Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 5
John M. Rist
Δ. ΕΥΣΤΟΧΙΟΣ, ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΙΟΣ
Κάποια στιγμή μεταξύ 303 και 307 ο Ευσέβιος δεν γνωρίζει το Κατὰ Χριστιανῶν του Πορφύριου όταν γράφει τις Eclogae propheticae.⁸⁵ Δημοσίευσε το Χρονικό του περί το 303, αλλά οι αναφορές στον Porphyry ενδέχεται να εμφανίζονται μόνο στη δεύτερη έκδοση (μετά το 326).⁸⁶ Προφανώς δεν γνώριζε την πολεμική του Porphyry όταν έγραψε το Contra Hieroclem (περ. 303).⁸⁷ Η πρώτη του επίθεση ήταν πιθανότατα στο ταχέως συνταγμένο, αν και εκτενές, Κατὰ Πορφυρίου.⁸⁸ Αργότερα έχουμε την Εκκλησιαστική Ιστορία, όπου ακούγεται ο Πορφύριος, και, κυρίως —που μας απασχολεί εδώ— την Praeparatio evangelica (Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή), με την εκτενή χρήση τόσο του Πορφύριου όσο και του Πλωτίνου. Ακόμη και από την Praeparatio, ωστόσο, δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε με ακρίβεια ποια έργα του Πορφύριου και του Plotinus είχε διαβάσει ο Ευσέβιος, ούτε πέραν αυτού από πού αντλούσε το υλικό του. Βεβαίως είχε πρόσβαση στη βιβλιοθήκη της Καισαρείας, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ανάγεται, με κάποια μορφή, στην εποχή του Ωριγένη, αναπτύχθηκε ίσως από τον Ανατόλιο και σίγουρα από τον δάσκαλο του Ευσέβιου, τον Πάμφιλο, τον μάρτυρα και ένθερμο υπερασπιστή του Ωριγένη. Ποιον Πορφύριο βρίσκουμε στην Praeparatio; Αναφέρονται τα ακόλουθα έργα: De statuis,⁹⁰ Philosophy from Oracles, Recitatio philologica, Against the Christians, Letter to Anebo, De abstinentia, On the Soul in Reply to Boethus.
Από τα συγγράμματα του Porphyry όπως τα γνωρίζουμε μέσω του Ευσέβιου δεν μπορούμε να ανασυνθέσουμε το ίδιο το μεταφυσικό σύστημα του Porphyry, ούτε καν τις κύριες γραμμές του, στον βαθμό που αυτές είναι νεοπλατωνικές. Αν έπρεπε να περιγράψουμε τη μεταφυσική του Porphyry από τον Ευσέβιο, θα αποτυγχάναμε —και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο αποτυγχάνουμε τώρα. Όμως τα έργα του Porphyry είναι εξαιρετικά ποικίλα ως προς τη φύση τους, και μεγάλο μέρος του τεχνικού φιλοσοφικού του έργου εμφανίστηκε με τη μορφή σχολίων στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Με τον Plotinus, ωστόσο, η περίπτωση είναι διαφορετική. Αν ο Ευσέβιος γνώριζε τον Plotinus, ήταν σαφώς φιλοσοφικό και πράγματι νεοπλατωνικό υλικό αυτό που γνώριζε· δεν υπάρχουν μη φιλοσοφικά ή ημιφιλοσοφικά κείμενα του Plotinus. Γίνεται, επομένως, ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τη μελέτη μας σχετικά με τη διάδοση των νεοπλατωνικών ιδεών να προσδιορίσουμε με ακρίβεια ποιον Plotinus γνώριζε ο Ευσέβιος και, κατόπιν, να εξετάσουμε με προσοχή τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε αυτή τη γνώση. Δεν υπάρχει, βεβαίως, καμία αμφιβολία ότι ο Ευσέβιος χρησιμοποίησε ένα κείμενο όπως το Εννεάδα 5.1 στο Praep. ev. 22 και το 4.7 στο Praep. ev. 15. Θα αναβάλω, ωστόσο, την εξέταση αυτού του υλικού μέχρι να έχουμε τον χρόνο να εξετάσουμε άλλες προτεινόμενες ενδείξεις. Για να το κάνουμε αυτό, η πιο πρόσφορη μέθοδος φαίνεται να είναι η εξέταση ενός συνόλου χωρίων που παρατίθενται στο Index testium των Henry και Schwyzer και στο États du texte de Plotin του Henry.⁹⁴
(a) Praep. ev. 11.21.1 (543) και Enn. 1.1.8.9–10. Πρόκειται για υπαινιγμό στον Plotinus στη διδασκαλία του Νουμήνιου περί νοῦ. Ο ίδιος ο Ευσέβιος παραθέτει απευθείας τον Νουμήνιο, Περὶ ψυχῆς,⁹⁵ όχι μέσω του Plotinus.
(b) Praep. ev. 11.18.14 (538c) και Enn. 5.9.5.28. Και πάλι ο Ευσέβιος παραθέτει απευθείας το Περὶ ψυχῆς του Νουμήνιου. Δεν είναι καν σαφές ότι ο Plotinus υπαινίσσεται εδώ τον Νουμήνιο. Μόνο η λέξη νομοθέτης θα μπορούσε να το υποδηλώνει. Αρχικά οι Henry και Schwyzer δεν το πρότειναν ως νουμενιανό. Η επιφυλακτικότητά τους ίσως ήταν ορθή.
(c) Praep. ev. 15.6.15 (802D) και Enn. 2.1.1.2. Εδώ ο Ευσέβιος παραθέτει όχι τον Νουμήνιο⁹⁶ αλλά τον Αττικό,⁹⁷ όπως σημειώνεται στη σ. 342. Και πάλι δεν τίθεται ζήτημα χρήσης των Εννεάδων από τον Ευσέβιο.
(d) Praep. ev. 15.7.7 (804c κ.ε.) και Enn. 2.5.3.18. Άλλη μία σύγχυση (αυτή τη φορά σχετικά με το πέμπτο σώμα) στους Henry και Schwyzer. Στη σ. 343 παραπέμπουμε ορθώς στον Αττικό, τον οποίο πράγματι παραθέτει ο Ευσέβιος· στη σ. 424 βρίσκουμε πάλι εσφαλμένη μνεία του Νουμήνιου. Και εδώ, ωστόσο, δεν τίθεται ζήτημα χρήσης του Plotinus από τον Ευσέβιο.
(e) Praep. ev. 15.12.3 (814A) και Enn. 3.1.4.1. Ίσως έχουμε απλώς άλλη μία σύγχυση σχετικά με τον Αττικό.⁹⁹ Βεβαίως ο Αττικός κατονομάζεται ως πηγή του Ευσέβιου, αλλά οι Henry και Schwyzer αρχικά παρέπεμψαν απλώς σε στωική πηγή,¹⁰⁰ και αυτό είναι πιθανότατα σωστό. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να συνδεθεί ο Αττικός με την Εννεάδα 3.1.4· και για τον Νουμήνιο δεν τίθεται καν ζήτημα.
(f) Praep. ev. 11.18 (538c 7–8) και Enn. 5.4 (τίτλος). Στα États¹⁰¹ ο Henry παρατήρησε ότι ο Ευσέβιος παραθέτει από τον Νουμήνιο το Περὶ τοῦ πῶς ἀπὸ τοῦ πρώτου αἰτίου τὸ δεύτερον, το οποίο μοιάζει αρκετά με τον τίτλο της Εννεάδας 5.4, και θεωρεί ότι ο Ευσέβιος ίσως είχε κατά νου τον Plotinus: πρώτον, επειδή το κεφάλαιο 18 του Ευσέβιου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άλλα κεφάλαια (16 και 20) όπου παρατίθεται ο Plotinus· και δεύτερον, επειδή η 5.4 είναι χρονολογικά ο αριθμός 7 και η 5.1 ο αριθμός 10. Ο Ευστόχιος, κατά τη γνώμη του, εξέδωσε τον Plotinus σε χρονολογική σειρά· συνεπώς ο Ευσέβιος, χρησιμοποιώντας εκείνη την έκδοση, προχώρησε από το ένα πραγματεία στο επόμενο.
Σοφά οι Henry και Schwyzer εγκατέλειψαν όλη αυτή την εικασία στην έκδοσή τους του Plotinus.
Μπορούμε να συνοψίσουμε τα αποτελέσματα της συζήτησης έως εδώ ως εξής: ο Ευσέβιος, απ’ όσο μπορούμε να δούμε, έχει διαβάσει μόνο τις δύο πραγματείες του Plotinus που μέχρι τώρα αφήσαμε κατά μέρος, δηλαδή τις Εννεάδες 4.7 (στο βιβλίο 15 της Praeparatio) και 5.1 (στο βιβλίο 11). Σε αυτό το υλικό, λοιπόν, πρέπει τώρα να στραφούμε, έστω και συνοπτικά, αν θέλουμε να διατυπώσουμε οποιεσδήποτε υποδείξεις σχετικά με την επίδραση του Plotinus στον Ευσέβιο και —το σημαντικότερο— στη χριστιανική παράδοση που εξαρτάται από τον Ευσέβιο.
Πρώτα ένα βασικό γεγονός: ο Ευσέβιος παραθέτει μόνο δύο πραγματείες του Πλωτίνου. Το ερώτημα που ανακύπτει αμέσως είναι από πού απέκτησε τη γνώση αυτών των πραγματειών. Ήταν από την έκδοση των Εννεάδων του Πορφυρίου; Αν ήταν έτσι, τότε πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η έκδοση αυτή ήταν τουλάχιστον προσβάσιμη στην Ανατολική Μεσόγειο περί το 317 και ότι (κατά πάσα πιθανότητα) η βιβλιοθήκη της Καισαρείας διέθετε ένα αντίτυπο. Ή μήπως προήλθε από αυτό που έχει υποστηριχθεί ότι ήταν η έκδοση του Ευστόχιου, οπότε θα πρέπει να συναγάγουμε ότι μόνο ορισμένα από τα έργα του Πλωτίνου ήταν ευρέως διαθέσιμα περί το 317 — ίσως μάλιστα ένας συγκριτικά μικρός αριθμός; Ή, όπως έχει κατά καιρούς προταθεί, ανάγεται το κείμενο του Ευσέβιου στα προφανώς καλά αντίγραφα ορισμένων συγγραμμάτων του Πλωτίνου, τα οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, μετέφερε στην Ανατολή ο Αμέλιος; Αν ισχύει αυτό, τότε πρέπει να υποθέσουμε ότι κάποιος (π.χ. ο Πάμφιλος) εξασφάλισε τα βιβλία για την Καισάρεια ίσως λίγο μετά το 270· με άλλα λόγια, ότι πολλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον σε ορισμένα μέρη της Ανατολής, θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε μεγάλο μέρος της πλωτινικής σκέψης για τουλάχιστον τριάντα χρόνια πριν ο Ευσέβιος συγγράψει την Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή. Ίσως τελικά, ακόμη κι αν το ζήτημα αυτό μπορούσε να επιλυθεί, ακόμη κι αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε την πηγή της γνώσης του Ευσέβιου για τον Πλωτίνο, να μην μπορούσαμε να προχωρήσουμε πολύ στο κύριο ενδιαφέρον μας, δηλαδή στην επίδραση του Πλωτίνου στους χριστιανούς συγγραφείς του τετάρτου αιώνα. Θα έπρεπε όμως να παραδεχθούμε ότι, αν το κείμενο του Πλωτίνου, ή μέρος του, ήταν ήδη διαθέσιμο στη δεκαετία του 270 στην Καισάρεια, τότε θα υπήρχε τουλάχιστον ένα a priori επιχείρημα υπέρ της διάχυσης της γνώσης αυτού του κειμένου στην Ανατολή κατά τα σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν από τη Σύνοδο της Νικαίας.
Ας εξετάσουμε πρώτα τη χρήση από τον Ευσέβιο της Εννεάδας 5.1 στο βιβλίο 11 της Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς. Για αυτό το θέμα χρειάζονται σχετικά λίγα σχόλια: ο Ευσέβιος γνωρίζει υλικό που αντιστοιχεί σε μεγάλα τμήματα των 5.1.4, 5.1.5, 5.1.6 και 5.1.8, καθώς και τον τίτλο της πραγματείας Περὶ τῶν τριῶν βασικῶν ὑποστάσεων. Δεν προτίθεμαι να συζητήσω τις κειμενικές παραλλαγές μεταξύ του Πλωτίνου στις Εννεάδες και του Πλωτίνου στον Ευσέβιο. Μου φαίνεται ότι, όσο το κείμενο του Ευσέβιου βελτιώνεται, τόσο τα δύο κείμενα πλησιάζουν μεταξύ τους· αλλά ότι δεν υπάρχει επαρκές, καθαρά κειμενικό, υλικό για να αποφασιστεί αν το κείμενο του Ευσέβιου εξαρτάται από την έκδοση του Πορφυρίου ή από κάποια άλλη. Μπορούμε μόνο, νομίζω, να συμπεράνουμε με έναν εύλογο βαθμό βεβαιότητας ότι ο Ευσέβιος γνωρίζει περισσότερα από την Εννεάδα 5.1 απ’ όσα παραθέτει — κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα ολόκληρη την πραγματεία. Η 5.1 είναι αριθμός 10 στον χρονολογικό κατάλογο του Πορφυρίου. Τέλος, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι την παραθέτει με τον ίδιο τίτλο που χρησιμοποιεί ο Πορφύριος· αλλά ο ίδιος ο Πορφύριος μας λέει ότι, μολονότι οι πραγματείες δεν έφεραν τίτλους από τον Πλωτίνο, εκείνος τις παρέθεσε με τους τίτλους που τελικά καθιερώθηκαν σε κοινή χρήση.¹⁹² Συνεπώς, από την ομοιότητα του τίτλου στον Ευσέβιο δεν μπορεί να συναχθεί τίποτε.
Η χρήση από τον Ευσέβιο υλικού που απαντά στην Εννεάδα 4.7, σε αντίθεση με τη μεταχείριση της 5.1, είναι πολύ πιο περίπλοκη. Θα συζητήσω την Εννεάδα 4.7.1.1–4.7.85.51 υπό τις τρεις ενότητες ή περικοπές που απομόνωσε ο Henry.¹⁰³
Ενότητα Α Enn. 4.7.1.1–4.7.8.28· Praep. ev. 15.22.1–48. Τα κεφάλαια αυτά απαντούν σε όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων και της Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς, αλλά με διαφορετικούς τίτλους. Ο Ευσέβιος λέει ότι το έργο προέρχεται από το πρώτο βιβλίο του Πλωτίνου Περὶ ψυχῆς (κατά των Στωικών ότι η ψυχή δεν είναι υλική), ενώ η έκδοση του Πορφυρίου γνωρίζει μόνο ένα βιβλίο Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς.
Ενότητα Β Enn. 4.7.8.28–4.7.84.28· Praep. ev. 15.22.49–67. Το υλικό αυτό απαντά στην Προπαρασκευή, αλλά μόνο σε τρία χειρόγραφα των Εννεάδων (JMV). Είναι σαφές ότι υπάρχει κενό (lacuna) στο πορφυριανό αρχέτυπο των Εννεάδων· πιθανότατα στα JMV αυτό συμπληρώθηκε από χειρόγραφα της Προπαρασκευῆς.
Ενότητα Γ Enn. 4.7.85.1–4.7.85.51· Praep. ev. 15.10.1–9. Εδώ όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων είναι ελλιπή· απομένουμε με τον Ευσέβιο μόνο. Το παράθεμα του Ευσέβιου φέρει τον τίτλο: «Τοῦ Πλωτίνου, ἐκ τοῦ δευτέρου βιβλίου Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, κατὰ Ἀριστοτέλην, ὃς εἶπεν αὐτὴν ἐντελέχειαν».
Δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρός λόγος να αρνηθούμε ότι ο Ευσέβιος γνώριζε μια έκδοση του Πλωτίνου διαιρεμένη διαφορετικά από εκείνη του Πορφυρίου, δηλαδή με δύο βιβλία Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί απλώς με τον ισχυρισμό ότι ο Ευσέβιος έκανε λάθος: πρόκειται για ένα παράξενο λάθος· ούτε με τον ισχυρισμό ότι, μολονότι αντλεί το υλικό του από τον Πορφύριο, ορισμένες εκδοχές της πορφυριανής έκδοσης διαιρούνταν διαφορετικά από τη δική μας. Ο Πορφύριος, πράγματι, όπως μας λέει ο ίδιος, προέβη σε εξαιρετικά προσεκτική διάταξη του πλωτινικού υλικού που είχε στη διάθεσή του, διαιρώντας το έτσι ώστε να σχηματίσει ακριβώς 54 πραγματείες σε 6 βιβλία.¹⁰⁴ Δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το συμπέρασμα ότι ο Πλωτίνος του Ευσέβιου δεν προέρχεται από τον Πορφύριο. Και αν αυτό ισχύει, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν υπάρχει καμία βέβαιη ένδειξη στον Ευσέβιο ότι γνώριζε πράγματι περισσότερα από τις πραγματείες από τις οποίες παραθέτει: τις 4.7 και 5.1 του Πορφυρίου.
Και οι δύο αυτές πραγματείες ανήκουν στην πρώιμη ομάδα των συγγραμμάτων του Πλωτίνου, καθώς είναι οι αριθμοί 2 και 10 στον χρονολογικό κατάλογο. Το ερώτημα που απομένει είναι, λοιπόν, από πού προήλθαν. Και πρακτικά αυτό σημαίνει: προήλθαν από μια έκδοση του Ευστόχιου, από το υλικό που βρισκόταν στην κατοχή του Αμέλιου, ή από κάποια τρίτη, κατά πάσα πιθανότητα γραπτή, πηγή; Προφανώς η τελευταία δυνατότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί· μεμονωμένες πραγματείες του Πλωτίνου πρέπει να κυκλοφορούσαν, και ο Ευσέβιος ή ο Πάμφιλος μπορεί να κατόρθωσαν να αποκτήσουν μερικές από αυτές. Όχι κατ’ ανάγκην, όμως, περισσότερες από δύο.
Τι γίνεται με την έκδοση του Ευστόχιου; Εδώ πράγματι πρέπει να τεθεί εκ νέου το ερώτημα αν υπήρξε πράγματι. Η μόνη ένδειξη είναι το σχόλιο (scholion) στο 4.4· ο σκεπτικιστής θα μπορούσε να υποψιαστεί κάποιο είδος σφάλματος από τον σχολιαστή ή στην παράδοση, αλλά μια τέτοια δυσπιστία μάλλον θα πρέπει να αποφευχθεί. Είναι δυνατόν να υπήρξε μια έκδοση του Ευστόχιου, αλλά δεν υπάρχει απολύτως κανένας ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο ο Ευσέβιος θα έπρεπε να τη χρησιμοποιήσει· άλλωστε, πιθανότατα εκδόθηκε στην Ιταλία. Πολύ πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η εκδοχή του Ευσέβιου προέρχεται είτε από τις πραγματείες που βρίσκονταν στα χέρια του Αμέλιου είτε από κάποιο αντίγραφό τους είτε από κάποια άλλη πηγή, όπως ο Λογγίνος. Ο Αμέλιος, θυμίζουμε, κατείχε μεγάλο μέρος, αλλά όχι το σύνολο, των έργων του Πλωτίνου, και ο Ευσέβιος γνώριζε τα συγγράμματα του Αμέλιου — ή τουλάχιστον τα σχόλιά του στο Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον.¹⁰⁵ Ίσως πράγματι η σχολή του Αμέλιου επηρέασε τη χριστιανική κοινότητα της Καισαρείας, είτε στην εποχή του Πάμφιλου είτε σε εκείνη του ίδιου του Ευσέβιου. Αυτό φαίνεται να είναι τουλάχιστον η πιθανότερη εναλλακτική.
Ίσως υπάρχει ακόμη ένα κείμενο που μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό το σημείο.
Ο αριστοτελικός σχολιαστής Ηλίας διασώζει αυτό που αποκαλεί παράθεμα από ένα μόνο βιβλίο του Πλωτίνου Περὶ ἑκουσίου θανάτου·¹⁰⁶ οι Henry και Schwyzer το εκδίδουν μετά την πραγματεία Περὶ αὐτοχειρίας.¹⁰⁷ Ο Westerink έχει υποστηρίξει με έμφαση ότι το υλικό αυτό —για το οποίο μπορούν να βρεθούν παράλληλα σε άλλες ύστερες νεοπλατωνικές πηγές¹⁰⁸— προέρχεται πρωτίστως είτε από το υπόμνημα του Πρόκλου στις Εννεάδες είτε από κάποιο υπόμνημα στον Φαίδωνα του Πλάτωνα. Αυτό μπορεί να είναι αληθές· ωστόσο η πηγή του υλικού θα εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος ο Πλωτίνος· και αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε προφανώς δεν προέρχεται από την έκδοση του Πορφυρίου. Το ότι διαθέτουμε έναν μη πορφυριανό Πλωτίνο έχει υποστηριχθεί από τον Henry,¹⁰⁹ και προφανώς πρέπει να συμφωνήσουμε. Οι επιλογές είναι οι εξής: πορφυριανός Πλωτίνος —που πιθανότατα δεν είναι, εκτός αν κατά σύμπτωση όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων και το αρχέτυπο είναι ελλιπή, όπως στην περίπτωση του 4.7.85—· ή μη πλωτινικό κείμενο, πράγμα δυνατό αλλά χωρίς σοβαρό λόγο να το υποθέσουμε· ή Πλωτίνος προερχόμενος από κάποια άλλη πηγή. Αυτή η άλλη πηγή θα μπορούσε να είναι ο Ευστόχιος, αλλά γιατί να είναι, αφού το μόνο που γνωρίζουμε για την «έκδοσή» του είναι ότι περιλάμβανε την Εννεάδα 4.4; Πολύ πιθανότερο είναι ότι η προέλευση του υλικού είναι και πάλι η Απάμεια, η ύστερη κατοικία του Αμέλιου. Ή, αν όχι αυτό, ο Λογγίνος.
Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι ο Αμέλιος δεν εξέδωσε μια ολοκληρωμένη έκδοση του Πλωτίνου· διέθετε μια συλλογή υλικού. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να υποθέσουμε ότι όλο το υλικό του έφθασε στον Ευσέβιο. Στην πραγματικότητα, ο Ευσέβιος μπορεί κάλλιστα να γνώριζε ελάχιστα ή τίποτε περισσότερο από τις δύο πραγματείες του Πλωτίνου που παραθέτει. Θα πρέπει να έχουμε αυτή τη δυνατότητα κατά νου καθώς εξετάζουμε το γενικότερο ζήτημα της διάδοσης του κειμένου του Πλωτίνου στις χριστιανικές κοινότητες του τέταρτου αιώνα. Και από πού αλλού θα ήταν καταλληλότερο να αρχίσουμε παρά από την Αλεξάνδρεια, τη σημαντικότερη από τις ανατολικές έδρες και επί μακρόν κέντρο χριστιανικής παιδείας; Εκεί, αν πουθενά αλλού, θα έπρεπε να αναζητήσουμε τον Πλωτίνο.
Σημειώσεις:
Κάποια στιγμή μεταξύ 303 και 307 ο Ευσέβιος δεν γνωρίζει το Κατὰ Χριστιανῶν του Πορφύριου όταν γράφει τις Eclogae propheticae.⁸⁵ Δημοσίευσε το Χρονικό του περί το 303, αλλά οι αναφορές στον Porphyry ενδέχεται να εμφανίζονται μόνο στη δεύτερη έκδοση (μετά το 326).⁸⁶ Προφανώς δεν γνώριζε την πολεμική του Porphyry όταν έγραψε το Contra Hieroclem (περ. 303).⁸⁷ Η πρώτη του επίθεση ήταν πιθανότατα στο ταχέως συνταγμένο, αν και εκτενές, Κατὰ Πορφυρίου.⁸⁸ Αργότερα έχουμε την Εκκλησιαστική Ιστορία, όπου ακούγεται ο Πορφύριος, και, κυρίως —που μας απασχολεί εδώ— την Praeparatio evangelica (Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή), με την εκτενή χρήση τόσο του Πορφύριου όσο και του Πλωτίνου. Ακόμη και από την Praeparatio, ωστόσο, δεν μπορούμε να διαπιστώσουμε με ακρίβεια ποια έργα του Πορφύριου και του Plotinus είχε διαβάσει ο Ευσέβιος, ούτε πέραν αυτού από πού αντλούσε το υλικό του. Βεβαίως είχε πρόσβαση στη βιβλιοθήκη της Καισαρείας, η οποία κατά πάσα πιθανότητα ανάγεται, με κάποια μορφή, στην εποχή του Ωριγένη, αναπτύχθηκε ίσως από τον Ανατόλιο και σίγουρα από τον δάσκαλο του Ευσέβιου, τον Πάμφιλο, τον μάρτυρα και ένθερμο υπερασπιστή του Ωριγένη. Ποιον Πορφύριο βρίσκουμε στην Praeparatio; Αναφέρονται τα ακόλουθα έργα: De statuis,⁹⁰ Philosophy from Oracles, Recitatio philologica, Against the Christians, Letter to Anebo, De abstinentia, On the Soul in Reply to Boethus.
Από τα συγγράμματα του Porphyry όπως τα γνωρίζουμε μέσω του Ευσέβιου δεν μπορούμε να ανασυνθέσουμε το ίδιο το μεταφυσικό σύστημα του Porphyry, ούτε καν τις κύριες γραμμές του, στον βαθμό που αυτές είναι νεοπλατωνικές. Αν έπρεπε να περιγράψουμε τη μεταφυσική του Porphyry από τον Ευσέβιο, θα αποτυγχάναμε —και μάλιστα περισσότερο απ’ όσο αποτυγχάνουμε τώρα. Όμως τα έργα του Porphyry είναι εξαιρετικά ποικίλα ως προς τη φύση τους, και μεγάλο μέρος του τεχνικού φιλοσοφικού του έργου εμφανίστηκε με τη μορφή σχολίων στον Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη. Με τον Plotinus, ωστόσο, η περίπτωση είναι διαφορετική. Αν ο Ευσέβιος γνώριζε τον Plotinus, ήταν σαφώς φιλοσοφικό και πράγματι νεοπλατωνικό υλικό αυτό που γνώριζε· δεν υπάρχουν μη φιλοσοφικά ή ημιφιλοσοφικά κείμενα του Plotinus. Γίνεται, επομένως, ζήτημα ιδιαίτερης σημασίας για τη μελέτη μας σχετικά με τη διάδοση των νεοπλατωνικών ιδεών να προσδιορίσουμε με ακρίβεια ποιον Plotinus γνώριζε ο Ευσέβιος και, κατόπιν, να εξετάσουμε με προσοχή τον τρόπο με τον οποίο απέκτησε αυτή τη γνώση. Δεν υπάρχει, βεβαίως, καμία αμφιβολία ότι ο Ευσέβιος χρησιμοποίησε ένα κείμενο όπως το Εννεάδα 5.1 στο Praep. ev. 22 και το 4.7 στο Praep. ev. 15. Θα αναβάλω, ωστόσο, την εξέταση αυτού του υλικού μέχρι να έχουμε τον χρόνο να εξετάσουμε άλλες προτεινόμενες ενδείξεις. Για να το κάνουμε αυτό, η πιο πρόσφορη μέθοδος φαίνεται να είναι η εξέταση ενός συνόλου χωρίων που παρατίθενται στο Index testium των Henry και Schwyzer και στο États du texte de Plotin του Henry.⁹⁴
(a) Praep. ev. 11.21.1 (543) και Enn. 1.1.8.9–10. Πρόκειται για υπαινιγμό στον Plotinus στη διδασκαλία του Νουμήνιου περί νοῦ. Ο ίδιος ο Ευσέβιος παραθέτει απευθείας τον Νουμήνιο, Περὶ ψυχῆς,⁹⁵ όχι μέσω του Plotinus.
(b) Praep. ev. 11.18.14 (538c) και Enn. 5.9.5.28. Και πάλι ο Ευσέβιος παραθέτει απευθείας το Περὶ ψυχῆς του Νουμήνιου. Δεν είναι καν σαφές ότι ο Plotinus υπαινίσσεται εδώ τον Νουμήνιο. Μόνο η λέξη νομοθέτης θα μπορούσε να το υποδηλώνει. Αρχικά οι Henry και Schwyzer δεν το πρότειναν ως νουμενιανό. Η επιφυλακτικότητά τους ίσως ήταν ορθή.
(c) Praep. ev. 15.6.15 (802D) και Enn. 2.1.1.2. Εδώ ο Ευσέβιος παραθέτει όχι τον Νουμήνιο⁹⁶ αλλά τον Αττικό,⁹⁷ όπως σημειώνεται στη σ. 342. Και πάλι δεν τίθεται ζήτημα χρήσης των Εννεάδων από τον Ευσέβιο.
(d) Praep. ev. 15.7.7 (804c κ.ε.) και Enn. 2.5.3.18. Άλλη μία σύγχυση (αυτή τη φορά σχετικά με το πέμπτο σώμα) στους Henry και Schwyzer. Στη σ. 343 παραπέμπουμε ορθώς στον Αττικό, τον οποίο πράγματι παραθέτει ο Ευσέβιος· στη σ. 424 βρίσκουμε πάλι εσφαλμένη μνεία του Νουμήνιου. Και εδώ, ωστόσο, δεν τίθεται ζήτημα χρήσης του Plotinus από τον Ευσέβιο.
(e) Praep. ev. 15.12.3 (814A) και Enn. 3.1.4.1. Ίσως έχουμε απλώς άλλη μία σύγχυση σχετικά με τον Αττικό.⁹⁹ Βεβαίως ο Αττικός κατονομάζεται ως πηγή του Ευσέβιου, αλλά οι Henry και Schwyzer αρχικά παρέπεμψαν απλώς σε στωική πηγή,¹⁰⁰ και αυτό είναι πιθανότατα σωστό. Δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να συνδεθεί ο Αττικός με την Εννεάδα 3.1.4· και για τον Νουμήνιο δεν τίθεται καν ζήτημα.
(f) Praep. ev. 11.18 (538c 7–8) και Enn. 5.4 (τίτλος). Στα États¹⁰¹ ο Henry παρατήρησε ότι ο Ευσέβιος παραθέτει από τον Νουμήνιο το Περὶ τοῦ πῶς ἀπὸ τοῦ πρώτου αἰτίου τὸ δεύτερον, το οποίο μοιάζει αρκετά με τον τίτλο της Εννεάδας 5.4, και θεωρεί ότι ο Ευσέβιος ίσως είχε κατά νου τον Plotinus: πρώτον, επειδή το κεφάλαιο 18 του Ευσέβιου βρίσκεται ανάμεσα σε δύο άλλα κεφάλαια (16 και 20) όπου παρατίθεται ο Plotinus· και δεύτερον, επειδή η 5.4 είναι χρονολογικά ο αριθμός 7 και η 5.1 ο αριθμός 10. Ο Ευστόχιος, κατά τη γνώμη του, εξέδωσε τον Plotinus σε χρονολογική σειρά· συνεπώς ο Ευσέβιος, χρησιμοποιώντας εκείνη την έκδοση, προχώρησε από το ένα πραγματεία στο επόμενο.
Σοφά οι Henry και Schwyzer εγκατέλειψαν όλη αυτή την εικασία στην έκδοσή τους του Plotinus.
Μπορούμε να συνοψίσουμε τα αποτελέσματα της συζήτησης έως εδώ ως εξής: ο Ευσέβιος, απ’ όσο μπορούμε να δούμε, έχει διαβάσει μόνο τις δύο πραγματείες του Plotinus που μέχρι τώρα αφήσαμε κατά μέρος, δηλαδή τις Εννεάδες 4.7 (στο βιβλίο 15 της Praeparatio) και 5.1 (στο βιβλίο 11). Σε αυτό το υλικό, λοιπόν, πρέπει τώρα να στραφούμε, έστω και συνοπτικά, αν θέλουμε να διατυπώσουμε οποιεσδήποτε υποδείξεις σχετικά με την επίδραση του Plotinus στον Ευσέβιο και —το σημαντικότερο— στη χριστιανική παράδοση που εξαρτάται από τον Ευσέβιο.
Πρώτα ένα βασικό γεγονός: ο Ευσέβιος παραθέτει μόνο δύο πραγματείες του Πλωτίνου. Το ερώτημα που ανακύπτει αμέσως είναι από πού απέκτησε τη γνώση αυτών των πραγματειών. Ήταν από την έκδοση των Εννεάδων του Πορφυρίου; Αν ήταν έτσι, τότε πρέπει να υποστηρίξουμε ότι η έκδοση αυτή ήταν τουλάχιστον προσβάσιμη στην Ανατολική Μεσόγειο περί το 317 και ότι (κατά πάσα πιθανότητα) η βιβλιοθήκη της Καισαρείας διέθετε ένα αντίτυπο. Ή μήπως προήλθε από αυτό που έχει υποστηριχθεί ότι ήταν η έκδοση του Ευστόχιου, οπότε θα πρέπει να συναγάγουμε ότι μόνο ορισμένα από τα έργα του Πλωτίνου ήταν ευρέως διαθέσιμα περί το 317 — ίσως μάλιστα ένας συγκριτικά μικρός αριθμός; Ή, όπως έχει κατά καιρούς προταθεί, ανάγεται το κείμενο του Ευσέβιου στα προφανώς καλά αντίγραφα ορισμένων συγγραμμάτων του Πλωτίνου, τα οποία, όπως ήδη σημειώσαμε, μετέφερε στην Ανατολή ο Αμέλιος; Αν ισχύει αυτό, τότε πρέπει να υποθέσουμε ότι κάποιος (π.χ. ο Πάμφιλος) εξασφάλισε τα βιβλία για την Καισάρεια ίσως λίγο μετά το 270· με άλλα λόγια, ότι πολλοί Χριστιανοί, τουλάχιστον σε ορισμένα μέρη της Ανατολής, θα μπορούσαν να έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε μεγάλο μέρος της πλωτινικής σκέψης για τουλάχιστον τριάντα χρόνια πριν ο Ευσέβιος συγγράψει την Εὐαγγελικὴ Προπαρασκευή. Ίσως τελικά, ακόμη κι αν το ζήτημα αυτό μπορούσε να επιλυθεί, ακόμη κι αν μπορούσαμε να γνωρίζουμε την πηγή της γνώσης του Ευσέβιου για τον Πλωτίνο, να μην μπορούσαμε να προχωρήσουμε πολύ στο κύριο ενδιαφέρον μας, δηλαδή στην επίδραση του Πλωτίνου στους χριστιανούς συγγραφείς του τετάρτου αιώνα. Θα έπρεπε όμως να παραδεχθούμε ότι, αν το κείμενο του Πλωτίνου, ή μέρος του, ήταν ήδη διαθέσιμο στη δεκαετία του 270 στην Καισάρεια, τότε θα υπήρχε τουλάχιστον ένα a priori επιχείρημα υπέρ της διάχυσης της γνώσης αυτού του κειμένου στην Ανατολή κατά τα σαράντα ή πενήντα χρόνια πριν από τη Σύνοδο της Νικαίας.
Ας εξετάσουμε πρώτα τη χρήση από τον Ευσέβιο της Εννεάδας 5.1 στο βιβλίο 11 της Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς. Για αυτό το θέμα χρειάζονται σχετικά λίγα σχόλια: ο Ευσέβιος γνωρίζει υλικό που αντιστοιχεί σε μεγάλα τμήματα των 5.1.4, 5.1.5, 5.1.6 και 5.1.8, καθώς και τον τίτλο της πραγματείας Περὶ τῶν τριῶν βασικῶν ὑποστάσεων. Δεν προτίθεμαι να συζητήσω τις κειμενικές παραλλαγές μεταξύ του Πλωτίνου στις Εννεάδες και του Πλωτίνου στον Ευσέβιο. Μου φαίνεται ότι, όσο το κείμενο του Ευσέβιου βελτιώνεται, τόσο τα δύο κείμενα πλησιάζουν μεταξύ τους· αλλά ότι δεν υπάρχει επαρκές, καθαρά κειμενικό, υλικό για να αποφασιστεί αν το κείμενο του Ευσέβιου εξαρτάται από την έκδοση του Πορφυρίου ή από κάποια άλλη. Μπορούμε μόνο, νομίζω, να συμπεράνουμε με έναν εύλογο βαθμό βεβαιότητας ότι ο Ευσέβιος γνωρίζει περισσότερα από την Εννεάδα 5.1 απ’ όσα παραθέτει — κατά πάσα πιθανότητα μάλιστα ολόκληρη την πραγματεία. Η 5.1 είναι αριθμός 10 στον χρονολογικό κατάλογο του Πορφυρίου. Τέλος, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι την παραθέτει με τον ίδιο τίτλο που χρησιμοποιεί ο Πορφύριος· αλλά ο ίδιος ο Πορφύριος μας λέει ότι, μολονότι οι πραγματείες δεν έφεραν τίτλους από τον Πλωτίνο, εκείνος τις παρέθεσε με τους τίτλους που τελικά καθιερώθηκαν σε κοινή χρήση.¹⁹² Συνεπώς, από την ομοιότητα του τίτλου στον Ευσέβιο δεν μπορεί να συναχθεί τίποτε.
Η χρήση από τον Ευσέβιο υλικού που απαντά στην Εννεάδα 4.7, σε αντίθεση με τη μεταχείριση της 5.1, είναι πολύ πιο περίπλοκη. Θα συζητήσω την Εννεάδα 4.7.1.1–4.7.85.51 υπό τις τρεις ενότητες ή περικοπές που απομόνωσε ο Henry.¹⁰³
Ενότητα Α Enn. 4.7.1.1–4.7.8.28· Praep. ev. 15.22.1–48. Τα κεφάλαια αυτά απαντούν σε όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων και της Εὐαγγελικῆς Προπαρασκευῆς, αλλά με διαφορετικούς τίτλους. Ο Ευσέβιος λέει ότι το έργο προέρχεται από το πρώτο βιβλίο του Πλωτίνου Περὶ ψυχῆς (κατά των Στωικών ότι η ψυχή δεν είναι υλική), ενώ η έκδοση του Πορφυρίου γνωρίζει μόνο ένα βιβλίο Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς.
Ενότητα Β Enn. 4.7.8.28–4.7.84.28· Praep. ev. 15.22.49–67. Το υλικό αυτό απαντά στην Προπαρασκευή, αλλά μόνο σε τρία χειρόγραφα των Εννεάδων (JMV). Είναι σαφές ότι υπάρχει κενό (lacuna) στο πορφυριανό αρχέτυπο των Εννεάδων· πιθανότατα στα JMV αυτό συμπληρώθηκε από χειρόγραφα της Προπαρασκευῆς.
Ενότητα Γ Enn. 4.7.85.1–4.7.85.51· Praep. ev. 15.10.1–9. Εδώ όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων είναι ελλιπή· απομένουμε με τον Ευσέβιο μόνο. Το παράθεμα του Ευσέβιου φέρει τον τίτλο: «Τοῦ Πλωτίνου, ἐκ τοῦ δευτέρου βιβλίου Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, κατὰ Ἀριστοτέλην, ὃς εἶπεν αὐτὴν ἐντελέχειαν».
Δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρός λόγος να αρνηθούμε ότι ο Ευσέβιος γνώριζε μια έκδοση του Πλωτίνου διαιρεμένη διαφορετικά από εκείνη του Πορφυρίου, δηλαδή με δύο βιβλία Περὶ τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να ανατραπεί απλώς με τον ισχυρισμό ότι ο Ευσέβιος έκανε λάθος: πρόκειται για ένα παράξενο λάθος· ούτε με τον ισχυρισμό ότι, μολονότι αντλεί το υλικό του από τον Πορφύριο, ορισμένες εκδοχές της πορφυριανής έκδοσης διαιρούνταν διαφορετικά από τη δική μας. Ο Πορφύριος, πράγματι, όπως μας λέει ο ίδιος, προέβη σε εξαιρετικά προσεκτική διάταξη του πλωτινικού υλικού που είχε στη διάθεσή του, διαιρώντας το έτσι ώστε να σχηματίσει ακριβώς 54 πραγματείες σε 6 βιβλία.¹⁰⁴ Δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να αποφύγουμε το συμπέρασμα ότι ο Πλωτίνος του Ευσέβιου δεν προέρχεται από τον Πορφύριο. Και αν αυτό ισχύει, πρέπει να παραδεχθούμε ότι δεν υπάρχει καμία βέβαιη ένδειξη στον Ευσέβιο ότι γνώριζε πράγματι περισσότερα από τις πραγματείες από τις οποίες παραθέτει: τις 4.7 και 5.1 του Πορφυρίου.
Και οι δύο αυτές πραγματείες ανήκουν στην πρώιμη ομάδα των συγγραμμάτων του Πλωτίνου, καθώς είναι οι αριθμοί 2 και 10 στον χρονολογικό κατάλογο. Το ερώτημα που απομένει είναι, λοιπόν, από πού προήλθαν. Και πρακτικά αυτό σημαίνει: προήλθαν από μια έκδοση του Ευστόχιου, από το υλικό που βρισκόταν στην κατοχή του Αμέλιου, ή από κάποια τρίτη, κατά πάσα πιθανότητα γραπτή, πηγή; Προφανώς η τελευταία δυνατότητα δεν μπορεί να αποκλειστεί· μεμονωμένες πραγματείες του Πλωτίνου πρέπει να κυκλοφορούσαν, και ο Ευσέβιος ή ο Πάμφιλος μπορεί να κατόρθωσαν να αποκτήσουν μερικές από αυτές. Όχι κατ’ ανάγκην, όμως, περισσότερες από δύο.
Τι γίνεται με την έκδοση του Ευστόχιου; Εδώ πράγματι πρέπει να τεθεί εκ νέου το ερώτημα αν υπήρξε πράγματι. Η μόνη ένδειξη είναι το σχόλιο (scholion) στο 4.4· ο σκεπτικιστής θα μπορούσε να υποψιαστεί κάποιο είδος σφάλματος από τον σχολιαστή ή στην παράδοση, αλλά μια τέτοια δυσπιστία μάλλον θα πρέπει να αποφευχθεί. Είναι δυνατόν να υπήρξε μια έκδοση του Ευστόχιου, αλλά δεν υπάρχει απολύτως κανένας ιδιαίτερος λόγος για τον οποίο ο Ευσέβιος θα έπρεπε να τη χρησιμοποιήσει· άλλωστε, πιθανότατα εκδόθηκε στην Ιταλία. Πολύ πιθανότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι η εκδοχή του Ευσέβιου προέρχεται είτε από τις πραγματείες που βρίσκονταν στα χέρια του Αμέλιου είτε από κάποιο αντίγραφό τους είτε από κάποια άλλη πηγή, όπως ο Λογγίνος. Ο Αμέλιος, θυμίζουμε, κατείχε μεγάλο μέρος, αλλά όχι το σύνολο, των έργων του Πλωτίνου, και ο Ευσέβιος γνώριζε τα συγγράμματα του Αμέλιου — ή τουλάχιστον τα σχόλιά του στο Κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιον.¹⁰⁵ Ίσως πράγματι η σχολή του Αμέλιου επηρέασε τη χριστιανική κοινότητα της Καισαρείας, είτε στην εποχή του Πάμφιλου είτε σε εκείνη του ίδιου του Ευσέβιου. Αυτό φαίνεται να είναι τουλάχιστον η πιθανότερη εναλλακτική.
Ίσως υπάρχει ακόμη ένα κείμενο που μπορεί να ληφθεί υπόψη σε αυτό το σημείο.
Ο αριστοτελικός σχολιαστής Ηλίας διασώζει αυτό που αποκαλεί παράθεμα από ένα μόνο βιβλίο του Πλωτίνου Περὶ ἑκουσίου θανάτου·¹⁰⁶ οι Henry και Schwyzer το εκδίδουν μετά την πραγματεία Περὶ αὐτοχειρίας.¹⁰⁷ Ο Westerink έχει υποστηρίξει με έμφαση ότι το υλικό αυτό —για το οποίο μπορούν να βρεθούν παράλληλα σε άλλες ύστερες νεοπλατωνικές πηγές¹⁰⁸— προέρχεται πρωτίστως είτε από το υπόμνημα του Πρόκλου στις Εννεάδες είτε από κάποιο υπόμνημα στον Φαίδωνα του Πλάτωνα. Αυτό μπορεί να είναι αληθές· ωστόσο η πηγή του υλικού θα εξακολουθούσε να είναι ο ίδιος ο Πλωτίνος· και αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε προφανώς δεν προέρχεται από την έκδοση του Πορφυρίου. Το ότι διαθέτουμε έναν μη πορφυριανό Πλωτίνο έχει υποστηριχθεί από τον Henry,¹⁰⁹ και προφανώς πρέπει να συμφωνήσουμε. Οι επιλογές είναι οι εξής: πορφυριανός Πλωτίνος —που πιθανότατα δεν είναι, εκτός αν κατά σύμπτωση όλα τα χειρόγραφα των Εννεάδων και το αρχέτυπο είναι ελλιπή, όπως στην περίπτωση του 4.7.85—· ή μη πλωτινικό κείμενο, πράγμα δυνατό αλλά χωρίς σοβαρό λόγο να το υποθέσουμε· ή Πλωτίνος προερχόμενος από κάποια άλλη πηγή. Αυτή η άλλη πηγή θα μπορούσε να είναι ο Ευστόχιος, αλλά γιατί να είναι, αφού το μόνο που γνωρίζουμε για την «έκδοσή» του είναι ότι περιλάμβανε την Εννεάδα 4.4; Πολύ πιθανότερο είναι ότι η προέλευση του υλικού είναι και πάλι η Απάμεια, η ύστερη κατοικία του Αμέλιου. Ή, αν όχι αυτό, ο Λογγίνος.
Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι ο Αμέλιος δεν εξέδωσε μια ολοκληρωμένη έκδοση του Πλωτίνου· διέθετε μια συλλογή υλικού. Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος να υποθέσουμε ότι όλο το υλικό του έφθασε στον Ευσέβιο. Στην πραγματικότητα, ο Ευσέβιος μπορεί κάλλιστα να γνώριζε ελάχιστα ή τίποτε περισσότερο από τις δύο πραγματείες του Πλωτίνου που παραθέτει. Θα πρέπει να έχουμε αυτή τη δυνατότητα κατά νου καθώς εξετάζουμε το γενικότερο ζήτημα της διάδοσης του κειμένου του Πλωτίνου στις χριστιανικές κοινότητες του τέταρτου αιώνα. Και από πού αλλού θα ήταν καταλληλότερο να αρχίσουμε παρά από την Αλεξάνδρεια, τη σημαντικότερη από τις ανατολικές έδρες και επί μακρόν κέντρο χριστιανικής παιδείας; Εκεί, αν πουθενά αλλού, θα έπρεπε να αναζητήσουμε τον Πλωτίνο.
Σημειώσεις:
85 Barnes, «Porphyry», σσ. 441–442.
86 Όπ. παρ.
87 Barnes, «Sossianus Hierocles», σ. 241.
88 Harnack, Geschichte, 2: 564 κ.ε.
89 Για τον Ανατόλιο, επίσκοπο και μαθηματικό, βλ. J. M. Dillon, Iamblichi Chalcidensis Fragmenta (Leiden 1973), σσ. 8–9· και για διαφορετικές ερμηνείες R. M. Grant, «Porphyry among the Early Christians», στο Romanitas et Christianitas, Studia Waszink (Amsterdam 1973), σσ. 181–187. Όμως η χρονολόγηση του Πορφυρίου από τον Grant πρέπει να απορριφθεί. Αν ο Παύλος Σαμοσατεύς καταδικάστηκε το 268, ο Ανατόλιος πιθανότατα παρέμεινε στην Καισάρεια μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχει επίσης λόγος να γίνει δεκτή η υπόθεση του Grant ότι μόνο έργα του Πορφυρίου προγενέστερα του 279 συλλέχθηκαν στην Καισάρεια. Ο Grant διατυπώνει —ή ακολουθεί— αυθαίρετες υποθέσεις σχετικά με τη χρονολόγηση των έργων του Πορφυρίου, ιδίως του Κατὰ Χριστιανῶν, και παρατείνει υπερβολικά την παραμονή του Ανατόλιου στην Καισάρεια. Ο χρόνος του εκεί ήταν σύντομος και η επίδρασή του στη βιβλιοθήκη πιθανότατα περιορισμένη.
90 De statuis 3.7.1.
91 Για παραπομπές βλ. το ευρετήριο του Mras.
92 Για την καλύτερη σύντομη ανασύνθεση βλ. P. Hadot, «La métaphysique de Porphyre», στα Entretiens Hardt 12, Porphyre (Geneva 1966), σσ. 125–164· καθώς και A. C. Lloyd στο The Cambridge History of Later Greek and Early Mediaeval Philosophy (Cambridge 1967), σσ. 287–293, και Wallis, Neoplatonism, σσ. 110–118.
93 Opera Plotini, 3: 424.
94 Henry, États, σ. 155.
95 Fr. 2 (έκδ. Des Places), fr. 11 (έκδ. Leemans).
96 Κατά Henry–Schwyzer, 3: 424.
97 Fr. 4, 87 (έκδ. Baudry).
98 Fr. 5, 66–69 (έκδ. Baudry).
99 Fr. 8, Baudry, σσ. 15–16, κατά Henry–Schwyzer, 3: 344.
100 1: 259.
101 Σ. 155.
102 Porphyry, Vita Plot. 4.
103 Henry, Recherches.
104 Vita Plot. 26.
105 Για τον Amelius βλ. Praep. ev. 11.18.26· πρβλ. H. Dörrie, «Une exégèse néoplatonicienne du Prologue de l'Évangile de S. Jean (Amélius chez Eusèbe, Prép. év. 11, 19.1–4)», στο Epektasis, σσ. 75–87· αν και η εικασία του Dörrie σχετικά με τις πηγές του Αυγουστίνου, De Civ. Dei 10.29, είναι επισφαλής.
106 Prol. Phil. 6, έκδ. Busse, CAG 18: 15.23–16.2.
107 Enn. 1.9.
108 L. G. Westerink, «Elias und Plotin», BZ 57 (1964), 26–32.
109 «Vers la reconstitution de l’enseignement oral de Plotin», BAB 23 (1937), 337.
Συνεχίζεται με:
Ε. Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 270–325
86 Όπ. παρ.
87 Barnes, «Sossianus Hierocles», σ. 241.
88 Harnack, Geschichte, 2: 564 κ.ε.
89 Για τον Ανατόλιο, επίσκοπο και μαθηματικό, βλ. J. M. Dillon, Iamblichi Chalcidensis Fragmenta (Leiden 1973), σσ. 8–9· και για διαφορετικές ερμηνείες R. M. Grant, «Porphyry among the Early Christians», στο Romanitas et Christianitas, Studia Waszink (Amsterdam 1973), σσ. 181–187. Όμως η χρονολόγηση του Πορφυρίου από τον Grant πρέπει να απορριφθεί. Αν ο Παύλος Σαμοσατεύς καταδικάστηκε το 268, ο Ανατόλιος πιθανότατα παρέμεινε στην Καισάρεια μόνο για σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν υπάρχει επίσης λόγος να γίνει δεκτή η υπόθεση του Grant ότι μόνο έργα του Πορφυρίου προγενέστερα του 279 συλλέχθηκαν στην Καισάρεια. Ο Grant διατυπώνει —ή ακολουθεί— αυθαίρετες υποθέσεις σχετικά με τη χρονολόγηση των έργων του Πορφυρίου, ιδίως του Κατὰ Χριστιανῶν, και παρατείνει υπερβολικά την παραμονή του Ανατόλιου στην Καισάρεια. Ο χρόνος του εκεί ήταν σύντομος και η επίδρασή του στη βιβλιοθήκη πιθανότατα περιορισμένη.
90 De statuis 3.7.1.
91 Για παραπομπές βλ. το ευρετήριο του Mras.
92 Για την καλύτερη σύντομη ανασύνθεση βλ. P. Hadot, «La métaphysique de Porphyre», στα Entretiens Hardt 12, Porphyre (Geneva 1966), σσ. 125–164· καθώς και A. C. Lloyd στο The Cambridge History of Later Greek and Early Mediaeval Philosophy (Cambridge 1967), σσ. 287–293, και Wallis, Neoplatonism, σσ. 110–118.
93 Opera Plotini, 3: 424.
94 Henry, États, σ. 155.
95 Fr. 2 (έκδ. Des Places), fr. 11 (έκδ. Leemans).
96 Κατά Henry–Schwyzer, 3: 424.
97 Fr. 4, 87 (έκδ. Baudry).
98 Fr. 5, 66–69 (έκδ. Baudry).
99 Fr. 8, Baudry, σσ. 15–16, κατά Henry–Schwyzer, 3: 344.
100 1: 259.
101 Σ. 155.
102 Porphyry, Vita Plot. 4.
103 Henry, Recherches.
104 Vita Plot. 26.
105 Για τον Amelius βλ. Praep. ev. 11.18.26· πρβλ. H. Dörrie, «Une exégèse néoplatonicienne du Prologue de l'Évangile de S. Jean (Amélius chez Eusèbe, Prép. év. 11, 19.1–4)», στο Epektasis, σσ. 75–87· αν και η εικασία του Dörrie σχετικά με τις πηγές του Αυγουστίνου, De Civ. Dei 10.29, είναι επισφαλής.
106 Prol. Phil. 6, έκδ. Busse, CAG 18: 15.23–16.2.
107 Enn. 1.9.
108 L. G. Westerink, «Elias und Plotin», BZ 57 (1964), 26–32.
109 «Vers la reconstitution de l’enseignement oral de Plotin», BAB 23 (1937), 337.
Συνεχίζεται με:
Ε. Η ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΙΚΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 270–325
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου