Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Β. Καραποστόλης: Συνοπτική ιστορία της μοναξιάς

Βασίλης Καραποστόλης
 
Η μοναξιά είναι πιο πολύ κατάσταση, παρά ένα ορισμένο αίσθημα. Είναι κανείς μόνος, δεν «νιώθει» μόνος. Αν πρέπει δε να μιλήσει γι’ αυτό, δεν θα έχει πολλά να πει εκτός απ’ αυτά που δηλώνουν οι κινήσεις και το ύφος ενός ανθρώπου που κόβει βόλτες μέσα σε τέσσερις τοίχους, που κάθεται κάποιο βράδυ σ’ ένα άδειο παγκάκι ή που πνίγεται σ’ ένα πάρτυ γεμάτο γέλια και μουσική.
 
Ο αιώνας μας κληρονόμησε αυτή την κατάσταση σε μορφή πολυτελούς αδιαθεσίας, σύντομα όμως αναγκάστηκε να την αντιμετωπίσει όπως ένα λοιμό. Μέσα σε λίγες δεκαετίες είχαν δράσει οι δυνάμεις που θα έριχναν τα πλήθη στους δρόμους  κλείνοντας ταυτόχρονα το άτομο στον εαυτό του, εκεί δηλαδή που δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να εγκατασταθεί. Το άτομο του εικοστού αιώνα βρέθηκε ανάμεσα στους πολλούς και στον Ένα, αυτόν που μάταια εκθείαζαν οι φιλόσοφοι και οι καλλιτέχνες, αλλά που ο άνθρωπος του καιρού τους δεν μπορούσε να τον φθάσει, γιατί απλούστατα προοριζόταν για την παραγωγή, όχι για τη δημιουργία. Για τον λόγο αυτό οι φιλόσοφοι και οι καλλιτέχνες τον περιφρόνησαν, ενώ εκείνος τους αγνόησε με τη σειρά του.
 
Για να είμαστε πιο ακριβείς, πρέπει να πούμε πως στο ζήτημα αυτό οι πολιτισμικές παραδόσεις του Δυτικού Κόσμου αποκάλυψαν μερικές από τις πιο χαρακτηριστικές διαφορές τους. Ακόμη μια φορά το γερμανικό «πνεύμα» διαμαρτυρήθηκε εναντίον της μάζας, αντιτάσσοντας στη χυδαιότητά της το ιδανικό της εξευγενισμένης θέλησης. Στο τέλος της γραμμής που περνά από τον Χέγκελ, τον Νίτσε και τον Στίρνερ βρίσκεται η ιδέα της ηρωικής και αμείλικτης μοναξιάς. Αλλά η μοναξιά αυτή -που γοήτευσε ακόμη και σοσιαλιστές όπως ο Σορέλ- δεν αρκείται στην περισυλλογή ή τη δημιουργία. Ζητά να οπλιστεί με την ανωτερότητά της και να γίνει καθεστώς· ο μονήρης επιστρέφει στους πολλούς για να τους υποτάξει. Ο παλιός ρομαντισμός αναζωπυρώνεται, έτσι, για να φθάσει στο ακραίο σημείο· από έξαρση της δυναστευομένης ψυχής, από ανάγκη της εσωτερικότητας μετατρέπεται σε πολιτική της υπεροψίας. Συμβαίνει λοιπόν κάποτε οι αποτραβηγμένοι στη γωνία να μην ονειρεύονται παρά το πώς θα βρεθούν στο κέντρο της αίθουσας, καθισμένοι στον θρόνο.
 
Από την πλευρά τους οι Αγγλοσάξονες τήρησαν μια στάση πιο εύκαμπτη. Κατ’ αυτούς χρειάζονταν επιδέξιοι χειρισμοί ώστε να γεφυρωθούν αποστάσεις. Τη λογική βάση την είχε προσφέρει παλαιότερα ο Χιουμ,που δεν έπαυε να θυμίζει πως μέσα στο σπίτι και κοντά στους οικείους η διάνοια ατονεί και ζωηρεύει μόνον όταν συναντά τις αντιστάσεις των αγνώστων.Εύθυμες υποδείξεις που οι Αμερικάνοι αργότερα, αφού τους αφαίρεσαν το στοιχείο του παιγνιδιού, τις έκαναν εργαλεία. Καλλιέργησαν μιαν απέραντη έκταση «ανθρωπίνων σχέσεων» με συνταγές προσαρμογής και με τη συνδρομή μιας ψυχοθεραπευτικής βιομηχανίας της οποίας το τελικό προϊόν ήταν το πιο στοιχειώδες: τρόποι για να ανέχεται ο ένας τον άλλο επί οκτώ ή και περισσότερες ώρες.
 
Σαφείς και πραγματιστές όπως πάντα οι Αμερικάνοι. Έδειξαν τις απειλητικές διαστάσεις της κοινωνίας των μαζών και πριν προλάβει να γεννηθεί ο τρόμος της σύνθλιψης,είπαν πως αυτό είναι το αντάλλαγμα για την ευμάρεια της πλειοψηφίας. Έπρεπε να γίνει αποδεκτό το πλήθος και η μοναξιά εκεί μέσα, γιατί αυτή ήταν η συνθήκη της σύγχρονης δημοκρατίας. Όσο για το άτομο, θα το φρόντιζαν οι ειδικοί εξομολογητές του, συγχωρώντας τα πάντα εκ προοιμίου. Η ενδοσκόπηση χωρίς σωτηρία ήταν η νέα θρησκεία.
 
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η Ευρώπη διέκρινε αρκετά καθαρά τις προτεραιότητες αυτής της επιχείρησης.Είδε πως το άτομο συνδέθηκε πιο στενά με τους «ρόλους» του παρά με τον συμπολίτη, τον συνάνθρωπο ή την οικογένεια. Δεν κατόρθωσε όμως να προτείνει μιαν άλλη λύση, καθώς βάδιζε κιόλας στον δρόμο της αμερικανικής κοινωνίας. Σβησμένος προ πολλού ο απόηχος του Πασκάλ, αδιανόητη συνεπώς και η περίπτωση να απομακρυνθεί κανείς από το μέρος όπου όλοι οι άλλοι συχνάζουν. Ποιος μπορεί να μείνει μόνος με τον εαυτό του δίχως να κυριευτεί από τη σκέψη της μοιραίας φθοράς; Η κατάληξη, ωστόσο, διαρκώς αναβάλλεται σύμφωνα και με τα ένθετα των εφημερίδων. Οι νέοι μπορούν και ασπάζονται το επίκαιρο δόγμα. Χορεύοντας μόνοι στις πίστες διαφημίζουν το σύνθημα της νεάζουσας κοινωνίας·γι’ αυτούς υπάρχει πολύς χρόνος μπροστά τους, ίσως και να μη χρειάζεται από τώρα τα κορίτσια και τα αγόρια να γίνουν ζευγάρια. Για τους μεγαλύτερους όμως αυτό δεν ισχύει και το ξέρουν.
 
Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι τον χρόνο τον σκοτώνει η υποχονδρία εντός οικίας και ο καταναγκασμός εκτός. Ανάμεσα στη φυγή και τις συναναστροφές, οι άνθρωποι παραπαίουν μέχρι να ενδώσουν ανόρεχτα σε μιαν από τις διεξόδους ίσα-ίσα για να τη συγκρίνουν με μιαν άλλη. Είναι φανερό πως στο ενδιάμεσο έχει χαθεί η παράδοση της ζωής ανάμεσα στους άλλους, που είναι όμοιοι μεταξύ τους και ταυτοχρόνως διαφορετικοί. Ξεχάστηκε η τέχνη την οποία οι Αρχαίοι Έλληνες ονόμασαν φιλία και οι Ρωμαίοι προσπάθησαν να της προσδώσουν θεσμική αξία. Φυσικά και σήμερα οι άνθρωποι όπως και τότε, θέλουν να τους εμπιστεύονται, να τους αγαπούν και να τους καλούν σε δείπνα, τα οποία θα ανταποδώσουν. Δεν είναι όμως αρκετά τολμηροί (όπως το ζητούσε ο Αριστοτέλης), ώστε να περνάνε τις μέρες τους μαζί, να τρώνε «ψωμί κι αλάτι». Όταν και η ελάχιστη παρουσία της άλλης συνείδησης και το πλησίασμα του άλλου σώματος προκαλεί πανικό, τότε η συνηθισμένη έκκληση για επικοινωνία δεν είναι παρά νοσταλγία για την ανέφικτη επαφή. Θα’ ταν καλά αν η σύνδεση γινόταν ακαριαία, μ’ ένα σπινθηρισμό αμοιβαιότητας. Όμως αυτό συμβαίνει πολύ σπάνια, το έχουν παραδεχτεί ακόμη και οι κινηματογραφικές ταινίες.
 
Μένει λοιπόν είτε να θητεύσουμε ξανά τις δυσκολίες της συνομιλίας είτε να ζήσουμε με τη σιωπή, όπως ζούμε με μια χρόνια ασθένεια. Κι όπως όλες οι ασθένειες αυτού του τύπου, έχει κι αυτή κάποια πλεονεκτήματα που με τον καιρό υπερτιμώνται.
 
 
*Aπό το βιβλίο του Βασίλη Καραποστόλη «Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΗΡΟΣΤΡΑΤΟΥ -περί ηθών και αισθημάτων-» και κυκλοφορεί από τις «Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ»
Ο ζωγραφικός πίνακας που πλαισιώνει τη σελίδα είναι έργο του Στάθη Βατανίδη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...