Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 9

Συνέχεια από Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2026

Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 9

John M. Rist

II. ΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΣ: 325–355

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Αφού σπούδασε στην πατρίδα του, την Καισάρεια, κατόπιν στην Αντιόχεια κοντά στον Λιβάνιο το 348/9,¹⁹⁷ και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη, ο Βασίλειος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα περί το 351 και παρέμεινε εκεί ως φοιτητής επί τέσσερα ή πέντε έτη.¹⁹⁸ Κατά την παραμονή του στην Αθήνα συνδέθηκε με τον Γρηγόριο (τον μετέπειτα Ναζιανζηνό) και, το 355, με τον μελλοντικό αυτοκράτορα Ιουλιανό. Εφόσον είναι προφανώς σημαντικό, για την κατανόηση της σκέψης του Βασιλείου, να διαπιστωθεί τι διάβαζε και με τι ασχολείτο στα φοιτητικά του χρόνια, χρειάζεται να γνωρίζουμε όσα μπορούμε για τη φιλοσοφία που ήταν διαθέσιμη στην Καισάρεια, στην Αντιόχεια, στην Κωνσταντινούπολη και, ιδίως, στην Αθήνα.

Για την Καισάρεια της Καππαδοκίας γνωρίζουμε ελάχιστα·¹⁹⁹ η ρητορική άνθιζε (όπως και στην Αντιόχεια), αλλά ως προς τη φιλοσοφία παραμένουμε σχεδόν πλήρως αδαείς. Στην Κωνσταντινούπολη η κατάσταση είναι κάπως παρόμοια. Ο Σώπατρος, μαθητής του Ιαμβλίχου, είχε εμφανισθεί εκεί νωρίτερα μέσα στον αιώνα για σύντομο και ατυχή διάστημα — θα επανέλθουμε σε αυτό — αλλά δεν υφίστατο κάποια αξιόλογη φιλοσοφική παράδοση.

Πού, λοιπόν, διδασκόταν την εποχή αυτή ο Νεοπλατωνισμός, σε διάκριση από τις διάφορες επιβιώσεις του Μέσου Πλατωνισμού, στην ανατολική Μεσόγειο; Για να απαντήσουμε σε αυτό, διαθέτουμε τρεις δυνατές προσεγγίσεις, τις οποίες θα εξετάσουμε διαδοχικά: τη δραστηριότητα του Ιαμβλίχου και των μαθητών του στην Αντιόχεια και αλλού· τον φιλοσοφικό κόσμο της Αθήνας κατά τα πρώτα εξήντα έτη του τέταρτου αιώνα, που περιλαμβάνει και την περίοδο της παραμονής του Βασιλείου· και τις νέες «φιλοσοφικές» εκδοχές του Αρειανισμού, οι οποίες αναδύονται και συνδέονται ιδιαιτέρως με τον Αέτιο, τον μαθητή του Ευνόμιο Κυζίκου και τον προφανή αλληλογράφο του Βικτωρίνου, Κάνδιδο.

Β. Ο ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ


Κατά την παράδοση, ο Πορφύριος πέθανε περί το 305· έχω υποστηρίξει ότι το 310 ίσως είναι καταλληλότερη χρονολογία. Παραδοσιακά, ο Ιάμβλιχος θεωρείται ότι πέθανε περί το 325²⁰⁰ ή το 330·²⁰¹ δεν διαθέτουμε καμία απόδειξη ότι έζησε πέραν του 319,²⁰² αλλά ενδέχεται να επιβίωσε έως ότου η αυλή του Κωνσταντίνου μεταφέρθηκε στη Νικομήδεια το 324. Με άλλα λόγια, μεγάλο μέρος των σταδιοδρομιών του Πορφυρίου και του Ιαμβλίχου επικαλύπτεται χρονικά.²⁰³ Για την Ανατολή το γεγονός αυτό είναι ιδιαιτέρως σημαντικό.

Ο Ιάμβλιχος δεν είναι απλώς σχεδόν σύγχρονος του Πορφυρίου· δίδασκε ήδη στη Συρία, είτε στην Απάμεια είτε στη Δάφνη (προάστιο της Αντιόχειας), από τη δεκαετία του 290.²⁰⁴ Η επιρροή του Πορφυρίου στην Ανατολή, αντιθέτως, είναι έμμεση. Κατά τα ύστερα χρόνια της ζωής του βρισκόταν ελάχιστα, αν βρισκόταν καθόλου, εκεί, και οι μαθητές έπρεπε να προμηθευθούν τα συγγράμματά του αν τα επιθυμούσαν. Προφανώς το Κατὰ Χριστιανῶν κυκλοφορούσε, αλλά στο επίπεδο της καθαρώς τεχνικής φιλοσοφίας θα αναμέναμε τον Ιάμβλιχο και τους μαθητές του να ασκούν μεγαλύτερη επιρροή.

Πράγματι, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι στην Αλεξάνδρεια, για παράδειγμα, η περίοδος του Μέσου Πλατωνισμού (Νουμήνιος, Ωριγένης) θα μεταβαίνει σταδιακά σε μια ιαμβλίχεια περίοδο· και ακριβώς αυτό το ασυνήθιστο μείγμα — μια μεσοπλατωνική διδασκαλία περί Υπέρτατου Νου και μια ιαμβλίχεια διδασκαλία περί τριάδων και μεσαζόντων όρων — συναντούμε στην πρώιμη πέμπτου αιώνα Αλεξάνδρεια, στο έργο του Ιεροκλή.²⁰⁵ Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι ο Πορφύριος και ο Πλωτίνος ήταν άγνωστοι στην ύστερη τέταρτου αιώνα Αλεξάνδρεια· ο Συνέσιος μαρτυρεί το αντίθετο. Αλλά αν σε κάποια πόλη διαπιστώσουμε ότι η φιλοσοφία περνά απευθείας από τον Μέσο Πλατωνισμό στον συριακό Νεοπλατωνισμό, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε τη μετάβαση αυτή εκπληκτική από καθαρά χρονολογική ή ιστορική άποψη.

Δεν χρειάζεται να συζητήσουμε εκτενώς τον Ιάμβλιχο και τους οπαδούς του· αρκεί να επισημάνουμε την έκταση της επιρροής τους και το χρονικό της πλαίσιο. Τον Σώπατρο, τον αγαπημένο μαθητή του Ιαμβλίχου, τον έχουμε ήδη μνημονεύσει· πέρασε χρόνο στις αυλές τόσο του Λικινίου όσο και του Κωνσταντίνου. Η πτώση του οργανώθηκε από τον έντονα χριστιανό πραιτοριανό έπαρχο Αβλάβιο: ένα γεγονός βαθύτατα συμβολικό, διότι — όπως γνώριζε καλά ο αυτοκράτορας Ιουλιανός — ο ιαμβλίχειος Νεοπλατωνισμός δεν μπορούσε να συμβιβασθεί με τον Χριστιανισμό· αντιπροσώπευε και αναδιατύπωνε τον «Ελληνισμό», τη λατρεία των παλαιών θεών, υπό ένα νέο «θεολογικό» ένδυμα.

Τα κέντρα του κινήματος ήταν αρχικά η ίδια η Συρία, πατρίδα του Ιαμβλίχου, κατόπιν η Πέργαμος, όπου ο μαθητής του Ιαμβλίχου Αιδέσιος ίδρυσε τη δική του σχολή,²⁰⁶ και άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας, όπως η Έφεσος, πατρίδα του Μαξίμου, θεοσόφου σύμβουλου του Ιουλιανού και θύματος της αντιπαγανιστικής αντίδρασης επί Ουάλη το 371.²⁰⁷ Ο Μάξιμος υπήρξε μαθητής του Ιερίου,²⁰⁸ και/ή του Αιδεσίου,²⁰⁹ μαθητών του Ιαμβλίχου. Από την Πέργαμο αναχώρησε για την Ελλάδα το 351 ο Πρίσκος, άλλος στενός φίλος του αυτοκράτορα Ιουλιανού, γεγονός στο οποίο θα επανέλθουμε. Σε μεταγενέστερα χρόνια ο Πρίσκος επέζησε τόσο του Ιουλιανού όσο και των κατηγοριών του 371 και επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου ζούσε ακόμη κατά τα τελευταία έτη του τετάρτου αιώνα.²¹⁰

Ο άλλος μαθητής του Ιαμβλίχου στον οποίο πρέπει να αναφερθούμε σύντομα είναι ο Θεόδωρος (ο Μέγας) από την Ασίνη, ο οποίος αργότερα κατέστη αντίπαλος. Αν και από ορισμένες απόψεις δίδασκε ένα πιο νηφάλιο, πλωτινικό σύστημα, αποδεχόμενος την πλωτινική έννοια του μέρους της ψυχής που παραμένει άνωθεν, εντούτοις είναι κατά βάθος ιαμβλίχειος, και η σύγκρουσή του με τον άλλοτε δάσκαλό του πρέπει να ιδωθεί ως κατ’ ουσίαν ενδοσχολική διαμάχη.²¹¹ Ο Ιάμβλιχος και οι μαθητές του εκπροσωπούν έναν συνειδητά παγανιστικό Πλατωνισμό, και θα διαπιστώσουμε ότι δέν ασκούν πρακτικά καμία επιρροή στους χριστιανικούς κύκλους κατά τον τέταρτο αιώνα. (Αν ο Βασίλειος τους συνάντησε στην Αντιόχεια, γρήγορα έμαθε να τους καταδικάζει στη λήθη.) Το δημόσιο «μέλλον» τους ανήκε σε μορφές όπως ο Σαλλούστιος, έπαρχος του Ιουλιανού και συγγραφέας του παγανιστικού κατηχητικού Περὶ θεῶν καὶ κόσμου.²¹²

Γ. Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ, 250–355


Ο αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος ίδρυσε τέσσερις φιλοσοφικές έδρες και μία έδρα ρητορικής στην Αθήνα.²¹³ Πιθανότατα ο κάτοχος της «πλατωνικής» έδρας ήταν εκείνος που, κατά τον τρίτο αιώνα, έφερε τον τίτλο του «Πλατωνικού Διαδόχου». Οι «Διάδοχοι» αυτοί, μάλιστα, ενδέχεται τον τρίτο αιώνα να ονομάζονταν επικεφαλής της Ακαδημίας,²¹⁴ αν και δεν είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιούσαν τον αρχικό χώρο και τα κτήρια, τα οποία, κατά τη γνώμη μου, είχαν παύσει να λειτουργούν ως ίδρυμα μετά την άλωση της Αθήνας από τον Σύλλα το 86 π.Χ.²¹⁵

Ο Πορφύριος και ο Λογγίνος γνώριζαν την ύπαρξη Πλατωνικών «Διαδόχων» στην Αθήνα στα μέσα του τρίτου αιώνα· αυτοί ήταν ο Θεόδοτος και ο Εὔβουλος,²¹⁶ ο οποίος έγραψε για τον Φίληβο, τον Γοργία και για τις αντιρρήσεις του Αριστοτέλη προς την Πολιτεία.²¹⁷ (Το τελευταίο έργο ίσως ταυτίζεται και με τα Πλατωνικὰ Ζητήματα που ο Πορφύριος λέει ότι έστειλε στον Πλωτίνο στη Ρώμη,²¹⁸ αν και είναι πιθανόν να αναφέρεται εδώ σε άλλες ερμηνευτικές μελέτες.) Εν πάση περιπτώσει, όπως σημειώνει ο Λογγίνος, οι «Διάδοχοι» έγραφαν ελάχιστα· η διδασκαλία ήταν προφανώς το κύριο καθήκον τους ως επίσημων και μισθοδοτούμενων από το κράτος καθηγητών.²¹⁹

Ο Θεόδοτος και ο Εὔβουλος πιθανότατα κατείχαν τον τίτλο του Πλατωνικού Διαδόχου πριν από την καταστροφή της Αθήνας από τους Έρουλους το 267. Η θέση και ο τίτλος ενδέχεται να εξέλιπαν εκ νέου, τουλάχιστον για κάποιο διάστημα. Ο Πλούταρχος, στις αρχές του πέμπτου αιώνα, είναι ο επόμενος που αποκαλείται Διάδοχος. Ωστόσο η καταστροφή δεν ήταν ολοκληρωτική,²²⁰ και μέσα σε εξήντα χρόνια — ίσως και λιγότερα — μεγάλο μέρος είχε ανακτηθεί. Ο Λιβάνιος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στα πλήθη φοιτητών που έλκονταν από αυτό που εξακολουθούσε να θεωρείται σημαντικό πνευματικό κέντρο· βρέθηκε εκεί μεταξύ 336 και 340. Ο Βασίλειος και ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός πέρασαν αρκετά έτη εκεί κατά τη δεκαετία του 350, και ο Ιουλιανός έφθασε το 355.

Τι βρήκαν; Βεβαίως, η ρητορική άνθιζε· ως προς τη φιλοσοφία όμως δεν είμαστε καλά πληροφορημένοι, αν και δεν επρόκειτο για πλήρη έρημο. Ο Ιουλιανός θεωρούσε ότι κάτι φιλοσοφικό εξακολουθούσε να επιβιώνει στην Ελλάδα σε τρεις τόπους: στην Αθήνα, όπου υπήρχαν τόσο ξένοι όσο και Αθηναίοι που την ασκούσαν· στις Μάζες της Αργολίδας· και στη Σικυώνα.²²¹ (Είναι πιθανό ότι στις Μάζες και στη Σικυώνα είχε κατά νου «φιλοσοφικές οικογένειες» μάλλον παρά δημόσια διδασκαλία της φιλοσοφίας.)

Η ταυτότητα των ξένων που δίδασκαν φιλοσοφία στην Αθήνα δεν μπορεί να προσδιορισθεί με βεβαιότητα· ωστόσο ένα πιθανό όνομα είναι διαθέσιμο, και φαίνεται ότι έχουμε πληροφορίες για το είδος του Πλατωνισμού που δίδασκε. Το πρόσωπο στο οποίο αναφερόμαστε είναι ο Πρίσκος, τον οποίο έχουμε ήδη συναντήσει ως μεταγενέστερο σύμβουλο του Ιουλιανού ως αυτοκράτορα, και του οποίου ο ίδιος ο δάσκαλος υπήρξε ο Αιδέσιος της Περγάμου, μαθητής του Ιαμβλίχου. Ο Πρίσκος, σε μεταγενέστερο στάδιο του τετάρτου αιώνα, ζούσε στην Αθήνα·²²² για τη δεκαετία του 350 ο ακριβής τόπος διαμονής του μας είναι άγνωστος. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι είχε ήδη φθάσει, αλλά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι μόνον ότι βρισκόταν στην Ελλάδα — από την οποία ο Ιουλιανός, που προφανώς τον είχε συναντήσει εκεί το 355, τον παρακάλεσε λίγο αργότερα να αναχωρήσει (για τη Γαλατία).²²³

Ο Ιουλιανός είχε ήδη πληροφορηθεί για τον Πρίσκο από τον δάσκαλό του Αιδέσιο στην Πέργαμο το 351,²²⁴ και γνώριζε καλά τις φιλοσοφικές του πεποιθήσεις. Στην επιστολή 12 του ζητεί ένα υπόμνημα του Ιαμβλίχου στα Χαλδαϊκά Λόγια και τον προτρέπει να διατηρήσει το κύρος του Ιαμβλίχου απέναντι στους οπαδούς του Θεοδώρου της Ασίνης. Γνωρίζουμε, επομένως, ότι ο αναθεωρημένος Νεοπλατωνισμός του Ιαμβλίχου και του Θεοδώρου ήταν διαθέσιμος στην Αθήνα της δεκαετίας του 350. Μέσω αυτών των συγγραφέων, βεβαίως, μπορούσε κανείς να αποκτήσει κάποια γνώση του Πλωτίνου και του Πορφυρίου, αλλά η έμφαση στη διδασκαλία θα ήταν μη πλωτινική και μη πορφυριανή. Αυτό είναι, κατά πάσα πιθανότητα, το νόημα της παρουσίας «ξένων διδασκάλων» φιλοσοφίας στην Αθήνα.

Για την προηγούμενη σκοτεινή περίοδο — ακόμη και ως προς τη διάρκειά της — βρισκόμαστε σε άγνοια. Πρέπει, όμως, να τονίσουμε ότι σε καμία στιγμή του πρώτου μισού του τετάρτου αιώνα δεν βρίσκουμε αποδείξεις ότι ο Πλωτίνος και ο Πορφύριος απολάμβαναν φήμη και κύρος στην Αθήνα. Και πάλι, όπως και στην Αλεξάνδρεια, μπορούμε να υποθέσουμε μια μετάβαση από τον Μέσο Πλατωνισμό σε έναν ιαμβλίχειο Πλατωνισμό, με ισχυρές εντυπώσεις του Πορφυρίου και του Πλωτίνου να διεισδύουν μόνον παρεμπιπτόντως και ίσως σταδιακά. Είναι άραγε σε αυτή τη νέα ιαμβλίχεια θρησκευτική φιλοσοφία που αναφέρεται ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός όταν, μιλώντας για τα φοιτητικά του χρόνια στην Αθήνα, βρίσκει την πόλη υπερβολικά δοσμένη στα είδωλα;²²⁵ Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν είναι παράδοξο ότι εκείνος (και άλλοι Χριστιανοί;) φαίνεται να απέφευγαν τους πλατωνικούς διδασκάλους της πόλης. Για τον Βασίλειο, ο ιαμβλίχειος Πλατωνισμός ίσως να σήμαινε μια επανάληψη της Αντιόχειας.

Οι Saffrey και Westerink έχουν τεκμηριώσει πώς, στα χρόνια που ακολούθησαν, ο ιαμβλίχειος Νεοπλατωνισμός κατέκτησε την Αθήνα.²²⁶ Η νίκη ολοκληρώθηκε στο πρόσωπο του Πλουτάρχου των Αθηνών, που ονομάσθηκε εκ νέου Πλατωνικός Διάδοχος και ιδρυτής της Αθηναϊκής Σχολής. Ότι στην εποχή του Συνέσιου δεν υπήρχε στην Αθήνα τίποτε άλλο πέρα από τον Πλουταρχισμό είναι σαφές από μία από τις επιστολές του·²²⁷ υπάρχουν μόνον μεγάλα ονόματα στην Αθήνα και μερικοί «σοφοί» Πλουταρχικοί, οι οποίοι σχεδόν πρέπει να πληρώνουν τους ανθρώπους για να τους ακούσουν.²²⁸


Σημειώσεις:



¹⁹⁷ Πρβλ. Γρηγόριος Νύσσης, Ep. 13.4 (PG 46, 1049A), με A. J. Festugière, Antioche païenne et chrétienne (Παρίσι 1959), σ. 409, και M. Aubineau, Grégoire de Nysse, Le Traité de la virginité (Παρίσι 1966), σ. 45.
¹⁹⁸ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Or. 5.23–24· πρβλ. Or. 43.22–23.
¹⁹⁹ Ο πολιτισμός της πόλης αυτής παρακάμπτεται υπερβολικά γρήγορα στα σύγχρονα έργα, όπως εκείνα των Gallay και Ruether για τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό.
²⁰⁰ J. Bidez, «Le philosophe Jamblique et son école», REG 32 (1919), σ. 29–40, ιδίως σ. 32.
²⁰¹ G. Mau, RECA 9 (1916), σ. 645.
²⁰² Βλ. T. D. Barnes, «A Correspondent of Iamblichus», GRBS 19 (1978), σ. 99–106.
Ο ανταποκριτής είναι ο Ψευδο-Ιουλιανός, του οποίου οι επιστολές θεωρούνταν κάποτε ότι ανήκαν στον αυτοκράτορα· η Ep. 184 φαίνεται να είναι η τελευταία από τις επιστολές και χρονολογείται στο 319. Κάποιο διάστημα μετά από αυτό ο Σώπατρος (στην αυλή του Λικινίου, όπως φαίνεται, σύμφωνα με τις Epp. 184 και 185) μετακινήθηκε στην αυλή του Κωνσταντίνου, αλλά μετά τον θάνατο του Λικινίου (Ευνάπιος, Vitae Soph. 462· Ζώσιμος, Hist. nova 2.40.3).
²⁰³ Βλ. H. D. Saffrey, «Abamon, pseudonyme de Jamblique», στο Philomathes: Studies and Essays in the Humanities in Memory of Philip Merlan, επιμ. R. B. Palmer και R. Hamerton-Kelly (Χάγη 1971), σ. 227–239, για την αντιπαλότητα μεταξύ Πορφυρίου και Ιαμβλίχου.
²⁰⁴ Βλ. S. Dillon, Iamblichus, σ. 9 κ.ε.
²⁰⁵ Το ιδιότυπο αυτό μείγμα επισημαίνεται από τον Wallis, Neoplatonism, σ. 143, ο οποίος, ωστόσο, φαίνεται να παραβλέπει τη ιστορική του σημασία και να το εξηγεί αποκλειστικά με όρους της πνευματικής αδυναμίας του Ιεροκλή.
²⁰⁶ Βλ. την έκδοση της Πλατωνικῆς Θεολογίας του Πρόκλου από τους H. D. Saffrey και L. G. Westerink, τ. 1 (Παρίσι 1968), σ. xliv.
²⁰⁷ A. A. Barb, «The Survival of Magic Arts», στο The Conflict, επιμ. A. Momigliano, σ. 115· Αμμιανός Μαρκελλίνος, xxix 1.42.
²⁰⁸ Για τον Ιέριο βλ. S. Dillon, Iamblichus, σ. 14· Αμμώνιος, In Anal. Pr. 31, 16.
²⁰⁹ Ευνάπιος, Vitae soph. 469.
²¹⁰ Saffrey–Westerink, Platonic Theology, τ. 1, σ. xlii.
²¹¹ Για τον Θεόδωρο βλ. Wallis, Neoplatonism, σ. 95.
²¹² Βλ. G. C. Murray, Five Stages of Greek Religion (Λονδίνο 1935), σ. 200 κ.ε., για μία εκδοχή αυτού. Ο E. R. Dodds, σε πρόσθετη σημείωση στο έργο του Murray (επανέκδοση 1946, σ. 181), εντοπίζει πλωτινική επίδραση σε πολλά σημεία του Σαλλουστίου, αλλά ορθώς δεν επιχειρεί τεκμηρίωση. Για την παραμέληση του Νεοπλατωνισμού που ήταν διαθέσιμος στη Μικρά Ασία από τον Ιλάριο Πικταβίου, όταν βρισκόταν εκεί εξόριστος, βλ. H. D. Saffrey, «S. Hilaire et la Philosophie», στο Hilaire et le temps (Παρίσι 1969), ιδίως σ. 251–255.
²¹³ Δίων Κάσσιος 72.31.
²¹⁴ Ότι οι παλαιότεροι Πλατωνικοί μπορούσαν (στην Αθήνα) να λέγονται ότι βρίσκονται «ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ» (ίσως μεταφορικά) είναι σαφές στο στάδιο του Πλουτάρχου (De E apud Delphos, 387 f.).
²¹⁵ J. Lynch, Aristotle’s School (Berkeley 1972), σ. 177–189.
²¹⁶ Ο S. Dillon, The Middle Platonists, σ. 248, αν και σημειώνει ότι ο Ευσέβιος (Chron. 1.238) δεν μιλά για τον Αττικό ως «κεφαλή της Ακαδημίας», αλλά απλώς ως Πλατωνικό.
²¹⁷ Πορφύριος, Vita Plot. 15· RECA Suppl. 8 (1956), σ. 853, λήμμα «Θεόδοτος (19a)»· και σ. 921, λήμμα «Εὔβουλος (17a)». Οι κάτοχοι της αθηναϊκής έδρας συνήθιζαν να ασκούν αντι-αριστοτελισμό· πρβλ. το λήμμα «Ἀττικός».
²¹⁸ Vita Plot. 15.
²¹⁹ Για τη σημασία της διδασκαλίας βλ. R. B. Todd, Alexander of Aphrodisias on Stoic Physics (Λέιντεν 1976), σ. 7, σημ. 29.
²²⁰ Βλ. προσφάτως F. E. Miller, «Herennius Dexippus: The Greek World and the Third-Century Invasions», JRS 69 (1979), σ. 12–29.
²²¹ Saffrey–Westerink, Platonic Theology, σ. xl–xli, με αναφορά στον παναγυρικό λόγο του Ιουλιανού για την αυτοκράτειρα Ευσεβία.
²²² Ό.π., σ. xlii.
²²³ Epist. 11–13.
²²⁴ Ευνάπιος, Vitae Sophistarum 474.
²²⁵ Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Λόγος 43.21· Ruether, Gregory of Nazianzus, σ. 25.
²²⁶ Platonic Theology, σσ. xli–xlviii.
²²⁷ Αρ. 136, μ.Χ. 395.
²²⁸ Για την κριτική του Συνέσιου στον «Νεοπλατωνισμό που έχει διαφθαρεί από τη δεισιδαιμονική παγανιστική πίστη στη θεουργία», βλ. J. Marrou, Synésios de Cyrène et l’Alexandrian Neoplatonism, στο The Conflict, επιμ. A. Momigliano, σ. 145.

Δ. ΝΕΟ-ΑΡΕΙΑΝΙΣΜΟΣ: ΑΕΤΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΝΟΜΙΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: