Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

P I E R R E A U B E N Q U E Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (1)

P I E R R E    A U B E N Q U E

Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
   Image result for platone aristotele 
Στην παράδοσή μας συνηθίσαμε να αντιπαραθέτουμε την αριστοτελική στην πλατωνική αντίληψη της διαλεκτικής: ενώ ο Πλάτων παρουσιάζει την διαλεκτική στο έβδομο βιβλίο της Πολιτείας ως την «κορωνίδα των επιστημών», ὥσπερ  θριγκός τοῖς μαθήμασιν, στον Αριστοτέλη περιορίζεται στο επίπεδο της λογικής τού αληθοφανούς, ως η φτωχή συγγενής της αναλυτικής, η ως λογική του αναγκαίου. Ο Hamelin φτάνει στο σημείο να γράψει ότι για τον Αριστοτέλη «δεν υπάρχει τίποτε κοινό ανάμεσα στην αναζήτηση της αλήθειας και την διαλεκτική». Αυτή ακριβώς την ερμηνεία θα θέλαμε εδώ να αμφισβητήσουμε.
     Είναι γεγονός ότι η πλατωνική και η αριστοτελική διαλεκτική έχουν μια κοινή προέλευση που είναι η σοφιστική πρακτική του διαλόγου. Αλλά η αναγωγή αυτής της πρακτικής σε θεωρία εμπεριέχει ορισμένα χαρακτηριστικά, τα οποία εμφανίζονται, με τις ακόλουθες ιδιαίτερες μορφές, σε όλη την μετέπειτα ιστορία της διαλεκτικής.
     1) Η τεχνική του διαλόγου δεν μπορεί να εισέλθει στις λεπτομέρειες επιμέρους συζητήσεων. Μπορεί μόνο να επεξεργάζεται τόπους, δηλαδή γενικές κατηγορίες επιχειρημάτων που διατρέχουν όλη την συζήτηση, και των οποίων η γνώση θα επιτρέψει, είτε την εξάντληση όλων των πιθανών απόψεων πάνω σε ένα θέμα, καθιστώντας τον ίδιο το λόγο πειστικότερο, είτε την αντίσταση στην επιχειρηματολογία του αντιπάλου διά της φανέρωσης των ελλείψεών του. Στην περίπτωση αυτή η διαλεκτική αποκτά ένα χαρακτήρα «τοπικό», δηλαδή δεν αποτελεί μια ιδιαίτερη κατηγορία γνώσης, αλλά την οριοθέτηση ενός γενικού χώρου επιχειρηματολογίας. Ρήτορες όπως ο Γοργίας επεξέτειναν αυτό το χαρακτηριστικό έως τον παραλογισμό, υποστηρίζοντας ότι η άγνοια  είναι η καλύτερη εγγύηση τής καθολικής διαθεσιμότητας του σοφιστή απέναντι σε κάθε είδους επιχειρήματα.
     2) Η καθολικότητα της διαλεκτικής μεθόδου έχει ως αντιστάθμισμα τον απλά και μόνο αληθοφανή χαρακτήρα των ισχυρισμών που επιχειρεί να επιβεβαιώσει. Στερούμενη οποιασδήποτε ιδιαίτερης γνώσης, δεν είναι σε θέση να αναιρέσει άμεσα τους ισχυρισμούς του αντιπάλου, αλλά μόνο να εντοπίσει αντιφάσεις στην ομιλία του, αντιφάσεις οι οποίες καταδεικνύουν το αβάσιμο, αλλά στο βαθμό που ακόμα και αληθινές προτάσεις μπορούν να προέλθουν από ελλειμματική επιχειρηματολογία, δεν αποτελούν και απόδειξη. Αντιστοίχως, η διαλεκτική αδυνατεί από μόνη της να βεβαιώσει την αλήθεια μιας προτάσεως· στην καλύτερη περίπτωση μπορεί – και αυτό  από τη σκοπιά της  είναι αρκετό – να την εμφανίσει ως αληθή, μέσα από την ακρίβεια της αλληλουχίας των συλλογισμών που καταλήγουν σ’ αυτήν (παρότι και αυτό επίσης δεν αποτελεί απόδειξη, δεδομένου ότι η διαλεκτική, ελλείψει αντικειμενικής γνώσης, δεν μπορεί να κρίνει την αλήθεια ή το ψεύδος των προϋποθέσεων της επιχειρηματολογίας). Και πάλι εδώ, ρήτορες και σοφιστές προσέδωσαν μια μορφή ανηθικότητας σε αυτή την αμφιλεγόμενη δυνατότητα τής διαλεκτικής: στις σχολές τής ρητορικής εξασκούντο στην δυνατότητα στοιχειοθέτησης τόσο των απόψεων υπέρ όσο και κατά, ενός και του αυτού ζητήματος· ασκούντο μάλιστα στην ανάδειξη ως αληθούς αυτού που ήταν αποδεδειγμένα ψευδές, εξυψώνοντας έτσι την δύναμη του λόγου, που επιτρέπει «στα μεγάλα πράγματα να φαίνονται μικρά και στα μικρά μεγάλα».
     3) Εάν ο διάλογος εξελίσσεται ορθά φανερώνει πρόοδο. Και ενώ η μοναχική σκέψη κινδυνεύει να αποπροσανατολισθεί, ή να ολοκληρωθεί πρώιμα, στον διάλογο, οι αντιρρήσεις του συνομιλητή, λειτουργούν ταυτόχρονα ως μέσον ελέγχου, και ως «κίνητρο» για να προχωρήσει ο διάλογος. Είναι κοινώς αποδεκτό για την ελληνική γραμματεία, ότι ο προφορικός λόγος, επειδή μπορεί ενστερνισθεί και να επωφεληθεί από τις αντιδράσεις του ακροατηρίου, υπερέχει του γραπτού, που είναι εκτεθειμένος στους κινδύνους της μοναχικής σκέψης, της στερημένης κίνησης και ζωής.
     Η διαλεκτική αυτή των σοφιστών και των ρητόρων δέχτηκε στην πορεία της πολλές φιλοσοφικές επιδράσεις, που τόνιζαν κατά καιρούς κάποιο από τα χαρακτηριστικά της. Ο Σωκράτης επιμένει σ’ αυτό που εμείς κατατάξαμε ως τρίτο: ο διάλογος έχει καθαυτόν μια λειτουργία πειραστική, που θέτει δηλαδή τον ακροατή σε δοκιμασία· με αυτή την έννοια είναι εργαλείο προόδου, μιας προόδου όμως που εξ αιτίας μιας αντιστάθμισης που ο Σωκράτης θεωρεί αναπόφευκτη, δεν μπορεί να ενεργήσει παρά μόνο αρνητικά: ο διάλογος μας απελευθερώνει, όπως ακριβώς αφαιρούμε από ένα άγαλμά τις επιστρώσεις, από τις παραπλανητικές ιδέες μας, και κατά μείζονα λόγο από σαθρές γνώσεις, χωρίς όμως να μπορεί να τις υποκαταστήσει. Είναι το εργαλείο, όχι της γνώσης, αλλά της «γνώσης της άγνοιας». Με αυτή την έννοια η δύναμη του διαλόγου είναι καθολική, ανάμνηση τού πρώτου χαρακτηριστικού που διακρίναμε· πρόκειται όμως για την καθολικότητα τής κριτικής: μπορούμε να κρίνουμε τα πάντα χωρίς καμία γνώση, διότι ο πρώτος τυχόν, εάν είναι ένας σωστός διαλεκτικός, θα μπορέσει να διακρίνει το έλλειμμα που βρίσκεται στον πυρήνα και της πλέον επιτυχημένης «δεινότητας». Αλλά ο Σωκράτης δεν θα υποστήριζε ποτέ ότι η καθολικότητα της κριτικής μπορεί να υποκαταστήσει της καθολικότητα της γνώσης.
     Αυτό ακριβώς το βήμα έκανε ο Πλάτων συνταιριάζοντας το πρώτο και το τρίτο από τα χαρακτηριστικά που αναγνωρίσαμε στην διαλεκτική (καθολικότητα και πρόοδο), παραμερίζοντας το δεύτερο (μη επιστημονικός χαρακτήρας των διαλεκτικών τοποθετήσεων). Η διαλεκτική είναι η «συνοπτική» ενόραση της πληρότητας· έτσι δεν αντιπαρατίθεται στην επιστήμη, αλλά αντιπροσωπεύει την υψίστη των επιστημών, αυτήν που εμφανίζεται μέσα στην ιεράρχηση των επιστημών, πέρα και από τα μαθηματικά, ως η «κορωνίδα». Ο Πλάτων θα υποστηρίξει, μέχρι το τέλος τής φιλοσοφικής του πορείας, όπως και στον Φίληβο, ότι δεν υπάρχει «τελειότερη μέθοδος» από την διαλεκτική, και ότι αυτή αποτελεί «μια δωρεά των θεών στους ανθρώπους».
     Έχουμε διαπιστώσει επανειλημμένα ότι με τον Αριστοτέλη η διαλεκτική κατέβηκε από το βάθρο που την είχε τοποθετήσει ο Πλάτων, αλλά σπάνια διακρίναμε τις βαθύτερες αιτίες αυτής της διαφοράς. Η αλήθεια είναι ότι ο Αριστοτέλης απορρίπτει κάθε είδους μεταφορική επανατοποθέτηση της έννοιας της διαλεκτικής: η διαλεκτική δεν αποτελεί κίνηση της ψυχής που διαλέγεται με τον εαυτό της, αλλά τέχνη του διαλόγου, όπως την εφάρμωσαν, πριν ακόμη την ανάγουν σε θεωρία, οι σοφιστές και οι ρήτορες. Στην επεξεργασία ακριβώς μιας θεωρίας αυτής της τέχνης ανάλωσε τις πρώτες του «λογικές» έρευνες ο Αριστοτέλης: γνωρίζουμε σήμερα ότι τα αρχαιότερα κείμενα τού Όργανον είναι τα Τοπικά και το Περί σοφιστικών ελέγχων, δηλαδή οι πραγματείες που είναι αφιερωμένες στην γενική πρακτική της επιχειρηματολογίας, και ιδιαίτερα – σε ότι αφορά στο δεύτερο – στην ρητορική διαδικασία της «αναίρεσης». Η διαλεκτική που μελετάται επισταμένα σε αυτές τις πραγματείες δεν θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί από τον Αριστοτέλη στην «αναλυτική» για τον λόγο ότι δεν είχε ακόμη συλλάβει το περιεχόμενό της. Την εποχή που συνέγραφε τα Τοπικά, δεν διαχώρισε την διαλεκτική από την λογική, και ακόμη λιγότερο την διαχώρισαν οι μεταγενέστεροί του. Η διαλεκτική δεν ορίστηκε ούτε ως η επίλεκτη οδός προς την γνώση, ούτε φυσικά σαν ένα σύμπλεγμα διαδικασιών που αντιθέτως θα την αποστρέφονταν. Ο στόχος ήταν να επικρατήσει στην πορεία τής συζήτησης, όχι να κατακτήσει την αλήθεια, ή να προσδεθεί σ’ αυτήν, διότι η διαλεκτική μπορούσε να καθοριστεί μόνο ως προς την μορφή της, επομένως ανεξάρτητα από τον ενδεχομένως επιστημονικό (δηλαδή αναγκαστικά αληθινό) χαρακτήρα των ισχυρισμών στους οποίους αφορούσε.
        Είναι αξιοσημείωτο ότι ο Αριστοτέλης είχε ανακαλύψει ήδη από την εποχή των Τοπικών, δηλαδή ενός κειμένου περί της διαλεκτικής, τον μηχανισμό του συλλογισμού. Ο «συλλογισμός» δεν συναντάται στα Τοπικά απλώς ως λέξη, αλλά με την έννοια ήδη του τεχνικού όρου που θα τον συναντήσουμε ερμηνευμένο αργότερα, στα Αναλυτικά Πρότερα. Έτσι αποδεικνύεται ότι η αριστοτελική συλλογιστική, δηλαδή η τέχνη της συναγωγής από προηγουμένως αποδεκτές προτάσεις, ασφαλείς συνέπειες, γεννήθηκε από την διαλεκτική πρακτική. Ο συλλογισμός είναι, κατά την προέλευσή του, μια διαδικασία που τείνει να αναδείξει, μεταξύ των προτάσεων που αποδέχεται ο αντίπαλος και μιας άλλης πρότασης την οποία κατ’ αρχήν αρνείται, μια σχέση αρχών προς συνέπειες, υποθέσεων προς συμπέρασμα, που μόλις αποκαλυφθεί, θα οδηγήσει τον αντίπαλο, εκούσια ή ακούσια, είτε να αποδεχθεί το συμπέρασμα, είτε να αρνηθεί τις υποθέσεις. Ο συλλογισμός είναι μια διαλεκτική παγίδα που συνίσταται, στην εκμετάλλευση μέσα στην συζήτηση, μιας κατ’ αρχήν μη-άμεσης σχέσης ανάμεσα σε υποθέσεις και συμπέρασμα, πριν φθάσουμε εν τέλει στην κοινοποίηση του μεσολαβητικού ρόλου του μεσαίου όρου, προκαλώντας σύγχυση στον αντίπαλο.
     Η αριστοτελική διαλεκτική δεν γεννήθηκε, όπως πίστεψαν συχνά κατά τον 19ο αιώνα, από την διεύρυνση της λογικής, της οποίας θα θυσίαζε την ακρίβεια προκειμένου να την προσαρμώσει σε τομείς – όπως η ηθική ή η πολιτική – στους οποίους δεν είναι απαραίτητη, αλλά είναι η ίδια η λογική, η καλύτερα η αποδεικτική, δηλαδή η θεωρία του αποδεικτικού συλλογισμού, αντικείμενο των Ύστερων Αναλυτικών, που συρρικνώνει την διαλεκτική σε μια ιδιαίτερη εκδοχή: αυτή στην οποία είναι αναγκαίες οι υποθέσεις. Όταν ο Αριστοτέλης διακρίνει και αντιπαραθέτει τον αποδεικτικό συλλογισμό, του οποίου οι υποθέσεις είναι αναγκαίες, στον διαλεκτικό συλλογισμό του οποίου οι υποθέσεις είναι μόνο πιθανές, δεν αντιπαραθέτει την ακρίβεια του ενός στον απλώς σχετικό χαρακτήρα του άλλου, διότι και στις δύο περιπτώσεις ο συλλογισμός είναι απαραίτητος: αποβλέπει μόνο στη φύση των υποθέσεων. Αλλά ακόμη και εδώ, μπορούμε να δούμε ότι η σχέση είναι περιέχοντος προς περιεχόμενο: διότι, όπως ακριβώς το αληθές αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση του αληθοφανούς, το αναγκαίο μια ιδιαίτερη περίπτωση του πιθανού, η οριακή περίπτωση ή η πιθανότητα είναι το μέγιστο, και το σημείο όπου κάθε αντίφαση καθίσταται αδύνατη. Αυτό που θέλουμε να δείξουμε εδώ είναι ότι η αριστοτελική διαλεκτική δεν αντιπαρατίθεται στην επιστήμη, αλλά αποτελεί ένα είδος μήτρας, από την οποία η επιστήμη αναδύεται με μια διαδικασία εξειδίκευσης: ο επιστημονικός λόγος είναι ο διαλεκτικός λόγος όπου η αναγκαιότητα των υποθέσεων προστίθεται στον περιοριστικό χαρακτήρα της επιχειρηματολογίας, για να καταστήσει αδύνατη κάθε αντίφαση. Σε έναν συνήθη διάλογο, ακόμη και αν κατευθύνεται από μια αυστηρή διαλεκτική μέθοδο, ακόμη και αν ο συνομιλητής μου αδυνατεί να αντισταθεί στην επιχειρηματολογία μου, μπορεί οπωσδήποτε να αμφισβητήσει τις υποθέσεις μου. Στον επιστημονικό διάλογο όμως ο συνομιλητής μου  υποχρεώνεται σε σιωπή, διότι δεν μπορεί ούτε να εντοπίσει κάποιο έλλειμμα στον συλλογισμό μου, ούτε να αμφισβητήσει τις υποθέσεις, οι οποίες έχουν προκαταβολικά αποδειχθεί. Ο επιστημονικός μονόλογος είναι η οριακή περίπτωση του  διαλόγου: αυτός στον οποίο δεν χωρεί καμιά αντίρρηση, και στον οποίο ο εν δυνάμει αντιλέγων μπορεί μόνο να μεταστραφεί σε μαθητή.
     Το μεγάλο πλεονέκτημα της αριστοτελικής θεωρίας της διαλεκτικής είναι η επανατοποθέτηση του επιστημονικού διαλόγου στην σωστή του θέση, η οποία είναι εντελώς ιδιαίτερη στην όλη διαδικασία του λόγου. Ασφαλώς η εγκυρότητα τού επιστημονικού διαλόγου τον καθιστά εντυπωσιακό. Αναγνωρίζοντας όμως την ιδιαιτερότητά του, του αφαιρούμε κάθε δυνατότητα καθολικότητας η οποία θα τον καθιστούσε παράλογο ή βίαιο: η καθαρά ανθρώπινη μορφή του λόγου είναι ο διάλογος, ενώ ο κάθε μονόλογος θα όφειλε να υποβάλλεται στην κριτική των όρων εγκυρότητάς του. Ο Πλάτων το γνώριζε, αλλά στην πάροδο του χρόνου είχε την τάση να το ξεχνά: στους τελευταίους διαλόγους, ο γοητευμένος μαθητής συχνά δεν ξέρει πώς να απαντήσει: «Ορθά μίλησες ὦ Σωκράτη». Αντίθετα ο Αριστοτέλης, παρότι αναγνωρίζει την αποδεικτική υπεροχή του επιστημονικού διαλόγου, εξακολουθεί να τον τοποθετεί υπό την δικαιοδοσία τής διαλεκτικής. Ακόμη και όταν η διαλεκτική παραμερίζεται από την απόδειξη, όπου αυτή είναι δυνατή, δηλαδή σε περιορισμένα πάντοτε πλαίσια, θα διεκδικήσει και τότε το απόλυτο δικαίωμά της στην διαχείριση του ανθρώπινου λόγου πέρα από τα όρια της απόδειξης: είτε πρόκειται για προτάσεις που δεν επιδέχονται απόδειξη – αρχές ή ορισμούς – είτε πρόκειται για τομείς στους οποίους η απόδειξη θα πρόβαλε μιαν αναγκαιότητα που στην ουσία δεν υφίσταται, όπως στην περίπτωση της ηθικής ή της πολιτικής.
     Θα έπρεπε ασφαλώς να εξετάσουμε εκτενέστερα την καθαυτό πρακτική τού Αριστοτέλη σε σχέση με αυτά τα ζητήματα, η οποία, όπως υποστηρίζει ο Χέγκελ, αντανακλά λιγότερο τον κανόνα των Αναλυτικών από ότι τις προγραμματικές του εξαγγελίες. Προκειμένου όμως να μελετήσουμε τις σύνθετες σχέσεις που καθιερώνει ο Αριστοτέλης ανάμεσα στην διαλεκτική, την επιστήμη και την φιλοσοφία, θα αναγκαστούμε να περιοριστούμε στις απόψεις που εκτίθενται κυρίως στα Τοπικά.


(συνεχίζεται)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...