Σάββατο 18 Ιουλίου 2015

Σχόλιο στο περιεχόμενο του φυλλαδίου με τίτλο «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης» και με συγγραφέα τον πρωτοπρεσβύτερο π. Αναστάσιο Γκοτσόπουλο – Παναγιώτης Μαρτίνης


Αγαπητέ κ. Κωστόπουλε,
Θα μου επιτρέψεις κι ένα δικό μου σχόλιο, που αναφέρεται στο περιεχόμενο ενός φυλλαδίου που κυκλοφόρησε πρόσφατα με τίτλο «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης» και με συγγραφέα τον πρωτοπρεσβύτερο π. Αναστάσιο Γκοτσόπουλο, εφημέριο του Ι. Ναού Αγ. Νικολάου Πατρών.
Αυτό διανεμήθηκε την Κυριακή 19 Ιουλίου, ημέρα μνήμης του Οσίου Παϊσίου.
Περίμενα, λοιπόν, ως τιμή στο νέο άγιο της Εκκλησίας μας, να αναφερθούν στοιχεία για την άγια βιοτή του, την άσκηση, τα χαρίσματά του και όσα τον ανάδειξαν έναν Άγιο της εποχής μας.
Δυστυχώς, αντ’ αυτού , χρησιμοποιήθηκε ένα τέτοιο ευλογημένο γεγονός, ως αφορμή, για ένα θα το χαρακτήριζα ξέσπασμα κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αμέσως έγινε αντιληπτό ότι το φυλλάδιο αυτό δεν είχε σκοπό να τιμήσει τον Άγιο Παΐσιο, αλλά ένα αντι-πατριαρχικό μένος.
Δημοσιεύθηκε, ως μη ώφελε, μια επιστολή του οσίου Παϊσίου (23 Ιανουαρίου 1969), που εκφράζει τις αντιρρήσεις του γέροντα «…εξ αιτίας διαφόρων φιλενωτικών κινήσεων» του Πατριάρχη Αθηναγόρα. Διατυπώνει τις παρατηρήσεις του, αλλά το ύφος του είναι ήπιο, προσεκτικό, δεν παραλείπει, μαζί με τα αρνητικά σχόλια, να δείχνει το σεβασμό του στο πρόσωπο του πατριάρχη αποκαλώντας τον «πατέρα» και «πατριάρχη μας» και σημειώνει: «…το να διακόψη το μνημόσυνο του Πατριάρχου, να αποσχισθή και να δημιουργήση ιδικήν του Εκκλησίαν και να εξακολουθή να ομιλεί υβρίζοντας τον Πατριάρχην (εν. όποιος σκανδαλίζεται από ορισμένες «κινήσεις» του Πατριάρχη) αυτό νομίζω είναι παράλογον».

Δημοσιεύθηκε και είναι γνωστή η επιστολή του οσίου, δεν θα την σχολιάσω. Απλά, πιστεύω, δε είχε θέση σ’ αυτό το κείμενο, την ημέρα της μνήμης του Αγίου. Το οικουμενικό Πατριαρχείο, αυτό το «οικουμενιστικό» και «φιλοπαπικό» κέντρο, έθεσε το όνομά του και όρισε τη μνήμη του στο Ορθόδοξο Εορτολόγιο.
Αλήθεια! Ας μας πουν που βλέπουν αλλοίωση της πίστης, του δόγματος, της παράδοσης της Εκκλησίας στους αποκαλούμενους «οικουμενιστές» και «φιλοπαπικούς» πατριάρχες; Μετά το «σχίσμα» (1054), την ίδια γραμμή δεν ακολούθησαν Πατριάρχες και λοιποί αρχιερείς στις συνόδους που έγιναν στη Δύση με σκοπό την ένωση των Εκκλησιών; Κατά τον Συρόπουλο, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός παραβρέθηκε στη λειτουργία που τέλεσε ο πάπας στο ναό του Αγ. Γεωργίου στη Φερράρα. Το ίδιο και στο Καθολικό της τότε μονής της Αγίας Μαρίας της Νέας στη Φλωρεντία, όταν εκεί συνεχίστηκαν οι συνοδικές συνεδριάσεις. Με το Ευαγγέλιο στο μέσον του Ναού αρνούνταν τον ασπασμό και την συμπροσευχή;
Τι το διαφορετικό, τι το «αιρετικό» πράττουν οι σημερινοί Πατριάρχες; Ενωτικές προσπάθειες δεν γίνονται και σήμερα;
Γιατί τέτοια απαράδεκτα κείμενα που εκφράζουν φανατισμό, μισαλλοδοξία, εγωισμό και κυρίως έλλειψη αγάπης, για την οποία μίλησε τόσο πολύ ο όσιος Παΐσιος.
Καιρός να σοβαρευτούμε και να μην παίζουμε «εν ου παικτοίς».
Οι μεγάλοι γεροντάδες άγιος Νεκτάριος, Πορφύριος και Παΐσιος, και ο δικός μας π. Γερβάσιος, δεν έκτισαν ναούς, αλλά οικοδόμησαν και έσωσαν ψυχές. Μιμητές ζητούν και όχι επιφανειακά κακά αντίγραφα.
Η Διοικούσα Εκκλησία, πιστεύω, ότι δεν επικροτεί τέτοια φαινόμενα,  τέτοιες εκδηλώσεις γραπτές και προφορικές. Δεν επικροτεί τον σκανδαλισμό
Και τον φανατισμό των πιστών, που πηγαίνουν να εκκλησιαστούν για να ειρηνεύσουν, να ηρεμήσουν, να παρηγορηθούν και να ελπίσουν. Δεν γνωρίζουν ποιος είναι ο «αιρετικός» Ζηζιούλας και τι περιλαμβάνει η μεταπατερική θεολογία.
Πηγαίνουν ν’ ακούσουν το σχολιασμό, την ερμηνεία, το βαθύτερο νόημα του Ευαγγελικού και Αποστολικού κειμένου, που προ ολίγουν άκουσαν. Γι’ αυτό στην αρχαία Εκκλησία το κήρυγμα γινόταν μετά την ανάγνωση των κειμένων.
Ας αφήσουμε τα δογματικά – θεολογικά θέματα στους ειδικούς (αρχιερείς, θεολόγους κ.ά) όπως και ο όσιος Παΐσιος σημειώνει, και μεις ας κάνουμε την αυτοκριτική μας και ας αφεθούμε στην κρίση του Θεού, που συχνά προσπαθούμε ν’ αντικαταστήσουμε με τη δική μας, Ο Οποίος ως «ετάζων καρδίας και νεφρούς» θα μας κρίνει με βάση τους δικούς Του «πνευματικούς νόμους, όπως σοφά σημειώνει και ο όσιος Παΐσιος.

Παναγιώτης Μαρτίνης
 ΣΧΟΛΙΟ: Aς ρίξουμε καί μιά ματιά στούς Πατέρες κ. Μαρτίνη πρίν κάνουμε τούς έξυπνους.


Επίλογος τού Α' λόγου " Περί εκπορεύσεως τού Αγίου Πνεύματος " τού Αγίου Γρηγορίου Παλαμά.
Πρῶτον μέν οὖν ἐξελήλεκται κενή τυγχάνουσα παντάπασιν ἡ τῆς
προσθήκης τούτων ἀπόφασις.
Ἔπειτα δέδεικται συνυπακουόμενον τό “μόνου”, ὅταν λέγηται παρά
τοῦ Πατρός ἐκπορευόμενον τό Πνεῦμα τό ἅγιον ̇ ἐπεί κἀν τῷ αὐτῷ
συμβόλῳ παρά τοῦ Πατρός ἀκούοντες γεννηθέντα τόν Υἱόν, ἐκτός
ἀντιλογίας πάσης δεχόμεθα συνυπακουόμενον τό “μόνου”.
Τούτῳ συνείρομεν ἑξῆς ̇ ὡς εἰ καί ἀνεπιλήπτως εἶχε τό λέγειν καί ἐκ
τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, τῷ συμβόλῳ προστεθεῖσθαι παρά Λατίνων οὐκ
ἐχρῆν. Ἐπεί κἄν εὖ ἔχον εἰς τό ἑξῆς ἀναφανῇ, προσθετέον οὐκ ἄν εἴη ̇ καί
τοῖς πρός ἡμῶν γάρ, καίτοι συνεληλυθόσι καί συνεξητακόσι πᾶσι καί
αὐτοῖς τοῖς τῆς παλαιᾶς Ρώμης προεστῶσιν, οὐδέν τῶν ἀναφανέντων
εὐσεβῶς ἔχειν προσετέθη.
Κἀντεῦθεν ἀνεφάνη τῶν δικαίων ὄν πρῶτον ἀπαιτεῖν αὐτούς τήν
προσθήκην ἐξελεῖν καί μή διά τήν περιωπήν τοῦ περιόντος πάπα τούς
μεμαρτυρημένῳ παρά Θεοῦ τέλει κατακλείσαντας τόν βίον ἀποστέργειν,
εἶται συζητεῖν μετ ̓ αὐτῶν ἀνέχεσθαι περί αὐτῆς.
Μετά τοῦτο πρός τούς εὐγνωμόνως τῶν λόγων ἀκροωμένους λέγομεν,
ὡς καί ἀμφότερα ἐκ τοῦ Πατρός ἀκούοντες, ἔχομεν συνυπακούειν τό “ἐκ
μόνου”, κἄν μή συνεκφωνῆται.
(Σελ. 170) Ἀλλά καί ἐκ τοῦ Πατρός ἐκπορευτῶς τό Πνεῦμα λέγοντες τό
ἐκπορεύειν τῇ πατρικῇ ὑποστάσει ἐφαρμόζομεν ̇ ἡ γάρ οὐσία πάντῃ τε καί
πάντως μία τῶν τριῶν, οὐκ ἔνι δέ τά τῆς πατρικῆς ὑποστάσεως ἔχειν τόν
Υἱόν ̇ ὥστε οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα.
Μετά τοῦτο ἐξηλέχθησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες μηκέτι ἐξ ἑνός
δύνασθαι τά δύο πρόσωπα τῆς θεότητος φρονεῖν, ὡς ἐν δυσί προσώποις
τό αἴτιον τιθέμενοι καί ταῦτα διαφόρως, ἀλλ ̓ οὐδέ Θεόν ἕνα λέγειν διά
τήν τοιαύτην πρός τό ἕν ἀναφοράν ̇ οὐδέ γάρ εἷς ἄνθρωπος πάππος,
πατήρ τε καί υἱός, κατά τόν σοφόν τῆς Νύσσης πρόεδρον, ἐπειδήπερ εἰς
δύο πρόσωπα τό αἴτιον ἀναφέρεται. Καί πρός τούτῳ παρεστήσαμεν, ὡς,
καθάπερ δύο τά αἰτιατά, ἐπειδήπερ τό αἰτιατόν ἐν δυσίν φασιν αὐτοί
προσώποις.
Πρός δέ τούτοις, ἐπεί κατά τούς θεοσόφους θεολόγους, ὡς ὁ Υἱός ἐκ
τοῦ Πατρός ἐστιν, οὕτω καί τό Πνεῦμα, πλήν τοῦ γεννητῶς τε καί
ἐκπορευτῶς, εἰ ὁ Υἱός ἀμέσως καί οὐχί καί ἐκ τοῦ Πνεύματος, ἀλλ ̓ ἐκ
μόνου τοῦ Πατρός, καί τό Πνεῦμα ἐκ τοῦ Πατρός ἀμέσως, ἀλλ ̓ οὐχί καί ἐκ
τοῦ Υἱοῦ.
Προσαπεδείξαμεν ὡς, ἐπεί καί νοῦς λέγεται Χριστοῦ τό Πνεῦμα,
καθάπερ καί ἡμῶν ἑκάστου ὁ οἰκεῖος, κατά μέν τήν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐστι
καί ἐξ αὐτοῦ, κατά δέ τήν ὑπόστασιν αὐτοῦ μέν ἐστι φυσικῶς, ἀλλ ̓ οὐκ ἐξ
αὐτοῦ, ἀλλ ̓ ἐκ μόνου τοῦ Πατρός.
Πρός τούτῳ μή χάριτι, φύσει δέ εἶναι ἐκ Πατρός τό Πνεῦμα, ἐκ μόνου
τοῦ Πατρός ἔχειν τήν ὕπαρξιν ἐδείχθη.
Καί ἀπό τοῦ πάντα ἔχειν ἑκάτερον τά τοῦ Πατρός, ἄνευ τῆς
ἀγεννησίας καί τῆς γεννήσεως κάι τῆς ἐκπορεύσεως κατά τούς
θεολόγους.
Κἀντεῦθεν ἀναπεφήνασιν οἱ μέν Λατῖνοι προστιθέντες καί κατά
διάνοιαν ἐν τῷ τῆς πίστεως συμβόλῳ ̇ ἡμεῖς δέ (σελ. 172) ἀναπεφήναμεν
μηδέ κατά τόν ἔξω λόγον τῇ κατά τό θεῖον σύμβολον εὐσεβεῖ διανοίᾳ
προστιθέντες.
Κατηγορήσαμεν τῶν Λατίνων ὡς ἐκεῖνα δογματιζόντων, ἐξ ὧν δύο
ἀναφέρονται τοῦ ἑνός Πνεύματος ἀρχαί. Οἱ δέ μηδέν κωλύειν πρός τό
μίαν εἶναι ταύτας ἔφησαν, ἐπειδήπερ ἡ μία ἐστίν ἐκ τῆς ἑτέρας ̇ καί
ἀπεδείχθησαν καί κατά τοῦτο βλασφημοῦντες.
Εἶτ ̓ αὖθις ἡμεῖς ἀναλαβόντες τόν περί τῆς ἀρχῆς λόγον, ἐδείξαμεν
κατ ̓ οὐδέν τρόπον δύο εἶναι τοῦ ἑνός Πνεύματος ἀρχάς.
Παρεστήσαμεν ἐκ τοῦ τά κοινά Πατρί τε καί Υἱῷ, καί τῷ Πνεύματι
κοινά εἶναι μαρτυρεῖσθαι, ὅτι οὐχί καί τοῦ Υἱοῦ τό ἐκπορεύειν ̇ ἦν γάρ ἄν
τοῦτο καί τοῦ Πνεύματος ̇ ἐν ᾧ προσεξηλέγξαμεν αὐτούς, ἀδιάφορα τοῖς
φυσικοῖς τά ὑποστατικά ποιοῦντας. Εἰ δέ τοῦτο, καί ταῖς προσκυνηταῖς
ὑποστάσεσι τήν θείαν φύσιν.
Ἐκ τοῦ ἀσεβές εἶναι τήν δημιουργικῶς διά τοῦ Υἱοῦ τό εἶναι σχοῦσαν
κτίσιν ἐκ τοῦ Υἱοῦ μή λέγειν, ἀλλά τήν δημιουργικήν ἰδιότητα μόνῳ
διδόναι τῷ Πατρί, κατ ̓ ἀνάγκην ἀκολούθως συνηγάγομεν, ὡς, εἰ καί
ἐκπορευτῶς τό Πνεῦμα δι ̓ Υἱοῦ τό εἶναι εἶχε, δυσσεβοῦς ἦν ἄν λέγειν, ὅτι
Πνεῦμα ἐκ τοῦ Υἱοῦ οὐ λέγομεν καί ὡς ἡ ἐκπορευτική ἰδιότης μόνον τοῦ
Πατρός ἐστιν. Ἐπεί δ ̓ οἱ τοῦθ ̓ οὕτω λέγοντες οὐκ εὐσεβεῖς μόνον, ἀλλά
καί θεοφόροι, δυσσεβεῖς οὐκοῦν οἱ λέγοντες καί ἐξ Υἱοῦ τό Πνεῦμα.
Καί ὡς, εἰ δι ̓ Υἱοῦ τό Πνεῦμα, ὁμοῦ τε καί χωρίς ἑκάτερος Πατήρ ἄν
λέγοιτο καί προβολεύς, ὡς καί ἐπί τῆς κτίσεως, ποιητής τε καί Πατήρ.
Ἐκ τοῦ πάντα ἔχειν θεολογεῖσθαι τόν Υἱόν τά τοῦ Πατρός ἄνευ τῆς
αἰτίας, ἥτις οὐκ ἄν ἡ τῶν κτισμάτων εἴη, (σελ. 174) τοιγαροῦν ἡ τοῦ Υἱοῦ
καί τοῦ Πνεύματός ἐστιν, ἀπεδείξαμεν αὖθις οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό
Πνεῦμα ἐκπορεύεσθαι.
Καί μάρτυρας παρηγάγομεν ἀπαγορεύοντας τήν λατινικήν
προσθήκην.
Ἐδείξαμεν αὖθις ἐκ τοῦ μή τόν Υἱόν καί ἐκ τοῦ Πνεύματος ὑπάρχειν,
ὅτι καί τό Πνεῦμα οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό εἶναι ἔχει.
Εἶτα, ἐκ τῶν ἀπηριθμημένων καί τεθεωρημένων τοῖς ἁγίοις ὀνομάτων
τοῦ Υἱοῦ, παρεστήσαμεν ὡς οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιόν ἐστι.
Πάλιν ἐκ τοῦ μή ἐκπορευτόν ἁπλῶς, ἀλλά τό ἐκ τοῦ Πατρός
ἐκπορευτόν ἴδιον εἶναι τοῦ θείου Πνεύματος, τούς θεολόγους μαρτυρεῖν
παρεστήσαμεν ἐκ μόνου τοῦ Πατρός τό Πνεῦμα τό ἅγιον.
Καί ἀπό τοῦ ἕνωσιν Υἱοῦ καί Πνεύματος εἶναι τόν Πατέρα ̇ ἡ γάρ τῶν
ἄλλων ἑκατέρου μεσότης ἐν τοῖς ὀνόμασι κεῖται.
Καί ἀπό τοῦ μή ἐκ τῆς ἀρχῆς τό Πνεῦμα λέγεσθαι, ἀλλά μετά τῆς
ἀρχῆς, ἀρχῆς εἶναι θεολογουμένου τοῦ Υἱοῦ.
Καί ὡς ὁ δι ̓ Υἱοῦ καθ ̓ ὕπαρξιν τό Πνεῦμα λέγων καί εἰς τήν ‘ἐκ’ τήν
‘διά’ μεταλαμβάνων ἁμαρτάνει. Ὡς γάρ συμπαρομαρτοῦν τῷ λόγῳ δι ̓
αὐτοῦ τό Πνεῦμα λέγεται καί οὐκ ἐξ ἐκείνου, ἀλλά σύν ἐκείνῳ,
γεννηθέντι ἐκ τοῦ Πατρός, καί τό Πνεῦμα ἐκπορεύεται.
Αὖθις ἐκ τοῦ θεολογεῖσθαι τῶν τριῶν προσώπων ἕκαστον, τῶν καθ ̓
ὑπόστασιν ἑτέρων δύο μέσον.
Καί πρός ἄλληλα ἔχειν ὡς ἕκαστον πρός ἑαυτό.
Καί τῷ δεύτερον ἀπό τοῦ Πατρός καί τό Πνεῦμα λέγεσθαι, καθά καί ὁ
Υἱός, ἀμέσως ἑκάτερον ὑπάρχον ἐκ Πατρός ἐδείχθη μή ἐοικυίας τῆς
θεολογικῆς μεσότητος τοῖς κειμένοις ἐφεξῆς τρισί σημείοις, ἀλλά τοῖς ἐπί
τῶν τοῦ τριγώνου γωνιῶν.
(σελ. 176) Μετά τοῦτο διττῆς φανερῶς δειχθείσης τῆς τοῦ Πνεύματος
προόδου, προσεδείχθη καί τῶν προόδων ἑκατέραν κατάλληλον τήν
παῦλαν ἔχειν. Κἀντεῦθεν πάλιν, ὡς οὐχί καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό εἶναι ἔχει τό
Πνεῦμα τό ἅγιον.
Πάλιν ἐκ τοῦ λέγειν καί τόν Υἱόν ἀρχήν τοῦ θείου Πνεύματος
ἀναπεφήνασιν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες τοῖς κτιστοῖς συντάττοντες τό
θεῖον Πνεῦμα.
Αὖθις ἐκ τοῦ μή ἔχειν κοινωνίαν κατά τό θεογόνον τόν Πατέρα καί
τόν Υἱόν παρίσταται μή εἶναι καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό Πνεῦμα.
Πρός δέ τούτοις, ἐκ τοῦ τά κοινά τῆς ἀνωτάτω Τριάδος ἐπίσης εἶναι
τῶν θείων ὑποστάσεων ἑκάστῃ, ἀνεφάνησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες
μήτε τόν Υἱόν μήτε τό Πνεῦμα λέγοντες ἐκ τοῦ Πατρός, μηδ ̓ ὑποστατικάς
ἔχειν τόν Θεόν διαφοράς.
Εἶτα περί τῆς ἐν Θεῷ τάξεως ποιησάμενοι τόν λόγον προσαπεδείξαμεν
μή γνωστόν εἶναι τοῖς ἁγίοις, ὅπως ἔχει πρός ἄλληλα σχέσεώς τε καί
τάξεως ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα τό ἅγιον ̇ καί συμφωνεῖν κἀν τούτῳ
παρεστήσαμεν τούς μεγάλους, Βασίλειον καί Γρηγόριον καί Ἰωάννην τόν
χρυθοῦν θεολόγον, πρός δέ καί τήν εὐσεβῆ καί ἀνωμολογημένην ἐπί τοῦ
Θεοῦ τάξιν παρεστήσαμέν τε καί διευκρινήσαμεν. Κἀντεῦθεν
ἀπηλέγχθησαν οἱ λατινικῶς φρονοῦντες τήν μέν εὐσεβῆ τάξιν
ἀγνοοῦντες, ἅ δέ οἱ θεολόγοι μή εἰδέναι ὁμολογοῦσιν ὡς ὑπέρ ἡμᾶς, αὐτοί
ταῦτα γινώσκειν ἀκριβῶς αὐχοῦντες καί οὕτω καινοφωνοῦντες, καί
βλασφημοῦντες περί τήν ἐκπόρευσιν τοῦ παναγίου Πνεύματος.
Ἡμεῖς δέ καί λόγον ἐκδεδώκαμεν πολυειδῶς δεικνύοντες τίνος ἕνεκεν
ὡς ἐπί πλεῖστον ὁ μέν Υἱός μετά τόν Πατέρα, τό δέ Πνεῦμα μετά τόν Υἱόν
ἡμῖν ὑμνεῖται καί τοῖς μυουμένοις παραδίδοται.
Καί ὡς ἑπόμενοι καλῶς οἱ θεολόγοι τῷ λόγῳ τῆς μυήσεως, ἐπί πάντων
τῶν κοινῶς ἐνθεωρουμένων τοῖς τρισίν , οὕτω φασίν ἔχειν πρός τόν Υἱόν
τό Πνεῦμα, ὡς πρός τόν Πατέρα ὁ Υἱός.
(σελ. 178) Καί ὅτι τοῦτο μή συνετῶς ἀκούσαντες Εὐνόμιός τε πρότερον
καί οἱ λατινικῶς πεφρονηκότες ὕστερον, τρίτον ἀπό τοῦ Πατρός
ἐδογμάτισαν τόν Πνεῦμα τό ἅγιον ̇ κἀντεῦθεν ὁ μέν Εὐνόμιος τρίτον καί
τῇ φύσει, Λατῖνοι δέ καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ τό εἶναι ἔχειν προσεδογμάτισαν.
Ἔτι δείκνυμεν, ὡς οὐκ ἄμφω μόνον ὁ Υἱός τε καί τό Πνεῦμα, ἀλλά καί
ἑκάτερον αὐτῶν χωρίς, ἀμέσως ἀναφέρεται πρός τόν Πατέρα ̇ καί ὡς, εἰ
μή τοῦθ ̓ οὕτως ἔχει, οὐδέ Θεός εἷς ἔσται.
Πρός δέ τούτοις ἐκ τοῦ τόν Θεόν καί Πατέρα ὡς Θεόν ἀλλ ̓ οὐχ ὡς
Πατέρα κτίζειν, γεννᾶν δέ καί ἐκπορεύειν ὡς Πατέρα, δείκνυμεν, ὡς εἰ
κατά Λατίνους ἐκ τοῦ Πατρός καί ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὡς ἐξ ἑνός τό Πνεῦμα, οὐχ
ὡς ἐξ ἑνός ἔσται Πατρός, τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ. Καί οὕτω τό λατινικόν
φρόνημα τελέως ἐξελέγχεται καί ὡς ἐξ ἀμφοτέρων αὐτῶν δυσσεβῶς καθ ̓
ὕπαρξιν τό Πνεῦμα λέγον καί ὡς ἐξ ἑνός Θεοῦ τῶν ἀμφοτέρων.
Ἔτι μετά τοῦτο περί ἀρχῆς φαμεν, καί ὡς οἱ λατινικῶς φρονοῦντες
σοφιστικῶς ἀποκρίνονται πρός τούς ἐρωτῶντας αὐτούς, εἰ δύο λέγουσιν
ἀρχάς τῆς θεότητος τοῦ Πνεύματος.
Ἐντεῦθεν πάλιν ἐκ τοῦ Πατέρα φώτων θεολογεῖσθαι παρά τοῦ
ἀποστόλου τόν Πατέρα, καί τόν Υἱόν κἀντεῦθεν Πατέρα λέγοντες οἱ
λατινικῶς φρονοῦντες ἀποδείκνυται ̇ καί ἀθετοῦντες σαφῶς τήν
μοναρχίαν καί τό καθ ̓ ὑπόστασιν ἑνιαῖον τοῦ Πατρός.
Ἀναφαίνομεν τό αἰδέσιμον ἔχειν καί ἀπό τῆς ἀρχαιότητος τό καθ ̓
ἡμᾶς δόγμα, καί ὡς ἀνελλιπές μηδαμῶς προσθήκης δεῖσθαι.
Ἔπειτα καί τοῦτ ̓ εἰπόντες, ὅτι τά κοινῶς εἰρημένα παρά τῶν πατέρων
στερκτέα μᾶλλον τῶν ἰδίως τισί τούτων εἰρημένων ἑκάστῳ, καί ὅτι τά μή
καθωμιλημένα ὕποπτά ἐστι, καί μάλιστα παρά Λατίνων προαγόμενα τῶν
καί τοῖς φανεροῖς παρεγχειρούντων, ὑπεσχέθημεν, σύν Θεῷ δ ̓ ὁ λόγος ἐν
(σελ. 180) δευτέρῳ λόγῳ τά διαφωνεῖν δοκοῦντα συμφωνοῦντα
παραστήσειν.
Ταῦτα μέν οὖν ἀνωτέρω διά πλειόνων ἀποδέδεικται ̇ καί ὡς ἡμεῖς καί
ἡ καθ ̓ ἡμᾶς ὁμολογία πανταχόθεν ἔχει τό ἀσφαλές καί στέφανος ἡμῖν
ἐστι καυχήσεως καί ἀκαταίσχυντος ἐλπίς. Εἰ γάρ μή οὕτω καί ἡμεῖς κατά
ταύτην ἐλλιπεῖς, πολλῷ μᾶλλον οἱ ἐκ παλαιοῦ καί μυηθέντες ἄνωθεν καί
τό καθ ̓ ἡμᾶς γένος θεοκινήτως μυήσαντες ἀπόστολοι, προφῆται, σεπταί
σύνοδοι πατέρων πολλαί τε καί πολυάριθμοι. Εἰ δέ καί γινώσκοντες
ἑτέρως, ὡς νῦν ἰσχυρίζονται τό τῶν Λατίνων γένος, οὐ πεφανερώκασιν
ἡμῖν, καί ταῦτα τοῦ Κυρίου πρός αὐτούς εἰπόντος, «ἅ ἠκούσατε ἐν τῇ
σκοτίᾳ, κηρύξατε ἐν τῷ φωτί», πῶς οὐκ ἄν τῶν ὑπευθύνων εἶεν; Ἀλλ ̓ ὁ
Θεός αὐτούς δι ̓ἔργων κἀνταῦθα μεγίστων ἐδικαίωσεν.
Οὐ γάρ ἐφρόνουν κατά τούς Λατίνους, ἄπαγε, ὡς καί τοῦτο δέδεικται,
ἀλλά καί ἐγνώκασι καί παραδεδώκασιν ἡμῖν μίαν καί μόνην ἀρχήν τῆς
θεότητος, ἕνα Πατέρα ἀγέννητον, ἕνα Υἱόν ἐξ αὐτοῦ γεννητῶς
προερχόμενον, ἕν Πνεῦμα ἅγιον συναΐδιον, ἐκ τοῦ Πατρός καί αὐτό
ἐκπορευόμενον πρό αἰώνων καί εἰς αἰῶνας ̇ καί ἔτι καί συνδοξαζόμενον
τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῷ νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Αμέθυστος

Δεν υπάρχουν σχόλια: