Συνέχεια από: Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026
Tὁ ὑλικὸ ἀνθρώπινο σώμα θὰ ἀποτελέση τελικά «δόξα» τοῦ Θεοῦ, δηλαδή, φανέρωση τοῦ Θεοῦ1. Τὸ τέλος τῆς ἀσκητικῆς «μεταφυσικῆς» τοῦ σώματος εἶναι αὐτὴ ἡ δόξα, ὁ δοξασμὸς τοῦ σώματος, ἡ ἀντανάκλαση τῆς θείας δόξας στὴ σωματικὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ τὸ τέλος αὐτὸ δὲν ἀναφέρεται ἀποκλειστικὰ στὸν «ἔσχατο» χρόνο τῆς καθολικῆς ἀναστάσεως, ἀλλὰ καὶ στὸ παρὸν τῆς Ἐκκλησίας, στὴ χρονική πραγματοποίηση τοῦ ἔσχατου τέλους τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως. Γιατὶ ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι αὐτὸς ἀκριβῶς: ἀπὸ τὴ μίμηση καὶ τὸν εἰκονισμὸ τοῦ Θεοῦ νὰ προχωρήση ὁ ἄνθρωπος στὴν ὁμοίωση τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀποτελέση τὴ «δόξα», τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ.
Ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώση τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀναλογικὴ καὶ συμβολική, δὲν ἔχει σχετικὸ καὶ ἠθικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ εἶναι ἄμεση καὶ πραγματική. Βασίζεται σὲ μιὰ θεολογική προϋπόθεση, στὴν ὁποία ἐπέμειναν οἱ Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας αἰῶνες, στὴ διάκριση τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ2.
Ὁ Θεὸς φανερώνεται ὄχι κατὰ τὴν Οὐσία Του, αὐτὴ μένει ἀπόλυτα ἄγνωστη καὶ ἀπρόσιτη, ἀλλὰ διὰ τῶν Ἐνεργειῶν Του, ποὺ κάνουν δυνατὴ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή, ἀναδείχνουν τὸν ἄνθρωπο «κοινωνὸ θείας φύσεως» (2 Πέτρου 1, 4)3.
Οἱ Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας ἔχουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο μεθεκτὸ καὶ ὁρατὸ χαρακτήρα, εἶναι μιὰ «ἔλλαμψη» θείου Φωτός4.
Ἡ δυνατότητα τοῦ ἀνθρώπου νὰ φανερώση τὸν Θεὸ δὲν εἶναι ἀναλογικὴ καὶ συμβολική, δὲν ἔχει σχετικὸ καὶ ἠθικὸ χαρακτήρα, ἀλλὰ εἶναι ἄμεση καὶ πραγματική. Βασίζεται σὲ μιὰ θεολογική προϋπόθεση, στὴν ὁποία ἐπέμειναν οἱ Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς ἀπὸ τοὺς πρώτους κιόλας αἰῶνες, στὴ διάκριση τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ2.
Ὁ Θεὸς φανερώνεται ὄχι κατὰ τὴν Οὐσία Του, αὐτὴ μένει ἀπόλυτα ἄγνωστη καὶ ἀπρόσιτη, ἀλλὰ διὰ τῶν Ἐνεργειῶν Του, ποὺ κάνουν δυνατὴ τὴ μετοχὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ θεία ζωή, ἀναδείχνουν τὸν ἄνθρωπο «κοινωνὸ θείας φύσεως» (2 Πέτρου 1, 4)3.
Οἱ Ἐνέργειες τῆς θείας Οὐσίας ἔχουν γιὰ τὸν ἄνθρωπο μεθεκτὸ καὶ ὁρατὸ χαρακτήρα, εἶναι μιὰ «ἔλλαμψη» θείου Φωτός4.
ΑΧ ΚΥΡΙΕ ΧΡΗΣΤΟ ΜΑΣ ΜΑΣ ΚΟΡΟΙΔΕΨΕΣ ΧΟΝΤΡΑ! ΕΚΑΝΕΣ ΤΟΝ ΓΝΩΣΤΗ ΚΑΙ ΣΕ ΠΙΣΤΕΨΑΜΕ. Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΗΤΑΝ ΔΥΣΚΟΛΟΣ.
Σημειώσεις
2. Βλ. Ε. ν. IVANKA, Plato Christianus, σελ. 425 κ.ε. : Palamismus und Vätertradition, ὅπου γίνεται ἀναφορὰ στὸν Γρηγόριο Νύσσης, Μέγα Βασίλειο, Ψευδο - Διονύσιο ᾿Αρεοπαγίτη, Μάξιμο ῾Ομολογητή. Ενδεικτικὴ ἡ διατύπωση τοῦ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ : «Ἡμεῖς δὲ ἐκ μὲν τῶν ἐνεργειῶν γνωρίζειν λέγομεν τὸν Θεὸν ἡμῶν, τῇ δὲ οὐσίᾳ αὐτῇ προσεγγίζειν οὐχ ὑπισχνούμεθα. Αἱ μὲν γὰρ ἐνέργειαι αὐτοῦ πρὸς ἡμᾶς καταβαίνουσιν, ἡ δὲ οὐσία αὐτοῦ μένει ἀπρόσιτος». Επιστ. 234, πρὸς ᾿Αμφιλόχιον, Migne P.G. 32, 869 AB.
Βλ. ἐπίσης Η. G. BECK, Kirche u, theol. Literatur... σελ. 322 κ.ε. καὶ σελ. 715 ὅπου καὶ ἡ σχετικὴ μὲ τὸ θέμα βιβλιογραφία.
Κλασσικὰ καὶ τὰ δύο κεφάλαια τοῦ LOSSKY, στὸ βιβλίο Theogie mystique...Q Energies incréées, σελ. 65 κ.ε. καὶ La lumière divine, σελ. 215 κ.ε.
Βλ. ἐπίσης Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, Ἡ περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία... σελ. 103 κ.έ. Ι. ΡΩΜΑΝΙΔΟΥ, Τὸ προπατορικὸν ἁμάρτημα, σελ. 54 κ.ε. ᾿Ανδρ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Η περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία τῶν Ἑλλήνων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας μέχρις Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ᾿Αθῆναι 1956, σελ. 27 κ.ε. καὶ Χρ. ΓΙΑΝΝΑΡΑ, Η Θεολογία τῆς ἀπουσίας καὶ τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, σελ. 66 κ.ε.
3. Η διάκριση Οὐσίας καὶ Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ ἀπετέλεσε γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ᾿Ανατολὴ ὄχι μόνο τὴ βάση καὶ τὴν προϋπόθεση τῆς θεολογικῆς Γνωσιολογίας (βλ. τὴν σχετικὴ ἐργασία τοῦ Ν. ΝΗΣΙΩΤΗ, Προλεγόμενα εἰς τὴν θεολογικήν Γνωσιολογίαν, ᾿Αθῆναι 1965, βασισμένην ἐξ ὁλοκλήρου σὲ αὐτὴ τὴ διάκριση), ἀλλὰ καὶ τὴ θεολογική θεμελίωση τῆς ἐμπειρίας τοῦ Ἡσυχασμοῦ, τῆς θέας τοῦ φωτὸς τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ, τῆς «ἐλλάμψεως».
Γιὰ τὴν ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι μιὰ μάθηση περὶ τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ μιὰ ἄμεση κοινωνία μαζί Του. Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀπρόσιτος στὸν ἄνθρωπο, ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ εἶναι μιὰ δυνατότητα τῆς ἀνθρώπινης φύσεως. Αὐτὴ ἡ δυνατότητα ἀναφέρεται στὶς Ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν Οὐσία Του. Ὁ ἄνθρωπος δὲν μετέχει στην Οὐσία τοῦ Θεοῦ, μιὰ τέτοια μετοχὴ θὰ ἀνέδειχνε τὸν ἄνθρωπο θεὸ κατὰ τὴ φύση καὶ τὸν Θεὸ «μυριϋπόστατο», δηλαδὴ μὲ τόσες ὑποστάσεις ὅσα καὶ τὰ πρόσωπα ποὺ θὰ μετεῖχαν στὴν Οὐσία Του. Ταυτόχρονα, ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ ἀναφέρεται σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Πρόσωπα τῆς ἁγίας Τριάδος, γιατὶ ἡ ὑποστατικὴ αὐτὴ ἕνωση περιορίζεται ἀποκλειστικὰ στὸν Υἱό, ποὺ γίνεται ἄνθρωπος χωρὶς νὰ πάψη νὰ εἶναι τὸ δεύτερο Πρόσωπο τῆς ἁγίας Τριάδος. Αν καὶ μετέχουμε διὰ τῆς ᾿Εκκλησίας στὴν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Υἱοῦ ποὺ ἔχει θεωθῆ, ὠστόσο δὲν γινόμαστε ἡ θεία Υπόσταση τοῦ Υἴοῦ. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ μετάσχουμε οὔτε στὴν Οὐσία οὔτε στις Υποστάσεις τῆς Τριάδος. Επομένως, τὸ γεγονὸς τῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεὸ (2 Πέτρου 1, 4) πρέπει νὰ βασιστῇ σὲ μιὰν ἄφατη διάκριση στὸν Θεό, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ διάκριση τῆς Οὐσίας καὶ τῶν Προσώπων, μιὰ διάκριση κατὰ τὴν ὁποία θὰ εἶναι τελείως ἀπρόσιτος καὶ ταυτόχρονα προσιτὸς μὲ ὡρισμένες προϋποθέσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκριση τῆς Οὐσίας τοῦ Θεοῦ, τῆς ἀπρόσιτης καὶ ἄγνωστης καὶ ἀκοινώνητης Φύσεώς Του, καὶ τῶν θείων δυνάμεων ἢ θελημάτων ἢ ἐνεργειῶν, ποὺ εἶναι ἐνέργειες φυσικές, ἀχώριστες ἀπὸ τὴν Οὐσία, μὲ τὶς ὁποῖες ὁ Θεὸς ἐνεργεῖ ἐξωτερικά, ἀποκαλύπτεται, προσφέρει τὸν ἑαυτό του. (Βλ. LOSSKY, σελ. 65 κ.ε. καὶ ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, κ.ά. σελ. 107 καὶ BECK σελ. 324, ὅπου καὶ ἡ ἀκόλουθη διατύπωση : So steht immer im Hintergrund die göttliche οὐσία in letztem undurchdringlichen Dunkel. Diese οὐσία..., ist, um einem modernen Ausdruck zu gebrauchen, das «danz Andere», jenseits jedes Begriffes, Terminus aller apophatischen Theologie, jenseits aber auch aller religiösen Erfahrung, auch der mystischen, auch jener der seligen geister in der Vollendung [Μετάφραση: Έτσι, στο βάθος βρίσκεται πάντοτε η θεία οὐσία, μέσα σε μια έσχατη και αδιαπέραστη σκοτεινότητα. Αυτή η οὐσία, για να χρησιμοποιήσουμε μια σύγχρονη έκφραση, είναι το “εντελώς Άλλο”, πέρα από κάθε έννοια, το έσχατο όριο κάθε αποφατικής θεολογίας, αλλά και πέρα από κάθε θρησκευτική εμπειρία — ακόμη και από τη μυστική εμπειρία, ακόμη και από εκείνη των μακαρίων πνευμάτων στην τελείωση]. «Τὴν ὑπερουσιότητα τὴν θείαν οὔτε εἰπεῖν ἔστιν οὔτε ἐννοῆσαι, οὔτε ὅλως πως θεωρῆσαι... οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν αὐτῇ κατὰ τὸν νῦν αἰῶνα ἢ κατὰ τὸν μέλλοντα ὀνομαζόμενον...»[Μετάφρασση: Την υπερούσια θεότητα ούτε να την πει κανείς είναι δυνατόν ούτε να τη νοήσει ούτε καθ’ οιονδήποτε τρόπο να τη θεωρήσει… διότι ούτε όνομα υπάρχει γι’ αυτήν ούτε στον παρόντα αιώνα ούτε στον μέλλοντα”.] Migne P.G. 150, 936A. – «Ἡ οὐσία εἰ μὴ ἐνέργειαν ἔχει διαφέρουσαν ἑαυτῆς ἀνυπόστατος ἔσται τελέως καὶ διανοίας μόνης θεώρημα... διότι καὶ τελέως ἀνυπόστατός ἐστιν ὁ καθόλον ἄνθρωπος». Migne P.G. 150, 1216 - 1217. - «Εἰ μηδὲν διαφέρει, τῆς θείας οὐσίας ἡ θεία ἐνέργεια, καὶ τὸ ποιεῖν, ὁ τῆς ἐνεργείας ἐστὶν, κατ᾿ οὐδὲν διοίσει τοῦ γεννᾶν καὶ ἐκπορεύειν, ἃ τῆς οὐσίας ἐστιν». Migne P.G. 150, 1216 Β (῞Αγιος ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ). Βλ. καὶ Μ. LOT - BORODINE, Doctrine de la déification dans l'Eglise grecque, Revue de l'Histoire des Religions, 105 (1932) σελ. 6, 11 - 12).
4. Γιὰ τὴν πνευματικὴ παράδοση τῆς ὀρθόδοξης ᾿Ανατολῆς ὁ ὁρατὸς χαρακτήρας τῶν Ἐνεργειῶν τοῦ Θεοῦ, ἡ «ἔλλαμψη» τοῦ θείου φωτός, εἴναι ἴδια μὲ ἐκείνη τὴ φανέρωση τοῦ Θεοῦ ποὺ πραγματοποιήθηκε μὲ τὸν Χριστὸ πάνω στὸ ὄρος Θαβώρ. (Συνοψίζει πολύ εὔστοχα ὁ ΙVΑΝΚΑ : «Die Wesenheit Gottes selbst, seine Substanz, könne nicht gesehen werden, wohl aber seine Ausstrahlungen, seine Energien, die zwar nicht die göttliche Substanz, aber doch Gottheit seien, ewig und unerschaffen. Eine davon sei das Taborlicht... das ungeschaffene Licht Gottes, keine Kreatur und kein Kreatürliches, leibliches Licht, wenn auch ein sichtbares, denn dieses Licht ist die Kraft der Gottheit selbst und wesensgleich mit dem Licht des Christus bei seiner Verklärung auf dem Tabor umgab» [Μετάφραση: «Η ίδια η ουσία του Θεού, η υπόστασή Του, δεν μπορεί να ιδωθεί· μπορούν όμως να ιδωθούν οι ακτινοβολίες Του, οι ενέργειές Του, οι οποίες δεν είναι βέβαια η θεία ουσία, είναι όμως θεότητα, αιώνιες και άκτιστες. Μία από αυτές είναι το φως του Θαβώρ… το άκτιστο φως του Θεού, όχι κτίσμα και όχι κτιστό, σωματικό φως, αν και είναι ορατό· διότι αυτό το φως είναι η ίδια η δύναμη της θεότητας και είναι ομοούσιο με το φως που περιέβαλε τον Χριστό κατά τη Μεταμόρφωσή Του στο Θαβώρ»]. Plato Christianus, σελ. 398 καὶ 396 - 397). Συνδεδεμένο μὲ τὶς ἔριδες τοῦ Ἡσυχασμοῦ (14ος αἰώνας) τὸ θέμα τῆς «ἐλλάμψεως» τοῦ θείου Φωτὸς ἀπησχόλησε τὴν ὀρθόδοξη ᾿Ανατολὴ σὲ μιὰ ὀξύτατη θεολογική διαμάχη, γιὰ νὰ βρῆ τὴν τελική διατύπωσή του στη διδασκαλία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου, ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, τοῦ Παλαμᾶ, καὶ στὶς συνόδους τοῦ 14ου αιώνα, ὁρίζοντας ἀποφασιστικὰ τὴν εἰδοποιὸ διαφορὰ τῆς ὀρθόδοξης ἀπὸ τὴ λατινική - σχολαστική Θεολογία καὶ πνευματικότητα.
῾Ο ΙVΑΝΚΑ, καὶ πάλι, ἀναφερόμενος σὲ μελέτες τῶν G. Florovskij, Dumitru Staniloae, G. Ostrogorsky, Ἱερομον. Wassilij (Kriwosein), Kyprian Kern καὶ WI. Lossky, διαπιστώνει ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὀρθόδοξοι μελετητές… haben nicht nur den Palamismus und den Hesychasmus als historische Erscheinungen erforscht, sondern vertreten auch den Standpunkt, dass diese Lehren zum Wesen der ostchristlichen Theologie gehören, dass sie traditionell und der Väterlehre entsprechend sind und nur zum Schaden der Eigenständigkeit und der Überlieferungstreue der östlichen Theologie von fremden, westlichen theologischen Einflüssen aus dem theologischen Bewusstsein des Ostens verdrängt wurden. [Μετάφραση: «… δεν μελέτησαν μόνο τον Παλαμισμό και τον Ησυχασμό ως ιστορικά φαινόμενα, αλλά υποστηρίζουν επίσης τη θέση ότι αυτές οι διδασκαλίες ανήκουν στην ίδια την ουσία της ανατολικής χριστιανικής θεολογίας, ότι είναι παραδοσιακές και σύμφωνες με τη διδασκαλία των Πατέρων και ότι εκτοπίστηκαν από τη θεολογική συνείδηση της Ανατολής μόνο εξαιτίας ξένων, δυτικών θεολογικών επιδράσεων — πράγμα που ζημίωσε την αυτονομία και την πιστότητα της ανατολικής θεολογικής παράδοσης.»] (Pl. Chr. σελ. 395). Πραγματικά, θὰ μποροῦσε νὰ μιλήση κανεὶς γιὰ μιὰ «νεοπαλαμική» ὀρθόδοξη Θεολογία ποὺ ἐμφανίστηκε στις τελευταίες δεκαετίες, ἀναδείχνοντας συστηματικὰ τὴ σημασία τῆς διδασκαλίας τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη αὐτοσυνειδησία καὶ πνευματικότητα. Βλ. ἐνδεικτικά : Jean MEYENDORFF, Introduction à l'étude de Grégoire Palamas, Paris 1959, τοῦ ἴδιου, St. Grégoire Palamas et la mystique orthodoxe, στη σειρά «Maîtres Spirituels» (No 20) Paris 1959. Επίσης, Καθηγ. Παναγ. ΧΡΗΣΤΟΥ, Ο Γρηγόριος Παλαμᾶς, Πανηγυρικός τόμος ἑορτασμοῦ τῆς ἐξακοσιοστῆς ἐπετείου τοῦ θανάτου τοῦ ἁγ. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Θεσσαλονίκη 1960, H.G. BECK, Humanismus und Palamismus, XII Congrés International des Etudes Byzantines, Ochride 1961, Rapports III, σελ. 63-82, Belgrade-Ochride 1961, Γ. ΜΑΝΤΖΑΡΙΔΟΥ, Η περὶ θεώσεως τοῦ ἀνθρώπου διδασκαλία Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ κ.λ.π.

2 σχόλια:
Αμέθυστε τι εννοείς; Πως σχετίζεται το σχόλιό σου με τη συγκεκριμένη ανάρτηση;
Τόσο πολύ δόξασε τόν θεό η κορμάρα του πού στό τέλος αρνήθηκε τό ευαγγέλιο. Τί σχέση έχουν οι άκτιστες ενέργειες μέ τήν ενανθρώπιση;
Δημοσίευση σχολίου