέρες μελετηθούν αντικειμενικά, θα διαπιστωθεί ότι υποστηρίζουν έναν πιο αυστηρό μονοθεϊσμό απ’ όσο συχνά τους αποδίδεται. Στους μεγάλους Έλληνες χριστιανούς στοχαστές υπάρχει ελάχιστο από εκείνον τον «δυνητικό τριθεϊσμό» εναντίον του οποίου ο αείμνηστος δρ. Rashdall δικαίως διαμαρτυρήθηκε. Είναι αλήθεια ότι εμφανίσθηκαν τάσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν τη σκέψη προς αυτή την κατεύθυνση. Όμως ο κίνδυνος έγινε πλήρως αντιληπτός και λήφθηκαν μέτρα για τη διόρθωσή του σε κάθε στάδιο. Παρουσιάζοντας αυτό που, σε γενικές γραμμές, αποτελεί μια επισκόπηση της ελληνικής τριαδολογικής διδασκαλίας, εκθέτω εκείνο που πιστεύω ότι είναι μια συνεκτική θεωρία της χριστιανικής αποκαλύψεως του Θεού, συγχρόνως βαθύτερη και πιο ικανοποιητική από οποιαδήποτε μπορεί να συναχθεί αποκλειστικώς από λατινικές πηγές, και, επιπλέον, στενά συνδεδεμένη με τους αναγνωρισμένους συνοδικούς ορισμούς της χριστιανικής πίστεως. Λέγοντάς το αυτό δεν λησμονώ τον Αυγουστίνο. Η επεξεργασία του θέματος από αυτόν είναι βαθύτατα θρησκευτική και αποτελεί απολύτως ανεκτίμητο συμπλήρωμα των ελληνικών ορισμών. Μου φαίνεται, ωστόσο, ότι διαθέτει μικρότερη φιλοσοφική συνοχή.
Ένα ακόμη σημείο σχετικά με την έκταση του παρόντος έργου χρειάζεται να τονισθεί. Δεν προορίζεται, ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί, ως υποκατάστατο των εγχειριδίων. Ασχολείται αυστηρά με την εξέλιξη της τριαδολογικής θεωρίας. Δεν αποβλέπει σε συστηματική έκθεση των απόψεων αυτού ή εκείνου του Πατέρα· αν οι αναγνώστες επιθυμούν μια πλήρη επισκόπηση της διδασκαλίας συγκεκριμένων συγγραφέων, πρέπει να την αναζητήσουν στα καθιερωμένα έργα. Το βιβλίο μου αφορά πρωτίστως το δόγμα και όχι τους διδασκάλους, και η διάταξή του έχει σχεδιασθεί με αναφορά στις κινήσεις της σκέψης και όχι στην ατομικότητα των στοχαστών. Παρεμπιπτόντως, ελπίζω ότι θα ριχθεί σημαντικό φως στην αληθή θέση ορισμένων συγγραφέων, των οποίων η διδασκαλία αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας ή ασάφειας. Δεν πρόκειται, όμως, για μια σύνοψη της χριστιανικής απολογητικής. Πολύ λιγότερο αποτελεί σύνοψη της χριστιανικής πολεμικής. Δεν επιχειρεί να δώσει πλήρη λογαριασμό καμίας αιρέσεως, αν και κατά τόπους προσπαθεί να δείξει πόσο φυσικά μπορεί να έχουν ανακύψει οι αιρέσεις. Αν οι κύριες θέσεις του είναι ορθές, οι αιρέσεις είναι παρεπόμενα ζητήματα, διαφθορές καλών στοιχείων της θεολογίας, αποτυχίες ειλικρινών προσπαθειών να δοθεί ερμηνεία της αλήθειας. Σκοπός μου υπήρξε να συγκεντρώσω την προσοχή στη θετική και μόνιμη αξία της θεολογικής εξέλιξης. Όσα έχω να πω είναι, σε κάποιο βαθμό, προκαταρκτικά ως προς τη μελέτη των εγχειριδίων και, σε κάποιο βαθμό, συμπληρωματικά προς αυτήν. Από τη μία πλευρά, κάποια γνώση της ακριβούς σημασίας όρων που χρησιμοποιούνται γενικώς είναι επιθυμητή πριν από μια σοβαρή μελέτη της δογματικής ιστορίας. Από την άλλη, κάποια εξοικείωση με τις γενικές γραμμές της δογματικής ιστορίας θα είναι πιθανώς αναγκαία πριν καταστεί δυνατή η πλήρης εκτίμηση της χριστιανικής φιλοσοφίας περί Θεού.
(ii)
Οφείλω να καταστήσω σαφή τη θεμελιώδη οπτική μου. Δεν πιστεύω ότι η εισαγωγή του ελληνικού ορθολογισμού, με σκοπό την έκθεση και ερμηνεία των γεγονότων της χριστιανικής ιστορίας, υπήρξε αθέμιτη. Οι πεπερασμένες διάνοιες δεν μπορούν ποτέ να θεωρητικοποιήσουν επαρκώς το άπειρο. Η ανθρώπινη λογική, ωστόσο, αποτελεί έγκυρο όργανο για την ανάπτυξη των συνεπειών της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν υπάρχει τίποτε ιδιαιτέρως ελληνικό —πολύ λιγότερο ειδωλολατρικό— στη λογική μέθοδο, πέρα από το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν, κατά θεία πρόνοια, το προνόμιο της ανακαλύψεως και της αναπτύξεώς της. Καθεαυτήν, αποτελεί μέρος του εξοπλισμού με τον οποίο η ανθρώπινη φύση έχει προικισθεί από τον Θεό που δημιούργησε το ανθρώπινο γένος. Από αυτή την άποψη, η περίφημη επίθεση του Harnack κατά του χριστιανικού ορθολογισμού, ως δήθεν διαδικασίας εκκοσμικεύσεως, μου φαίνεται προσφυγή σε ανελεύθερη προκατάληψη. Υπάρχουν πάντοτε κίνδυνοι στη σκέψη. Η σκέψη που υπερβαίνει τις προϋποθέσεις της και εξηγεί τα δεδομένα της εξαφανίζοντάς τα είναι αναπόφευκτα παραπλανητική. Η θεολογία, όπως και κάθε άλλη επιστήμη, μπορεί να προσφέρει παραδείγματα τέτοιων αποτελεσμάτων. Υπάρχουν όμως ακόμη σοβαρότεροι κίνδυνοι στο να αρνείται κανείς να σκεφθεί καθόλου. Υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο παρερμηνείας όταν τα δεδομένα μένουν άκριτα, παρά όταν κρίνονται κακώς. Η δική μου πεποίθηση είναι ότι το χριστιανικό δόγμα της Τριάδας αποτελεί μια θεμιτή λογική κατασκευή, θεμελιωμένη στα γεγονότα της χριστιανικής εμπειρίας.
Η άποψη ότι η δογματική διαδικασία υπήρξε λιγότερο ζήτημα λογικής αναπτύξεως και περισσότερο ζήτημα διανοητικής επιλογής ανάμεσα σε έναν αριθμό συγκρουόμενων ιδεών που κυκλοφορούσαν στον ελληνιστικό κόσμο, μου φαίνεται υπερβολικά διογκωμένη. Αναμφίβολα υιοθετήθηκαν ιδέες από ειδωλολατρικές πηγές στις διάφορες προσπάθειες να δοθεί χριστιανική ερμηνεία. Δεν νομίζω, όμως, ότι καμία τέτοια ιδέα εισήχθη ποτέ χωρίς να υποστεί ουσιώδη τροποποίηση, ώστε να προσαρμοσθεί στο νέο της περιβάλλον. Η ιδέα κόπηκε και ράφτηκε στα μέτρα της χριστιανικής πίστεως· δεν κόπηκε η πίστη για να ταιριάξει σε μια εισαγόμενη σύλληψη. Οι έννοιες της ειδωλολατρικής φιλοσοφίας αλλοιώθηκαν ριζικά στο χριστιανικό τους πλαίσιο και, όχι σπάνια, απορρίφθηκαν πλήρως ύστερα από δοκιμή. Κατά την περίοδο της δοκιμασίας τους, υπήρχε συχνά ο κίνδυνος να δοθεί λανθασμένη κατεύθυνση στη θεολογική ανάπτυξη. Ορισμένοι στοχαστές επιβαρύνθηκαν υπερβολικά από την πίεση μιας νέας ιδέας, ιδίως όταν διαπίστωναν —όπως συχνά συνέβαινε— ότι η Αγία Γραφή φαινόταν να της παρέχει κειμενική υποστήριξη. Με αυτόν τον τρόπο γεννήθηκαν οι αιρέσεις. Όμως οι στοχαστές που κινούνταν στο κεντρικό επίπεδο της θεολογικής διεργασίας, έστω και αν μερικές φορές βάρυναν υπέρμετρα, δεν ανέτρεψαν ποτέ την ισορροπία. Υπήρχε πάντοτε κάποιο στοιχείο αντιστάθμισης στη σκέψη τους —ίσως όχι εμφανές, αλλά πάντως θεμελιώδες. Πρέπει να κρίνονται με βάση το συνολικό αποτέλεσμα που αποπνέει η διδασκαλία τους. Ο Ωριγένης, ο κοινός πατέρας τόσο του Αρειανισμού όσο και της καππαδοκικής ορθοδοξίας, αποτελεί το προφανές παράδειγμα. Και κρίνοντάς τους δεν πρέπει να αναμένουμε να βρούμε τα πνεύματά τους απολύτως απαλλαγμένα από αντιφάσεις. Δεν είναι πάντοτε εκείνοι που πρώτοι διακρίνουν την αξία μιας νέας ιδέας που αναγνωρίζουν ακριβώς πού ή πώς αυτή έρχεται σε αντίθεση με κάποιο άλλο στοιχείο της ίδιας τους της σκέψης. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά χαρακτηριστικά της σύγχρονης θεολογικής έρευνας είναι η τάση της να αθωώνει διδασκάλους των οποίων οι μαθητές, λιγότερο υπεύθυνοι ή λιγότερο ισορροπημένοι από τους ίδιους, διαμόρφωσαν σχολές αιρέσεως. Δεν ήταν κάθε αρχηγός αιρέσεως ο ίδιος αιρετικός.
Αν διαβάζουμε στη διδασκαλία ενός ανθρώπου περισσότερα απ’ όσα ο ίδιος είναι διατεθειμένος να αναγνωρίσει ότι περιέχει, παύουμε να είμαστε αμερόληπτοι· μπορεί να είναι ασυνεπής, αλλά η ασυνέπεια είναι υπερβολικά συνηθισμένη για να θεωρηθεί εγκληματική. Δεν αρνούμαι, λοιπόν, την επίδραση ιδεών που εισήχθησαν απ’ έξω, πιστεύω όμως, παρ’ όλα αυτά, ότι το δόγμα της Τριάδας προέκυψε μέσω γνήσιας λογικής αναπτύξεως και όχι μέσω συγκρητισμού ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον παγανισμό.
Η αντίδραση κατά της δογματικής κατασκευής έχει φθάσει σε ακραία όρια. Πιστεύεται ότι η άσκηση της λογικής σε θεία ζητήματα προάγει έναν άγονο διανοητισμό. Ασφαλώς δεν συνέβη κάτι τέτοιο στον Αθανάσιο ή στον Αυγουστίνο. Ενδεχομένως συνέβη στον Λεόντιο Βυζάντιο. Τίθεται επίσης το ερώτημα αν η προσπάθεια να ορισθεί η θεότητα του Χριστού δεν συσκοτίζει και δεν καταστρέφει κάθε γνήσιο ενδιαφέρον για την ιστορική, επίγεια ζωή Του· αν η απόπειρα να διατυπωθεί μια μεταφυσική διδασκαλία περί του είναι του Θεού δεν οδηγεί σε περιοχές τόσο απόμακρες και σε ατμόσφαιρα τόσο εξευγενισμένη, ώστε οι πρακτικές, ηθικές και θρησκευτικές αξίες του Χριστιανισμού να λιμοκτονούν και να πνίγονται. Το ερώτημα μπορεί να απαντηθεί μόνο με προσφυγή στα πραγματικά αποτελέσματα. Είναι άραγε γεγονός ότι οι χριστιανοί που ενδιαφέρθηκαν περισσότερο για τη διακήρυξη της απόλυτης θεότητας του Χριστού απέτυχαν, ως ομάδα, εμφανώς στην αφοσίωση προς τις ανθρώπινες ιδιότητές Του; Ή ότι όσοι υπήχθησαν πληρέστερα στην επίδραση της δογματικής ορθοδοξίας παραμέλησαν περισσότερο την πρακτική χριστιανική ηθική; Αναμφίβολα θα μπορούσαν να δοθούν διαφορετικές απαντήσεις σε διαφορετικούς κύκλους. Προσωπικά, όμως, μπορώ μόνο να πω ότι, αν η λύτρωση και ο αγιασμός δεν μπορούν να παρουσιασθούν ως πράξεις του ίδιου του Θεού —δηλαδή, αν ο Χριστός και το Άγιο Πνεύμα δεν μπορούν να κηρυχθούν ως αληθινά θεϊκοί— τότε η θρησκεία και η ηθική φαίνεται να στερούνται κάθε απόλυτης αξίας. Οι στοχαστικοί άνθρωποι θέλουν να είναι εύλογα βέβαιοι ότι η αποκάλυψη του Χριστού και η αγιότητα του Πνεύματος είναι πράγματι ένα με την ύστατη υπερβατική πραγματικότητα, αν πρόκειται να τους ζητηθεί να θεωρήσουν τον κόσμο ως καλώς χαμένο γι’ αυτά. Και νομίζω επίσης ότι, αν ιδωθεί πλατύτερα η ιστορία, η ανθρώπινη κοινωνία στο σύνολό της τείνει να απαιτεί την ίδια διαβεβαίωση. Η χριστιανική ηθική δεν φαίνεται να επιβιώνει επί πολλές γενεές μετά την απώλεια της χριστιανικής δογματικής πίστεως.
Ωστόσο, η άλλη πλευρά έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί με μεγάλη έμφαση κατά το τελευταίο μισό αιώνα. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρει ο δρ James Mackinnon στο πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του From Christ to Constantine. Από πολλές από τις κρίσεις του σχετικά με τη διδασκαλία συγκεκριμένων Πατέρων θα διαφωνούσα έντονα. Αυτό, όμως, δεν είναι το καίριο σημείο. Ολόκληρη η στάση του αντιτίθεται στον χριστιανικό ορθολογισμό. Υιοθετεί τη φράση του Harnack περί της «εξελληνίσεως» του Χριστιανισμού. Ο Ωριγένης, παραπονείται, δημιούργησε «ένα παράξενο μίγμα υψηλής σκέψης και παραδοσιακών πεποιθήσεων και φαντασιώσεων», το οποίο πιθανότατα θα είχε καταπλήξει τους προφήτες και τους αποστόλους λόγω της πλατωνικής επιρροής που επιδεικνύει. Η υπόνοια είναι ότι ο Πλατωνισμός δεν μπορούσε να βοηθήσει στην ερμηνεία του Ευαγγελίου, αλλά μόνο να το μολύνει. Ο Παύλος Σαμοσατεύς «απωθήθηκε από την αυξανόμενη τάση μέσα στην Εκκλησία να εξελληνίζεται ο ιστορικός Ιησούς», μέσω της ταυτίσεώς Του με τον Λόγο και της παρουσιάσεώς Του ως του Δευτέρου Προσώπου της Τριάδας· η ίδια η σύλληψή του Παύλου, την οποία ο δρ Mackinnon αναγνωρίζει ως κατ’ ουσίαν μοναδική (ουνιταριανή), «είναι ασφαλώς πλησιέστερη στην ιστορική πραγματικότητα».
Εδώ ο δρ. Mackinnon φαίνεται να συγχέει τον ιστορικό Ιησού με τις θεωρίες που διατυπώθηκαν —είτε από τον Παύλο είτε από τους αντιπάλους του— προκειμένου να ερμηνευθεί η σημασία Του. Ρωτά, σε σχέση με τον Αθανάσιο, αν είναι απολύτως αναγκαίο, για να λυτρωθεί η ανθρωπότητα, ο Χριστός να είναι ο ίδιος ο Θεός. Ο Αρειανισμός, τουλάχιστον στα πρώιμα στάδιά του, παρουσιάζεται ως «μια έκκληση για ελευθερία της θεολογικής συζητήσεως», απέναντι στη διανοητική μισαλλοδοξία της αθανασιανής παρατάξεως. Προφανώς, το ένα δόγμα είναι εξίσου καλό με το άλλο —ή και καλύτερο, εφόσον δεν συνδέει τον Χριστό με την υπερβατική πραγματικότητα.
Η ελληνική θεολογία, γενικώς, περιγράφεται ως μια προσαρμογή ανάμεσα στον Χριστιανισμό και τον πολιτισμό, ως μέσο «προσαρμογής του Χριστιανισμού στο ευρύτερο πολιτισμικό του περιβάλλον», προκειμένου να αυξηθεί η αποτελεσματικότητά του ως ιεραποστολικής θρησκείας στον ελληνορωμαϊκό κόσμο. «Η χρήση μιας δυσνόητης φιλοσοφικής ορολογίας θα μπορούσε κάλλιστα να απωθήσει, ως αντιγραφική και τεχνητή μέθοδο διάγνωσης του συγκεκριμένου Χριστού, και συγχρόνως να επιβαρύνει την πίστη των οπαδών Του με ξένες έννοιες, υπό την επίδραση της ελληνικής και ιουδαιοελληνιστικής εικαστικής σκέψης». Ο δρ. Mackinnon παραδέχεται ότι αυτή η κερδοσκοπική επίδραση είναι ήδη έντονα αισθητή σε διάφορα μέρη της ίδιας της Καινής Διαθήκης. Η πρωτογενής της προέλευση καθιστά έτσι πολύ δυσκολότερο και παραδοξότερο το έργο της απορρίψεως της εγκυρότητας των αρχών της. Και δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη το γεγονός ότι αυτή διέποτιζε ολόκληρη την πνευματική ατμόσφαιρα που αφομοίωναν νοητικά οι χριστιανοί του δευτέρου και του τρίτου αιώνα, ακόμη πληρέστερα απ’ όσο η απλουστευμένη βιολογία και η τρίτου χεριού φυσική διαπερνούν τη λαϊκή πνευματική ατμόσφαιρα του εικοστού αιώνα. Πράγματι, το αρχαίο περιβάλλον ήταν το αξιοθαύμαστοτερο, διότι διέθετε —σε αντίθεση με τη διανοητική ατμόσφαιρα των σύγχρονων μαζών— μια πραγματικά κριτική και φιλοσοφική βάση. Αν οι άνθρωποι σκέπτονταν καθόλου, μπορούσαν να σκέπτονται μόνο μέσα σε ένα τέτοιο μέσο. Καμία άλλη ορθολογική μέθοδος δεν υπήρχε τότε, ούτε υπάρχει τώρα, πέρα από εκείνη που κατάγεται τελικά από τις μεγάλες ελληνικές φιλοσοφικές σχολές. Ο δρ. Mackinnon, όμως, δεν επιθυμεί ο Χριστιανισμός να ερμηνεύεται με αναφορά σε απόλυτες κατηγορίες. Επιζητεί «μια περισσότερο ιστορική και λιγότερο μεταφυσική πορεία σκέψεως».
Η άποψή του δεν μπορεί να απορριφθεί συνοπτικά· απαιτεί προσεκτική εξέταση. Δεν είναι, όμως, δυνατόν να συζητηθεί περαιτέρω εδώ. Μπορώ μόνο να υποβάλω ότι μου είναι δύσκολο να τη συμφιλιώσω με την πίστη ότι ο κόσμος είναι ένα ορθολογικό σύμπαν και ότι ο Θεός είναι νοήμων Νους. Και οφείλω να εκφράσω την πεποίθηση ότι, αν η οπτική του δρ. Mackinnon υιοθετούνταν γενικώς, θα ακολουθούσαν τα πλέον ολέθρια αποτελέσματα για τον ευαγγελικό Χριστιανισμό. Ολόκληρο το βιβλίο που ακολουθεί έχει σχεδιασθεί για να υποστηρίξει την αντίθετη άποψη, επιχειρώντας να δείξει ότι η θεολογική ανάπτυξη την οποία ο δρ. Mackinnon αποδοκιμάζει υπήρξε, όσον αφορά την Τριάδα, φυσικό και αναγκαίο αποτέλεσμα της χριστιανικής σκέψεως γύρω από τα χριστιανικά θεμέλια.
(iii)
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου