Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Εγώ. Το παιχνίδι της ζωής (8)-επανάληψη

ΕΓΩ-Μέρος Πρώτο
Η βελτίωση της ζωής
Σενάριο (β)
«Ελπίζω να λειτουργήσει»-η κρίση ως ταινία
Λογική α
Ο κάθε άνθρωπος γίνεται manager του εγώ του

Είμαστε δύο. Όπου και να είμαστε, είμαστε πάντα δυό παρέα. Μπορεί να είστε ο πιο μοναχικός άνθρωπος στον κόσμο, και πάλι είστε παρέα δυο. Μπορεί κανείς να αμπαρώσει τις πόρτες και τα παράθυρα, το «νούμερο 2» όμως μπαίνει μέσα. Το «νούμερο 2» μας ακολουθεί σαν σκιά και μας κρύβει τον ήλιο. Το νούμερο 2 είναι ο ήλιος και λέει: κοίτα με, τι ωραία που λάμπω. Το νούμερο 2 παίρνει αποφάσεις αντί ημών, κάνει συμφωνίες, κοιτάει στο μέλλον, μας επαινεί, μας κάνει δώρα, μας τιμωρεί. Και πάνω απ’ όλα: το νούμερο 2 στοιχηματίζει πάνω μας, παίζοντας έτσι όλο και πιο συχνά με την ύπαρξη μας. Αρχίζει δυστυχώς να μετατρέπεται σε τέρας.

Το νούμερο 2 είναι ένα hominid, ένα ανθρωποειδές. Δεν γεννήθηκε τέρας, αλλά ως «homo oeconomicus», μια υπόθεση που έκανε ο άνθρωπος για να αναπαραστήσει τον άνθρωπο. Είναι ένα ιδεατό, μαθηματικό ον, που του αρέσει να παίζει δολοφονικά παιχνίδια. Είναι εύκολο να κάνεις υπολογισμούς με αυτό, αλλά πολύ δύσκολο να ζήσεις μαζί του.

Τον ονόμασαν doubledummy, «οικονομικό πράκτορα», «διπλασιασμένο» ή «πλαστογραφημένο» άνθρωπο. Στο βιβλίο αυτό θα τον ονομάσουμε «νούμερο 2». Επειδή σε κάποια στιγμή είχε αρχίσει να σκέφτεται και να πράττει στην θέση του νούμερο 1, του πραγματικού ανθρώπου. 

Η εκδοχή τού νούμερο 2, με την οποία έχουμε να κάνουμε στις μέρες μας, είναι ένα μοντέλο ανθρώπου που πράττει καθαρά οικονομικά, και το οποίο με λογική (δηλαδή σε συμφωνία με τους κανόνες λειτουργίας του), ψάχνει το συμφέρον του στις αγορές. Είναι μια μικρή μηχανή ηδονής, η οποία ενδιαφέρεται μόνο για την επιβολή των καταναλωτικών της επιθυμιών (των προτιμήσεων της), και η οποία ενδιαφέρεται για τον αλτρουισμό, μόνο στην περίπτωση που εξυπηρετεί έμμεσα το συμφέρον της. Το πλάσμα αυτό που το έφτιαξαν οι οικονομολόγοι, έχει σαφείς και προβλέψιμες προτιμήσεις -καχυποψία και φιλαυτία- ωθείται από την βούληση για κέρδος, και η «αλήθεια» του ξεκινά και τελειώνει στην τιμή (χρηματική). Το νούμερο 2 έχει μια ακόρεστη ανάγκη για πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να του εξασφαλίσουν κάποιο πλεονέκτημα στο παιχνίδι της ζωής.
Σχεδόν κάθε άνθρωπος που δεν ήθελε να ξεκινήσει ή να αποφύγει ένα πυρηνικό πόλεμο, μπορούσε να αγνοήσει το νούμερο 2 μέχρι και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Για τον λόγο αυτό ζούσαμε όλοι μας για δεκαετίες ανέμελοι μαζί με το νούμερο 2, και συχνά δεν παρατηρούσαμε καν ότι ήταν παρόν. Και πώς να το παρατηρούσαμε; Για όσο ο μαθηματικός τύπος που το περιγράφει αφορούσε τις προ-ψηφιακές αγορές και παλιομοδίτικους κόσμους, ο χώρος στον οποίο δρούσε ήταν περιορισμένος, και δεν μπορούσε να απασχολήσει πραγματικούς ανθρώπους, ιδιαίτερα δε εκείνους που ζούσαν στην χώρα του Ludwig Erhard (Γερμανός υπουργός οικονομικών 1949-1963, και καγκελάριος 1963-66).
Οι οικονομολόγοι έδωσαν στο καταστατικό τού νούμερο 2 ένα χαριτωμένο όνομα: «θεωρία παιγνίων». Η θεωρία αυτή, όπως την περιγράφει ο Αμερικανός δημοσιογράφος Fred Kaplan, «ισχυριζόταν, πως είναι ανόητη συμπεριφορά, το να κάνεις το καλύτερο και για τις δυο πλευρές, και να περιμένεις ταυτόχρονα ότι και ο αντίπαλος θα κάνει το ίδιο. Με αυτή την έννοια, η θεωρία παιγνίων ήταν το τελειότερο διανοητικό υπόστρωμα για τον Ψυχρό Πόλεμο.55» 

Οι John von Neumann και Oskar Morgenstern είχαν δημοσιεύσει το 1944 το έργο τους «Θεωρία παιγνίων και οικονομική συμπεριφορά» (ήταν ουσιαστικά η συνέχεια ενός γραπτού τους από το 1928). Αυτό όμως που προοριζόταν να γίνει οικονομική θεωρία, δεν είχε βρει αρχικά απήχηση στο πεδίο αυτό. Ο von Neumann όμως, που ήταν παράλληλα απασχολημένος με την δημιουργία της ατομικής βόμβας και του ηλεκτρονικού υπολογιστή, είχε δει αμέσως την ευκαιρία να δοκιμάσει τις υποθέσεις του στον στρατό56.

Μέσα σε λίγα χρόνια, και υπό την αιγίδα της RAND Corporation, η θεωρία είχε εξελιχθεί σε ένα είδος «εργαλείο για όλες τις δουλειές», που εφαρμοζόταν σε κάθε είδους προβλήματα αποφάσεων και διαπραγματεύσεων. Στο κέντρο τής θεωρίας βρισκόταν το νούμερο 2, ένα πλάσμα λογικό, γιατί επεδίωκε σε κάθε περίπτωση να εξυπηρετήσει μόνο το δικό του συμφέρον. 

Η θεωρία των παιγνίων ήταν το εργαλείο του νούμερο 2. Το 1951 είχε εμφανιστεί η «θεωρία των λογικών αποφάσεων» (rational-choise-theory), στενά συνδεδεμένη με την θεωρία των παιγνίων. Η θεωρία των λογικών αποφάσεων είχε γίνει η φιλοσοφία της ζωής του νούμερο 2. Παρά τους όποιους περιορισμούς και σχετικοποιήσεις που προσπάθησαν να διατυπώσουν περί της εγώ-πορείας του νούμερο 2, στον πυρήνα του είχε παραμείνει αυτό που ένας από τους πρωταγωνιστές της RAND είχε διατυπώσει στα τέλη του ’50: «Όταν μιλούμε για λογική συμπεριφορά, εννοούμε ουσιαστικά την λογική συμπεριφορά που εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς»57.

Τα «παιχνίδια» της θεωρίας των παιγνίων ήταν καθαρά μαθηματικά, και από το 1953 ήταν στρατιωτικά μυστικά. Κάθε βράδυ τα κλείδωναν σε θωρακισμένα ντουλάπια, επιστήμονες πέραν πάσης υποψίας58. Οι ερευνητές αυτοί χειρίστηκαν την παγκόσμια διαμάχη σαν ένα «οικονομικό πρόβλημα βελτίωσης». Το πρόβλημα αυτό μπορούσε να επιλυθεί μόνο από ένα αρρωστημένα λογικό πλάσμα: αυτό που ονομάσαμε νούμερο 2.

Η δημοσιογράφος Sylvia Nasar γράφει στην βιογραφία τού «beautiful mind» John Nashτα εξής: «Η RAND ήταν γεμάτη άντρες και γυναίκες που πίστευαν πως ένας συστηματικός τρόπος σκέψης και η ποσοτικοποίηση της, ήταν το κλειδί για την λύση των πιο σύνθετων προβλημάτων. Τα δεδομένα, στην καλύτερη περίπτωση καθαρά από συναισθήματα, συμβάσεις και έτοιμες γνώμες, κυβερνούσαν τα πάντα. Αν η αναγωγή πολύπλοκων πολιτικών και στρατιωτικών αποφάσεων σε μαθηματικούς τύπους, ήταν σε θέση να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων, τότε η ίδια μέθοδος θα έπρεπε να είναι κατάλληλη και για υποθέσεις της καθημερινότητας. Και έτσι οι επιστήμονες τηςRAND προσπάθησαν να πείσουν τις συζύγους τους, πως η απόφαση για την αγορά ή μη ενός πλυντηρίου, ήταν ένα πρόβλημα βελτιστοποίησης.59»

Οι μαθηματικοί αυτοί της RAND ήταν το αντίστοιχο, τόσο στην κοινωνική τους συμπεριφορά όσο και στην υπέρ-λογική τους, των «Quants», των μαθηματικών και φυσικών δηλαδή εκείνων, υπολόγισαν για λογαριασμό των επενδυτικών τραπεζών εκείνα τα δολοφονικά προϊόντα.

Τα ερωτήματα με τα οποία ασχολήθηκαν ήταν τα ακόλουθα: πώς να βρεις την καλύτερη στρατηγική εναντίον κάποιου που διαθέτει το ίδιο δυναμικό απειλής όπως και εσύ; Σε ποια στιγμή πρέπει να πυροβολήσει σε μια μονομαχία; Πως μπορείς να διαπιστώσεις αν ο άλλος έχει ακόμα μια σφαίρα;
Ήταν γνωστό πως για τήν RAND -στη Santa Monica, Ειρηνικός- εργάζονταν πολλοί από τους επιστήμονες που είχαν συμμετάσχει στην κατασκευή της ατομικής βόμβας, του radar και του πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς. Και αν πολλά στοιχεία περί των στρατηγικών αποφάσεων είχαν παραμείνει κρυφά από την δημοσιότητα (ακόμα και οι δημοσιεύσεις της RAND γίνονταν βάσει της θεωρίας των παιγνίων: μερικές δημοσιεύσεις έγιναν για να νομίσει ο αντίπαλος ότι η RAND  σκέφτεται…), θυμόμαστε καλά πως ακούγαμε στις ειδήσεις για όλο και πιο πολύπλοκες και ακατανόητες πρωτοβουλίες αφοπλισμών, απειλών και εξοπλισμών. 

Ο Kaplan γράφει: «Και για τις δυο πλευρές είχε νόημα να μην προχωρήσουν στην κατασκευή επιπλέον ατομικών βομβών, από την άλλη όμως, καμιά πλευρά  δεν μπορούσε να έχει την εμπιστοσύνη και να υπογράψει μια συμφωνία αφοπλισμού, αφού κάθε πλευρά ήταν αναγκασμένη να υποθέσει ότι η άλλη θα την εξαπατούσε και θα κατασκεύαζε ακόμα περισσότερα. Και με τον τρόπο αυτό θα νικούσε η πλευρά που δεν θα τηρούσε την συμφωνία.»60 

Συνεχίζεται 

Αμέθυστος

Σημειώσεις
55. Kaplan, The Wizards of Armageddon, p. 66.
56. The fascinating story is told in Mirowski’s Machine Dreams.
57. Anthony Downs quoted in Amadae, Rationalizing Capitalist Democracy, σ. 5.
58. Sylvia Nasar, A Beautiful Mind, σ. 108.
59. Sylvia Nasar, A Beautiful Mind, σ. 109.
60. Kaplan, The Wizards of Armageddon, σ. 66–7.

Δεν υπάρχουν σχόλια: