Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η επινόηση της αναλογίας 4

Συνέχεια από  Παρασκευή 26. Δεκεμβρίου 2025




Η επινόηση της αναλογίας 4

Μεταφυσική και οντοθεολογία

Του Jean-François Courtine

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

......Αν η μπρεντανιανή συστηματοποίηση των πολλαπλών σημασιών λειτουργεί με τρόπο απολύτως κλασικό (θα επανέλθουμε σε αυτό), ακολουθώντας το καθοδηγητικό νήμα μιας διδασκαλίας περί της αναλογίας του είναι —μιας διπλής και σύνθετης διδασκαλίας που επιδιώκει να συνδυάσει την αναλογία της αναλογικότητας με την αναλογία της απόδοσης—, με κύριο μέλημα του Brentano πάντοτε τη δυνατότητα να συναχθούν όλες οι διαφοροποιημένες σημασίες από μία σημασία που θεωρείται ενιαία και κεντρική, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν ο Heidegger άσκησε ποτέ κριτική στο ίδιο το αρχικό αξίωμα αυτής της συστηματοποίησης (Πρβλ. κεφ. V, §3: Οι κατηγορίες είναι διάφορες σημασίες του ὄντος που εκφέρεται σε σχέση με αυτές κατ’ ἀναλογίαν, και μάλιστα με διττό τρόπο: σύμφωνα με την αναλογία της αναλογικότητας και σύμφωνα με την αναλογία μέσω αναφοράς σε έναν και τον αυτό όρο.).

Προτού επιχειρήσουμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα, χρειάζεται να αναλύσουμε συνοπτικά το κεφάλαιο V της Διατριβής, υπενθυμίζοντας καταρχάς τα «συμπεράσματά» του, όπως αυτά διατυπώνονται στους τίτλους τεσσάρων καθοδηγητικών παραγράφων:
§4: Οι κατηγορίες είναι οι ανώτατες κοινές συνώνυμες έννοιες, τα ύψιστα γένη του είναι.
§5: Οι κατηγορίες είναι τα ανώτατα κατηγορήματα της πρώτης ουσίας.
§6: Οι κατηγορίες διακρίνονται σύμφωνα με τη διαφορά της σχέσης τους προς την πρώτη ουσία.
§7: Οι κατηγορίες διακρίνονται σύμφωνα με τους διάφορους τρόπους κατηγόρησης......


Από αυτούς τους τίτλους προκύπτει ήδη αυτό που μπορεί να θεωρηθεί ως το γενικό συμπέρασμα της πραγματείας:
Από εκείνο που είναι το λιγότερο κυριολεκτικά ον, ανυψωθήκαμε προοδευτικά στο ον που είναι το κυριολεκτικότερο. Από τις τέσσερις αποδοχές του ὄν-τος, στις οποίες αυτό διασπάται εξαρχής, εκείνη του ὄν-τος, όπως αυτό υποδιαιρείται σύμφωνα με τα σχήματα των κατηγοριών, μας φάνηκε ως η σημαντικότερη ⟨το ὄν που διασπάται σε κατηγορίες είναι πράγματι ταυτόσημο με το ὂν ἐνεργεία⟩. Αλλά, καθώς δείξαμε επίσης […] ότι οι κατηγορίες μπορούν να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο μόνον καθ’ όσον όλες αναφέρονται σε ένα ον, εκείνο της πρώτης κατηγορίας, οι άλλες πρέπει, κυριολεκτικώς, να λέγονται καθεμία ενός όντος μάλλον παρά ον· είναι λοιπόν αυτή, η οὐσία, που είναι πρωτίστως, που δεν είναι απλώς κάτι, αλλά είναι απλώς και καθαυτή, και αν το «πρῶτον» λέγεται με πολλούς τρόπους, από όλα τα όντα η οὐσία προηγείται από κάθε άποψη, τόσο κατά τον λόγο όσο και κατά τη γνώση και κατά τον χρόνο ⟨Ζ 1, 1028 a 30⟩. Το Είναι της είναι ο όρος προς τον οποίο όλα τα άλλα αναφέρονται αναλογικά, όπως ακριβώς η υγεία είναι ο όρος χάριν του οποίου όλα όσα σχετίζονται με αυτήν ονομάζονται «υγιή», είτε επειδή βρίσκονται σε καλή υγεία, είτε επειδή είναι αιτία ή σημεῖο της υγείας κτλ. Εάν λοιπόν η μεταφυσική είναι πράγματι η επιστήμη του όντος καθ’ αυτό, είναι σαφές ότι το κύριο αντικείμενό της είναι η οὐσία· διότι απέναντι σε τέτοιες αναλογίες, η επιστήμη πραγματεύεται πάντοτε κυρίως εκείνο που είναι πρώτο, από το οποίο εξαρτώνται όλα τα άλλα όντα και από το οποίο λαμβάνουν το όνομά τους. Είναι λοιπόν την οὐσία που ο πρῶτος φιλόσοφος ⟨De Anima, 1, 1, 403 b 16⟩ οφείλει να διερευνήσει ως προς τις ἀρχές και τα αἴτια, αυτήν που έχει κατά προτεραιότητα, κυρίως και, θα έλεγε κανείς, μόνον (zuerst und vornehmlich und so zu sagen allein), να θεωρήσει (Op. cit., p. 219-220.).

Κατά μία έννοια, όλη η μπρεντανιανή (αναλογίζουσα) συστηματοποίηση συνοψίζεται στην ερμηνεία τού πολλαχῶς: τὸ ὄν λέγεται πολλαχῶς — το Είναι λέγεται κατά πολλούς τρόπους. Αυτό το πολλαχῶς δεν σημαίνει μόνον ότι κάτι εκφέρεται με πολλούς τρόπους, αλλά ακόμη ότι εκφέρεται σύμφωνα με διαφορετικές αποδοχές του ίδιου όρου.

Αφού υπενθυμίσει ότι για τον Αριστοτέλη το Είναι δεν είναι γένος (Métaphysique, B 3, 998 b 22.), ο Brentano τονίζει αμέσως ότι πέρα από την «πιο στενή ενότητα» (strengere Einheit) του γένους, υπάρχει ακόμη χώρος για μια άλλη ενότητα: «η ενότητα που αποδίδεται από τον Αριστοτέλη ⟨στο Είναι⟩ είναι εκείνη της αναλογίας, η οποία εκτείνεται πιο πέρα και περιλαμβάνει επίσης και τα ὁμώνυμα». Σε αυτήν την ενότητα της αναλογίας βρίσκεται «υποτεταγμένη» η αυστηρότερη ενότητα του γένους: η γενική ενότητα. Και αφού μνημονεύσει τις διακρίσεις της Μεταφυσικής Α 6, που αφορούν τις διάφορες μορφές ενότητας: κατά τον αριθμό (ατομικώς), κατά το εἶδος, κατά το γένος, κατ’ ἀναλογίαν — και, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται προφανώς για αναλογία κατά αναλογικότητα, όπως δείχνει η διευκρίνιση που προσθέτει ο Αριστοτέλης: λέγονται ένα όλα όσα είναι το ένα προς το άλλο όπως ένα τρίτο είναι προς ένα τέταρτο — ο Brentano συνεχίζει αμέσως παραπέμποντας στη Μεταφυσική Γ 2 (1003 a 33), προσδίδοντας έτσι μια εμφατική έμφαση στο ἕν τού πρὸς ἕν:
Βεβαίως, το Είναι λέγεται κατά πολλές αποδοχές, αλλά ως προς την αναφορά του προς το ἕν και προς μία μόνη φύση (im Verhältniß zu Einem und zu Einer Natur), και όχι ομωνύμως, αλλά όπως ακριβώς όλα όσα είναι υγιή αναφέρονται στην υγεία: το ένα επειδή τη διατηρεί, το άλλο επειδή την παράγει, το άλλο επειδή είναι σημείο της υγείας, το άλλο επειδή είναι δεκτικό της (Op. cit., σ. [89–90]).

Εδώ παρακολουθούμε, αν μπορεί κανείς να μιλήσει έτσι, την κλασική σύμπτωση (ή «τηλεσκόπηση») τού κατ᾿ ἀναλογίαν και τού πρὸς ἕν, η οποία βρίσκει την πιο οξεία της έκφραση σε ορισμένο σχόλιο του locus classicus (Ἠθικὰ Νικομάχεια, Α΄, 4, 1096 b 25). Ύστερα από μια αναπόφευκτη αναφορά στην αρχή της πραγματείας Κατηγορίαι και στη διάκριση μεταξύ των «ὁμωνύμων» και των «συνωνύμων» (Ας υπενθυμίσουμε εδώ αυτούς τους κλασικούς ορισμούς (Κατηγορίαι 1 a 1–12):
«Ὁμώνυμα λέγεται όσα έχουν κοινό μόνο το όνομα, ενώ ο λόγος τῆς οὐσίας που αντιστοιχεί στο όνομα είναι διαφορετικός· για παράδειγμα, λέγεται ζῷον τόσο ο άνθρωπος όσο και η ζωγραφική παράστασή του· [λέγονται ομώνυμα] διότι έχουν κοινό μόνο το όνομα, ενώ ο λόγος τῆς οὐσίας που αντιστοιχεί στο όνομα είναι διαφορετικός· διότι, αν πρέπει να δώσει κανείς τον ορισμό τοῦ τί ἐστιν, για καθένα από αυτά, το να είναι ζῷον, θα δώσει για καθένα έναν ίδιον ορισμό. — Συνώνυμα λέγεται όσα έχουν το όνομα κοινό και των οποίων ο λόγος τῆς οὐσίας, που αντιστοιχεί στο όνομα, είναι ο ίδιος· για παράδειγμα, [λέγεται] ζῷον [έμψυχο ον] τόσο ο άνθρωπος όσο και ο βους· [λέγονται συνώνυμα] διότι και τα δύο αποκαλούνται με το κοινό όνομα ζῷον και ο λόγος τῆς οὐσίας, που αντιστοιχεί στο όνομα, είναι ο ίδιος. Διότι, αν πρέπει να δώσει κανείς τον ορισμό για καθένα από αυτά, τοῦ τί ἐστιν, για καθένα, το να είναι ζῷον, θα δώσει τον ίδιο ορισμό».

(Κατηγορίαι, παρουσίαση, μετάφραση και σχόλιο των F. Ildefonse και J. Lallot, «Points», Παρίσι, Seuil, 2002. Βλ. επίσης την έκδοση και σχολιασμένη μετάφραση του R. Bodéüs, Αριστοτέλης, Κατηγορίαι, Παρίσι, Les Belles Lettres (CUF), 2001, σ. 1–3· 73–74.)), ανάμεσα στα οποία κατανέμονται όλα εκείνα στα οποία αποδίδεται το ίδιο όνομα, ο Brentano εισάγει μια νέα διάκριση, η οποία μπορεί βεβαίως να επικαλεστεί τον Αριστοτέλη: πρέπει να διακρίνεται το ὁμώνυμον με τη στενή έννοια, με το οποίο ο Αριστοτέλης εννοεί απλώς αυτό που αλλού αποκαλεί ὁμωνυμία ἀπὸ τύχης, δηλαδή «καθαρή ὁμωνυμία», και, από την άλλη, η ὁμωνυμία κατ᾿ ἀναλογίαν — η οποία, παραδόξως, προορίζεται να διαφωτίσει τη δομή τού πρὸς ἕν. Και ο Brentano επικαλείται προς στήριξη αυτής της ταύτισης το χωρίο των Ἠθικῶν Νικομαχείων Α΄, 4, όπου όμως ο Αριστοτέλης διακρίνει προσεκτικά διαφορετικές δυνατότητες, αμοιβαίως αποκλειόμενες, σε απάντηση στο ερώτημα αν τα αγαθά ανταποκρίνονται σε μία και μοναδική «ιδεατή μορφή»:
«…ο λόγος που ορίζει το αγαθό θα έπρεπε να είναι ο ίδιος σε όλες τις περιπτώσεις, όπως στην περίπτωση του χιονιού και της ψιμύθου, όπου ο λόγος που ορίζει το λευκό είναι ο ίδιος. Όμως η τιμή, η φρόνηση και η ἡδονή ορίζονται με άλλους λόγους, διαφορετικούς όταν τα ορίσουμε.»

Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να θεωρούμε το ἀγαθόν ως κάποια κοινή πραγματικότητα σύμφωνα με μία μόνη ἰδέα, ούτε ανταποκρίνεται σε μία και μοναδική ιδεατή μορφή. Πώς όμως τότε λέγεται; Διότι σε κάθε περίπτωση δεν μοιάζει με εκείνες τις πραγματικότητες των οποίων η ἰσοσημία (ἡ ὁμωνυμία) οφείλεται στην τύχη. Μήπως, λοιπόν, προέρχονται από ένα και μόνο αγαθό; Ή ότι όλα συντελούν προς ένα και μόνο; Ή μάλλον ότι έχουν μεταξύ τους σχέση κατ᾿ ἀναλογίαν; (Αριστοτέλης, Ἠθικὰ Νικομάχεια, μετάφραση και παρουσίαση του R. Bodéüs, Παρίσι, GF-Flammarion, 2004, σ. 63–64.)
οὐκ ἔστι ἄρα τὸ ἀγαθὸν κοινόν τι κατὰ μίαν ἰδέαν, ἀλλὰ πῶς δὴ λέγεται; οὐ γὰρ ἔοικε τοῖς γε ἀπὸ τύχης ὁμωνύμοις, ἀλλ᾿ ἄρά γε τῷχ᾿ ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἢ πρὸς ἓν ἅπαντα συντελεῖν, ἢ μᾶλλον κατ᾿ ἀναλογίαν;

Και ο Brentano καταλήγει ήρεμα, από αυτό ακριβώς το χωρίο, στο εξής συμπέρασμα:
το Είναι δεν αποδίδεται στις κατηγορίες κατά τρόπο καθαρής ὁμωνυμίας, τυχαίας ὁμωνυμίας, αλλά τους αποδίδεται κατ᾿ ἀναλογίαν (Brentano, op. cit., σ. [91].).


Αυτή ακριβώς η θέση οδηγεί τον Brentano να συζητήσει διεξοδικά την ερμηνεία, φιλολογικώς πολύ ακριβέστερη, που είχε προτείνει ο Trendelenburg για τις αριστοτελικές χρήσεις του όρου ἀναλογία στη Geschichte der Kategorienlehre (Geschichte der Kategorienlehre. I, Die Kategorienlehre des Aristoteles, Βερολίνο 1846 (ανατύπωση G. Olms, Hildesheim, 1979)· μπορεί κανείς να συμβουλευθεί την εξαιρετική ιταλική μετάφραση υπό τη διεύθυνση του G. Reale (Μιλάνο, Vita e Pensiero, 1994), η οποία περιλαμβάνει ως παράρτημα την Ακαδημαϊκή Διάλεξη: De Aristotelis categoriis. Βλ. επίσης, στην ίδια σειρά, τη μετάφραση του Hermann Bonitz, Über die Kategorien des Aristoteles, Sitzungsberichte der Kaiserlichen Akademie der Wissenschaften in Wien (Φιλοσοφική-Ιστορική Τάξη, τόμ. X, τεύχ. 5, 1883), σ. 591–645, Sulle Categorie di Aristotele, επιμ. G. Reale, Μιλάνο, 1995.). Ο Trendelenburg παρατηρούσε ότι, στον Αριστοτέλη, η αναλογία, με την πρωταρχική και κυριολεκτική σημασία του όρου, είναι κάτι ποσοτικό, που παραπέμπει στη μαθηματική αναλογία όπως αυτή μπορεί να εγκαθιδρυθεί μεταξύ τεσσάρων όρων, ώστε η ουσία της να συνίσταται σε μια ἰσότης λόγων (ἰσοτὴς λόγων). Μια τέτοια αναλογία μπορεί όμως να βρει θέση και στο πεδίο της ποιότητας, όπως αποδεικνύει το παράδειγμα που δίνει ο ίδιος ο Αριστοτέλης στο ήδη μνημονευμένο χωρίο των Ἠθικῶν Νικομαχείων:
«Ὃπερ γὰρ ὄψις πρὸς σῶμα, τοῦτ᾿ ἂν εἴποι τις νοῦν πρὸς ψυχήν».

Πρέπει ωστόσο να διευκρινισθεί ότι μια τέτοια αναλογικότητα στον χώρο της ποιότητας μπορεί και η ίδια να λάβει χώρα με διάφορους τρόπους:
όταν μία και η αυτή ποιότητα, στον ίδιο ή σε διαφορετικό βαθμό —διότι και η ποιότητα δέχεται το μᾶλλον καὶ ἧττον— αποδίδεται σε διαφορετικά υποκείμενα, για παράδειγμα όταν το σώμα Α είναι θερμότερο από το σώμα Β, όπως το σώμα Β είναι θερμότερο από το σώμα Γ. Εδώ έχουμε μια σύγκριση που, ως έναν βαθμό, παραμένει ακόμη ποσοτική·
όταν διαφορετικές ποιότητες αναφέρονται, με τον ίδιο τρόπο, σε περισσότερα υποκείμενα, όπως όταν λέμε, για παράδειγμα, ότι αυτό είναι τόσο θερμό όσο εκείνο είναι λευκό (De Generatione et corruptione II, 6, 333 a 28–29 Πρβλ. το σχόλιο ad loc. της έκδοσης H. H. Joachim, Aristotle, On coming-to-be and passing-away, Οξφόρδη 1922 (ανατύπωση G. Olms, Hildesheim 1970), σ. 232–233. Πρβλ. επίσης 645 b 6–10.)·
– όταν ετερογενείς πραγματικότητες παρουσιάζουν σχέσεις αναλογίας, σύμφωνα με το παράδειγμα του De partibus animalium I, 4, 644 a 16: «Ἕνα πτηνό διαφέρει από ένα άλλο πτηνό κατά το μᾶλλον, δηλαδή κατά περίσσεια (το ένα έχοντας μεγάλες, το άλλο μικρές πτέρυγες), ενώ το ψάρι θα διαφέρει από το πτηνό κατ᾿ ἀναλογίαν (ὅπερ γὰρ ἡ πτὴρ πρὸς τὸ ὄρνεον, τοῦτ᾿ ἐστὶν ἡ λεπίς πρὸς τὸν ἰχθύν)».

Έτσι, καταλήγει ο Brentano, ανάμεσα στα πράγματα που δεν έχουν ταυτότητα παρά μόνον ως προς το όνομα και όχι ως προς την έννοιά τους —ανάμεσα δηλαδή στους ὁμωνύμους με την ευρεία έννοια— διακρίνονται εκείνα των οποίων η ὁμωνυμία δεν είναι καθαρώς τυχαία: είναι λιγότερο ὁμώνυμα και, συνεπώς, πρέπει να αποκλεισθούν πλήρως από την ὁμωνυμία με τη στενή έννοια του όρου. Αυτά σχεδόν προσεγγίζουν τα συνώνυμα· διότι, πέρα από το όνομα που έχουν κοινό, υπάρχει μεταξύ τους, αν όχι κοινότητα, τουλάχιστον εννοιολογική συγγένεια, μια ομοιότητα αντί για ταυτότητα, μια ισότητα σχέσεως αντί για ισότητα οὐσίας. Ό,τι αυτό σημαίνει, σε σχέση με το είναι, είναι ότι «αν το ὄν δεν μπορεί να είναι συνώνυμο για τις διάφορες κατηγορίες, δεν στερείται ωστόσο αυτής της αναλογικής ομοιότητας ως προς αυτές». Μέχρι εδώ, στα μάτια του Brentano, μπορεί κανείς να ακολουθήσει τον Trendelenburg· αλλά πρέπει ακόμη να γίνει ένα βήμα παραπέρα: ο Αριστοτέλης δεν είπε απλώς ότι «οι κατηγορίες ονομάζονται από κοινού ὄν, καθόσον ό,τι ανήκει στη μία αναφέρεται σε μία έννοια του Είναι, όπως ό,τι περιέχεται σε μια άλλη αναφέρεται σε μια άλλη έννοια του Είναι», αλλά δήλωσε ότι το Είναι λέγεται μεν κατά πολλαχούς τρόπους, πλην όμως στην αναφορά του προς το ἕν και προς μία μοναδική φύση· και αυτό το ἕν, αυτή η μοναδική φύση, δεν είναι άλλη από την οὐσία.

Πιστεύουμε λοιπόν ότι, πέρα από τον τρόπο της αναλογίας που εξετάζει ο Trendelenburg, πρέπει να συγκρατήσουμε και έναν δεύτερο, ο οποίος επίσης καταλαμβάνει αυτήν την ενδιάμεση θέση που μένει κενή ανάμεσα στη συνωνυμία και την καθαρή ὁμωνυμία. Αυτός ο άλλος τρόπος αναλογίας συνίσταται και πάλι στο να συγγενεύει ετερογενή πράγματα, τα οποία φέρουν το ίδιο όνομα, όχι ἀπὸ τύχης αλλά κατ᾿ ἀναλογίαν· όμως η συγγένεια που εμφανίζεται εδώ διαφέρει από εκείνη που ήδη αναφέρθηκε. […] Βρισκόμαστε ενώπιον μιας σχέσης προς την ίδια έννοια ως όρο, μιας αναφοράς στην ίδια ἀρχή (πρὸς μίαν ἀρχήν, Γ 2, 1003 b 6). Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο ο Αριστοτέλης εκφράζει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα ἀνάλογα και στα συνώνυμα λέγοντας ότι τα τελευταία είναι κυρίως καθ’ ἕν, ενώ τα πρώτα είναι μόνον πρὸς ἕν ή μπορούν να λεχθούν καθ’ ἕν μόνο σε κάποιον βαθμό.

Το ὄν που αποδίδεται στις κατηγορίες είναι λοιπόν, κατά τον Αριστοτέλη, ανάλογο και με αυτόν τον τρόπο. Δεν είναι μόνον η ισότητα των σχέσεων ως προς το εκάστοτε ὄν που τις διακρίνει από την καθαρώς τυχαία ὁμωνυμία, αλλά επιπλέον η αναλογία εκείνου που βλέπει προς έναν και τον αυτόν όρο (die Analogie durch die Hinsicht auf einen und denselben Terminus).

Είναι λοιπόν σαφές ότι το Είναι είναι, για τις διάφορες κατηγορίες, ένα ὁμώνυμον, ότι όμως αυτές δεν είναι ὁμώνυμα ἀπὸ τύχης, δηλαδή κατά καθαρώς τυχαία ὁμωνυμία, αλλά κατ’ ἀναλογίαν, και μάλιστα σύμφωνα με τον διπλό τρόπο της αναλογίας: αναλογία της ισότητας των λόγων και αναλογία εκείνου που αναφέρεται σε έναν και τον αυτόν όρο. Διότι το ὄν της οὐσίας δεν αναφέρεται μόνον σε ό,τι είναι ουσιώδες, όπως το ὄν της ποιότητας σε ό,τι είναι ποιοτικό κ.ο.κ., αλλά και όλες οι κατηγορίες ονομάζονται επίσης όντα πρὸς ἕν καὶ μίαν φύσιν (βλέποντας προς το ένα και προς μία μόνη φύση), σε αναφορά προς το μοναδικό Είναι της οὐσίας.

Ο Heidegger θα ακολουθήσει, κατά μίαν έννοια, τον Brentano στηΝ τείνουσα προς τη μονοσημία.( Πρβλ. F. Volpi, Heidegger e Brentano: l’aristotelismo e il problema dell’univocità dell’essere nella formazione filosofica del giovane Martin Heidegger, Πάδοβα, CEDAM, 1976, σ. 113 κ.ε) ανάγνωσή του (απορρίπτοντας ωστόσο τη λανθασμένη λύση —ή, καλύτερα, το αδιέξοδο— της αναλογίας· θα επανέλθουμε σε αυτό), και κατόπιν θα επιχειρήσει αποφασιστικά, και κατά στάδια, να διαρρήξει το υπερβολικά στενό μπρεντανιανό πλαίσιο που περιορίζει, στις κατηγορίες με την αυστηρή έννοια (τὰ σχήματα τῆς κατηγορίας), το ζήτημα των πολλαπλών αποδοχών του Είναι (Έχουμε εξετάσει με πιο συστηματικό τρόπο τη χαϊντεγγεριανή κριτική της analogia entis στο έργο Οι κατηγορίες του Είναι. Μελέτες αρχαίας και μεσαιωνικής φιλοσοφίας, Épiméthée, Παρίσι, PUF, 2003, κεφ. VII.). Η ουσιώδης διαφορά που χωρίζει εξαρχής τις δύο θέσεις έγκειται, στον Heidegger, στην εγκατάλειψη της ρεαλιστικής σκοπιάς του Brentano, επικεντρωμένης στην κατηγορία του Είναι (ὄν), προς όφελος μιας κριτικο-υπερβατολογικής σκοπιάς, σε αναφορά προς την κρίση και προς τη σφαίρα της ισχύος ή του νοήματος που είναι ίδιο στην κρίση και ανοίγεται από την κρίση. Όλα συμβαίνουν σαν η πρώτη χαϊντεγγεριανή ανάγνωση του Brentano–Αριστοτέλη να πραγματοποιείται μέσα από το πρίσμα μιας προβληματικής που προέρχεται ευθέως από τον Husserl και κυρίως από τον Lotze, τον Rickert ή τον Lask.( Πρβλ. ιδίως E. Lask, Η λογική της φιλοσοφίας και η διδασκαλία των κατηγοριών. Μελέτη για την κυριαρχία της λογικής μορφής, γαλλ. μτφρ. L.-F. Courtine, M. de Launay, D. Pradelle, Ph. Quesne, Bibliothèque des textes philosophiques, Παρίσι, Vrin, 2002, ιδίως κεφ. IV, σ. 227–237. Πρβλ. επίσης, ως προς τον εξαιρετικά λακωνικό του χαρακτήρα, το §1 του Sein und Zeit, σ. 3.)

Στον Heidegger συναντούμε επίσης τη διπλή προοπτική μιας κατ’ αρχήν άρνησης της αναλογίκευσης —με την κλασική έννοια της ενότητας αναφοράς ή απόδοσης και της αναλογικότητας— και της άρνησης κάθε πρωταρχικής, «καρδιακής» αναφοράς σε μία αρχική αποδοχή από την οποία θα έπρεπε να αναγνωσθεί το νόημα του Είναι: η αναλογία, σημειώνει ο Heidegger, δεν είναι λύση, αλλά το σημάδι της απορίας μέσα στην οποία έχει εγκλωβισθεί, έχει τειχισθεί η αρχαία φιλοσοφία και, κατόπιν αυτής, ολόκληρη η μεταφυσική παράδοση. Όμως σε αυτήν την απόρριψη της αναλογίκευσης αντιστοιχεί παραδόξως μια εξίσου θεμελιώδης άρνηση της αμφισημίας ή της ανεπανάληπτης διασποράς του Είναι ή των αποδοχών του. Ο Heidegger πράγματι δεν παραιτείται ποτέ —τουλάχιστον έως τη θεματοποίηση του Ereignis και της Ιστορίας τού Είναι στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του τριάντα (GA 33, Aristoteles, Metaphysik 1–3, 16 (σ. 42 κ.ε.), γαλλ. μτφρ. B. Stevens και P. Vandevelde, Παρίσι, Gallimard, 1991: «Die Fragwürdigkeit der Analogie des Seins — Η αναλογία του Είναι: αυτή η κατηγόρηση δεν αποτελεί λύση στο ερώτημα περί του Είναι, δεν συνιστά καν μια γνήσια επεξεργασία της προβληματοποίησής του, αλλά είναι μάλλον ο τίτλος της σκληρότερης απορίας, του αδιεξόδου μέσα στο οποίο έχει τειχισθεί η αρχαία φιλοσοφία και, μαζί της, ολόκληρη εκείνη που την ακολούθησε έως σήμερα».

Πρβλ. ιδίως τα Beiträge zur Philosophie, GA 65, επιμ. F.-W. von Herrmann, Φρανκφούρτη, Klostermann, 1989· GA 69, Die Geschichte des Seyns, επιμ. P. Trawny, Φρανκφούρτη, Klostermann, 1998.)— από την αναζήτηση μιας ενότητας ικανής να υποβαστάξει την άρθρωση των διαφοροποιημένων, ακόμη και σε μεγάλο βαθμό διαφοροποιημένων, αποδοχών (Αυτή η κατευθυντήρια προοπτική, που αναζητεί την ενότητα των πολλαπλών αποδοχών, απαντάται καθαρά και στο μάθημα τού 1927 (GA 24), Τα θεμελιώδη προβλήματα της μεταφυσικής, γαλλ. μτφρ. J.-F. Courtine, Παρίσι, Gallimard, 1985, σ. 43, 213, 273 κ.ε.).

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: