Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2025

Sumphilosophein 25


Συνέχεια από: Tρίτη 9 Σεπτεμβρίου 2025

SUMPHILOSOPHEIN 25
Του Enrico Berti
ΙΙΙ. Η αληθινή πραγματικότητα


Η διακυβέρνηση του εαυτού

1. Η σχέση ανάμεσα στο αγαθό και την ηδονή

Τώρα, σε μερικούς φαίνεται ότι καμία ηδονή δεν είναι αγαθό, ούτε καθ’ εαυτό, ούτε κατά συμβεβηκός (αφού η ηδονή και το αγαθό δεν είναι το ίδιο πράγμα), σε άλλους ότι κάποιες ηδονές είναι, αλλά πολλές είναι ποταπές· επιπλέον, υπάρχει και μια τρίτη θέση ανάμεσά τους: ακόμη κι αν όλες οι ηδονές είναι αγαθό, και πάλι δεν είναι δυνατόν το ύψιστο αγαθό να είναι η ηδονή.

Αυτά τα λόγια, που περιέχονται στο Ζ΄ βιβλίο των Ηθικών Νικομαχείων —το οποίο είναι κατά πάσα πιθανότητα έργο του ώριμου Αριστοτέλη, σχεδόν σίγουρα αντανακλώντας ένα μάθημά του στο Λύκειο—, μπορούν να φαίνονται υπαγορευμένα από τη μέθοδο που ο φιλόσοφος συστήνει για την ηθική στην αρχή του ίδιου βιβλίου· σύμφωνα με αυτήν, σε κάθε θέμα πρέπει πρώτα να εκτίθενται οι «γνώμες» (ta phainomena), δηλαδή «τα λεγόμενα» (ta legomena) από τους άλλους, ώστε να συζητηθούν και να εξεταστεί τι μπορεί να γίνει δεκτό και τι πρέπει να απορριφθεί, ανάλογα με το αν συμφωνεί ή όχι με τα endoxa, δηλαδή τις ευρέως αποδεκτές γνώμες που πρέπει να αποτελούν τη βάση της ηθικής, ή τουλάχιστον με τις περισσότερες από αυτές ή με τις πιο σημαντικές.

Μια τέτοια εντύπωση είναι βεβαίως θεμελιωμένη, μάλιστα είναι ασφαλώς αληθινή, αλλά δεν είναι όλη η αλήθεια· διότι με τα παραπάνω λόγια ο Αριστοτέλης αντηχεί μια συζήτηση που είχε διεξαχθεί μερικά χρόνια νωρίτερα στην Ακαδημία του Πλάτωνα, της οποίας η πραγματεία για την ηδονή που περιέχεται στα Ηθικά Νικομάχεια, τόσο στο βιβλίο Ζ΄ όσο και στο βιβλίο Ι΄, αποτελεί ανακατασκευή.

Η πιο σημαντική απόδειξη της ύπαρξης αυτής της συζήτησης είναι ο Φίληβος του Πλάτωνα, διάλογος για την ηδονή, όπου περιέχεται μια πολεμική κατά του ηδονισμού, δηλαδή κατά της φιλοσοφίας που ταυτίζει την ηδονή με το υπέρτατο αγαθό. Η πολεμική αυτή για πολλά χρόνια θεωρήθηκε ότι στρεφόταν κατά του Αρίστιππου, μαθητή του Σωκράτη και ιδρυτή της Κυρηναϊκής σχολής, ο οποίος είναι γνωστό ότι ταύτιζε το υπέρτατο αγαθό με την ηδονή. Αλλά, αντίθετα, σε πιο πρόσφατους χρόνους αναγνωρίστηκε ότι στρεφόταν κατά του Εύδοξου του Κνίδιου, του μεγάλου επιστήμονα που, όπως γνωρίζουμε, συχνάζει στην Ακαδημία μεταξύ του 355 και του 350 π.Χ., και ο οποίος επίσης υποστήριζε την ταύτιση του υπέρτατου αγαθού με την ηδονή.

Στον Φίληβο περιέχονται επίσης, όπως θα δούμε σε λίγο, υπαινιγμοί σε μια θέση διαμετρικά αντίθετη από εκείνη του Εύδοξου, την οποία, βάσει των ενδείξεων που μας δίνει ο Αριστοτέλης, μπορούμε να αποδώσουμε στον Σπεύσιππο, για τον οποίο άλλωστε γνωρίζουμε ότι έγραψε έναν διάλογο Περί ηδονής, ο οποίος έχει χαθεί. Ο Πλάτωνας, στον διάλογο αυτόν, αφιερωμένο επίσης στην ηδονή, φαίνεται να παίρνει μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στις δύο που μόλις αναφέρθηκαν, πλησιάζοντας ωστόσο περισσότερο εκείνη του Σπεύσιππου.

Και οι τρεις αυτές θέσεις, του Εύδοξου, του Σπεύσιππου και του Πλάτωνα, εκτίθενται από τον Αριστοτέλη στα Ηθικά Νικομάχεια, με πληθώρα επιχειρημάτων υπέρ της μίας ή της άλλης.

Γνωρίζουμε επίσης ότι ο ίδιος ο Αριστοτέλης έγραψε, όπως ο Πλάτωνας και ο Σπεύσιππος, έναν διάλογο Περί ηδονής σχεδόν σίγουρα νεανικό —όπως και η πλειονότητα των διαλόγων του, δηλαδή συνταγμένο κατά την περίοδο που πέρασε στην Ακαδημία πριν από τον θάνατο του Πλάτωνα—, του οποίου οι θέσεις είναι πιθανό να αντηχούν σε εκείνες που υποστήριξε ο ίδιος ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια, εφόσον είναι αληθές —όπως η πιο πρόσφατη κριτική ομόφωνα θεωρεί— ότι ανάμεσα στην περίοδο που πέρασε στην Ακαδημία και στην ώριμη περίοδο της διδασκαλίας του Αριστοτέλη στο Λύκειο δεν υπήρξαν μεγάλες δογματικές διαφορές.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε θέση να ανασυνθέσουμε, βάσει των δύο πραγματειών για την ηδονή που περιέχονται στα Ηθικά Νικομάχεια, μια ακόμη συζήτηση, μετά από εκείνες για τις κινήσεις των πλανητών, για την ύπαρξη των Ιδεών, για τη φύση των αρχών, η οποία έλαβε χώρα στην Ακαδημία πριν από τον θάνατο του Πλάτωνα. Συζήτηση που προκλήθηκε πιθανότατα από μια αυθεντική τοποθέτηση του Εύδοξου του Κνίδιου, στην οποία αντιτάχθηκε ο Σπεύσιππος με τον διάλογό του Περί ηδονής, στον οποίο παρενέβη ο Πλάτωνας με τον Φίληβο, αναλαμβάνοντας μια ενδιάμεση θέση ανάμεσα στους δύο πρώτους, αλλά πιο κοντά στον Σπεύσιππο· και στον οποίο παρενέβη τέλος και ο νεαρός Αριστοτέλης με τον δικό του διάλογο Περί ηδονής, υιοθετώντας όμως, όπως θα δούμε, μια θέση πιο κοντά σε εκείνη του Εύδοξου, αν και όχι απόλυτα ταυτόσημη με αυτήν.

Δεν χρειάζεται να τονιστεί το ενδιαφέρον που παρουσιάζει μια τέτοια συζήτηση και για τη σημερινή κουλτούρα, η οποία, ιδιαίτερα στις πιο ανεπτυγμένες κοινωνίες, έχει πραγματοποιήσει μια αυθεντική επανανακάλυψη της ηδονής, ύστερα από αιώνες ή ίσως και χιλιετίες καταδίκης, οφειλόμενης σε διάφορες μορφές αυστηρότητας, θρησκευτικής ή κοσμικής· αλλά ταυτόχρονα δεν μπορεί να αποκρύψει την αμφιβολία ότι η ηδονή μπορεί να είναι και μια αμφίσημη αξία, όχι κατ’ ανάγκην η υπέρτατη αξία. Η γνώμη των μεγαλύτερων Ελλήνων φιλοσόφων και επιστημόνων, που αντιπαρατίθενται άμεσα μεταξύ τους πάνω σε αυτό το ζήτημα, μπορεί αναμφίβολα να αποτελέσει ένα στοιχείο λογικού χαρακτήρα που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και στη σημερινή συγκυρία.

2. Εύδοξος: η ηδονή είναι το υπέρτατο αγαθό

Ο Εύδοξος πίστευε ότι η ηδονή είναι το αγαθό, επειδή έλεγε ότι βλέπει πως κάθε ον, είτε έλλογο είτε άλογο, τείνει προς την ηδονή· ότι, σε κάθε περίπτωση, εκείνο που αποτελεί αντικείμενο επιλογής είναι συμφέρον, και μάλιστα το πλέον σημαντικό αντικείμενο είναι και το πλέον συμφέρον· και ότι το γεγονός πως όλοι στρέφονται προς την ηδονή δείχνει ότι αυτή είναι για όλους το υπέρτατο αγαθό (ariston), επειδή ο καθένας εξασφαλίζει αυτό που είναι αγαθό για τον ίδιο, όπως για παράδειγμα την τροφή, και συνεπώς αυτό που είναι αγαθό για όλους και που όλοι επιδιώκουν είναι το αγαθό.

Σε αυτό το απόσπασμα αναφέρεται η γενική θέση του Εύδοξου, δηλαδή η ταύτιση της ηδονής με το υπέρτατο αγαθό, η οποία του αποδίδεται με ρητή μνεία του ονόματός του —κάτι όχι συνηθισμένο στα αρχαία κείμενα, και επομένως τεκμήριο μιας άμεσης ακρόασης του Κνίδιου επιστήμονα από τον Αριστοτέλη (καθώς, πράγματι, δεν σώζονται συγγράμματα του Εύδοξου για την ηδονή). Η ακρόαση αυτή θα μπορούσε να έχει λάβει χώρα μόνο όταν ο Εύδοξος παρέμεινε για κάποιο διάστημα στην Ακαδημία του Πλάτωνα, συμμετέχοντας, όπως είδαμε, και σε άλλες συζητήσεις: εκείνη για τις κινήσεις των πλανητών και εκείνη για την ύπαρξη των Ιδεών.

Ήδη έχουμε δει, σχετικά με τις κινήσεις των πλανητών, ότι ο Αριστοτέλης προσχώρησε, έστω με κάποιες προσθήκες, στη θεωρία των ομόκεντρων σφαιρών που εισήγαγε ο Εύδοξος, αναγνωρίζοντας την αδιαμφισβήτητη αυθεντία του στα μαθηματικά και στην αστρονομία. Σχετικά, όμως, με τη διδασκαλία των Ιδεών, ο Αριστοτέλης απέρριψε την πρόταση του Εύδοξου, δηλαδή τη «μίξη» ανάμεσα στις Ιδέες και τα αισθητά πράγματα, η οποία ωστόσο κινείτο προς την ίδια κατεύθυνση με εκείνη που θα γινόταν αργότερα η αριστοτελική θέση.

Τώρα, σχετικά με την ηδονή, ο Αριστοτέλης, παρότι δεν συμμερίζεται πλήρως —όπως θα δούμε— τη θέση του Εύδοξου, την παίρνει πολύ σοβαρά και στην έκθεσή της προσθέτει ένα ιδιαίτερα τιμητικό σχόλιο για το πρόσωπο του επιστήμονα, λέγοντας:

«Τέτοια επιχειρήματα εύρισκαν αποδοχή περισσότερο χάρη στην αρετή των ηθών του Εύδοξου παρά χάρη στην ίδια τους τη δύναμη· διότι πιστευόταν ότι αυτός ήταν ιδιαιτέρως σώφρων, και συνεπώς δεν πίστευαν ότι τα έλεγε αυτά από αγάπη για την ηδονή, αλλά επειδή τα πράγματα πράγματι έτσι είχαν.»

Είναι φανερή η πρόθεση του Αριστοτέλη να διακρίνει τον «φιλοσοφικό» δηλαδή συλλογισμένο ηδονισμό του Εύδοξου από εκείνον που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε χυδαίο ηδονισμό, εκείνου που υμνεί την ηδονή μόνο επειδή είναι άπληστος γι’ αυτήν. Δεν είναι βέβαιο ότι η τελευταία αυτή θέση ήταν εκείνη του Αρίστιππου, ο οποίος πάντως είναι γνωστό ότι συναναστρεφόταν πόρνες και έμεινε στην ιστορία για το ότι είπε, σχετικά με τη Λαΐδα: «την κατέχω, δεν με κατέχει». Πρόκειται πιθανότατα για τη θέση των χυδαίων ανθρώπων, δηλαδή εκείνων που αφιερώνουν τη ζωή τους στην αναζήτηση της ηδονής, όπως ο Ασσύριος βασιλιάς Ασσουρμπανιπάλ, που οι Έλληνες ονόμαζαν Σαρδανάπαλο, ο οποίος έβαλε να γραφεί στον τάφο του: «έχω ό,τι έχω φάει και ό,τι η αχόρταγη λαγνεία μου απέκτησε», προκαλώντας το σχόλιο του Αριστοτέλη ότι αυτό μπορούσε να είναι επιτύμβιο όχι για έναν βασιλιά, αλλά για ένα βόδι.

Πέρα από το επιχείρημα του Εύδοξου που βασίζεται στην καθολική επιθυμία, ο Αριστοτέλης αναφέρει και άλλα που ο Εύδοξος θα είχε διατυπώσει προς υποστήριξη της θέσης του, δηλαδή: δεύτερον, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «επιχείρημα των αντιθέτων»: επειδή ο πόνος θεωρείται από όλους κάτι που πρέπει να αποφεύγεται, δηλαδή ένα κακό, η ηδονή, όντας το αντίθετο του πόνου, θα είναι ένα αγαθό.

Τρίτον, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «επιχείρημα του τέλους»: το περισσότερο επιθυμητό είναι εκείνο που δεν το επιθυμούμε εξαιτίας κάποιου άλλου πράγματος, αλλά επειδή είναι σκοπός καθ’ εαυτόν· τώρα, η ηδονή επιθυμείται καθ’ εαυτήν· άρα είναι το ύψιστο αγαθό.

Τέταρτον, το εξής επιχείρημα που αποδίδεται από τον Αριστοτέλη στον Εύδοξο: εκείνο που, όταν προστεθεί σε ένα αγαθό, το καθιστά περισσότερο επιθυμητό, δεν μπορεί παρά να είναι αγαθό· αλλά η ηδονή, όταν προστεθεί στις δίκαιες και σώφρονες πράξεις, τις καθιστά περισσότερο επιθυμητές· άρα η ηδονή είναι αγαθό.

Τέλος, το τελευταίο επιχείρημα που ο Αριστοτέλης αποδίδει στον Εύδοξο με ρητή συμφωνία είναι το εξής:

«Και πραγματικά, ο Εύδοξος φαίνεται ότι υπερασπίστηκε καλά την υπόθεση της υπεροχής της ηδονής· πίστευε ότι το γεγονός πως η ηδονή δεν επαινείται, ενώ είναι αγαθό, δείχνει ότι η ηδονή είναι ανώτερη από τα πράγματα που επαινούνται· και ότι το ίδιο χαρακτηριστικό ανήκει στον θεό και στο αγαθό, αφού όλα αναφέρονται σε εκείνα.»

Το επιχείρημα είναι λεπτό αλλά οξύ: υπάρχουν πράγματα τόσο προφανώς πολύτιμα, που δεν έχουν καν ανάγκη να επαινεθούν, δηλαδή είναι —όπως συνηθίζεται να λέγεται— ανώτερα από κάθε έπαινο· για παράδειγμα, «ο θεός», δηλαδή οι θεοί, που είναι φανερά ανώτεροι από τους ανθρώπους, επειδή είναι αθάνατοι και μακάριοι, ενώ οι άνθρωποι είναι θνητοί και δυστυχείς. Λοιπόν: τέτοια είναι και η ηδονή, η οποία δεν έχει ανάγκη να επαινεθεί· μάλιστα, συνήθως δεν επαινείται ρητά, αλλά στην πράξη εκτιμάται από όλους· συνεπώς, είναι σίγουρα ένα αγαθό.

Μπορεί να ειπωθεί ότι τα επιχειρήματα του Εύδοξου, συνολικά, αποτελούν μία από τις καλύτερες υπερασπίσεις της ηδονής που επιχειρήθηκαν ποτέ· μια υπεράσπιση φιλοσοφική, βασισμένη σε λογικά επιχειρήματα, όπως: η επιθυμία που υπάρχει σε όλα τα έμβια όντα, τόσο τα έλλογα όσο και τα άλογα· η αντίθεση ανάμεσα σε ηδονή και πόνο· ο χαρακτήρας του ύστατου σκοπού που έχει η ηδονή· και, τέλος, το ότι είναι ανώτερη από κάθε έπαινο.

Μια θέση τόσο επεξεργασμένη και τεκμηριωμένη, και επιπλέον στηριγμένη στο παράδειγμα μιας αψεγάδιαστης ζωής από ηθική άποψη, δεν μπορούσε παρά να προκαλέσει την προσοχή της Ακαδημίας του Πλάτωνα, η οποία πράγματι αντέδρασε με πολλαπλούς τρόπους.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: