Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ 
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ
ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ


«Γραμμένο προς τον Αμφιλόχιο, Επίσκοπο Ικονίου, κατά των Πνευματομάχων.»

Το κείμενο εκδόθηκε στον τόμο:

A REVISED TEXT WITH NOTES AND INTRODUCTION
BY C. F. H. JOHNSTON, Μ.Α. OF CHRIST'S COLLEGE, CAMBRIDGE
Oxford, AT THE CLARENDON PRESS, 1892


πρὸς τὸν ἐν ἁγίοις ᾿Αμφιλόχιον ἐπίσκοπον Ικονίου .
Προοίμιον ἐν ᾧ ὅτι ἀναγκαῖαι αἱ περὶ τῶν μικροτάτων μερῶν τῆς θεολογίας ἔρευναι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ

22. Ἤδη δὲ καὶ περὶ τοῦ Πνεύματος τὰς κοινὰς ἡμῶν ἐννοίας ὁποῖαί τινές εἰσιν ἐξετάσωμεν, τάς τε ἐκ τῶν Γραφῶν περὶ αὐτοῦ συναχθείσας ἡμῖν καὶ ἂς ἐκ τῆς ἀγράφου παραδόσεως τῶν πατέρων διεδεξάμεθα. πρῶτον μὲν οὖν τίς ἀκούσας τῶν προσηγοριῶν τοῦ Πνεύματος οὐ διανίσταται τῇ ψυχῇ καὶ πρὸς τὴν ἀνωτάτω φύσιν τὴν ἔννοιαν ὑπεραίρει;

Πνεῦμα γὰρ Θεοῦ εἴρηται, καὶ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ Πατρὸς ἐκπορεύεται, Πνεῦμα εὐθές, Πνεῦμα ἡγεμονι-κόν. Πνεῦμα ἅγιον ἡ κυρία αὐτοῦ καὶ ἰδιάζουσα κλῆσις· ὅπερ δὴ μάλιστα παντὸς τοῦ ἀσωμάτου καὶ καθαρῶς 1 ἀΰλου καὶ ἀμεροῦς ὄνομά ἐστι. διὸ καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐν τόπῳ προσκυνεῖσθαι τὸν Θεὸν ἡγουμένην διδάσκων ὅτι ἀπερίληπ-τον τὸ ἀσώματον, ‘Πνεῦμα, φησίν, ' ὁ Θεός.᾽ οὐ τοίνυν δυνατὸν 2 Πνεῦμα ἀκούσαντα περιγεγραμμένην φύσιν ἐντυ-πῶσαι τῇ διανοίᾳ ἢ τροπαῖς καὶ ἀλλοιώσεσιν ὑποκειμένην ἢ ὅλως ὁμοίαν τῇ κτίσει, ἀλλὰ πρὸς 1 τὸ ἀνωτάτω ταῖς ἐννοίαις χωροῦντα νοερὰν Οὐσίαν ἐπάναγκες ἐννοεῖν, ἄπειρον κατὰ δύναμιν, μεγέθει ἀπεριόριστον, χρόνοις ἡ αἰῶσιν ἀμέ-τρητον, 2 ἄφθονον ὧν ἔχει καλῶν, πρὸς ὁ πάντα ἐπέστραπται τὰ ἁγιασμοῦ ὅ προσδεόμενα, οὗ πάντα ἐφίεται τὰ κατ᾿ ἀρετὴν ζῶντα οἷον ἐπαρδόμενα τῇ ἐπιπνοίᾳ καὶ βοηθούμενα 4 πρὸς τὸ οἰκεῖον 5 ἑαυτοῖς καὶ κατὰ φύσιν & τέλος, τελειωτικὸν τῶν ἄλλων, 7 αὐτὸ ὁ δὲ οὐδαμοῦ ἐλλεῖπου, οὐκ ἐπισκευαστῶς ζῶν, ἀλλὰ ζωῆς χορηγόν, οὐ προσθήκαις 9 αὐξανόμενον, ἀλλὰ πλῆρες 10 εὐθύς, ἐν ἑαυτῷ ἱδρυμένον, καὶ πανταχοῦ ὄν, ἁγιασμοῦ γένεσις, φῶς νοητόν, πάσῃ δυνάμει λογικήῇ πρὸς τὴν τῆς ἀληθείας εὕρεσιν οἷόν τινα καταφάνειαν δι᾿ ἑαυτοῦ 11 παρεχόμενον, ἀπρόσιτον τῇ φύσει, 12 χωρητὸν δι' ἀγαθότητα, πάντα μὲν πληροῦν τῇ δυνάμει, μόνοις δὲ ὂν μεθεκτὸν τοῖς 13 ἀξίοις, 14 οὐκ ἑνὶ μέτρῳ μετεχόμενον, ἀλλὰ 15 κατ᾿ ἀναλογίαν τῆς πίστεως διαιροῦν τὴν ἐνέργειαν, ἁπλοῦν τῇ Οὐσίᾳ, ποι-κίλον ταῖς δυνάμεσιν, ὅλον ἑκάστῳ παρὸν καὶ ὅλον ἁπαν-ταχοῦ ὄν, ἀπαθῶς μεριζόμενου καὶ ὁλοσχερῶς μετεχόμενον, κατὰ τὴν εἰκόνα τῆς ἡλιακῆς ἀκτῖνος, ἧς ἡ χάρις τῷ ἀπο-λαύοντι ὡς μόνῳ παροῦσα καὶ γῆν ἐπιλάμπει καὶ θάλασσαν καὶ τῷ ἀέρι ἐγκέκραται, οὕτω δὴ καὶ τὸ Πνεῦμα ἑκάστῳ τῶν δεκτικῶν ὡς μόνῳ παρόν, διαρκή τοῖς πᾶσι τὴν χάριν καὶ ὑλόκληρον ἐπαφίησιν, οὗ ἀπολαύει τὰ μετέχοντα ὅσον αὐτὰ πέφυκεν, οὐχ ὅσον ἐκεῖνο δύναται.

23. Οἰκείωσις δὲ 1 Πνεύματος πρὸς ψυχὴν οὐχ ὁ διὰ τόπου προσεγγισμός, (πῶς γὰρ ἂν πλησιάσαι τῷ ἀσωμάτῳ σωματικῶς ;) ἀλλ᾽ ὁ χωρισμὸς τῶν παθῶν, ἅπερ ἀπὸ τῆς πρὸς τὴν σάρκα φιλίας ὕστερον ἐπιγινόμενα τῇ ψυχῇ τῆς ἀπὸ τοῦ Θεοῦ οἰκειότητος ἠλλοτρίωσε. καθαρθέντα δὴ οὖν ἀπὸ τοῦ αἴσχους, 4 ὁ ἀνεμάξατο διὰ τῆς κακίας, καὶ πρὸς τὸ ἐκ φύσεως κάλλος ὁ ἐπανελθόντα καὶ οἷον εἰκόνι βασιλικῇ τὴν ἀρχαίαν 6 μορφὴν διὰ καθαρότητος ἀποδόντα, οὕτως ἔστι μόνως προσεγγίσαι τῷ Παρακλήτῳ. 7 ὁ δ᾽ ὥσπερ ἥλιος κεκαθαρμένον ὄμμα 8 παραλαβὼν δείξει σοι ἐν ἑαυτῷ τὴν Εἰκόνα τοῦ ἀοράτου, ἐν δὲ τῷ μακαρίῳ τῆς Εἰκόνος θεάματι τὸ ἄρρητον ὄψει τοῦ ᾿Αρχετύπου κάλλος. διὰ τούτου καρδιῶν ὁ ἀνάβασις, 10 χειραγωγία τῶν ἀσθενούντων, τῶν προ- κοπτόντων τελείωσις. τοῦτο τοῖς ἀπὸ πάσης κηλίδος κεκαθαρμένοις 11 ἐλλάμπον τῇ πρὸς 12 ἑαυτὸ κοινωνίᾳ πνευματικοὺς ἀποδείκνυσι, καὶ ὥσπερ τὰ λαμπρὰ καὶ διαφανῆ τῶν σωμάτων ἀκτῖνος αὐτοῖς 13 ἐμπεσούσης αὐτά 14 τε γίνεται περιλαμπῆ καὶ ἑτέραν αὐγὴν ἀφ᾽ ἑαυτῶν ἀποστίλβει, οὕτως αἱ πνευματοφόροι ψυχαὶ ἐλλαμφθεῖσαι παρὰ τοῦ Πνεύματος 15 αὐταί τε ἀποτελοῦνται πνευματικαὶ καὶ εἰς ἑτέρους τὴν χάριν ἐξαποστέλλουσιν. ἐντεῦθεν μελλόντων 16 πρόγνωσις, μυστηρίων σύνεσις, κεκρυμμένων κατάληψις, χαρισμάτων διανο-μαί, τὸ οὐράνιον πολίτευμα, ἡ μετὰ ἀγγέλων χορεία, ἡ 1 ἀτελεύτητος εὐφροσύνη, ἡ 2 ἐν Θεῷ διαμονή, ἡ πρὸς Θεὸν 3 ὁμοίωσις, τὸ ἀκρότατον τῶν ὀρεκτῶν θεὸν γενέσθαι. αἱ μὲν * οὖν περὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἔννοιαι ἡμῶν, ἃς περὶ τοῦ μεγέθους αὐτοῦ ὁ καὶ τῆς ἀξίας καὶ τῶν ἐνεργημάτων * ὑπ᾿ αὐτῶν τῶν λογίων τοῦ Πνεύματος φρονεῖν ἐδιδάχθημεν, ὡς ὀλίγα ἀπὸ πολλῶν παραθέσθαι, τοιαῦται.

Μετάφραση
22. Ας εξετάσουμε λοιπόν ποιες είναι οι κοινές μας αντιλήψεις για το Πνεύμα — τόσο εκείνες που έχουμε συνάγει από τις Γραφές σχετικά με Αυτό, όσο και εκείνες που έχουμε παραλάβει από την άγραφη παράδοση των Πατέρων.
Πρώτα απ’ όλα, ποιος, ακούγοντας τις ονομασίες του Πνεύματος, δεν υψώνεται μέσα του και δεν ανυψώνει τη σκέψη του προς την ανώτατη φύση;
Γιατί έχει ονομαστεί Πνεύμα Θεού, και Πνεύμα της αλήθειας, το οποίο εκπορεύεται από τον Πατέρα· Πνεύμα ευθύ, Πνεύμα ηγεμονικό. «Άγιο Πνεύμα» είναι η κυριότερη και ιδιαίτερη ονομασία Του — όνομα που αρμόζει περισσότερο από κάθε άλλο σε ό,τι είναι ασώματο, καθαρά άυλο και αμέριστο.


Γι’ αυτό και ο Κύριος, διδάσκοντας ότι ο Θεός δεν προσκυνείται σε τόπο και δείχνοντας ότι το ασώματο δεν περιορίζεται, λέει: «Πνεύμα είναι ο Θεός». Δεν είναι λοιπόν δυνατόν, ακούγοντας «Πνεύμα», να σχηματίσει κανείς στη διάνοιά του μια φύση περιορισμένη, ή υποκείμενη σε μεταβολές και αλλοιώσεις, ή γενικά όμοια με την κτίση. Αντίθετα, αναγκαστικά οδηγείται να νοήσει μια νοητή ουσία που ανήκει στα ύψιστα: άπειρη ως προς τη δύναμη, απεριόριστη στο μέγεθος, αμέτρητη ως προς τους χρόνους και τους αιώνες, ανεξάντλητη στα αγαθά που έχει.
Προς Αυτό στρέφονται όλα όσα έχουν ανάγκη αγιασμού. Αυτό ποθούν όλα όσα ζουν κατά την αρετή, σαν να δροσίζονται από την πνοή Του και να ενισχύονται για να φτάσουν στον οικείο και φυσικό τους σκοπό. Είναι τελειωτικό των άλλων, χωρίς το ίδιο να υστερεί πουθενά· δεν ζει ως κάτι που δέχθηκε ζωή, αλλά είναι χορηγός ζωής· δεν αυξάνεται με προσθήκες, αλλά είναι εξαρχής πλήρες· είναι στερεωμένο στον εαυτό του και παρόν παντού.

Είναι πηγή αγιασμού, νοητό φως, που προσφέρει σε κάθε λογική δύναμη, για την εύρεση της αλήθειας, μια δική του φανέρωση. Είναι απρόσιτο κατά τη φύση, αλλά μεθεκτό κατά την αγαθότητα. Με τη δύναμή του πληροί τα πάντα, αλλά μετέχεται μόνο από τους άξιους· και δεν μετέχεται με ένα και το αυτό μέτρο, αλλά διανέμει την ενέργειά του ανάλογα με την πίστη.
Είναι απλό ως προς την ουσία, ποικίλο ως προς τις δυνάμεις· παρόν ολόκληρο στον καθένα και ολόκληρο παντού. Διαμοιράζεται χωρίς να πάσχει και μετέχεται ολόκληρο, όπως η ακτίνα του ήλιου: η χάρη της φαίνεται παρούσα σε εκείνον που την απολαμβάνει σαν να είναι μόνο για αυτόν, κι όμως φωτίζει γη και θάλασσα και διαχέεται στον αέρα. Έτσι και το Πνεύμα, παρόν σε κάθε δεκτικό σαν να είναι μόνο σε αυτό, απλώνει σε όλους αδιάκοπα και ολόκληρη τη χάρη, από την οποία μετέχουν τα όντα όσο είναι από τη φύση τους ικανά — όχι όσο Εκείνο μπορεί.


23. Η οικείωση όμως του Πνεύματος προς την ψυχή δεν είναι προσέγγιση κατά τόπο — γιατί πώς θα μπορούσε να πλησιάσει σωματικά το ασώματο; — αλλά ο χωρισμός από τα πάθη, τα οποία, εξαιτίας της φιλίας προς τη σάρκα, προσκολλώνται αργότερα στην ψυχή και την αποξενώνουν από τη συγγένεια με τον Θεό.
Όταν λοιπόν η ψυχή καθαρθεί από την αισχύνη που είχε απορροφήσει μέσω της κακίας και επιστρέψει στο φυσικό της κάλλος, αποδίδοντας — σαν σε βασιλική εικόνα — την αρχαία της μορφή μέσω της καθαρότητας, τότε μόνο είναι δυνατόν να πλησιάσει τον Παράκλητο.
Και Αυτός, όπως ο ήλιος που δέχεται ένα καθαρισμένο μάτι, θα σου δείξει μέσα Του την Εικόνα του Αοράτου· και μέσα στο μακάριο θέαμα της Εικόνας θα δεις το άρρητο κάλλος του Αρχετύπου.
Μέσω Αυτού γίνεται η ανάβαση των καρδιών, η χειραγώγηση των ασθενών, η τελείωση όσων προκόπτουν. Αυτό, φωτίζοντας όσους έχουν καθαρθεί από κάθε κηλίδα με την κοινωνία μαζί Του, τους καθιστά πνευματικούς. Και όπως τα λαμπρά και διαφανή σώματα, όταν πέσει επάνω τους ακτίνα, γίνονται και τα ίδια περιλάμπρα και αντανακλούν άλλη λάμψη από τον εαυτό τους, έτσι και οι πνευματοφόρες ψυχές, φωτισμένες από το Πνεύμα, γίνονται και οι ίδιες πνευματικές και μεταδίδουν τη χάρη σε άλλους.
Από εδώ προέρχεται η πρόγνωση των μελλόντων, η κατανόηση των μυστηρίων, η σύλληψη των κεκρυμμένων, οι διανομές των χαρισμάτων, το ουράνιο πολίτευμα, η χορεία με τους αγγέλους, η ατελεύτητη ευφροσύνη, η παραμονή εν Θεώ, η ομοίωση προς τον Θεό — και το ύψιστο από τα επιθυμητά: το να γίνει κανείς θεός.


Αυτές λοιπόν είναι οι αντιλήψεις μας για το Άγιο Πνεύμα — όσα δηλαδή διδαχθήκαμε από τα ίδια τα λόγια του Πνεύματος να φρονούμε για το μέγεθος, την αξία και τις ενέργειές Του — παραθέτοντας λίγα από τα πολλά.


Πλωτίνου — Ἐννεάς Ε΄.1
Περὶ τῶν τριῶν ἀρχικῶν ὑποστάσεων


Μέρος Α΄ (κεφ. 1–3)


1.
Τίς ἡμῖν ἡ τῶν ὄντων φύσις; καὶ τί τὸ πρῶτον; καὶ τί τὸ μετ᾽ ἐκεῖνο; καὶ πῶς ἐκ τοῦ πρώτου τὸ δεύτερον, καὶ ἐκ τούτου τὸ τρίτον; καὶ ἆρα ἓν πάντα, ἢ τρία; καὶ πῶς τὰ τρία; καὶ ποία ἡ διάκρισις; καὶ πῶς ἕκαστον ἔχει πρὸς τὸ ἄλλο;
Ἔστιν οὖν τρία· τὸ μὲν πρῶτον ἓν, τὸ δὲ δεύτερον νοῦς, τὸ δὲ τρίτον ψυχή. Καὶ τὸ μὲν ἓν ἄρρητον καὶ ἄφατον καὶ ὑπὲρ πᾶσαν οὐσίαν καὶ νόησιν· ὁ δὲ νοῦς οὐσία καὶ νόησις· ἡ δὲ ψυχὴ λόγος καὶ κίνησις ἐκ νοῦ.
Καὶ οὐκ ἐστὶ τὸ ἓν ἐν τοῖς οὖσιν, ἀλλ᾽ αἴτιον τῶν ὄντων· οὐδὲ νοεῖ, ἀλλ᾽ αἴτιον τοῦ νοεῖν· οὐδὲ ζῇ, ἀλλ᾽ αἴτιον ζωῆς.
2.
Ὁ δὲ νοῦς πῶς ἐκ τοῦ ἑνός; Ὅτι τὸ τέλειον ἀναγκαῖον γεννᾶν· καὶ ὥσπερ ἐκ φωτὸς φῶς, οὕτως ἐκ τοῦ ἑνὸς νοῦς. Οὐ γὰρ ἐλαττοῦται τὸ πρῶτον, οὐδὲ μεταβάλλεται, ἀλλ᾽ ἕτερον παρ᾽ αὐτὸ γίγνεται, ὅπερ ἐστὶν ὁ νοῦς.
Ὁ νοῦς δὲ ἑαυτὸν νοεῖ, καὶ ἐν τῷ νοεῖν ἐστὶ τὰ νοητά· καὶ οὐχ ὡς ἕτερα παρ᾽ αὐτόν, ἀλλ᾽ ὡς ἓν πλῆθος. Καὶ ἐν αὐτῷ ἐστὶν ἡ οὐσία καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή.
3.
Ἐκ δὲ τοῦ νοῦ ψυχὴ γίγνεται, οὐχ ὡς ἀποκοπτομένη, ἀλλ᾽ ὡς ἀκτὶς ἐκ φωτός. Καὶ ἡ μὲν ψυχὴ μένει πρὸς τὸν νοῦν, ἡ δὲ πρόοδος αὐτῆς ποιεῖ τὰ ἔσχατα.
Ἡ ψυχὴ δὲ ἔχει διπλῆν δύναμιν· τὴν μὲν πρὸς τὰ ἄνω, τὴν δὲ πρὸς τὰ κάτω· καὶ ὅταν μὲν πρὸς τὸν νοῦν ἐπιστρέφῃ, ἀληθεύει καὶ ζῇ· ὅταν δὲ πρὸς τὰ αἰσθητά, εἰκόνα μόνον ἔχει τοῦ ὄντος.
4.
Δεῖ δὲ νοῆσαι ὅτι οὐ χωριστὸς ὁ νοῦς τοῦ ἑνός, οὐδὲ ἀποστάσει τινὶ ἀφίσταται· ἀλλ᾽ ἐν τῷ ἐκείνῳ εἶναι τὸ εἶναι ἔχει. Οὐ γὰρ ἔστι τόπος ἐκεῖ, ἀλλὰ τὸ εἶναι αὐτὸ ὁ τόπος τῶν ὄντων.
Ὁ νοῦς δὲ πλῆθος ὢν νοητόν, ἓν μένει διὰ τὸ πρὸς τὸ ἓν βλέπειν. Καὶ ὥσπερ κύκλος ἐκ κέντρου ἕστηκε, οὕτως ὁ νοῦς ἐκ τοῦ ἑνὸς ἔχει τὸ εἶναι.
5.
Τὰ δὲ ἐν τῷ νοῒ νοητά, οὐκ ἔξωθεν εἰσήχθη, ἀλλ᾽ ἐν αὐτῷ ἐστίν· καὶ αὐτὸς ὁ νοῦς ἅμα νοῶν καὶ νοούμενος. Καὶ ἡ νόησις οὐκ ἄλλο τι παρ᾽ αὐτόν, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ εἶναι αὐτοῦ.
Διὸ καὶ ἀληθῶς ἐστὶν οὐσία, ὅτι οὐκ ἐκτὸς ἑαυτοῦ ζητεῖ τὸ εἶναι, ἀλλ᾽ ἐν ἑαυτῷ ἔχει τὴν πληρότητα.
6.
Ἡ δὲ ψυχὴ, ἐκ τοῦ νοῦ προελθοῦσα, οὐκ ἀφίσταται τούτου, ἀλλ᾽ ἔχει τὴν ὄψιν πρὸς αὐτόν. Καὶ ὅσον ἂν πρὸς αὐτὸν βλέπῃ, τοσοῦτον ἔχει νοῦν.
Ἔστι δὲ καὶ ἡ ψυχὴ δημιουργικὴ τῶν κάτω, καθάπερ ὁ νοῦς τῶν ἄνω. Καὶ ὥσπερ ἐκεῖνος νοητὸν κόσμον ἔχει, οὕτως αὕτη αἰσθητὸν ἐκείνου εἰκόνα ποιεῖ.
7.
Δεῖ οὖν ἡμᾶς ἀναβαίνειν ἀπὸ τῆς ψυχῆς πρὸς τὸν νοῦν, καὶ ἐκ τοῦ νοῦ πρὸς τὸ ἓν, εἴπερ μέλλομεν γνῶναι τὴν τῶν ὄντων ἀρχήν. Οὐ γὰρ ἐν τοῖς πολλοῖς ζητητέον τὸ πρῶτον, ἀλλ᾽ ἐν τῷ ἀπλοῦν καὶ ἁπλῶς ἓν.
Καὶ ὅταν ἀφαιρέσωμεν πάντα τὰ προσγιγνόμενα, τότε ἡ διάνοια ἁπλουμένη ἅπτεται τοῦ ἑνός, οὐ νοοῦσα αὐτό, ἀλλ᾽ ὡς παροῦσαν αἰσθανομένη τὴν πηγήν.
8.
Οὐ γὰρ ἔστι τὸ ἓν νοητόν, ὡς ἄλλο τι παρὰ τὸν νοῦν, ἀλλ᾽ ἐπέκεινα πάσης νοήσεως. Διὸ καὶ οὐ λέγεται τί ἐστιν, ἀλλὰ μόνον ὅτι αἴτιον ἐστίν.
Ἐκ δὲ τῆς τοῦ ἑνὸς παρουσίας γίγνεται ὁ νοῦς, ὥσπερ ἀπὸ ἡλίου φῶς· καὶ ὁ μὲν ἥλιος μένει ἐν ἑαυτῷ, τὸ δὲ φῶς παρ᾽ αὐτοῦ πληροῖ πάντα.
9.
Ὁ δὲ νοῦς, ἔχων ἐν ἑαυτῷ τὰ νοητά, εἷς ὢν πλῆθος ἐστίν, καὶ πλῆθος ὢν εἷς· καὶ τοῦτο διὰ τὸ πρὸς τὸ ἓν ἀεὶ ἔχειν τὴν ἀναφορὰν.
Ἡ δὲ ψυχὴ, ὅταν ἀναβαίνῃ μετὰ τοῦ νοῦ, γίνεται ὅπερ ἐκεῖνος· ὅταν δὲ καταβαίνῃ, εἰς τὸν αἰσθητὸν κόσμον ἐνεργεῖ, μὴ ἀπολείπουσα τὴν ἀρχὴν ἀλλὰ εἰκόνα ἐκείνης παρέχουσα.
10.
Οὐκοῦν τὸ μὲν ἓν ἀνάγκη εἶναι ἁπλοῦν παντάπασιν, ἄνευ παντὸς προσθήματος· ἡ γὰρ προσθήκη ποιεῖ πλῆθος. Καὶ διὰ τοῦτο οὐκ ἔστιν οὐσία, ἀλλ᾽ αἴτιον οὐσίας· οὐδὲ νοῦς, ἀλλ᾽ αἴτιον νοῦ· οὐδὲ ζωή, ἀλλ᾽ αἴτιον ζωῆς.
Καὶ εἰ τι λέγεται περὶ αὐτοῦ, οὐ κατ᾽ αὐτὸ λέγεται, ἀλλ᾽ ἀφαιρετικῶς, ὡς ἀπολείποντες τὰ ἐλάττω καὶ ἀναβαίνοντες ἐπὶ τὸ κρεῖττον.
11.
Ὁ δὲ νοῦς, πρῶτος ὢν τῶν ὄντων, τέλειος ἐστίν, ὅτι πάντα ἔχει ἐν ἑαυτῷ· καὶ οὐχ ὡς λαβὼν ἔξωθεν, ἀλλ᾽ ὡς ἀεὶ ὢν ταῦτα. Καὶ ἡ νόησις αὐτοῦ ἡ αὐτὴ τῷ εἶναι.
Ἡ δὲ ψυχὴ, ὡς ἐκείνου εἰκών, ἔχει μὲν τὸ νοεῖν, ἀλλ᾽ οὐχ ὡς ἐκεῖνος· καὶ διὰ τοῦτο ἤδη κίνησιν ἔχει καὶ πρόοδον.
12.
Δεῖ οὖν ἡμᾶς, ἐὰν βουλώμεθα ἰδεῖν τὴν τῶν ὄντων ἀρχήν, ἀφεῖναι τὰ κάτω καὶ ἀναβαίνειν πρὸς τὰ ἄνω· καὶ ἀναβάντας ἐπὶ τὸν νοῦν, ἔτι ὑπερβαίνειν καὶ τοῦτον.
Καὶ ἐὰν δυνηθῶμεν ἀφεῖναι καὶ τὴν νόησιν, τότε παρόν τι γίγνεται, οὐ νοούμενον, ἀλλ᾽ ὑπερνοητόν· καὶ τοῦτο ἐστὶ τὸ ἓν, ἡ τῶν πάντων ἀρχὴ καὶ πηγή.

Μετάφραση

Ποια είναι για μας η φύση των όντων; Και ποιο είναι το πρώτο; Και ποιο το επόμενο μετά από αυτό; Και πώς από το πρώτο προέρχεται το δεύτερο και από αυτό το τρίτο; Και είναι άραγε όλα ένα ή τρία; Και πώς είναι τα τρία; Και ποια η διάκρισή τους; Και πώς σχετίζεται το καθένα με το άλλο;
Είναι λοιπόν τρία: το πρώτο είναι το Ένα, το δεύτερο ο Νους και το τρίτο η Ψυχή. Και το Ένα είναι άρρητο και ανέκφραστο και πέρα από κάθε ουσία και νόηση· ο Νους είναι ουσία και νόηση· και η Ψυχή είναι λόγος και κίνηση που προέρχεται από τον Νου.
Και το Ένα δεν είναι μέσα στα όντα, αλλά αίτιο των όντων· ούτε νοεί, αλλά είναι αίτιο του νοείν· ούτε ζει, αλλά είναι αίτιο της ζωής.
Και πώς ο Νους προέρχεται από το Ένα; Επειδή το τέλειο είναι αναγκαίο να γεννά· και όπως από το φως προέρχεται φως, έτσι και από το Ένα προέρχεται ο Νους. Διότι το πρώτο δεν ελαττώνεται ούτε μεταβάλλεται, αλλά γίνεται κάτι άλλο δίπλα του, που είναι ο Νους.
Ο Νους νοεί τον εαυτό του, και μέσα στο νοείν υπάρχουν τα νοητά· και όχι ως άλλα έξω από αυτόν, αλλά ως ένα πλήθος ενωμένο. Και μέσα σε αυτόν βρίσκονται η ουσία, η αλήθεια και η ζωή.
Από τον Νου προέρχεται η Ψυχή, όχι ως αποκομμένη, αλλά όπως η ακτίνα από το φως. Και η Ψυχή μένει στραμμένη προς τον Νου, ενώ η πρόοδός της δημιουργεί τα κατώτερα.
Η Ψυχή έχει διπλή δύναμη: μία προς τα άνω και μία προς τα κάτω· και όταν στρέφεται προς τον Νου, βρίσκεται στην αλήθεια και στη ζωή· όταν όμως στρέφεται προς τα αισθητά, έχει μόνο εικόνα του όντος.
Πρέπει να νοήσουμε ότι ο Νους δεν είναι χωρισμένος από το Ένα ούτε απομακρύνεται με κάποια απόσταση· αλλά το είναι του το έχει μέσα στο να είναι ενωμένος με Εκείνο. Διότι εκεί δεν υπάρχει τόπος, αλλά το ίδιο το είναι είναι ο τόπος των όντων.
Ο Νους, αν και είναι νοητό πλήθος, παραμένει ένας επειδή βλέπει προς το Ένα. Και όπως ο κύκλος στέκει από το κέντρο, έτσι και ο Νους έχει το είναι του από το Ένα.
Τα νοητά που βρίσκονται μέσα στον Νου δεν εισήχθησαν απ’ έξω, αλλά είναι μέσα του· και ο ίδιος ο Νους είναι ταυτόχρονα νοών και νοούμενος. Και η νόηση δεν είναι κάτι άλλο έξω από αυτόν, αλλά το ίδιο του το είναι.
Γι’ αυτό και είναι αληθινά ουσία, επειδή δεν αναζητά το είναι έξω από τον εαυτό του, αλλά έχει μέσα του την πληρότητα.
Η Ψυχή, που προήλθε από τον Νου, δεν απομακρύνεται από αυτόν, αλλά κρατά το βλέμμα της στραμμένο προς αυτόν. Και όσο τον βλέπει, τόσο μετέχει στον Νου.
Η Ψυχή είναι επίσης δημιουργική των κατώτερων, όπως ο Νους των ανώτερων. Και όπως εκείνος έχει τον νοητό κόσμο, έτσι και αυτή δημιουργεί τον αισθητό ως εικόνα εκείνου.
Πρέπει λοιπόν να ανεβαίνουμε από την Ψυχή προς τον Νου και από τον Νου προς το Ένα, αν πρόκειται να γνωρίσουμε την αρχή των όντων. Διότι το πρώτο δεν πρέπει να αναζητείται στα πολλά, αλλά στο απλό και απολύτως ένα.
Και όταν αφαιρέσουμε όλα όσα προστίθενται, τότε η διάνοια, απλοποιούμενη, αγγίζει το Ένα — όχι νοώντας το, αλλά αισθανόμενη την πηγή ως παρούσα.
Διότι το Ένα δεν είναι νοητό, όπως κάτι άλλο πέρα από τον Νου, αλλά βρίσκεται πέρα από κάθε νόηση. Γι’ αυτό δεν λέγεται τι είναι, αλλά μόνο ότι είναι αίτιο.
Από την παρουσία του Ενός γίνεται ο Νους, όπως από τον ήλιο το φως· και ο ήλιος μένει στον εαυτό του, ενώ το φως που προέρχεται από αυτόν γεμίζει τα πάντα.
Ο Νους, έχοντας μέσα του τα νοητά, ενώ είναι ένας είναι και πλήθος, και ενώ είναι πλήθος είναι ένας — και αυτό επειδή πάντοτε αναφέρεται στο Ένα.
Η Ψυχή, όταν ανεβαίνει μαζί με τον Νου, γίνεται ό,τι και εκείνος· όταν όμως κατεβαίνει, ενεργεί στον αισθητό κόσμο, χωρίς να εγκαταλείπει την αρχή, αλλά προσφέροντας την εικόνα της.
Το Ένα λοιπόν είναι ανάγκη να είναι απολύτως απλό, χωρίς καμία πρόσθεση· γιατί η πρόσθεση δημιουργεί πλήθος. Και γι’ αυτό δεν είναι ουσία, αλλά αίτιο της ουσίας· ούτε Νους, αλλά αίτιο του Νου· ούτε ζωή, αλλά αίτιο της ζωής.
Και ό,τι λέγεται γι’ αυτό δεν λέγεται ως προς το ίδιο, αλλά αφαιρετικά — καθώς αφήνουμε τα κατώτερα και ανεβαίνουμε προς το ανώτερο.
Ο Νους, όντας ο πρώτος από τα όντα, είναι τέλειος, επειδή έχει τα πάντα μέσα του· και όχι επειδή τα έλαβε απ’ έξω, αλλά επειδή είναι πάντοτε αυτά. Και η νόησή του ταυτίζεται με το είναι του.
Η Ψυχή, ως εικόνα εκείνου, έχει μεν το νοείν, αλλά όχι όπως εκείνος· και γι’ αυτό έχει ήδη κίνηση και πρόοδο.
Πρέπει λοιπόν, αν θέλουμε να δούμε την αρχή των όντων, να αφήσουμε τα κάτω και να ανεβούμε προς τα άνω· και αφού φτάσουμε στον Νου, να τον υπερβούμε και αυτόν.
Και αν μπορέσουμε να αφήσουμε ακόμη και τη νόηση, τότε γίνεται παρόν κάτι που δεν νοείται, αλλά είναι υπερνοητό· και αυτό είναι το Ένα, η αρχή και η πηγή των πάντων.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν.  Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. [Η ΟΥΣΙΑ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΜΟΥ] Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις
ΕΤΣΙ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ  ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΖΗΤΕΙ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΟΣΩΝ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ. ΔΕΝ ΑΦΟΜΟΙΩΝΕΤΑΙ ΑΥΤΟΜΑΤΩΣ Η ΚΑΙΝΗ ΚΤΙΣΗ. ΕΞΑΛΛΟΥ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΚΑΤΑΝΟΕΙΤΑΙ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΑΛΛΟ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟ. ΕΡΜΗΝΕΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: