Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2021

Προνομιούχοι στο κάτεργο



Από τότε που η λέξη Ελλάδα σηματοδοτεί κράτος, όχι πολιτισμό, ο εγχώριος πολιτικός λόγος είναι μονόλογος της εξουσίας. Κομπασμοί και αυταρέσκεια του κόμματος που κέρδισε τις εκλογές, αμυντικές μυθοπλασίες εντυπωσιασμού η αντιπολίτευση. Οσο πιο μικρονοϊκές οι στελεχώσεις των κομμάτων, τόσο η σπουδαιοφάνεια πλεονάζει, καμουφλαρισμένη με κενολογία διακηρύξεων, πομφόλυγες επαγγελιών.

Διακόσια χρόνια τώρα, κυβερνήσεις και αντιπολιτεύσεις, μιλάνε την ίδια, ανάλλαχτη, ναρκισσιστική και α-νόητη γλώσσα, που τρέφει την αντιδικία σαν αυτοσκοπό. Με τα χρόνια, η α-νοησία έχει φτάσει στο ζενίθ – πολιτικοί και πολίτες, άρχοντες και αρχόμενοι, γνωρίζουμε όλοι ότι τη χώρα μας την κυβερνάνε τα στρατηγεία των δανειστών μας, όμως αυτό το κατάντημα δεν το συζητάμε, τα αντανακλαστικά αντίδρασης στον διασυρμό έχουν νεκρωθεί.

Δεν συζητάμε. Ούτε καν διαμαρτυρόμαστε. Απεργούμε, διαδηλώνουμε, νεκρώνουμε κάθε τόσο δρόμους και πλατείες, γνωρίζοντας ότι καμιά έκρηξη της οργής ή του απελπισμού μας δεν μπορεί να αλλάξει τη μοίρα μας. Και μοίρα μας, δύο αιώνες τώρα, είναι η ατολμία, ο συμβιβασμός, ο ραγιαδισμός.

Αδιέξοδο στον συλλογικό μας βίο συνιστά η εισαγόμενη παγίδευσή μας σε καλοστημένες ψευδαισθήσεις. Νομίζουμε (ή προφασιζόμαστε) ότι διαθέτουμε κοινοβουλευτισμό, επειδή με τις εκλογές «μεταλλάσσομεν τυράννους» (Παπαδιαμάντης, ήδη το 1892!). Κοροϊδευόμαστε ότι έχουμε «δημοκρατία», όταν ο πρωθυπουργός διορίζει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής, τους Προέδρους των Ανώτατων Δικαστηρίων, τους Αρχηγούς των Ενόπλων Δυνάμεων – κάθε αρχή και εξουσία στη χώρα, διορισμένη.

Βαυκαλιζόμαστε ότι έχουμε κράτος υπηρετικό της κοινωνίας, όταν η συντριπτική πλειονότητα των Δημόσιων Λειτουργών είναι διορισμένοι με κομματικό ρουσφέτι, η αδικία στον καθορισμό του ύψους των συντάξεων είναι ένας παγιωμένος παραλογισμός και οι εργολήπτες δημόσιων έργων η πάμπλουτη μειονότητα μιας κατ’ εξακολούθησιν πτωχευμένης και παρανοϊκά υπερχρεωμένης χώρας. Αναρίθμητα τα θεσμοποιημένα τεχνάσματα, με τα οποία η ελλαδική κοινωνία έχει μεθοδικά μετασχηματιστεί σε κλασικό μόρφωμα τριτοκοσμικής ανισότητας δικαιωμάτων, ενώ ταυτόχρονα (για λόγους αδιάντροπης ψηφοθηρίας) κάθε σχεδόν κεφαλοχώρι έχει προικοδοτηθεί με νεόκοπες, κωμικής ευτέλειας «πανεπιστημιακές» σχολές, προγραμματικά αναξιολόγητες.

Από καιρό σε καιρό, σε στήλες εφημερίδων και σπάνια από τηλεοπτικό κανάλι, κάποιες φωνές τολμούν διαμαρτυρία: Η δημοκρατία δεν είναι συνταγή θεσμική, είναι κοινωνικό κατόρθωμα: Δεν αρκεί ένα Σύνταγμα, που συντάχθηκε με τη λογική της δημοκρατίας και με τη γλώσσα – ορολογία της δημοκρατίας, για να υπάρξει, ένσαρκο στην πράξη, το θεσμικό κατόρθωμα της δημοκρατίας.

Αυτός είναι ο λόγος που το Σύνταγμά μας των Νεοελλήνων ορίζει στο ακροτελεύτιο άρθρο του: «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται, με κάθε μέσο, εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία».

Στο σημείο αυτό (στο άκουσμα του ακροτελεύτιου άρθρου του Συντάγματος) είναι αναπότρεπτο να γελάει ο πολίτης. Ολοι σκεπτόμαστε το ίδιο ερώτημα: ποιον κοροϊδεύει το Σύνταγμα; Οταν ο πρωθυπουργός διορίζει, απολύτως ανεξέλεγκτος, τους Προέδρους της Δημοκρατίας, της Βουλής, των Ανώτατων Δικαστηρίων, την ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, ποια περιθώρια «αντίστασης», δηλαδή υπακοής στο Σύνταγμα, απομένουν στον πολίτη; Πώς είναι δυνατό να ονομάζεται «δημοκρατία» ένα πολίτευμα απόλυτης μοναρχίας, με τους πολίτες παθητικούς θεατές της αυθαιρεσίας – παντοδυναμίας του πρωθυπουργού;

Σήμερα, καθεστώτα δικτατορίας, ανεξέλεγκτης μοναρχίας, υπάρχουν όχι πια συνδεδεμένα με μικρονοϊκά απομεινάρια ολοκληρωτικών ιδεολογημάτων. Η αυθαιρεσία της εξουσίας εξασφαλίζεται συνδεδεμένη με τον ατομοκεντρισμό του μοντέλου της «δημοκρατίας»: την ταύτιση της ελευθερίας με την κατασφάλιση όχι της κοινωνίας των σχέσεων, αλλά με τη θωράκιση των «ατομικών δικαιωμάτων».

Οταν η ελευθερία – δημοκρατία μετατεθεί έξω από το πεδίο της προσωπικής ευθύνης, έξω από την αμεσότητα των σχέσεων που συγκροτούν την κοινότητα ή την πόλιν, όταν, δηλαδή, η ελευθερία – δημοκρατία γίνουν ατομικό δικαίωμα και όχι αυθυπερβατικό κατόρθωμα σχέσεων κοινωνίας, η εξουσία είναι οπωσδήποτε ανελευθερία – τυραννία.

Είναι τουλάχιστον αφορμή μειονεξίας και ντροπής, να σε λογαριάζει η Ιστορία γεννήτορα της πόλεως – πολιτισμού – δημοκρατίας, και συ, ο προνομιούχος της Ιστορίας, να δουλεύεις, δυο αιώνες τώρα, στο κάτεργο της εξάρτησης, αλλοτρίωσης, κακομοιριάς.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Σε ποιά χώρα υπάρχει η δημοκρατία που ονειρεύεται ο Γιανναράς; Σε καμία. Θα έλεγα μάλιστα ότι ακριβώς επειδή στην Ελλάδα κυριαρχεί το μπάχαλο, μπορεί να συμβεί να ξεφύγει 'κάτι' από το σύστημα, να γίνει δηλαδή κάτι το μη ελεγχόμενο, υπάρχει αυτό ως πιθανότητα. Επαναλαμβάνω, όχι λόγω της ποιότητάς μας, αλλά λόγω της μη ποιότητάς μας. Με άλλα λόγια, ουδέν κακόν αμιγές καλού. Στις πιο εξελιγμένες και σημαντικές χώρες, μπορεί φαινομενικά οι θεσμοί τους να είναι άψογοι, να έχουν συνταγματικά δικαστήρια, ανεξάρτητες αρχές κλπ, αλλά έχουν και κάτι άλλο: το ''βαθύ κράτος'', ήτοι το ''σύστημα'' που δεν επιτρέπει καμία ουσιαστική αλλαγή, δεν ξεφεύγει τίποτα...Έφυγε η Μέρκελ απο την εξουσία, μήπως θα αλλάξει κάτι στην Γερμανία; Όχι βέβαια. Στην Ιταλία μήπως η δικαστική εξουσία απέτρεψε τους περιορισμούς για όσους δεν εμβολιάζονται; Όχι βέβαια. Γενικότερα τώρα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη δύση, δεν υπάρχει δημοκρατία,υπάρχει ένα συγκεκριμένο σύστημα,μια συγκεκριμένη κοσμοθέαση που δεν επιτρέπει κανένα 'παραστράτημα''...Οπότε οι επιλογές μας περιορίζονται μεταξύ ενός ... Μπαχαλοσυστήματος και ενός Συστήματος. Κανένα απο τα δύο; Ε, αυτό μπορεί να γίνει μόνο με το ''τρόπο'' του Μ. Αλέξανδρου να λύνει το γόρδιο δεσμό...
https://upload.wikimedia.org/wikipedia/commons/b/bb/Alexander_cuts_the_Gordian_Knot.jpg

amethystos είπε...

Νομίζω πώς επισημαίνει τήν απόλυτη κυριαρχία τού κρατικού πολιτισμού καί χωρίς πολιτισμό δημοκρατία δέν υπάρχει. Οπως συμβαίνει μέ τήν θεσμική εκκλησία. Δέν γεννάει τίποτε καί αργοπεθαίνει. Αν σβύσει καί τό Ορος τελειώσαμε.

Ανώνυμος είπε...

Για άλλη μια φορά ο καθηγητής μιλάει όμορφα και ταυτόχρονα αόριστα. Ξαναπιπιλάει την ανάγκη της κοινωνίας των σχέσεων και μέχρι εκεί.
Η κοινωνία των σχέσεων είναι η προσωπική του χίμαιρα και το διανοητικό του παυσίπονο.
"Αν υπήρχε κοινωνία των σχέσεων όλα αυτά δεν θα γίνονταν........." Αφήνει έξω την φύση του ανθρώπου που εξαχρειώνει όλα τα συστήματα αργά η γρήγορα. Οι κουβέντες περί συστημάτων είναι μετά από ένα σημείο ματαιοδοξία.
Ξέρουμε αιώνες τώρα την Πρόταση Ζωής που δεν έχουν πάρει στα σοβαρά και κατ ουσία τα έθνη και οι λαοί, εκτός μεμονωμένων ατομικών περιπτώσεων διάσπαρτων μέσα σε αυτούς τους λαούς και τα έθνη.
Εδώ είναι το οξύμωρο που διαφεύγει από τον καθηγητή που πολεμάει τις ατομοκεντρικές θεωρήσεις......αν με καταλαβαίνεις φίλε αμέθυστε.
Η μόνη Σχέση που είναι ουσιαστικά ζητούμενη είναι με τον Ζώντα Κύριο. Αυτή είναι που ρυθμίζει όλες τις υπόλοιπες.
Άρα Επιλογή υπάρχει. Όπως και απιστία απέναντι σε αυτή την επιλογή γιατί για κάποιο λόγο προβάλλουμε εκ των προτέρων στα αποτελέσματα που θέλουμε.
Ένας συνειδητοποιημένος σχεδιαστής θα σου πει πως η ωρίμανσή του τον οδήγησε στο συμπέρασμα να αποφεύγει να προσβλέπει εξ αρχής το αντικείμενο που θέλει να σχεδιάσει. Πως ο μεγαλύτερος εχθρός του είναι παραδείγματος χάριν το γούστο του και οι προτιμήσεις του.
Αν αυτά συμβαίνουν στο σχεδιαστήριο πως μπορούν να αγνοούνται στο μυαλό των ανθρώπων που καταπιάνονται με mega Συστήματα;
Αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν έχουμε πρόβλημα εντοπισμού λαθών και ενόχων. Έχουμε πρόβλημα να καταλάβουμε πως απαιτείται επειγόντως κέ(αί)νωση κυρίως από εμάς τους ίδιους με πεδίο εφαρμογής την άμεση και πεζή καθημερινότητα μας. Ίσως το αντίκτυπο να είναι μεγαλύτερο από όσο φανταζόμαστε στην ροή των πραγμάτων.

amethystos είπε...

Υπάρχει δυσκολία στό θέμα τού γίγνεσθαι από τόν σπόρο στόν καρπό διότι αρνείται τήν μεταφυσική όπως λέει. Αρνείται όμως καί τήν φυσική όπως λές τήν φύση καί μένει νά κρατά στά χέρια του μόνον τήν ψυχολογία, τήν οποία γεννά η άρνηση ανεξαρτητης ψυχής καί η θεώρηση τού ανθρώπου σάν σύνθεση ψυχής καί σώματος. Δέν μπορεί νά αποφύγει λοιπόν τήν κοινωνική κατασκευή τού περιεχομένου τών αποφάσεων καί τής θελήσεως κάτω από τόν έλεγχο τής αξιοπρέπειας. Τής διάνοιας μέ τίς προβολές της. Τήν λογική της.