Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2020

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ - Ignace de La Potterie (1)

IGNACE DE LA POTTERIE, S.J
     
   Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ
                                     ΤΟΜΟΣ  1Ος
                             Ο Χριστός και η αλήθεια
                             Το Πνεύμα και η αλήθεια
Δημοσιεύθηκε με την συνδρομή του Πανεπιστημιακού Ιδρύματος του Βελγίου. Ρώμη, Biblical Institute Press, 1977.

«Αυτός που επικαλείται με επιμονή την μνήμη του Ιησού, είναι αυτός ακριβώς που βρίσκεται στην αλήθεια».
Απόφθεγμα Ψευδεπίγραφο

«…η αιτία αυτής της μεγάλης Χριστιανικής Αλήθειας, την οποία ο κόσμος χρειάζεται περισσότερο από ποτέ για να ζήσει».
LLaberthonière, Γράμμα στον  LCanet (6 Φεβρ. 1916)    

 ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Το βιβλικό περιεχόμενο της αλήθειας είναι ένα θέμα που καλεί το ενδιαφέρον μας εδώ και τουλάχιστον εικοσιπέντε χρόνια. Η αρχή έγινε το 1948-49, σε ένα σεμινάριο υπό την διεύθυνση του π. Joseph Bonsirven  κατά την διάρκεια των σπουδών μας στο Βιβλικό Ινστιτούτο. Θέμα του σεμιναρίου ήταν η έννοια της αλήθειας στην Παλαιά και Καινή διαθήκη. Για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή επιλέξαμε την ανάλυση της λέξης emet (αλήθεια στα εβραϊκά) στα κείμενα των μασσοριτών. Η εργασία αυτή δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Verbum Domini, 1949-1950. Αλλά οι απαντήσεις που δόθηκαν στο σεμινάριο ήταν σαφώς ανεπαρκείς. Έτσι αποφασίσαμε να επανεξετάσουμε το θέμα της αλήθειας στην διδακτορική διατριβή μας επιλέγοντας όμως σαν κεντρικό άξονα των ερευνών μας τα κείμενα του Αγίου Ιωάννου, συνεχίζοντας παράλληλα την έρευνα σε σχέση με την προέλευσή τους. Μια πρώτη μελέτη μας παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Οξφόρδης το 1957 με τίτλο Η προέλευση  της έννοιας της αλήθειας κατά Ιωάννη (StudEvangITU, 73, Βερολίνο, 1959), και μια επόμενη στο Παύλειο Συνέδριο της Ρώμης το 1961: Ο Ιησούς και η αλήθεια στην προς Εφεσ. Επιστολή 4, 21 (Analecta biblica, 18, Ρώμη, 1963). Μια συνολική παρουσίαση του θέματος της αλήθειας κατά Ιωάννη έγινε στην 17η Ιταλική Βιβλική Εβδομάδα: Η αλήθεια στον άγιο Ιωάννη RBib.It 11 [1963] 3-24).
Στις 3 Ιουνίου 1965 έγινε η υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής μας: Η κατά Ιωάννη έννοια της αλήθειας και η ιστορική της προέλευση. Το 3ο κεφάλαιο δημοσιεύθηκε τον επόμενο χρόνο: «Εγώ ειμί ο Οδός και η Αλήθεια και η Ζωή» (Ιωάν, 14,6) (NRTh 88 [1966] 907-942). Στην διατριβή μας εξετάσαμε ένα τμήμα του θέματος. Στο παρόν έργο την έχουμε συμπεριλάβει, με σημαντικές τροποποιήσεις, διευρύνοντας κατά πολύ το περιεχόμενό της και προσδίδοντας σχεδόν τριπλάσια έκταση στην αρχική εργασία μας.
Πρόκειται για ένα έργο σημαντικών διαστάσεων. Αυτό είναι όμως το τίμημα μιας μελέτης που επιδιώκει την πληρότητα,  σε ότι αφορά αφ’ ενός την ιστορική προέλευση του θέματος, και αφ ετέρου την ανάλυση των ίδιων των κειμένων του Ιωάννη και την θεολογική ερμηνεία τους. Σε μια εποχή που η ιδέα της αλήθειας στην Δύση, διανύει μια βαθειά κρίση, τόσο σε ότι αφορά τις επιστήμες όσο και την φιλοσοφία, αλλά κυρίως μέσα στην ίδια την ζωή της Εκκλησίας και την χριστιανική αναζήτηση της πίστης, τολμούμε να ελπίσουμε ότι αυτή η ταπεινή συνεισφορά της αλήθειας  κατά τον Άγιο Ιωάννη θα βοηθήσει τους πιστούς στην αναζήτηση, την κατανόηση και την αγάπη της Αλήθειας, «αυτής της μεγάλης Χριστιανικής Αλήθειας, την οποία ο κόσμος χρειάζεται σήμερα, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, για να ζήσει» (LLaberthonnière).
Ένα τελευταίο αλλά ευχάριστο καθήκον είναι να εκφράσουμε τις ευχαριστίες μας σε όλους αυτούς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο συνετέλεσαν στην προετοιμασία αυτού του έργου. Κατά πρώτον να τιμήσουμε την μνήμη του π. JBonsirven που υπήρξε οδηγός μας στις αρχικές έρευνες του βιβλικού θέματος της αλήθειας· να εκφράσουμε επίσης την βαθειά ευγνωμοσύνη μας στον π. Stanislas Lyonnet, που κατήυθυνε την διατριβή μας με συνεπές ενδιαφέρον. Οφείλουμε επίσης πολλά σε αρκετούς συναδέλφους και φίλους, οι οποίοι, στην πορεία της έρευνας προσέφεραν τις συμβουλές και διευκρινίσεις τους πάνω σε διάφορα θέματα. Ευχαριστούμε τέλος ιδιαίτερα τον π. Joseph de Wilde που είχε αναλάβει την δακτυλογράφηση του κείμενου της διατριβής μας και την Διδα Simonne Lecerf  που τα τελευταία χρόνια με αφοσιωμένη φροντίδα συνέχισε αυτήν την εργασία για τα υπόλοιπα κεφάλαια και ανέλαβε κατά το κύριο μέρος της την καταγραφή του ευρετηρίου. Θερμές ευχαριστίες σε όλους.
                                                              Ρώμη, Βιβλικό Ποντιφικό Ινστιτούτο
                                                                         20 Οκτωβρίου 1975.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.
Α. Σημασία του θέματος

1. Η έννοια της αλήθειας κατέχει εξέχουσα θέση στα φιλοσοφικά συστήματα όλων των εποχών, και, καθώς φαίνεται και όλων των μεγάλων πολιτισμών. Ο ρόλος της όμως είναι εξίσου σημαντικός και στα περισσότερα μεγάλα ρεύματα της θεολογικής σκέψης· και ιδιαίτερα σε ότι αφορά την βιβλική παράδοση της Παλαιάς και την Καινής Διαθήκης. Η σημασία της δε εντός της Βίβλου είναι θεμελιακή για την ορολογία της θεολογίας του Ιωάννη.
Εδώ ανακύπτουν αρκετά ερωτήματα. Για παράδειγμα, διατηρεί «Η αλήθεια»  κατά τον Άγιο Ιωάννη το ίδιο νόημα με αυτό που έχει στην Παλαιά  Διαθήκη και στον Άγιο Παύλο; Και εάν η έννοια απέκτησε σ’ αυτόν κάποια καινούργια απόχρωση σε σχέση με την βιβλική παράδοση, τούτο οφείλεται στην θρησκευτική εμπειρία του και την προσωπική του αναζήτηση, ή θα έπρεπε κανείς να την αποδώσει στις επιδράσεις της διανόησης της εποχής του; Το ερώτημα δεν απασχολεί μόνον τους ερευνητές της ιστορικής προέλευσης της έννοιας στον Ιωάννη· είναι θεμελιώδες και σε ότι αφορά την ίδια την ερμηνεία του όρου. Τίθενται όμως και άλλα ερωτήματα. Αν π.χ. η έννοια της αλήθειας στον Άγιο Ιωάννη είναι τόσο σημαντική, ποια είναι η σχέση της με άλλους θεολογικούς όρους που χρησιμοποιεί; Η ιδιαίτερη επιμονή του στην επίκληση της αλήθειας δεν περιλαμβάνει τον κίνδυνο να μετατρέψει την θεολογία του σε ένα είδος φιλοσοφικής θεωρίας (αναζήτησης); Και αν αληθεύει ότι η γνώση της αλήθειας δεν αποτελεί γι’ αυτόν τον τελικό στόχο μιας διανοητικής αναζήτησης, αλλά τον καρπό της εμβάθυνσης στην πίστη, ποια είναι η θέση της στην συνολική θεώρηση της σωτηρίας; Θα μπορούσε εξ άλλου κανείς να αναρωτηθεί, εάν η σωτηρία διά την γνώσεως δεν δημιουργεί επικίνδυνη εγγύτητα ανάμεσα στην «ιωαννική» σωτηριολογία και της γνωστικές θεωρίες. Και τέλος, δεδομένου ότι ο Ιωάννης είναι εμφανώς ο θεολογών της αγάπης, ποιά είναι η σχέση, κατ’ αυτόν, ανάμεσα στην αλήθεια και το έλεος (ελεημοσύνη) στην συγκεκριμένη πρακτική της χριστιανικής ζωής;
Στην διάρκεια της μελέτης μας θα επανέλθουμε σε κάθε ένα από τα παραπάνω ερωτήματα. Είναι όμως απαραίτητο να ξεκινήσουμε αποδεικνύοντας συγκεκριμένα και με ακρίβεια ότι η έννοια της αλήθειας έχει στα κείμενα του Ιωάννη πραγματικά την σημασία που της αποδίδουμε.
2.Γνωρίζουμε ότι μεταξύ των ιστορικών κειμένων της Καινής Διαθήκης το 4ο Ευαγγέλιο έχει το πιο περιορισμένο λεξιλόγιο· το ίδιο ισχύει και για τις Επιστολές του Ιωάννη, συγκριτικά με τις υπόλοιπες νεοδιαθηκικές Επιστολές (λαμβάνοντας υπ’ όψιν φυσικά την έκταση των αντιστοίχων κειμένων). Εντούτοις, η παράδοση, αναγνώρισε από την αρχή, στον Άγιο Ιωάννη τον κατ’ εξοχήν «θεολόγο». Διότι κατόρθωσε να εκφράσει την ουσία του μηνύματος του, καλύτερα από τους υπόλοιπους συγγραφείς της Καινής Διαθήκης, με μερικές ουσιαστικές έννοιες και μερικούς σημαντικούς θεολογικούς όρους οι οποίοι ορθώς αποκαλούνται οι «κατευθυντήριες ιδέες» του. Αν το κεντρικό νόημα της παύλειας θεωρίας είναι μάλλον η δια του Χριστού λύτρωσις, μπορούμε να πούμε ότι στην θεολογία του Αγίου Ιωάννη κεντρική ιδέα είναι η αποκάλυψη: Ο Θεός αποκαλύφθηκε στον Ιησού Χριστό, για να μας κάνει κοινωνούς της θείας ζωής. Η θεωρία αυτή (το δόγμα),εμφανίζεται ήδη στον πρόλογο: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν,… πλήρης χάριτος και αληθείας» (1, 14)· «ο μονογενής υιός ο ών εις τον κόλπον του πατρός, εκείνος εξηγήσατο» (1, 18). Για τον λόγο αυτό και το μυστήριο της Ενσαρκώσεως ηγείται πραγματικά της σκέψεως του Ιωάννη.
Εντούτοις οι όροι αποκάλυψις και αποκαλύπτειν, που σχετίζονται άμεσα με το ύφος του 4ου Ευαγγελίου δεν χρησιμοποιούνται ούτε στο Ευαγγέλιο ούτε στις Επιστολές. Ο συγγραφέας τους χρησιμοποιεί με επιμονή την συγγενή έννοια φανερούν. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι όλες οι μεγάλες θεολογικές έννοιες του Ιωάννη σχετίζονται άμεσα με την ιδέα της αποκαλύψεως: λόγος, ρήμα, λέγειν, λαλείν, μαρτυρείν, φως, δόξα, όνομα, σημείον, ζωή· και ακόμη εκείνες που εκφράζουν την στάση του πιστού απέναντι στην αποκάλυψη: ακούειν, βλέπειν, θεωρείν, θεάσθαι, οράν, πιστεύειν, γιγνώσκειν, ειδέναι. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται όμως στην έννοια της αλήθειας στην ορολογία του 4ου Ευαγγελίου και των Επιστολών η λέξη αλήθεια φαίνεται ότι εκφράζει με την μεγαλύτερη πληρότητα το θεμελίωδες θέμα του Ιωάννη, την  αποκάλυψη. Έτσι αντιλαμβανόμαστε γιατί αυτός ο όρος κατέχει  εξέχουσα θέση: ανάμεσα στις μεγάλες αφηρημένες έννοιες της ιωάννειας θεολογίας – σημείον, δόξα, μαρτυρία, αγάπη, φως, εντολή, όνομα, αλήθεια, λόγος, ζωή – οι έννοιες της αλήθειας, του  λόγου και της ζωής επανέρχονται συχνότερα· και ανάμεσα στις τρείς αυτές έννοιες ο λόγος και η αλήθεια συναντώνται με την ίδια περίπου συχνότητα, ενώ ο όρος ζωή υπερβαίνει κατ’ ολίγον την λέξη αλήθεια. Κατά συνέπεια, προκειμένου να αντιληφθούμε την θεολογία του αγίου Ιωάννη θα πρέπει να έχουμε μια συγκεκριμένη εικόνα του περιεχομένου του όρου «αλήθεια», τόσο σε ότι αφορά την λόγεια γραμματεία από την οποία προέρχεται, όσο και  την ίδια της την χρήση από τον Ευαγγελιστή.
3. Προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι παρ’ όλη την ιδιαίτερη σημασία του όρου ελάχιστες μελέτες  μέχρι πρόσφατα ασχολήθηκαν μ’ αυτό το θέμα: κατά τα έτη 1900-1940 οι ειδικές μελέτες περιλαμβάνουν κάποια αποσπάσματα από το έργο του JGrill (1902),  το έργο του FBϋschel (1911) και δύο άρθρα του Bultman (1928 και 1933), τα οποία είναι αλήθεια γνώρισαν μεγάλη απήχηση· θα πρέπει να προσθέσουμε σ’ αυτά ένα άρθρο του MZerwick που αφορά ιδιαιτέρως την έκφραση «ποιείν την αλήθεια» (1938). Τα τελευταία όμως χρόνια, εν μέρει εξ αιτίας της ανακάλυψης των Ιουδαϊκών Χειρογράφων του Κουμράν, οι μελέτες πολλαπλασιάστηκαν. Είναι επομένως η κατάλληλη στιγμή να παρουσιάσουμε μια συνολική μελέτη του θέματος τόσο από την άποψη την προέλευσης του όρου όσο και από την πλευρά της θεολογικής σημασίας που κατέχει στο έργο του Ιωάννη.

Β. Oι ερμηνείες περί της αλήθειας κατά Ιωάννη στην σύγχρονη εποχή.

Πριν παρουσιάσουμε την μέθοδο που θα ακολουθήσουμε θα ήταν χρήσιμο να αναδείξουμε το θέμα μας και να ανατρέξουμε εν συντομία στις διαφορετικές ερμηνείες που έχουν προταθεί σχετικά με την έννοια της αλήθειας κατά Ιωάννη τα τελευταία σχεδόν εκατό χρόνια. Μπορούμε να κατατάξουμε αυτές τις ερμηνείες σε τέσσερις κατηγορίες: Βασιζόμενοι στην πλειοψηφία των εκπροσώπων τους, οι κατηγορίες αυτές αντιστοιχούν περίπου σε τέσσερις διαδοχικές εποχές της σύγχρονης ερμηνευτικής ιστορίας του αγίου Ιωάννη.
1. Μια πρώτη ομάδα, η παλαιότερη, αποτελείται από τους συγγραφείς που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε προ-συγκριτιστές: σ’ αυτούς δεν τίθεται καν το θέμα της προέλευσης του όρου, διότι προφανώς δεν αποτελεί αντικείμενο έρευνας. Θεωρώντας την λέξη με την τρέχουσα σημασία της, περιορίζονται συνήθως σε μια σύντομη παράφραση των αποσπασμάτων όπου συναντάται η αλήθεια. Δεν βρίσκουμε σχεδόν καμιά ανάλυση των κειμένων αλλά συνήθως μόνο ασαφείς και γενικές ερμηνείες.
α. Μερικοί, όπως οι ATholuckH.JHoltzmann και wBauer, ερμήνευαν την αλήθεια ως «αληθινή γνώση του Θεού».  Άλλοι απέδωσαν στην έννοια μια ερμηνεία άμεσα μεταφυσική: η αλήθεια, έλεγε ο ChrELuthardt, σημαίνει την αλήθεια του είναι, ενώ ο FrLücke την  αντιλαμβάνεται ως την τέλεια αλήθεια της ουσίας του Θεού και της θελήσεώς Του όπως μας αποκαλύπτεται. Αλλά αυτές οι φιλοσοφικές διατυπώσεις αφίστανται  τόσο πολύ από την ορολογία που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης ώστε αδυνατούν να εκφράσουν ορθά την σκέψη του. Ακόμη και η έκφραση «πραγματική γνώση του Θεού» δεν κρίνεται ικανοποιητική, δεδομένου ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί τόσο σε ότι αφορά το αντικείμενο της καθαρής θεολογίας όσο και την έννοια της αλήθεια με το θρησκευτικό της περιεχόμενο, όπως την αντιλαμβάνεται ο 4ος Ευαγγελιστής. Εξ άλλου, στο κείμενο του αγ. Ιωάννη, ο Ιησούς μας ομιλεί πολύ λιγότερο για τον «Θεό» απ’ όσο για τον Πατέρα και την καθ’ εαυτό  αποστολή του της αποκάλυψης και της σωτηρίας της ανθρωπότητας.
β. Άλλοι συγγραφείς της ίδιας ομάδας επιμένουν περισσότερο στην υποκειμενική πλευρά της αλήθειας κατά Ιωάννη· όπως ο ThZahn, που αναφέρεται στο νόημα της εβραϊκής  emeth:  αλήθεια λέει, (Ιωάν. 1, 14) είναι η συνεπής συνάφεια ανάμεσα στον λόγο και την πράξη, είναι η πιστότητα που εμπνέει εμπιστοσύνη. Αντίστοιχη είναι και η θέση του ASchlatter, που προσεγγίζει όμως περισσότερο του Έλληνες: κατ’ αυτόν η αλήθεια είναι η σχέση με το πραγματικό· παραδόξως όμως όταν ερμηνεύει τον όρο λεπτομερέστερα, επικαλείται κυρίως την εβραική emeth και όχι την ελληνική αλήθεια: αλήθεια είναι το προτέρημα εκείνου που δεν προδίδει, το προτέρημα που καθιστά απόλυτα ευθείς, την πράξη και τον λόγο του. Αλλά σε κείμενα όπως το Ιωάν. 1, 14. 17 και 14, 6, όπου η αλήθεια αφορά άμεσα το πρόσωπο του Ιησού, δύσκολα μας ικανοποιεί μια ερμηνεία αυτού του είδους, αποκλειστικά ηθικής τάξεως. Αναφέρουμε επίσης την ερμηνεία του FGodet, που αποδίδει στην έννοια «αλήθεια» την ευρύτερη δυνατή σημασία, συνδυάζοντας, με αρκετά επίπλαστο τρόπο, τις διάφορες εκδοχές στις οποίες αναφερθήκαμε: «Αλήθεια είναι η πραγματικότητα των αντικειμένων αναδυόμενη κατ’ αντιστοιχία. Και όπως ουσία των αντικειμένων είναι η ηθική ιδέα που  κυριαρχεί στην ύπαρξη του καθενός απ’ αυτά, η αλήθεια είναι η θεία και αγαθή σκέψη του Θεού απολύτως αποκεκαλυμμένη: είναι ο αποκεκαλυμμένος Θεός».
γ. Στην κατηγορία των προ-συγκριτιστών μπορούμε επίσης να κατατάξουμε τον FBüchsel, βασιζόμενοι στο βιβλίο του Der Begriff der Wahrhait in dem Evangelium und in dem Briefen des Johannes (1911)  «Η έννοια της αλήθειας στο Ευαγγέλιο και τις Επιστολές του Ιωάννη». Υπήρξε, μέχρι το 1964, το μοναδικό πλήρες έργο αφιερωμένο στην μελέτη της κατά Ιωάννη έννοιας της αλήθειας. Ο συγγραφέας, αφού υπενθυμίζει ότι οι σχετικές μελέτες βιβλικής θεολογίας ξεκινούν συνήθως με την αναζήτηση της προέλευσης μιας έννοιας, επιλέγει να μην ακολουθήσει αυτόν τον δρόμο: επιθυμεί, λέει να εξηγήσει τα κείμενα του Ιωάννη καθ’ εαυτά. Το αυτό επιχειρεί και ο WLütgert.  Το συμπέρασμα είναι ότι οι ερμηνείες αυτών των δύο συγγραφέων παραμένουν πολύ γενικές, και ακόμη και αν σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις, προσθέτουν κάποιες συγκεκριμένες παρατηρήσεις σχετικές με το άμεσα συγγενές τους  πλαίσιο, δεν κατορθώνουν να μας προσφέρουν μια συγκεκριμένη αντίληψη, οργανικά ενιαία, της έννοιας της αλήθειας κατά Ιωάννη, που θα μας επέτρεπε να ερμηνεύσουμε όλα τα κείμενα.
2. Από τα τέλη του περασμένου αιώνα, οι περισσότεροι σχολιαστές που μελέτησαν το θέμα μας αντιλήφθηκαν ακριβώς ότι το πρόβλημα που θέτει ο συγκρητισμός δεν μπορεί να παρακαμφθεί: η κατανόηση της ιωαννικής έννοιας της αλήθειας προϋποθέτει την γνώση του φιλολογικού της υπόβαθρου. Όπως συχνά συμβαίνει όταν  αναζητείται η ερμηνεία της προέλευσης μιας θεολογικής έννοιας της Καινής Διαθήκης, ο σχολιαστές κατατάσσονται σε δύο βασικές κατευθύνσεις: οι μεν – και πρόκειται για την μεγαλύτερη πλειοψηφία μέχρι περίπου την δεκαετία του 60 – επεδίωκαν να προσαρτήσουν την κατά Ιωάννη αλήθεια στην ελληνική θεώρηση ή στα ρεύματα του ελληνιστικού δυαλισμού· και άλλοι αντιθέτως προσπάθησαν να την φωτίσουν μέσω της Βίβλου ή της εβραϊκής παραδόσεως. Ας περιγράψουμε πρώτα τα βασικά χαρακτηριστικά της πρώτης απ’ αυτές.
α. Στην μελέτη του που δημοσιεύθηκε το 1895, μια από τις πρώτες πάνω στο θέμα, ο Rüling ερμήνευσε την αλήθεια στα κείμενα του Ιωάννη με μια καθαρά πλατωνική αντίληψη: «Έτσι αλήθεια είναι το Είναι που βρίσκεται στην βάση των φαινομένων, δηλαδή η γνώση αυτού του Είναι»· και λίγο νωρίτερα αναφέρει: «Και έτσι αντιλαμβανόμαστε την αλήθεια ως γνώση της αληθινής φύσης όλων των πραγμάτων». Έχουμε ήδη συναντήσει παρόμοιες μεταφυσικές διατυπώσεις σε μερικούς από τους συγγραφείς της προηγουμένης ομάδας. Αλλά ο Rüling έχει το πλεονέκτημα ότι δηλώνει απροκάλυπτα με ποιά παλαιότερη αντίληψη θεωρεί ότι εμφανίζει την μεγαλύτερη συγγένεια η κατά Ιωάννη αντίληψη της αλήθειας. Γι’ αυτόν το θέμα είναι απλό: με τους κλασσικούς, και ιδιαίτερα με τον Πλάτωνα.
Στην εποχή του η αντίληψη αυτή ήταν τρέχουσα στους κριτικούς· την μοιράζονταν για παράδειγμα οι JGrillHoltzmann  και E.FScott. Ελάχιστη διαφορά παρατηρείται σ’ αυτούς  που διακρίνουν στην σύλληψη της έννοιας από τον Ιωάννη – το ίδιο ισχύει και για το δόγμα του Λόγου – ένα εμφανές παράδειγμα της επίδρασης του αλεξανδρινού ιδεαλισμού που αντιπροσωπεύει ο Φίλων· μ’  αυτήν την ερμηνεία συντάσσονται και οι JRéville  και AAall.
β. Πρόσφατα, ο C.HDodd υιοθετούσε περίπου την ίδια άποψη. Χωρίς να προσαρτά όμως την αλήθεια κατά Ιωάννη στο σύστημα κάποιου συγκεκριμένου φιλοσόφου για παράδειγμα του Πλάτωνος ή του Φίλωνος, αλλά κατά μια γενικότερη αντίληψη σε αυτό που αποκαλεί «πλατωνική παράδοση» ή την «κοινή χρήση της ελληνιστικής παράδοσης». Επομένως η αλήθεια στο 4ο Ευαγγέλιο έχει την έννοια «της αιωνίου πραγματικότητος όπως αποκαλύφθηκε στην ανθρωπότητα, είτε ως η πραγματικότητα καθ’ εαυτή, είτε ως η αποκάλυψή της». Ανάλογες είναι και οι ερμηνείες του R.H.Lightfoot όπως και του A.Augustinovic.
γ. Ο RBultman,  που ουσιαστικά ανήκει στην ίδια ομάδα, διαφοροποιείται όμως σε αρκετά σημεία.  Ενδιαφέρει να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την θέση του, διότι είναι ο μόνος σύγχρονος συγγραφέας που επανέρχεται τόσο συχνά στην έννοια της αλήθειας στον ευαγγελιστή Ιωάννη· και είναι πιθανότατα αυτός του οποίου οι ερμηνείες , μέχρι πρόσφατα, έγιναν ευρύτερα αποδεκτές.
Σε αντίθεση με τοn Dodd, ο Bultmann δεν προσαρτά αποκλειστικά την κατά Ιωάννη αλήθεια στην πλατωνική παράδοση, αλλά γενικότερα σ’ αυτήν που αποκαλεί «ελληνιστικό και γνωστικό δυαλισμό». Μια τέτοια διατύπωση μας οδηγεί στο ερώτημα κατά πόσον είναι θεμιτό να ταυτοποιήσουμε ελληνισμό και γνωστικισμό, και να τοποθετήσουμε κάτω από τον βολικό τίτλο «ελληνιστικός δυαλισμός» τόσο διαφορετικά κέιμενα, όπως τα έργα του Πλωτίνου και άλλων νέο-πλατωνικών φιλοσόφων, τα κείμενα του αλεξανδρινού εβραίου Φίλωνος, τις ερμητικές γραφές, την γνωστική γραμματεία – και συγκεκριμένα την βαλεντίνεια και μανδεανή – τις επιστολές του Ιγνατίου Αντιοχείας, τις Ωδές του Σολομώντος  και του Αιγυπτιακούς μαγικούς παπύρους. Οι διαφορές ανάμεσα σε όλα αυτά τα κείμενα, τόσο σε ότι αφορά την ορολογία όσο και τα θρησκευτικά δόγματα, είναι ουσιαστικές, και θα ήταν ακριβώς εξαιρετικά απατηλή η αντίληψη ότι μπορεί να συναντήσουμε παντού μια ομοιογενή ερμηνεία της έννοιας της αλήθειας. Θεωρούμε ότι η συγκριτική μέθοδος του Bultmann είναι εξ αρχής λανθασμένη. Διότι η τοποθέτηση της έννοια της αλήθειας κατά τον Φίλωνα,  τον Ιγνάτιο Αντιοχείας,  τον Βαλεντίνο ή τους Μανδεανούς, υπό κοινό παρονομαστή μας οδηγεί σε ένα είδος εκλεκτισμού ή ακόμη επίπλαστου συγκρητισμού. Ο E.Percy και ο JBlack , για διαφορετικούς όμως λόγους, κατακρίνουν επίσης τον Bultmann επειδή ξεκινά από τον «δυαλισμό» για να ερμηνεύσει την αλήθεια στον αγ. Ιωάννη. Σε οποιαδήποτε περίσταση, εάν κάποιος επιθυμεί να συγκρίνει την έννοια της αλήθειας όπως την χρησιμοποιεί ο Ιωάννης με κάποιο συγκεκριμένο φιλοσοφικό σύστημα, δεν θα πρέπει να συμπεριλάβει σ’ αυτό τόσο διαφορετικά ρεύματα σκέψεως της παρελθούσης Εγγύς Ανατολής. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, όταν θα επιχειρήσουμε στο προκαταρτικό κεφάλαιο μια γενική αντιπαράθεση ανάμεσα στον αγ. Ιωάννη και τον «δυαλισμό», θα διακρίνουμε από την αρχή τον ελληνικό και καθαρά ελληνιστικό δυαλισμό –που αντιπροσωπεύεται κυρίως από τον Πλάτωνα, τον Φίλωνα, τον Πλούταρχο, μερικές ερμητικές γραφές και γενικότερα την πλατωνική παράδοση – από τα καθεαυτό γνωστικά κείμενα και κυρίως τα κείμενα των Μανδεανών και τα γραπτά του Nag Hammadi.
Ποια είναι όμως, κατά τον Bultmann, η ακριβής έννοια της αλήθειας στον «ελληνιστικό δυαλισμό»; Την ορίζει με την ακόλουθη δήλωση η οποία επανέρχεται συνεχώς στα γραπτά του: «die Wirklichkeit Gottes» η (αλήθεια του Θεού)· σε άλλα σημεία της δίνει σαφέστερη μορφή: «die sich offenbarende göttliche Wirklichkeit». Η ΚΑΤΆ Ιωάννη αλήθεια είναι λοιπόν η καθαυτό αλήθεια του Θεού, υπό τον όρο ότι αποκαλύπτεται, εμφανίζεται. Η λέξη «αλήθεια» είχε ήδη από τον Πλάτωνα την έννοια της «αληθινής πραγματικότητας». Αλλά κατά τον ελληνιστικό και γνωστικό δυαλισμό, μας λέει ο Bultmann, προστίθενται  νέα στοιχεία: η αλήθεια γίνεται πλέον αντιληπτή ως θεία και αιώνια πραγματικότητα, με την έννοια ενός αποκλειστικά κοσμολογικού δυαλισμού, γεγονός που την καθιστά απροσπέλαστη στον άνθρωπο: θα πρέπει δηλαδή να του αποκαλυφθεί· στον ελληνισμό το θείο περιγράφεται σαν ακτινοβολούσα και δραστική δύναμη, σαν την δύναμη που σώζει και προσφέρει την ζωή· έτσι η αλήθεια καθίσταται συνώνυμη της θεότητος και της ουσίας, της δύναμης, του φωτός και της ζωής. Και εξ αιτίας την σημασίας που αποκτά στον ελληνισμό αυτή η μορφή αποκάλυψης, η αλήθεια εμφανίζεται επίσης σαν μια «προσφερόμενη δυνατότητα στην ανθρώπινη ύπαρξη». O JBlack  στο σημείο αυτό κατηγορεί τον Bultmann ότι τονίζει υπερβολικά την υποκειμενική πλευρά της αλήθειας. Ας προσθέσουμε μόνο ότι η χρήση υπαρξιακής ορολογίας δεν προσφέρεται ούτε για την διευκρίνιση του προβλήματος αναζήτησης της ιστορικής προέλευσης της έννοιας αλλά ούτε και για την ακριβή κατανόηση αυτών που λέει ο αγ. Ιωάννης.
Η ερμηνεία αυτή του RBultmann  είχε ευρεία απήχηση. Υιοθετήθηκε στο μεγαλύτερό της μέρος από δύο σύγχρονους καθολικούς ερευνητές, τον AWikenhauser αναφορικά με τον 4ο Ευαγγέλιο και τον RSchackerburg σχετικά  με τις επιστολές του Ιωάννη.
3. Η Τρίτη ομάδα σχολιαστών αντιτίθεται αποφασιστικά στην προηγούμενη ερμηνεία. Πρόκειται γι’ αυτούς που επιχειρούν να κατανοήσουν την κατά Ιωάννη αλήθεια αναφερόμενοι στην Παλαιά Διαθήκη ή την νεότερη εβραϊκή παράδοση.
α. Ανάμεσα στους συγγραφείς που αναφέρονται κυρίως αν όχι αποκλειστικά στην βιβλική χρήση του όρου … (εβραϊκά στο κείμενο), θα πρέπει να αναφέρουμε τον H.H.Wendt· η αλήθεια κατά Ιωάννη έχει γι’ αυτόν μια έννοια ηθική: εκτός από τα χωρία 5, 33 – 16, 7 και 4, 24 (όπου το νόημά της ταυτίζεται με την αλήθεια), η λέξη έχει πάντοτε το νόημα της «πιστότητας», της «ηθικής, καλής και ορθής πράξεως». Προφανές είναι ότι αυτή η ερμηνεία παραμένει ανεπαρκής:  το ότι ο Ιησούς στο κατά Ιωάννη αποκαλείται «η αλήθεια», δεν οφείλεται απλώς στο γεγονός ότι ο ίδιος είναι απόλυτα ορθός και πιστός και μας διδάσκει την ορθή ζωή. Άλλοι συγγραφείς, που αναζητούν επίσης την βιβλική προέλευση του όρου, του αποδίδουν εν τούτοις ένα πιο αντικειμενικό περιεχόμενο, αλλά οι ερμηνείες τους είναι αρκετά αόριστες: οι EHoskyns και F.NDavey αρκούνται στην ομολογία ότι «αλήθεια είναι η γνώση του Θεού διά μέσου του Ιησού»· όσο για τον JLKoole, η περιγραφή του για την αλήθεια είναι απλώς εμπειρική: στα χωρία 8, 32 αλήθεια σημαίνει «την σωτηρία», σε άλλα σημεία, λέει, τονίζεται ο προσωπικώς και πρακτικός της χαρακτήρας, ή αναφέρεται στην αποκάλυψη της πίστεως.
β. Μετά την δημοσιοποίηση των χειρογράφων του Κουμράν αρκετοί συγγραφείς υποστήριξαν ότι σχετίζονται σε πολλά σημεία με το περιεχόμενο της κατά Ιωάννη «αλήθειας». Τα πρώτα χρόνια ο συσχετισμός περιοριζόταν στην ύπαρξη παρόμοιων διατυπώσεων και στις δύο κατηγορίες χειρογράφων, όπως για παράδειγμα «ποιώ την αλήθεια», «βαδίζω μέσα στην αλήθεια», «το πνεύμα της αλήθειας».
Σύντομα όμως έκαναν την εμφάνισή του πιο προχωρημένες αναλύσεις. Στο Συνέδριο της Οξφόρδης, το 1957, επιχειρήσαμε να δείξουμε λεπτομερέστερα πώς η χρήση της λέξης … (εβραϊκά στο κείμενο) στα χειρόγραφα του Κουμράν σχετίζεται άμεσα με την εβραϊκή την αποκαλυπτική και την παράδοση των Γραφών, και κατά συνέπεια με την ίδια την Βίβλο αφ, ενός, και αφ’ ετέρου , αποδείξαμε, με μερικά τυπικά παραδείγματα, πώς η  λέξη αλήθεια στον αγ. Ιωάννη σχετίζεται εμφανώς με αυτό το βιβλικό και κυρίως εβραϊκό υπόβαθρο. Πρόσφατα, μερικοί ακόμη συγγραφείς φώτισαν εκ νέου την ύπαρξη μεγάλης ομοιότητος ανάμεσα στην αλήθεια του Ιωάννη και όπως αυτή εμφανίζεται στα χειρόγραφα της Νεκρής Θάλασσας. Ο HKosmala που μελέτησε τις διατυπώσεις  «η γνώση της αλήθειας» και «ποιώ την αλήθεια», επέμεινε να τις ερμηνεύσει αποκλειστικά δια της παραδόσεως των Εσσαίων. Αλλά και ο JBecker σε ένα από τα έργα του θεωρεί ότι ο όρος αλήθειας στα κείμενα του Ιωάννη, τόσο σε ότι αφορά την δομή όσο και κατά το περιεχόμενο (εξαιρώντας την χριστολογική του σημασία) βασίζεται επίσης στην εσσαιϊκή παράδοση. Αλλά οι δύο αυτοί συγγραφείς που μελετούν διεξοδικά την σχέση ανάμεσα στους Εσσαίους και την Καινή Διαθήκη, αντιλαμβάνονται την ερμηνεία της αλήθειας κατά Ιωάννη  σχεδόν αποκλειστικά ως συνέχεια των χειρογράφων του Κουμράν, ενώ τα κείμενα αυτά χρησιμοποιούν όρους και έννοιες που συναντώνται επίσης σε αρκετά άλλα κείμενα του ύστερου εβραϊσμού, και ακόμη εν μέρει και στην Βίβλο. Ο OBenz,  που ανέδειξε επίσης τις ομοιότητες ανάμεσα στις Γραφές και την Εσσαίϊκή παράδοση, σε ότι αφορά την αλήθεια, τόνισε εξίσου σαφώς και τις διαφορές. Τέλος, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι δύο άλλοι συγγραφείς, ο A.Vögtle και ο SAalen, διεύρυναν τον ορίζοντα: η ιωαννική αντίληψη της αλήθειας, λέγουν, θα πρέπει να συνδεθεί είτε με την Παλαιά Διαθήκη είτε με όρους της Παλαιάς Διαθήκης όπως αναπτύχθηκαν από τον ιουδαϊσμό. Η θέση αυτή είναι αντίστοιχη με αυτήν που θα αναπτύξουμε στις δικές μας έρευνες.
4. Θα πρέπει τέλος να αναφερθούμε σε μια τελευταία ομάδα σχολιαστών που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εκλεκτικούς.
α. Απ’  ότι γνωρίζουμε η πρώτη ειδική μελέτη, αφιερωμένη στην βιβλική έννοια της αλήθειας, έγινε από τον H.GHoelemann το 1859 και αποτελεί τυπικό παράδειγμα της εκλεκτικής τάσης: ξεκινώντας από την θεμελιώδη σημασία της ρίζας της έννοιας στα εβραϊκά (αυτό που είναι στέρεο, διαρκές) και της αλήθειας στα ελληνικά (αυτό που είναι το μη-κρυπτό, το φανερό, αλλά και το αμετάβλητο), ο συγγραφέας εκτιμά ότι οι δύο αυτές όψεις αποτελούν μια αρμονική σύνθεση. Οι δύο βασικές ιδέες που περιέχει η βιβλική έννοια της αλήθειας θα μπορούσαν να είναι «(οι έννοιες) του Είναι και της Εμμονής), η πρώτη προερχόμενη από τους Έλληνες και η δεύτερη από την Βίβλο· το αληθινό κατά συνέπεια είναι το Είναι, σε αντίθεση με το μη-είναι, το αναληθές και το κεκρυμένο είναι ή απλώς τον λόγο· αλλά είναι επίσης το Είναι στην μονιμότητά του, την διάρκεια, δηλαδή στο βαθμό που αντιπαραβάλλεται σε ό,τι είναι οριστικό και ημιτελές, σε ό,τι αλλάζει· είναι το υπερευαίσθητο Είναι που αντιτίθεται στην ύλη. Η αντίληψη αυτή μαρτυρεί, όπως βλέπουμε στο βάθος της, πλατωνική έμπνευση. Από την άποψη της μεθόδου όμως προσφέρεται σε κριτική για πολλούς λόγους: ο συγγραφέας, στερούμενος ιστορικής αντίληψης φαίνεται να αγνοεί της υπάρχουσες διαφορές ανάμεσα στον σημιτικό τρόπο σκέψης     και την ελληνική σκέψη, διαφορές τις οποίες η εποχή μας έχει φωτίσει πλήρως· επιπλέον αγνοεί απολύτως την πορεία εξέλιξης της σημασίας της έννοιας της αλήθειας μέσα στα δύο αυτά ρεύματα σκέψης, παραθέτοντας ανακόλουθα κείμενα διαφορετικών βιβλικών συγγραφέων και εποχών· είναι λυπηρό, τέλος, το ότι τα αποσπάσματα που αναφέρονται στερούνται κάθε φιλολογικής μελέτης. Διαβάζοντας τα κείμενα του Hoeleman έχουμε την εντύπωση ότι παρακολουθούμε την επεξεργασία μιας αρκετά επιφανειακής θεωρίας, που βάση της είναι η ετυμολογία της λέξης «αλήθεια» σε εβραϊκά και ελληνικά, και όπου στην συνέχεια ο συγγραφέας τους αφήνεται να παρασυρθεί σε όλο του το κείμενο από έναν πλατωνικού τύπου ιδεαλισμό με ρομαντική επικάλυψη.
β. Νεότεροι σχολιαστές προσπάθησαν να διακρίνουν στην κατά Ιωάννη αλήθεια την σημιτική επίδραση από την ελληνική παράδοση. Οι συγγραφείς αυτής της 4ης ομάδας θεωρούν ότι και οι δύο τοποθετήσεις, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσης της έννοιας είτε στην πλατωνική παράδοση είτε στον ελληνιστικό δυαλισμό, και η αντίθετη θέση που την αναζητά στην βιβλική και την εβραϊκή παράδοση, έχουν μερίδιο αληθείας: κατ’  αυτούς η αλήθεια κατά Ιωάννη συνενώνει σε μια νέα σύνθεση όλο το ουσιαστικό περιεχόμενο αφ’ ενός της ελληνικής αντίληψης της αλήθειας και αφ’ ετέρου της εβραϊκής. Την θέση αυτή εκπροσωπεί ο JBlank: « Από ιστορική άποψη, η έννοια της αλήθειας κατά Ιωάννη περιλαμβάνει τα σημαντικότερα στοιχεία της εβραϊκής emethμε την έννοια του κύρους, της θεμελίωσης και απόλυτης αξιοπιστίας (αυθεντικότητας) και της ελληνικής αλήθειας σύμφωνα με  την οποία, αλήθεια είναι αυτό που υπάρχει πραγματικά και είναι, επειδή υπάρχει, γνωστό· ή ακόμη η αλήθεια ως ουσιαστική δομή της αντιληπτικότητας  του όντος (ότι το ον μπορεί να γίνει γνωστό). Την αυτή ερμηνεία υιοθετούν αρκετοί ακόμη σύγχρονοι σχολιαστές.
Σχεδόν κανένας όμως από αυτούς, θα πρέπει να παρατηρήσουμε, δεν επιχειρεί μια πραγματική ανάλυση των κειμένων ούτε του Αγίου Ιωάννη ούτε της προχριστιανικής περιόδου. Οι μελέτες που παρουσιάζουν είναι δευτερογενείς. Ξεκινώντας από εργασίες που εκπόνησαν προκάτοχοί τους προσπαθούν να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις δύο βασικές θέσεις που διαχωρίζουν τους σύγχρονους ερμηνευτές.
γ. Εν τούτοις, δύο πρόσφατες διατριβές αναλύουν λεπτομερέστερα το θέμα μας. Η πρώτη, του JLozano  παρουσιάστηκε στην Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η διατύπωση που εκφράζει ορθότερα την ακριβή έννοια της κατά Ιωάννη αλήθειας είναι «η θεϊκή αλήθεια της αποστολής του Χριστού από τον Πατέρα». Διατύπωση που θυμίζει κατά κάποιο τρόπο αυτήν του Bultmann («την αποκεκαλυμμένη θεϊκή αλήθεια»· μόνο που ο JLozano επεδίωξε να δώσει στην έννοια της αλήθειας μια πιο άμεση χριστολογική σημασία. Γεννάται όμως το ερώτημα ποια η σημασία της έκφρασης «θεϊκή πραγματικότητα», όταν αναφέρεται στην αποστολή του Χριστού· αν περιορίσουμε την κατά Ιωάννη αλήθεια στην αποστολή και μόνο του Χριστού από τον Πατέρα, δεν της αποδίδουμε έναν αποκλειστικά λειτουργικό ρόλο; Η διατύπωση αυτή δίνει ακριβώς την εντύπωση του συμβιβασμού. Ο συγγραφέας όμως διαφοροποιείται από τον Bultmann και σε ότι αφορά τις εκτιμήσεις του για την φιλολογική και ιστορική προέλευση του θέματος: επικαλείται τόσο την Π. Δ. και τον ιουδαϊσμό, όσο και τον ελληνισμό και τα γνωστικά ρεύματα. Εδώ ξανασυναντάμε τον συμβιβασμό και τον εκλεκτισμό. Ένα τόσο ενιαίο κείμενο όπως το 4ο Ευαγγέλιο δεν μπορεί να προέρχεται από τις επιδράσεις τόσο διαφορετικών πολιτιστικών παραδόσεων. Αν η θεολογία του Ιωάννη για την αλήθεια αποτελούσε  συνονθύλευμα τόσο διαφορετικών στοιχείων, θα επρόκειτο για ένα πλασματικό κείμενο, χωρίς ψυχή και βάθος.
Η άλλη διατριβή συντάχθηκε στην Βόννη από τον YIbuki, υπό την εποπτεία του HSchlier. Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην χριστολογική ερμηνεία της κατά Ιωάννη αλήθειας, χωρίς να ανατρέχει στο πρόβλημα προέλευσης του περιεχομένου της. Αυτή είναι και η βασική αδυναμία του έργου: δεν υπάρχουν αναφορές στον περιβάλλοντα χώρο (διαβιβλική φιλολογία, χειρόγραφα του Κουμράν, ελληνιστικά και γνωστικά κείμενα). Ο Ιωάννης όμως δεν εφεύρε απολύτως το λεξιλόγιό του· χρησιμοποιεί συγκεκριμένες διατυπώσεις όπως «το Πνεύμα της αλήθειας», «ποιώ την αλήθεια». Είναι αλήθεια ότι τους αποδίδει χριστολογική έννοια. Αλλά η μελέτη του μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε την παράδοση την οποία αναφέρεται. Έτσι ο Ibuki περιορίζεται απλώς να αναφέρει ότι ο Ιωάννης συνδέεται τόσο με την Π. Δ.  όσο και με τον ιουδαϊσμό, τον ελληνισμό και τον γνωστικισμό. Όσον αφορά στην ερμηνεία της κατά Ιωάννη έννοιας της αλήθειας που προτείνει, ακολουθεί τα ίχνη του Bultmann, τόσο επικαλούμενος τις υπαρξιακές κατηγορίες, όσο και παραδεχόμενος την διατύπωση του περί της «θεϊκής αλήθειας». Ο Ibuki υπερβαίνει όμως τον Bultmann περιγράφοντας με ακρίβεια αυτή την θεϊκή πραγματικότητα («της ουσίας του Θεού»: «η αλήθεια (είναι) ισοδύναμη… με την ενότητα της αγάπης και της ουσίας του Λόγου με τον Πατέρα». Η διατύπωση αυτή του συγγραφέα μοιάζει διφορούμενη: είναι αδύνατον, σημασιολογικά, η λέξη αλήθεια να υποδεικνύει «την ενότητα αγάπης και ουσίας ανάμεσα στον Λόγο και τον Πατέρα». Πόθεν ο Ιωάννης θα ανέσυρε μια τόσο παράξενη έννοια της αλήθειας: Εάν αντιθέτως θεωρήσουμε ότι η κατά Ιωάννη αλήθεια, σύμφωνα με την εβραϊκή και νεοδιαθηκική της χρήση, εκφράζει απροκάλυπτα την αποκάλυψη, τότε μπορούμε και πρέπει, σε κάθε περίπτωση να αναρωτηθούμε ποιο είναι το περιεχόμενο ή το αντικείμενο αυτής της αποκάλυψης. Και με τον τρόπο αυτό να ελέγξουμε την ορθότητα της έμπνευσης  του συγγραφέα.
5. Οι αναλύσεις  που προηγήθηκαν είναι αρκετά ασαφείς καθότι αποδεικνύουν πως σε ότι αφορά τόσο την ερμηνεία της έννοιας της αλήθειας στον Ιωάννη όσο και την αναζήτηση του φιλολογικού της υπόβαθρου δεν υπάρχει προς το παρόν κοινός τόπος. Μήπως αυτό οφείλεται στην απουσία ερευνητικής μεθόδου; Σε όλες σχεδόν τις μελέτες στις οποίες ανατρέξαμε θα μπορούσαμε να καταλογίσουμε είτε  περιορισμένη πληροφόρηση σχετικά με την προχριστιανική προέλευση του θέματος, είτε  σαφώς ανεπαρκή ανάλυση των ίδιων των βιβλικών κειμένων. Μια μεγάλη ομάδα ερευνητών επιχείρησε να ερμηνεύσει τον άγιο Ιωάννη μέσα από την ελληνική και ελληνιστική σκέψη, χωρίς καν να επιχειρήσει μια ερμηνευτική προσέγγιση της Βίβλου και της ιουδαϊκής παράδοσης. Και μία άλλη ακολούθησε τον αντίστροφο δρόμο: επιχείρησε να κατανοήσει την αλήθεια στα κείμενα του Ιωάννη αποκλειστικά δια της Βίβλου η κάποιου ιουδαϊκού ρεύματος, όπως ο εσσενισμός. Αλλά και αυτό αποδεικνύεται ανεπαρκές.
Κάποιοι συγγραφείς εντούτοις, όπως ο RBultmann και ο  C.H.Dodd έχουν το αναμφισβήτητο πλεονέκτημα ότι ερεύνησαν προηγουμένως και τις δύο παραδόσεις. Αλλά και σ’ αυτούς απουσιάζει η πλήρης και επισταμένη εξερεύνηση την διαφορετικών ιουδαϊκών ρευμάτων: δεν εξετάζουν μεθοδικά ούτε την ελληνική μετάφραση της Π.Δ. των Ο΄ , ούτε τα απόκρυφα της Π.Δ. , ούτε τα χειρόγραφα του Κουμράν, κείμενα τα οποία ακριβώς μας επιτρέπουν να διεισδύσουμε σε αυτόν που αποκαλείται «δια-διαθηκιακός»  χώρος, δηλαδή στον χώρο του ύστερου ιουδαϊσμού που αποτελεί την γέφυρα ανάμεσα στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη.
Μοιραία κατάληξη αυτής της παραλήψεως είναι ότι μας οδηγεί εκ νέου στο ίδιο δίλλημα: θα πρέπει η κατά Ιωάννη αλήθεια να ερμηνεύεται στην προέκταση της βιβλικής αντίληψης της αλήθειας, ή πρόκειται για δάνειο από την ελληνική, ελληνιστική ή γνωστική αλήθεια, «την θεία αλήθεια»; Πρόκειται για ένα πλαστό δίλλημα που θα πρέπει να απορρίψουμε. Ανάμεσα στην Βίβλο και τα νέο-διαθηκικά κείμενα υπάρχει μια ολόκληρη γραμματεία που παραμερίστηκε μέχρι σήμερα από την συγκριτική μελέτη της έννοιας της αλήθειας: αναφερόμαστε στην ελληνική Βίβλο και κυρίως στην αποκαλυπτική και την φιλοσοφική γραμματεία, δύο ρεύματα που διατηρούν εξ άλλου στενούς δεσμούς μεταξύ τους. Τα κείμενα του Κουμράν, με τα οποία έγιναν πρόσφατα προσπάθειες  ερμηνείας της αλήθειας κατά Ιωάννη, δεν αποτελούν το μοναδικό υπόβαθρο. Η παράδοσή της είναι ευρύτερη. Και θα πρέπει να παραδεχθούμε για την περίπτωση της έννοιας της αλήθειας ό,τι και για άλλες έννοιες που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης: ότι είναι όλο και περισσότερο εμφανές πως θα πρέπει να αναζητήσουμε τις πηγές της ορολογίας και της σκέψεως του αγίου Ιωάννη στο περιβάλλον της μετά-βιβλικής ιουδαϊκής γραμματείας· δεν θα πρέπει όμως να παραβλέψουμε το ότι αυτή η εβραϊκή παράδοση ξεκινά ακριβώς μέσα από τα τελευταία βιβλία της Π. Δ.
Γ. Σκοπός και μέθοδος
Για την ορθή λοιπόν ερμηνεία της κατά Ιωάννη αλήθειας είναι  απαραίτητες δυο προϋποθέσεις: πρώτον να διευρυνθεί η βάση της έρευνας του ιστορικού υπόβαθρου· και δεύτερον να αναλυθεί λεπτομερώς η έννοια της αλήθειας μέσα στο φιλολογικό και θεολογικό πλαίσιο των ίδιων των κειμένων του Ευαγγελιστή.
1. Σε ότι αφορά το ιστορικό υπόβαθρο, προκειμένου να μην υπάρξουν αποκλεισμοί, πραγματοποιήσαμε εκτεταμένη έρευνα της έννοιας της αλήθειας, πρώτα στην Βίβλο (μασοριτικά κείμενα και ελληνική μετάφραση) και την εβραϊκή παράδοση ( αποκρυφικά κείμενα και χειρόγραφα του Κουμράν) και έπειτα επίσης στους Έλληνες συγγραφείς της κλασσικής και της ελληνιστικής εποχής, στους παπύρους, στα αρχαία γνωστικά κείμενα, και τέλος στα πρώτα χριστιανικά γραπτά. Αποφύγαμε όμως, για να μην επιβαρύνουμε την έρευνα, να εκθέσουμε συνθετικά και συστηματικά το τι σημαίνει η αλήθεια σε κάθε μια από αυτές τις παραδόσεις. Μας φάνηκε επαρκές να χρησιμοποιήσουμε αυτό το υλικό απλά και μόνο σε άμεση συνάρτηση με τα κείμενα του Ιωάννη που αποτελούν αντικείμενο αυτής της μελέτης.
Κρίναμε όμως αναγκαίο, σε ένα εισαγωγικό κεφάλαιο να κάνουμε μια γενική αντιπαράθεση ανάμεσα στην ιδέα της αλήθειας στον Ιωάννη και στο ελληνιστικό και γνωστικό δυαλισμό. Και τούτο γιατί μέχρι πρόσφατα επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί η αλήθεια κυρίως μέσω αυτών των φιλοσοφικών θεωριών. Η συγκριτική αυτή μέθοδος θα δείξει εξ αρχής ότι μια τέτοια ερμηνεία δεν ευσταθεί.
Σε κάθε ένα από τα επόμενα κεφάλαια θα ερευνήσουμε συστηματικά την ορολογία της αλήθειας στον Ιωάννη προκειμένου να διακρίνουμε με ακρίβεια κάθε φορά την προέλευσή της. Εδώ απαιτείται αυστηρή τήρηση μεθόδου. Και τούτο διότι ο μόνος εφικτός τρόπος επίλυσης του προβλήματος προέλευσης (προκαθορισμού) του θέματος είναι η αναζήτησή της στο φιλολογικό (γραμματολογικό) επίπεδο. Σχεδόν σε όλη την αρχαία Εγγύς Ανατολή συναντάμε κείμενα σχετικά την αλήθεια· είναι επομένως πολύ πιθανό – και όντως συνέβη πολλές φορές – να συγκρίνονται τα κείμενα του Ιωάννη, με διάφορα αποσπάσματα παρόμοιων κειμένων, δανεισμένων από κάποιες συλλογές κειμένων της εποχής. Όπως αποδεικνύεται από την σύντομη έρευνά μας πάνω στην ερμηνευτικές προσπάθειες της κατά Ιωάννη αλήθειας τα τελευταία 100 χρόνια, μπορεί με αυτό τον τρόπο να αποδείξει κανείς τα πάντα. Δηλαδή να μην αποδείξει στην ουσία τίποτε! Για να προσδιορίσουμε ακριβώς την παράδοση με την οποία συνδέεται το θέμα μας, θα πρέπει να ξεκινήσουμε από μια συγκεκριμένη ανάλυση της ορολογίας και των γραμματολογικών μορφών διατύπωσης του αγίου Ιωάννη· αυτής λοιπόν της ορολογίας και αυτών των γραμματολογικών διατυπώσεων θα πρέπει να αναζητήσουμε την προέλευση. Διότι η επίδραση των ρευμάτων σκέψεως στους συγγραφείς εκδηλώνεται μέσα από την γλώσσα (διατύπωση), επειδή σ’ αυτήν εκφράζεται η σκέψη· αναλύοντας λοιπόν την γλώσσα του συγγραφέα ελπίζουμε να ανιχνεύσουμε την παράδοση στην οποία ανήκει. Έτσι η έρευνα της ορολογίας και της γραμματολογικής διατύπωσης του Ιωάννη θα αποτελέσουν την βάση ολόκληρης της μελέτης μας.
Στο έργο αυτό αφιερώνουμε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο σε κάθε μορφή διατύπωσης της λέξης «αλήθεια». Κάθε ένα από αυτά εξετάζει μια ιδιαίτερη όψη της ορολογίας που χρησιμοποιεί ο Ιωάννης (για παράδειγμα, στο κεφάλαιο I, την συχνή σχέση ανάμεσα στο θέμα του «λόγου» και της «αλήθειας», καθώς και το γεγονός ότι η αλήθεια στον Ιωάννη είναι προϊόν ακρόασης και όχι οράματος), ή ακόμη μια χαρακτηριστική διατύπωση (όπως «μαρτυρείν την αλήθεια» στο κεφάλαιο ΙΙ, και εν αληθεία στο κεφάλαιο IXκ.τ.λ.). Σε κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις θα αναζητήσουμε την γραμματολογική προέλευση της διατύπωσης. Και θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται σχεδόν πάντοτε για την ιουδαϊκή παράδοση και κυρίως την αποκαλυπτική. Σε ότι αφορά την ορολογία του Ιωάννη σχετικά με την αλήθεια, δεν θα συναντήσουμε σχεδόν καμία διατύπωση που να αντιπροσωπεύει πραγματικά τον ελληνιστικό δυαλισμό.
2. Η μελέτη όμως της γλωσσικής και της γραμματολογικής διατύπωσης καθώς και της προέλευσή τους, όσο απαραίτητη και αν κρίνεται, δεν επαρκεί. Αυτή η μορφή ανάλυσης δεν είναι αρκετή για να κατανοήσουμε πραγματικά τί αντιπροσωπεύει για τον Ιωάννη η πληρότητα τής αλήθειας· μας αποκαλύπτει απλώς την γλώσσα την οποία μεταχειρίζεται. Ο κίνδυνος αυτής της μεθόδου, αν εφαρμοστεί με αποκλειστικό τρόπο, είναι ότι περιορίζει την αναφορά του δόγματος του Ευαγγελιστή στο επίπεδο των πηγών της· ερμηνεύοντας κυρίως το θέμα με αναφορά στην προέλευση της έννοιας περιορίζεται το ενδιαφέρον σε ότι νέο, πρωτότυπο και καθεαυτό χριστιανικό προσφέρει ο συγγραφέας στην θεολογία της αλήθειας.
Έτσι, σε κάθε ένα από τα επόμενα κεφάλαια – αφού αναδείξουμε την προέλευση των μορφών της έννοιας της αλήθειας – θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε μια κατά το δυνατόν πληρέστερη ερμηνεία, μέσα στο γλωσσικό περιβάλλον του ιδίου του αγ. Ιωάννη. Και θα παρατηρήσουμε πολύ συχνά ότι ο Ευαγγελιστής έδωσε σε έννοιες βιβλικής ή ιουδαϊκής προέλευσης ένα σχετικά νέο περιεχόμενο, χωρίς να παραλείψει εντελώς την ελληνιστική παράδοση. Μερικές φορές επίσης τροποποίησε το λεξιλόγιό του· ο λόγος είναι απλός: οφείλεται στην ανάγκη να εκφράσει την νέα χριστιανική και κυρίως χριστολογική πραγματικότητα.
Ερμηνεύοντας επομένως τον τρόπο διατύπωσης του Ιωάννη θα επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε σε βάθος την σκέψη του συγγραφέα, ελπίζοντας έτσι, να ανακαλύψουμε προοδευτικά την συνολική αντίληψη του αγίου Ιωάννη για την αλήθεια.
Στα γενικά συμπεράσματα θα παρουσιάσουμε περιληπτικά τα αποτελέσματα της έρευνας στις ιστορικές πηγές τού θέματος, και στη συνέχεια μια συνθετική μελέτη τής περί αληθείας θεολογίας του Ιωάννη· και τέλος θα επιδιώξουμε να αποδείξουμε ότι αυτή η αντίληψη της αλήθειας παρέμεινε ζωντανή μέσα στην χριστιανική παράδοση.
3. Το συνολικό πλάνο εργασίας αυτής της μελέτης ακολουθεί την εξής σειρά:
α. Τα κεφάλαια που ακολουθούν, μετά το εισαγωγικό κεφάλαιο, εξετάζουν το καθένα μια διαφορετική διατύπωση ή μια συγκεκριμένη γλωσσική έκφραση του Ιωάννη.
β.  Η επιλογή της σειράς αυτών των κεφαλαίων θα μπορούσε να ονομασθεί γενετική. Μετά το κεφάλαιο Ι, γενικού περιεχομένου, που εξετάζει την σχέση ανάμεσα στις έννοιες του λόγου και την αλήθειας, όλα τα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν σε γενικές γραμμές την ίδια την εξέλιξη της αποκαλύψεως. Στο κεφάλαιο ΙΙ, η έκφραση «μαρτυρείν την αλήθεια» μας οδηγεί σε δύο μάρτυρες της αληθείας: πρώτα στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και κατόπιν στον ίδιο τον Χριστό· και στις δύο περιπτώσεις η μαρτυρία μας οδηγεί στην γνωριμία με τον Ιησού. Στο κεφάλαιο ΙΙΙ θα εξετάσουμε πρώτα το τέλος του προλόγου (1, 14-18) και έπειτα το χωρίο 14,6· και στα δύο αυτά αποσπάσματα, η αλήθεια τείνει να εξομοιωθεί με το πρόσωπο του Ιησού. Στα δύο επόμενα κεφάλαια θα μελετήσουμε διαδοχικά τις διαφορετικές διατυπώσεις που καθιερώνουν την σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και το Πνεύμα: πρώτα μέσα από χωρία της 1ης επιστολής (κεφ. IV) και κατόπιν στους αποχαιρετιστήριους λόγους του Ευαγγελίου (κεφ.V).
Στα κεφάλαια VI ως XII που αποτελούν τον 2ο τόμο, θα αναλύσουμε τις διάφορες εκφράσεις που περιγράφουν τον ρόλο της αλήθειας στην χριστιανική ζωή: «γιγνώσκειν την αλήθεια», «υπάρχειν στην αλήθεια» και κυρίως οι διαφορετικές ερμηνείες της έκφρασης εν αληθεία ) για παράδειγμα «αγαπάν εν αληθεία», «λατρεύειν εν πνεύματι αληθείας», «πορεύεσθαι εν αληθεία» κ.τ.λ.) Στο κεφάλαιο XII αναλύονται οι μεγάλες αντιθέσεις του Ιωάννη: η αλήθεια και το ψέμμα, η αλήθεια και η πλάνη, η αλήθεια και η αμαρτία.
γ. Η σειρά που ακολουθήθηκε σ’ αυτή την μελέτη εξυπηρετώντας τους σκοπούς της οικονομίας της αποκαλύψεως ανταποκρίνεται στην διαδοχή των ιερών κειμένων. Έτσι διακρίναμε τρείς μεγάλες ολότητες που σχηματίζουν το γενικό πλαίσιο μέσα στο οποίο καταγράφονται ευδιάκριτα όλες οι πλευρές του θέματος της κατά Ιωάννη αλήθειας και μοιράσαμε τα 12 κεφάλαια αυτής της εργασίας σε τρία μεγάλα μέρη:
-- Ο Ιησούς και η αλήθεια (τόμος Ι: κεφ. Ι – ΙΙΙ)
-- Το Πνεύμα και η αλήθεια (τόμος Ι: κεφ IV – V)
-- Ο πιστός και η αλήθεια  (τόμος ΙΙ: κεφ. VI – XII)

Συνεχίζεται 
Αμέθυστος

Γιά νά γνωρίσουμε κάτι από τά όπλα πού περιέχει τό οπλοστάσιο τού εχθρού. Γιά νά κατανοήσουμε γιατί απέτυχαν οι διάλογοι. 
Διότι δέν μπορούμε νά υπερασπιστούμε πλέον τήν αλήθεια τής πίστεώς μας. Τήν αγνοούμε.
 Όταν εμείς ανταλλάσσουμε λασπολογίες οι εχθροί οχυρώνονται.
 Ποιός θά πείσει ότι η Μία Καθολική καί  Αποστολική  εκκλησία είναι η Ορθόδοξη;; 
Γιά νά δούμε ότι πλέον μπροστά τους είμαστε άνθρωποι τών σπηλαίων. Οτι είμαστε τρίτης κατηγορίας. ΟΙ ΚΩΜΙΚΟΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Αμέθυστος

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Αλήθεια αφού η λέξη Ζωή είναι πρώτη σε χρήση από τον άγιο γιατί δεν αφιερώνουμε κάποιο σύγγραμμα και για αυτήν;Ο άγιος Ιωάννης μας λέει ξεκάθαρα σε κάθε λέξη πως ο Κύριος Ήταν, Είναι, και θα Είναι Πάντα Εδω και εμείς ψάχνουμε να δούμε τι θέλει να πει με την λέξη αλήθεια. ΤΥΦΛΑ. Πίσσα σκοτάδι.