Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία/Πορεία πρός τήν ὡριμότητα. 10

Συνέχεια από: Tρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ Α. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Συνάξεις γιά νέους
Ἐφηβεία, γάμος, ἀγαμία
Τόμος Α΄
Πορεία πρός τήν ὡριμότητα.
Anima, animus.

ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
A 10

Ἡ κρίση τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας


Ἀναπόφευκτη και περαστική


Κατά τη διάρκεια τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας, θά μποροῦσε κανείς νὰ πεῖ ὅτι, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀκριβῶς συμβαίνουν ὅλα αὐτά πού ἔχουμε μέχρι τώρα ἀνα-φέρει, δημιουργείται πραγματικά μιά κρίση, ἡ κρίση, ὅπως λέγεται, τῆς ἐφηβικῆς ἡλικίας. Ἔχουν γραφτεῖ καί εἰδικά βιβλία, καί ὑποθέτω ὅτι λίγο πολύ τὰ ἔχουμε ὑπ' ὄψιν μας καὶ τὰ ρίχνουμε και μια ματιά, ὅποτε βέβαια θέλουμε να λύσουμε τα προβλήματα πού ἐμφανίζονται. Δημιουργείται ὄντως μιά κρίση, λόγῳ τῆς ἐπαναστάσεως πού ἐκδηλώνεται μέσα στόν ἄνθρωπο: βιολογική, ψυχολογική, διανοητική, σωματική ἐπανάσταση.

Οἱ μεγάλοι πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ' ὄψιν τους ὅτι οἱ ἐκδηλώσεις τοῦ ἐφήβου εἶναι μια κρίση, καί εἶναι κάτι τὸ ὁποῖο θὰ περάσει. Δηλαδή, ὁ νέος τῶν δεκαπέντε, τῶν δεκαοκτώ, τῶν εἴκοσι ἐτῶν εἶναι ὑπὸ τὴν ἐπήρεια αὐτῆς τῆς κρίσεως, ἡ ὁποία θα περάσει. Εἶναι ὑπό το κράτος τῆς ἐπαναστάσεως αὐτῆς καὶ τῶν ἐξελίξεων στον ὅλο ὀργανισμό του, καὶ ζεῖ μέσα σ' αὐτή την παραζάλη πού δημουργεῖ ἡ κρίση, ζεῖ μέσα στο ξεδίπλωμα που γίνε-ται στην ὕπαρξή του. Επιτρέψτε μου νὰ πῶ ὅτι για μερικούς αὐτή ἡ κρίση συνεχίζεται μέχρι τὰ εἴκοσι πέντε ἤ καί σε μεγαλύτερη ακόμη ηλικία.

Οἱ μεγάλοι, οἱ γονεῖς καὶ οἱ δάσκαλοι ἀκόμη, πρέπει νὰ τὸ ξέρουν αὐτό, ὅτι δηλαδή ὄντως ὁ νέος περνάει μιά κρίση, ἀλλὰ εἶναι περαστική, και ἑπομένως, ἀνάλογη νά εἶναι ἡ στάση τους ἀπέναντι στούς νέους αὐτῆς τῆς ἡλικίας. Συνήθως, βλέποντας τις παράξενες ἐκδηλώσεις, βλέποντας τὴν ἀδικαιολόγητη ἢ μᾶλλον τήν ἀνεξήγητη, τὴν ἀλλόκοτη συμπεριφορά τῶν νέων, τρομοκρατοῦνται. Καί φυσικά ἡ ὅλη στάση τους ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν πανικό πού ὑφίστανται, καί ἑπομένως δέν φέρονται –πρέπει να το ποῦμε- πάντοτε σωστά.

Παράλληλα ὅμως καί οἱ νέοι πρέπει να ξέρουν ὅτι αὐτή ἡ κρίση εἶναι κάτι περαστικό. Να το ξέρουν αὐτό, ὄχι μόνο γιὰ νὰ μὴν τρομοκρατηθούν ἀπὸ ἐκεῖνα πού παρουσιάζονται μέσα τους καί δη μιουργοῦν μιὰ ἄσχημη διάθεση καί κατάσταση, ἀλλὰ καὶ γιὰ νὰ μὴν ἔχουν πολλή-πολλή έμπιστοσύνη στα βιώματα καί στήν ὅλη κατάσταση που ζοῦν κατά την περίοδο τῆς κρίσεως.

Ἐγώ θά ἔλεγα καὶ γενικά νὰ μὴν ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη σ' αὐτὸ τὸ ὁποῖο βιώνουμε καὶ σ' αὐτό τό ὁποῖο, μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλο τρόπο, αἰσθανόμαστε καί σκεπτόμαστε. Εἶναι ἀποδεδειγμένο –ὁ καθένας μας το ξέρει ὅτι ἀλλιῶς σκεπτό μαστε φέτος καί ἀλλιῶς σκεπτόμασταν πέρσι. Το ξέρει ὁ καθένας μας ὅτι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, που κάποια πράγματα πέρσι τα θεωρούσαμε σωστά, ἀληθινά, καλά, καί θέλαμε, τρόπον τινά, νὰ τὰ παραδεχθούν καὶ οἱ ἄλλοι ὅπως τὰ παραδεχόμασταν ἐμεῖς καὶ νὰ τὰ ἐπιβάλουμε, ἄν γίνεται, στοὺς ἄλλους, φέτος ἀναθεωροῦμε τή στάση που εἴχαμε ἀπέναντι σ' αὐτά καί ἀλλάζουμε γνώμη. Καί μάλιστα, τις πιο πολλές φορές ἡ γνώμη μας εἶναι τελείως ἀντίθετη ἀπὸ αὐτὴν ποὺ εἴχαμε πέρσι. Ἐάν λοιπόν σε κάθε ἄνθρωπο συμβαίνει αὐτό, πολύ περισσότερο συμ-βαίνει στούς νέους, οἱ ὁποῖοι περνοῦν τὴν κρίση τῆς ἐφηβείας.

Οἱ νέοι που περνοῦν αὐτή την κρίση, μακάρι νὰ μποροῦσαν νὰ σκεφθούν το θέμα εἶναι πῶς θά σκεφθούν, καὶ ποιός θὰ τοὺς πείσει να σκεφθοῦν ἔτσι ὅτι ἡ κρίση αὐτή εἶναι μια φυσιολογική, θά ἔλεγε κανείς, ἀναταραχή καί εἶναι ἀναπόφευκτη, ἀλλὰ εἶναι περαστική. Θὰ ἔρθει μέρα πού ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐκδηλώνονται στον ὅλο ψυχοσωματικό ὀργανισμό τους θα κατασταλάξουν, θα φορμαριστοῦν, θὰ τακτοποιηθοῦν, ὁπότε ὁ νέος θά εἶναι πιά ἐλεύθερος ἀπό αὐτή τήν κατάσταση, καί ἔτσι θὰ μπορεῖ νὰ σκεφθεῖ πιὸ ἐλεύθερα, πιὸ ἄνετα, ὥστε τελικά να μήν ἐπηρεάζεται πολύ ἀπό αὐτήν.

Πιστεύω δέν ξέρω ἄν κάνω πολύ μεγάλο λάθος- ὅτι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι θα σκεφθούν κάπως ἔτσι καὶ θὰ τὰ ἔχουν αὐτὰ ὑπ' ὄψιν τους, θα προφυλάξουν τὸν ἑαυτό τους ἀπό πολλές μή καλές καταστάσεις, θὰ ἀποφύγουν πολλές κακοτοπιές, θα ἀποφύγουν ἐκδηλώσεις, βιώματα, πράξεις και γενικῶς τὴ ζωή ἐκείνη γιὰ τὴν ὁποία ἀργότερα οἱ ἴδιοι θα μετανιώσουν.

Χρειάζεται καί οἱ μεγάλοι νὰ τὸ ἔχουν αὐτὸ ὑπ' ὄψιν τους. Ἐγώ προσωπικῶς τὸ λαμβάνω αὐτό ὑπ' ὄψιν μου. Ἔχω τή γνώμη ὅτι δὲν πέφτω ἔξω· καί νομίζω ὅτι τελικά τά πράγματα ὁδηγοῦνται ἐκεῖ πού πρέπει νὰ ὁδηγηθούν. Ὅταν δηλαδή ἔρθει μιά μητέρα να παραπονεθεῖ γιὰ τὸν γιό της, για την κόρη της, πού, καθώς διανύει τὴν ἐφηβική ἡλι-κία, εἶναι ἔτσι, εἶναι ἀλλιῶς, δέν συμμερίζομαι, ἄν θέλετε νὰ πῶ ἔτσι, τὴν ἀγωνία καί τήν ὅλη ταραχή πού ἔχει αὐτή ἡ μητέρα. Πιστεύω δηλαδή ὅτι, μό-λις περάσει ἡ κρίση καί κατασταλάξουν, φορμαριστοῦν, ὅπως εἴπαμε, αὐτά πού ἐκδηλώνονται στον ψυχοσωματικό ὀργανισμό του νέου, θά φρονιμέψει -μέ τήν καλή ἔννοια τῆς λέξεως, γιατί ὑπάρχει δυστυχῶς καί κακή ἔννοια- ὁ γιός ἢ ἡ κόρη, ἄν πρόκειται γιὰ ἄνθρωπο νηφάλιο, συνετό, ἰσορροπημένο, γιὰ ἄνθρωπο πού ἔχει διάθεση να πιστέψει, και θά ἀναλάβει τὴν εὐθύνη τῶν πράξεών του καὶ θὰ προχωρήσει πιό ὁμαλά στη ζωή.

Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, ὅταν ἔχω διάλογο με ἕνα νέο, εἴτε δεκαοκτώ χρονών εἴτε εἴκοσι εἶτε εἴκοσι πέντε ἤ καί τριάντα χρονῶν, γιὰ τὰ προβλή ματά του, καί διαπιστώνω ὅτι ὑπάρχουν ἀκόμη μέσα του διαταραχές, ἀναστατώσεις –ὅλα αὐτά τά ἀλλόκοτα πράγματα, ἀπομεινάρια ἀπὸ τὴν ἐφηβική ἡλικία- ἄν τυχόν ὁ νέος εἶναι τρομοκρατημένος, ταραγμένος καί ἀνήσυχος, δὲν συμμερίζομαι αὐτὴ τή διάθεσή του. Οὔτε πάλι, καθώς βλέπω τον νέο ἤ τη νέα νὰ εἶναι σε μια κατάσταση πού δέν δείχνει ἀκόμη ὅτι θὰ πάει μπροστά, σχηματίζω τή γνώμη ὅτι δὲν ἔχω νὰ περιμένω κάτι ἀπό τὸν ἄνθρωπο αὐτόν. Μόλις κατασταλάξουν τα πράγματα, καινούργιες ἰδέες καὶ καινούργιες σκέψεις θα ξεπηδή-σουν, καὶ θὰ ἐμφανισθοῦν καινούργια βιώματα πιό συνετά, πιό φρόνιμα, πιό γνήσια, πιὸ ἀνεπηρέαστα ἀπὸ τὴν παραζάλη καὶ ἀπὸ τὴν ἀλογία, γιατί κυρίως ὁ ἔφηβος, κατά κάποιον τρόπο, παραλογίζε ται. Ὅπως λέει ὁ Ὅμηρος, οἱ νέοι ἔχουν το μυαλό πιο πάνω ἀπό τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς.

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 10

Συνέχεια από Tρίτη 24. Φεβρουαρίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 10

Του M. Scott Peck


Μέρος Ι: Jersey

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ

Ημέρα 4 (συνέχεια)

Όταν είχαμε ξανασυγκεντρωθεί και είχαμε περάσει από την καθιερωμένη τελετουργική διαδικασία, ρώτησα τη Jersey αν είχαν απομείνει δαίμονες. Εκείνη είπε: «Μπορεί να είναι δύο. Δεν είμαι καν βέβαιη ότι είναι δαίμονες. Αν είναι, φαίνεται να βρίσκονται πολύ μακριά. Πάντα δρουν μαζί. Αν έπρεπε να μαντέψω, θα έλεγα ότι είναι δαίμονες της λαγνείας και του μίσους».

«Άφησέ με να τους μιλήσω», διέταξα.

Αμέσως η σατανική έκφραση επανήλθε στο πρόσωπό της και εκείνη —ή οι δύο δαίμονες— άρχισαν να μιλούν με τον συνηθισμένο, δύσκολα κατανοητό λόγο τους, που έμοιαζε να βρίσκεται κάπου ανάμεσα στο νόημα και στην ανοησία. Αλλά ύστερα από όχι περισσότερο από δεκαπέντε λεπτά μπόρεσα να διακρίνω δύο μοτίβα. Το πρώτο ήταν ότι, παρόλο που υποτίθεται πως ήταν δύο, μιλούσαν με την ίδια φωνή, αναφερόμενοι σταθερά στους εαυτούς τους ως «εμείς». Το παρατήρησα αυτό επειδή στις αφηγήσεις εξορκισμών που είχα διαβάσει ήταν συχνό φαινόμενο ένας δαίμονας να αναφέρεται στον εαυτό του ως «εμείς» — σχεδόν όπως το βασιλικό «εμείς» που χρησιμοποιεί καμιά φορά ένας υπερήφανος μονάρχης για να μιλήσει για τον εαυτό του.

Το άλλο μοτίβο σε όσα έλεγαν (ή έλεγε;) ήταν η επαναλαμβανόμενη χρήση της λέξης «δοκιμή». Μιλούσαν για τα ψυχολογικά τεστ που είχε κάνει η Jersey. Έλεγαν: «Τη δοκιμάζουμε με τσιγάρα», και πρόσθεσαν μισή ντουζίνα ακόμη τρόπους με τους οποίους δοκίμαζαν τη Jersey — τρόπους που φαίνονταν να έχουν νόημα για εκείνους, αλλά όχι για μένα.

Ύστερα από δεκαπέντε λεπτά ένιωσα ότι είχα καταλάβει όσα επρόκειτο να καταλάβω, κι έτσι διέκοψα στη μέση μιας από τις προτάσεις τους για να απαιτήσω: «Ποιο είναι το όνομά σας;»

Η σατανική έκφραση έγινε πιο έντονη και, με ένα μειδίαμα όχι μόνο στο πρόσωπό της αλλά τώρα και στη φωνή της, η Jersey —ή οι δαίμονες— μου απάντησαν: «Ιησούς».
Αυθόρμητα αντέτεινα: «Πρέπει πράγματι να είσαι δαίμονας του μίσους για να χρησιμοποιείς το όνομα του Ιησού!»
Με έναν ήρεμο τόνο υπερηφάνειας αποκρίθηκαν: «Δεν μισούμε τον Ιησούς· απλώς τον δοκιμάζουμε».

Το μυαλό μου θα πρέπει να δούλευε με την ταχύτητα του φωτός. Ως νεοφώτιστος Χριστιανός δεν είχα ποτέ στη ζωή μου σκεφτεί τον Αντίχριστο. Τώρα όμως το έκανα. Ενστικτωδώς ήξερα ότι βρισκόμασταν ενώπιον του Αντιχρίστου. Ήξερα επίσης αρκετά ώστε να αναγνωρίζω ότι ο όρος προερχόταν από το Βιβλίο της Αποκάλυψης, όπου αναφερόταν σε ένα ανθρώπινο ον που, στις έσχατες ημέρες, θα ερχόταν στην εξουσία ως ψευδής ηγέτης ή προφήτης. Χωρίς, ωστόσο, να αισθάνομαι στο ελάχιστο δεσμευμένος από το Βιβλίο της Αποκάλυψης, κατά κάποιον τρόπο ήξερα ότι το ον που μας μιλούσε δεν ήταν κάποιος ανθρώπινος Αντίχριστος αλλά ο ίδιος ο Σατανάς. Δεν πέρασαν παρά λίγα δευτερόλεπτα προτού στραφώ προς τον Επίσκοπο Worthington, παρατηρώντας: «Φαίνεται πως έχουμε εδώ τον αληθινό Αντίχριστο, δηλαδή τον ίδιο τον Σατανά. Νομίζω πως φτάσαμε στο τέλος».

Παρόλο που ο επίσκοπος με είχε διορθώσει στη θεολογία μου αρκετές φορές κατά τη διάρκεια του εξορκισμού, τώρα σιωπούσε συμφωνώντας. «Χρειάζομαι ένα σύντομο διάλειμμα», πρόσθεσα. «Πρέπει να κάνω ένα τηλεφώνημα. Θα επιστρέψω σε λίγα λεπτά».

Στο σαλόνι κάλεσα τον αριθμό του Malachi, χωρίς ποτέ να περιμένω ότι θα απαντούσε, υποθέτοντας ότι θα έπεφτα σε μία από τις συνήθεις, αναρίθμητες υπηρεσίες τηλεφωνητή του εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα. Προς κατάπληξή μου, όμως, το τηλέφωνο σηκώθηκε στη μέση του πρώτου κουδουνίσματος και ήταν ο ίδιος ο Malachi. «Εσύ είσαι, Scotty;» ρώτησε.

Ήμουν τόσο ανήσυχος που το μόνο που μπόρεσα να κάνω ήταν να ξεστομίσω την περίπτωσή μου: «Στο βιβλίο σου περιέγραψες πέντε εξορκισμούς δαιμόνων, αλλά δεν είπες ποτέ τίποτε για πραγματική συνάντηση με τον ίδιο τον Σατανά. Σου έχει τύχει ποτέ, στη διάρκεια εξορκισμού, να συναντήσεις τον ίδιο τον Σατανά;» ρώτησα.

«Ω, ναι», απάντησε ο Malachi. «Συμβαίνει».
«Λοιπόν, εκεί βρίσκομαι τώρα», σχεδόν φώναξα. «Τι στο καλό υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω;»
«Έχεις εξουσία;» ρώτησε ο Malachi.


Ξέροντας από το βιβλίο του τι εννοούσε, απάντησα: «Ναι. Εκπλήσσομαι με το πόση εξουσία έχω. Μου πήρε πολύ καιρό να φτάσω ως εκεί, αλλά την τελευταία ημέρα οι δαίμονες εμφανίζονταν κάθε φορά που τους το ζητούσα και, μόλις ονόμαζα τον καθένα σωστά, τους διέταζα να φύγουν — και ξέρεις κάτι; Έφευγαν».

«Ωραία», απάντησε ο Malachi. «Προχώρα λοιπόν και βγάλ’ τον έξω».


Έκλεισα το τηλέφωνο χωρίς καν να τον ευχαριστήσω και επέστρεψα με τα πόδια στο δωμάτιο του εξορκισμού. Το πρόσωπο της Jersey βρισκόταν ακόμη στη δαιμονική του έκφραση. Ενστικτωδώς άλλαξα τακτική. Όσον με αφορούσε, είχαμε πράγματι φτάσει στο τέλος και δεν χρειαζόταν να τεθούν άλλες ερωτήσεις. Ξέραμε με τι είχαμε να κάνουμε. Ναι, θα μπορούσε να είναι συναρπαστικό να του θέσουμε ερωτήματα θεολογίας και μυθολογίας, να ανακαλύψουμε πώς ήρθε στην ύπαρξη, ίσως και να προσπαθήσουμε να το μεταστρέψουμε. Τι μεγαλοπρέπεια! Τι παγίδα για να πέσει κανείς — να διαλέγεται μαζί του. «Όλοι καθίστε πίσω», διέταξα.

Κάθισα κι εγώ και, ύστερα από λίγα λεπτά σιωπής, άρχισα να μιλώ ήρεμα. «Φαίνεται παράξενο να σε ευχαριστώ, Σατανά», είπα, «αλλά το κάνω. Νομίζω πως το κάνουμε όλοι. Μας έχεις φέρει πολλή καινούργια γνώση — περισσότερη κατανόηση απ’ όση ονειρευτήκαμε ποτέ. Εξαιτίας σου έχουμε ακόμη και μεγαλώσει στην αγάπη. Αλλά τώρα που το έκανες αυτό, η χρησιμότητά σου έφτασε στο τέλος. Δεν υπάρχει πια κανένας λόγος να βρίσκεσαι εδώ, και ήρθε η ώρα να φύγεις».

Μετά από μια παύση, εξακολουθώντας να ενεργώ ενστικτωδώς, άρχισα την τελική εκδίωξη. Πολύ ήρεμα του είπα: «Φύγε. Θα φύγεις τώρα. Το διατάζω αυτό στο όνομα του Χριστού. Θα φύγεις τώρα».

Θα αφαιρέσεις κάθε τελευταίο βρόμικο πλοκάμι σου από τη Jersey και θα φύγεις. Στο όνομα του Χριστού το διατάζω αυτό. Έχεις κατακυριεύσει τη Jersey επί δεκαπέντε χρόνια, αλλά δεν σου ανήκει πια. Δεν σε θέλει άλλο. Δεν θα σε ακούσει. Ανήκει τώρα στον Χριστό, όχι σε σένα. Κάθε πλοκάμι σου πρέπει να φύγει. Τώρα. Το διατάζω αυτό στο όνομα του Ιησού Χριστού. Θα φύγεις. Φύγε τώρα. Πήγαινε. Άφησέ τη ήσυχη για πάντα».

Συνέχισα να επαναλαμβάνω αυτά τα λόγια ξανά και ξανά, υπνωτιστικά. Κατά διαστήματα ψιθύριζα στη Jersey: «Αυτή είναι η στιγμή που είχαμε πει — η στιγμή της επιλογής σου. Διάλεξε, Jersey. Διάλεξε τώρα. Διώξ’ το». Ήταν ύπνωση. Ήταν επίσης εξορκισμός.

Στην αρχή η Jersey συνέχισε να κάθεται ακουμπισμένη στο προσκέφαλο, στη στάση του λωτού. Μετά από λίγα λεπτά η σατανική έκφραση άρχισε σταδιακά να σβήνει από το πρόσωπό της. Εξαφανίστηκε για περίπου τριάντα ολόκληρα δευτερόλεπτα και έπειτα επέστρεψε με πλήρη ένταση. Εγώ συνέχισα να επαναλαμβάνω την επωδό μου ήρεμα αλλά σταθερά και αμείλικτα.

Για άλλη μια φορά το κακόβουλο, σαρκαστικό χαμόγελο ξεθώριασε αργά. Αυτή τη φορά πέρασε σχεδόν ένα λεπτό προτού επιστρέψει. Πήρα από το τραπέζι έναν σταυρό που μου είχε δοθεί χρόνια πριν. Τον τοποθέτησα στα χέρια της Jersey. Εκείνη προσπάθησε να τον σπρώξει πίσω, αλλά εγώ τον κράτησα στα χέρια της καθώς συνέχιζα να επαναλαμβάνω το υπνωτικό μου μάντρα. Και πάλι η αποκρουστική σατανική έκφραση έσβησε, και για το επόμενο ενάμισι λεπτό η Jersey, με μια φαινομενική υπόνοια έκπληξης, άρχισε να παίζει τρυφερά με το μεταλλικό σώμα του Χριστού πάνω στον σταυρό, όπως ακουμπούσε στα πόδια της. Όταν η σατανική έκφραση επέστρεψε, σταμάτησε να αγγίζει το σώμα του Χριστού, αλλά προς ανακούφισή μου δεν πέταξε τον σταυρό μακριά της ούτε τον εκσφενδόνισε σε μένα. Εν τω μεταξύ, εγώ συνέχιζα να επαναλαμβάνω τα ίδια λόγια ξανά και ξανά, καθώς η σατανική έκφραση συνέχιζε να έρχεται και να φεύγει, αλλά κάθε φορά αργούσε λίγο περισσότερο να εμφανιστεί και επέστρεφε για ελαφρώς μικρότερο διάστημα.

Κράτησε σχεδόν δύο ώρες. Προς το τέλος, σαν εξαντλημένη, η Jersey άφησε τη καθιστή της στάση και ξάπλωσε στο κρεβάτι με το κεφάλι σε ένα μαξιλάρι και τον σταυρό σφιχτά στο στήθος της. Συνέχισα να διατάζω τον Σατανά να φύγει στο όνομα του Ιησού Χριστού μέχρι που η σατανική έκφραση δεν επέστρεψε πια καθόλου. Ήταν μια διακριτή στιγμή. Δεν ήταν απλώς ότι η σατανική έκφραση δεν επέστρεφε· εμείς, η ομάδα, αισθανθήκαμε επίσης με έναν τρόπο ξαφνικό ότι είχε φύγει, ότι ο Σατανάς είχε αποχωρήσει και ότι δεν υπήρχε πλέον τίποτε το δαιμονικό μέσα στο δωμάτιο.

Σταμάτησα τα λόγια του εξορκισμού, της διαταγής εκδίωξης, και απλώς καθίσαμε σε σιωπηλή προσευχή. Έπειτα της είπα: «Έφυγε τώρα, Jersey. Θέλεις να ανασηκωθείς;»

Η Jersey κούνησε το κεφάλι της και ψιθύρισε: «Όχι ακόμα».

Κρατώντας ακόμη σφιχτά τον σταυρό στο στήθος της, η Jersey κείτονταν εκεί άφωνη, σχεδόν σαν νεκρή — και υποθέτω πως με έναν τρόπο είχε πράγματι πεθάνει. Σωματικά όμως ήταν απολύτως ζωντανή. Για να καθησυχάσω τον εαυτό μου παρακολουθούσα την αργή, κανονική αναπνοή της. Το πρόσωπό της ήταν γαλήνιο. Δεν είχα ιδέα τι περνούσε από το μυαλό της. Υπέθετα ότι είχε ήδη κάνει την επιλογή της. Φανταζόμουν πως τώρα ίσως στερέωνε αυτή την επιλογή. Κατά τη διάρκεια της μακράς σιωπής προσευχόμασταν σιωπηλά για τη συνεχιζόμενη ασφάλειά της.

Ύστερα από μισή ώρα σιωπής η Jersey ξαφνικά ανασηκώθηκε, κατέβασε τα πόδια της από το κρεβάτι, μου έδωσε τον σταυρό και είπε χαρούμενα: «Είμαι καλά τώρα».

Ήταν πράγματι εύθυμη — γεμάτη καλή διάθεση — και κάτι παραπάνω από καλά. Ακτινοβολούσε ευτυχία και αγκάλιασε τον καθένα μας, λέγοντας «Ευχαριστώ» ξανά και ξανά. Η λάμψη του προσώπου της γέμισε το δωμάτιο.

Ήμασταν όλοι παραπάνω από έτοιμοι για ένα μικρό διάλειμμα, μετά το οποίο της είπα ότι θα επαναλαμβάναμε το Ρωμαϊκό Τυπικό του Εξορκισμού άλλη μία φορά, όχι για να εκδιώξουμε το δαιμονικό — αφού το είχε ήδη εκδιώξει — αλλά ως τελετουργική σφράγιση εκείνης της εκδίωξης. Κατόπιν ο επίσκοπος θα τη βάπτιζε. Ο Επίσκοπος Worthington κι εγώ της είπαμε ότι γνωρίζαμε πως είχε βαπτιστεί από τον πατέρα της, πράγμα που υπό κανονικές συνθήκες θα επέτρεπε μια απλή ανανέωση των βαπτισματικών της υποσχέσεων· επειδή όμως δεν ήμασταν βέβαιοι για την εγκυρότητα εκείνου του βαπτίσματος, θεωρήσαμε πως έπρεπε να τελέσουμε την αρχική ακολουθία σαν να βαπτιζόταν για πρώτη φορά. Η Jersey συμφώνησε. Τέλος, της είπαμε ότι θα γιορτάζαμε την επιτυχία του εξορκισμού της και τη χαρά του βαπτίσματός της με Ευχαριστία ή Θεία Κοινωνία.

Και μετά το διάλειμμα, παρόλο που είχε ήδη νυχτώσει έξω, κάναμε όπως είχα περιγράψει. Ο Επίσκοπος Worthington ανέλαβε τώρα την εξουσία από εμένα κι εγώ υπηρέτησα ως βοηθός του, δίνοντας όσες λίγες αποκρίσεις απαιτούνταν από μένα. Σε αυτόν τον δευτερεύοντα ρόλο, όπου ήμουν σε μεγάλο βαθμό ελεύθερος απλώς να ακούω, εντυπωσιάστηκα από την ίδια τη δύναμη του αρχαίου τυπικού του εξορκισμού, ενώ ταυτόχρονα ήμουν συνειδητός ότι η δύναμή του εξαρτιόταν ολοκληρωτικά από τη βούληση της Jersey. Τρεις νύχτες πριν είχαμε τελέσει το ίδιο μακροσκελές τυπικό, αλλά τότε ήταν μια κενή χειρονομία, καθώς η Jersey είχε ψυχολογικά απομονώσει τον εαυτό της και τους δαίμονές της από τα λόγια και τη δυνητική τους δύναμη. Ακόμη κι όταν λέγαμε εκείνα τα λόγια τότε, ξέραμε μέσα μας ότι ήταν άκαρπα. Αυτή η νύχτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική. Αν και της καταστήσαμε απολύτως σαφές ότι δεν είχε καμία ευθύνη μέσα στην τελετή — αφού είχε ήδη επιλέξει εναντίον του Σατανά και των υπηρετών του, εκδιώκοντάς τους — αυτή τη φορά η Jersey ήταν εμφανώς σε εγρήγορση, γαλήνια και πλήρως παρούσα. Η κατάσταση αυτή διατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του βαπτίσματός της και της Θείας Κοινωνίας που ακολούθησε, όπου είχε ενεργό ρόλο. Με καθαρή φωνή απαρνήθηκε τον Σατανά και όλα τα έργα του κατά το βάπτισμά της και δέχθηκε τη Θεία Κοινωνία με χάρη.

Έπειτα όλα είχαν τελειώσει, εκτός από τα πανηγύρια και τις αγκαλιές ολόγυρα. Το πρόσωπο της Jersey ήταν γεμάτο χαρά. Έφυγε με τη μητέρα της και τον πατριό της, και κατόπιν η υπόλοιπη ομάδα — εκτός από τη γυναίκα που της είχε προσφέρει φιλοξενία — αναχώρησε για τα σπίτια μας με τη γαλήνια βεβαιότητα ότι οι τέσσερις ημέρες μας είχαν υπάρξει εξαιρετικά επιτυχημένες. Ο εξορκισμός είχε πετύχει!

Συνεχίζεται με: Κεφάλαιο 3, Η επόμενη μέρα

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ο Γέροντας Δαμασκηνός του Μακρυνού


Πρόλογος της γερόντισσας Μακρίνας στο βιβλίο της Ιεράς Μονής Αγίου Ιωάννου Προδρόμου του Μακρυνου για τόν μακαριστό Γεροντα Δαμασκηνό
 
ΑΝΤΙ ΠΡΟΟΙΜΙΟΥ
Τί να γράψω; Τί να ειπώ; Από που να αρχίσω; Από την νεανική του ζωή, την γεμάτη Θείο έρωτα; Να αναφερθώ στους τιτάνιους αγώνας, στους οποίους υπεβλήθη, για να μην προσβάλη ποτέ τον Θεό; Να διη­γηθώ με τι αγωνία αναζητούσε τον Νυμφίο Χριστό, ως άλλη Νύμφη του Άσματος των Ασμάτων, ή ως κυνηγός που τρέχει πίσω από το θήραμα; Να μακαρίσω την κρυστάλλινη καθαρότητα της ζωής του;
 
Μπορεί να είναι εικόνα ένα ή περισσότερα άτομα
Είναι πολύ δύσκολο να ομιλήσης για την μυστική βιοτή ενός αγίου, ενός ουρανίου ανθρώπου και επιγείου αγγέλου της εποχής μας.
Επιέσθηκα, λοιπόν, πολύ να αποδεχθώ την παράκλησι των αδελφών της Μονής μας και να καταθέσω την μαρτυρία μου για τον αοίδιμο πατέρα ημών Δαμασκηνόν.
Επικαλούμαι τις άγιες ευχές του για να δυνηθώ να παρουσιάσω «ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» .
Ο κατά κόσμον Σπυρίδων Κατρακούλης έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του ως ένα αγροτόπαιδο απλό, αλλά γεμάτο φλογερή αγάπη στον Χριστό. Αφ’ ότου ήταν ακόμη λαϊκός, όταν τον έβλεπες και συζητούσες μαζί του, είχες την αίσθησι ότι η ψυχή του ευρισκόταν σε συνεχή επικοι­νωνία με τον Ηγαπημένο του Θεό. Η παρουσία του ήταν αγιαστική’ ενώπιόν του δεν ημπορούσε καμμία άλλη σκέψις να διεισδύση στον νου σου, ει μη Ιησούς Χριστός και ούτος εσταυρωμένος .
H φλεγόμενη καρδία του επυρπολείτο από τον πόθο της πλήρους εν Χριστώ αφιερώσεως’ εσκέπτετο, λοιπόν, να μονάση στο Άγιον Όρος. Αναζητώντας, όμως, το Θείο θέλημα, έκανε υπακοή στον τότε οικείο Μη­τροπολίτη Αττικής Ιάκωβο, ο οποίος τον υπερεκτιμούσε και δεν ήθελε να τον στερηθή. Έτσι παρέμεινε στην ιδιαιτέρα πατρίδα του και εχειροτονήθη πρεσβύτερος. Συγχρόνως εφοιτούσε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών, για να χρησιμοποίηση την επιστήμη ως θεραπαινίδα -όπως την αποκαλούσε- του πνευματικού του έργου. Βεβαίως, ο πατήρ Δαμασκηνός, με την αδιάλειπτο προσευχή του, είχε γίνει θεολόγος ήδη από τα νεανικά του χρόνια.
Πραγματώνοντας το σχέδιο του Θεού, όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ανέλαβε να ιδρύση το γυναικείο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννου του Μακρυνού. Φωτισμένος από την Χάρι του Αγίου Πνεύματος, συνέ­στησε την Ιερά Μονή μας, θεμελιώνοντας αυτήν επάνω στην αρραγή ορθόδοξη παράδοσι. Καθωδήγησε την αδελφότητα σταθερά στην πατερική οδό, ως πνευματοφόρος ποδηγέτης και απλανής Πνευματικός αυτής, μέχρι της εκδημίας του. Δεν επεδίωξε την δόξα των ανθρώπων, αλλά, κρυμμένος στην αφάνεια της ταπεινώσεως, κατώρθωσε να εναρ­μονίση την ζωή του με την ζωή του Κοινοβίου, προάγοντας τις αδελ­φές, με το φωτεινό του παράδειγμα, εις την αγάπην του Ιησού Χριστού και μόνον. Θα ημπορέση γλώσσα να περιγράψη την ορθή θεολογική και εκκλησιολογική γραμμή που ετηρούσε στην ποιμαντική διακονία του, ως καθοδηγητής γυναικείας αδελφότητος;
Ιλιγγιώ όταν σκέπτομαι τι ζήσαμε, τι είδαμε, τι ακούσαμε! Η εσωτε­ρική του ζωή, οι μυστικές εμπειρίες του, τα άπειρα χαρίσματα που είχε -όπως όλοι οι άγιοι- έμειναν, ως επί το πλείστον, άγνωστα και αθεώρη­τα στον έξω της Μονής χώρο «κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος». Έκρυβε ευχύμους πνευματικούς καρπούς, τους οποίους αφθόνως μας προσέφερε. Και ενώ τους εγευθήκαμε, δεν κατωρθώσαμε να τους αφομοιώσωμε, ένεκα των αδυναμιών μας. Ζώντας, όμως, επί τόσα έτη κοντά του κατενοήσαμε για ποια μεγάλη δόξα έχει πλασθή ο άνθρωπος!
Δεν θα ημπορέσω να συνεχίσω… Αδυνατώ να περιγράψω τις υπερφυείς καταστάσεις του, λόγω ελλείψεως τοιαύτης βιοτής. Για να γράφης για τους Αγίους, πρέπει να έχης τα άγια βιώματά τους.
Εύχεσθε δι’ ημάς όλοι εσείς, που θα διαβάσετε την ζωή ενός μεγάλου ασκητικού και θεωρητικού πατρός, συνάμα δε και ενός μεγάλου θεολό­γου, δογματολόγου, πύρινου λειτουργού και διακριτικού καθοδηγητού πολλών Κοινοβίων.
Είμεθα ευγνώμονες στον Άγιον Θεόν μας δια το ανεκτίμητο δώρο που μας εχάρισε, ώστε να οδηγηθώμεν απλανώς στην μοναχική ζωή από ένα τοιούτον οδηγόν! Μας άφησε ως κληρονομίαν αδαπάνητον το τα­πεινό παράδειγμά του και ως προπύργιον ασάλευτον την πίστι και την αγάπη στον Χριστόν, στην Εκκλησίαν και στην αδελφότητα.
Πιστεύομεν ακράδαντα ότι μας επιβλέπει από τα ουράνια σκηνώμα­τα, τα οποία διακαώς επόθησε, και ότι μας οικονομεί πνευματικώς και υλικώς προς το συμφέρον της ψυχής μας, όπως μας είχε πολλάκις υποσχεθή.
Τα λίγα και πτωχά, που εγράφησαν στο παρόν βιβλίο, από τον ένθεο πλούτο των χαρισμάτων του Γέροντα, ελπίζω ότι θα ωφελήσουν, δι’ ευχών του, τον λαό του Θεού. Εύχομαι το Άγιον Πνεύμα να φωτίση και να αγιάση τον αναγνώστη, ώστε να εύρη τον δρόμο της Βασιλείας των ουρανών.

Ζητώ τας ευχάς όλων σας.
Η ελαχίστη εν Μοναχαίς
Μακρίνα Μοναχή
και αι συν εμοί εν Χριστώ Αδελφαί

Η νέα πληθυντική τάξη

Pierluigi Fagan

Η νέα πληθυντική τάξη


Πηγή: Πιερλουίτζι Φάγκαν


Μόλις κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Ινδού συγγραφέα Amitav Acharya, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Fazi Editore, εστιάζει στον κόσμο και, ειδικότερα, στη μορφή τάξης που τον διέπει. Η «παγκόσμια τάξη» αναφέρεται στο σύνολο των θεσμών, των τρόπων αλληλεπίδρασης, των αξιών και των συστημάτων ιδεών που δίνουν στα έθνη και πέρα ​​από αυτά τον ιστό και τη σχετική προβλεψιμότητα της πλανητικής συνύπαρξης.
Όπως σημείωσε ο Κίσινγκερ, δεν υπήρξε ποτέ μια αληθινή «παγκόσμια τάξη». Ήταν πάντα μέρος του κόσμου, όχι ολόκληρος ο κόσμος. Σήμερα, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Οι άνθρωποι που τώρα ξεπερνούν τα οκτώ δισεκατομμύρια, τα διακόσια κράτη, μια πληθώρα μη θεσμικών οντοτήτων, η εμφάνιση νέων δυνάμεων όπως η Κίνα και η Ινδία, και πολλές άλλες μεσαίες δυνάμεις (περισσότερες από δώδεκα), το δίκτυο οικονομικών και χρηματοπιστωτικών ανταλλαγών, η τεχνολογική ανάπτυξη, οι μεταναστευτικές και ταξιδιωτικές ροές, το παγκόσμιο δίκτυο πληροφοριών και πολιτισμού και η κοινή οικολογική και κλιματική κατάσταση υφαίνουν «έναν» κόσμο.
Έτσι, αν και η ιστορία του παρελθόντος είναι πλούσια σε παραδείγματα περιφερειακών έως ηπειρωτικών μορφών τάξης, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων επίδοξων παγκόσμιων αυτοκρατοριών, σήμερα είναι η πρώτη φορά που βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια πλανητική διάσταση συνύπαρξης και ένα τόσο πλούσιο και ετερογενές σύνολο δρώντων.
Η Δύση, στην «απογευματινή» της λειτουργία, συγχέει την παρακμή και κρίση της με τη μοίρα ολόκληρου του κόσμου, ενώ ο Acharya υποστηρίζει ότι ακριβώς αυτή η κρίση και η παρακμή δημιουργούν τον χώρο για τη διαμόρφωση μιας νέας τάξης που υπόσχεται να είναι πιο ισορροπημένη, δυναμική και ευέλικτη, πληθυντική και θετικά πολύπλοκη.

Η ανάλυση του Acharya εκτείνεται σε 520 σελίδες (εύκολη ανάγνωση), αφιερωμένες σε μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη μιας ισχυρής αφήγησης της παγκόσμιας ιστορίας, στο πνεύμα εκείνων των John M. Hobson, Peter Frankopan και Josephine Quinn (οι δύο τελευταίοι εκδόθηκαν επίσης στα ιταλικά από τους Mondadori και Feltrinelli), αλλά εδώ σε μια μη-δυτικοκεντρική εκδοχή, που κυμαίνεται από τους Σουμέριους έως τους Αρχαίους Αιγυπτίους, Έλληνες, Ρωμαίους, Πέρσες, Ινδούς (Αυτοκρατορία Μαουρίας), Μογγόλους, Κινέζους, Ισλάμ, Οθωμανούς, Μεσοαμερικανούς και φυσικά, τους νεότερους Ευρωπαίους και τους Δυτικοαμερικανούς. Είναι επομένως μια ευκαιρία για όσους ενδιαφέρονται για τον κόσμο να μελετήσουν την ανθρώπινη ιστορία με ευρύτερο πεδίο και βάθος.
Αν και ο Acharya είναι ειδικά μελετητής των διεθνών σχέσεων, η αντιμετώπιση της ιστορίας των πολιτισμών τον φέρνει πιο κοντά σε κλασικούς ιστορικούς του κόσμου, από τον Toynbee έως τον McNeill.

Στόχος του Acharya είναι επίσης να δημιουργήσει μια μη δυτική φωνή και προοπτική, όπως θα είναι η φύση της παγκόσμιας τάξης στον νέο κόσμο. Ιχνηλατεί τη γέννηση των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας (της περίφημης «ιδιωτικής ιδιοκτησίας») με τους Σουμέριους, το κράτος στην Αρχαία Αίγυπτο, τα ανθρώπινα δικαιώματα εδώ κι εκεί (Akosha, η Αυτοκρατορία Mauryan), τη δημοκρατία όπου υπήρχαν πόλεις-κράτη, όπως είχε ήδη υποστηρίξει ο Amartya Sen, και ούτω καθεξής - διπλωματία, ρύθμιση των συνθηκών ειρήνης, κανόνες διεθνούς εμπορίου, θρησκευτική ανοχή (για παράδειγμα, μη σύγχρονο Ισλάμ) και πολλά άλλα που οι Δυτικοί πιστεύουν ότι επινόησαν και διοικούσαν αποκλειστικά. Όλα αυτά ενώ παραμένουν σιωπηλοί για όλες τις απάνθρωπες πράξεις που έχουν διαπράξει όσον αφορά τον αποικισμό και τον ιμπεριαλισμό, την κυριαρχία, την εκμετάλλευση και την ταπείνωση. Όλα αυτά, τυλιγμένα σε ένα αηδιαστικό σιρόπι υποκρισίας.
Όλα αυτά βοηθούν τον Ινδό να διατυπώσει τις ιδέες του για τη μελλοντική τάξη προς την οποία οδεύει η ιστορία, η οποία σε εμάς φαίνεται χαοτική και στο έλεος της αναταραχής που χαρακτηρίζει τις μεταβάσεις φάσεων. Δεν κινούμαστε προς μια αδύνατη και δυστοπική «παγκόσμια κυβέρνηση», ούτε προς έναν υπερδύναμο παράγοντα που λειτουργεί ως κέντρο βάρους για τα πάντα και για όλους, ούτε προς έναν νέο δυαδικό Ψυχρό Πόλεμο. Κινούμαστε προς αυτό που αποκαλεί «πολυκινηματογράφο», έναν από εκείνους τους πολυκινηματογράφους που προβάλλουν πολλές διαφορετικές ταινίες για διαφορετικά κοινά. Πιθανές πολυεπίπεδες τάξεις, ξεκινώντας από περιφερειακές τάξεις (η Ατσάρια είναι σημείο αναφοράς για την συνεταιριστική ένωση χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας, ASEAN), οι οποίες στη συνέχεια υφαίνουν δίκτυα ανώτερης τάξης με πληθυντικό και ευέλικτο τρόπο.
Είναι αυτό που θα μπορούσαμε διαφορετικά να ονομάσουμε «πολυπολική τάξη» (η πολυπολική είναι μια έννοια που προορίζεται περισσότερο για μεγάλες δυνάμεις), η μόνη δυνατή μορφή τάξης για εξαιρετικά πολύπλοκα συστήματα όπως αυτό που έχει γίνει ο σύγχρονος κόσμος. Η πολιτική και πολιτιστική ποικιλομορφία μεταξύ διαφόρων οντοτήτων, διασυνδεδεμένων σε διάφορα επίπεδα, δημιουργεί αλληλεξαρτήσεις και επομένως τόσο (ρυθμιζόμενο) ανταγωνισμό όσο και συνεργασία.

Πρέπει να θυμόμαστε ότι, με εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες, δεν υπάρχει επιθυμία για πόλεμο στον κόσμο. υπάρχει η επιθυμία η καθεμία να αναπτυχθεί με τον δικό της τρόπο. Ο εφιάλτης της πολυπολιτισμικής καταστροφής, που αναδύθηκε στην αυγή της τελευταίας παγκοσμιοποίησης, έχει στην πραγματικότητα διαλυθεί. Πολλοί λαοί θέλουν να ζουν σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι στο παρελθόν, και όλοι θυμούνται πώς ήταν να βρίσκονται στο πεδίο των συγκρούσεων που τροφοδοτούνταν από την δυτική αλαζονεία. Αυτό προφανώς δεν αποκλείει τις τοπικές συγκρούσεις, αλλά δεν θα βρίσκονται πλέον σε μακροπεριφερειακή ή ακόμη και παγκόσμια κλίμακα. Θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι ο κόσμος στο σύνολό του διέρχεται δημογραφική μετάβαση και οι νέες μάζες ηλικιωμένων δεν αποτελούν πλέον αποκλειστικό προνόμιο της Δύσης.
Δεδομένου ότι ο Acharya είναι μέλος της επιστημολογικής ομάδας των «κονστρουκτιβιστών» των Διεθνών Σχέσεων (μια τρίτη δύναμη μεταξύ ρεαλιστών και φιλελεύθερων που περιλαμβάνουν στις αναλύσεις τους γεγονότα «κοινωνικής κατασκευής» τόσο στο υλικό όσο και στο ιδανικό επίπεδο), αξίζει επίσης να δοθεί προσοχή στην αγγλόφωνη κουλτούρα του κλάδου, την οποία μονοπωλούν οι Αμερικανοί (ούτε καν οι «Δυτικοί», όπως οι Kissinger, Ferguson, Fukuyama, Zakaria, Friedman, Haas, κ.λπ.).
Από τον Parag Khanna μέχρι τον Kishore Mahbubani και τον Amitav Gosh, οι μη δυτικές φωνές, ακόμη και εκείνες που δεν είναι αυστηρά αντικαπιταλιστικές, αντιιμπεριαλιστικές ή αντιαποικιακές, αξίζει να μάθουμε περισσότερα για αυτές τις «άλλες» απόψεις. Αυτές που αναφέρονται, για παράδειγμα, είναι ινδικής καταγωγής, και εδώ πολύ συχνά ενθουσιαζόμαστε με την αυξανόμενη επιρροή της Κίνας, ίσως υποτιμώντας τον ρόλο της Ινδίας, η οποία εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη χώρα στον κόσμο, ένα ισχυρό μέλος των BRICS, και η σύντομα τρίτη μεγαλύτερη οικονομία με σημαντικές τεχνολογικές φιλοδοξίες και αναγνωρισμένη μαθηματική-επιστημονική επιρροή.

Μελετώντας αυτό το είδος μη δυτικού δοκιμίου, διαισθάνεται κανείς μια μέτρια αισιοδοξία για το μέλλον που συγκρούεται με την ζοφερή παράνοια των «τελικών καιρών» του δυτικού μας σπιτιού. Αυτό το εύρημα επισημαίνεται επίσης από μια μελέτη του Smithson Center του 2023: Ινδοί, Κινέζοι, Άραβες και ολοένα και πιο νέοι σε σύγκριση με τους ηλικιωμένους, έχουν ένα μάλλον θετικό «συναίσθημα» για το μέλλον. Τα τελευταία πενήντα χρόνια, το ΑΕΠ της G7 έχει μειωθεί από 65% σε 44%, το μερίδιο του Παγκόσμιου Νότου στο παγκόσμιο εμπόριο (2000-2012) έχει αυξηθεί από 35% σε 51%, και παρατηρούνται επίσης ραγδαία αυξανόμενες τάσεις στις ξένες επενδύσεις και τους επενδυτές και στην αύξηση της στρατιωτικής ισχύος. Αυτά τα γραφήματα, για τα οποία όλοι οι αναλυτές συμφωνούν ότι θα συνεχιστούν στο μέλλον, είτε το 2030 είτε το 2050.
Για να θίξω ένα μεθοδολογικό σημείο, συμφωνώ με αυτήν την αναλυτική προσέγγιση, η οποία ασχολείται με ιδέες και συστήματα ιδεών, θεσμούς και μια πληθώρα θεμάτων. Ωστόσο, ελπίζω ότι στο μέλλον θα αναπτυχθεί ένας νέος κλάδος, τον οποίο αποκαλώ «κοσμολογία», ο οποίος θα σταματήσει να ζυγίζει μόνο τα ήπια γεγονότα και όχι τα σκληρά, καθώς άλλοι κάνουν ακριβώς το αντίθετο. Ο φυσικός κόσμος είναι φυσικός, χημικός και βιολογικός, όπως ακριβώς και ο ανθρώπινος κόσμος είναι ψυχικός, κοινωνικός, οικονομικός, ιστορικός και φιλοσοφικός. Κανένα από αυτά τα επίπεδα πραγματικότητας δεν καθορίζει πλήρως τα άλλα και κανένα δεν μπορεί να αναχθεί σε ένα πιο θεμελιώδες.
Αν ο όρος δεν ήταν τόσο ενοχλητικός, θα έπρεπε να ονομαστεί «σύνθετη τάξη», καθώς οι μεταβλητές που εμπλέκονται στη σύνθεση της πραγματικότητας (παρελθόν, παρόν και μέλλον) είναι τόσο πολλές, όπως και οι αλληλεπιδράσεις τους, πολλές από τις οποίες είναι μη γραμμικές. Ο κόσμος γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκος. Θα ήταν καλό να προσαρμόσουμε τη διάνοιά μας και τους πολιτισμούς μας σε αυτόν. Αυτό το πάθος για τη γνώση απουσιάζει σήμερα, μαζί με την επιθυμία για σχέδια. Η κριτική, η κρίση, ο φόβος και η καταδίκη κυριαρχούν. Αν δεν αλλάξουμε, η ιστορία θα μας δώσει την αληθινή ετυμηγορία, και φοβάμαι ότι δεν θα είναι ευγενική.

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να παραδεχτούν ότι η Μόσχα δεν αποτελεί απειλή και να τηρήσουν τις συμφωνίες

Jeffrey Sachs - 24 Φεβρουαρίου 2026

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να παραδεχτούν ότι η Μόσχα δεν αποτελεί απειλή και να τηρήσουν τις συμφωνίες


Πηγή: Il Fatto Quotidiano

Ο Τζέφρι Σακς, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ένθερμος σχολιαστής των γεγονότων στην Ανατολική Ευρώπη, είναι πεπεισμένος ότι τα κλειδιά της ειρήνης βρίσκονται στην Ευρώπη. Και τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, προσφέρει μια πολύ σαφή ανάλυση. (Επιμέλεια: Σαλβατόρε Κανναβό)

Ποια είναι η τρέχουσα γεωπολιτική κατάσταση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου;

Η κατάσταση είναι τέτοια που, κατά τη γνώμη μου, η Ρωσία θα κερδίσει τον πόλεμο, με την έννοια ότι θα επιτύχει τους τρεις στόχους της: τον εδαφικό έλεγχο, τη δέσμευση της Ουκρανίας για μόνιμη ουδετερότητα και μη ένταξη στο ΝΑΤΟ, και την απουσία στρατευμάτων του ΝΑΤΟ που θα σταθμεύουν στην Ουκρανία μετά το τέλος των μαχών. Η Ρωσία ελέγχει περίπου το 78% του Ντόνετσκ, το 100% του Λουγκάνσκ, το 73% της Χερσώνας και το 76% της Ζαπορίζια. Πιθανότατα θα κατακτήσει και τις υπόλοιπες από αυτές τις περιφέρειες. Και αν δεν υπάρξει ειρηνευτική συμφωνία, πιθανότατα θα συνεχίσει να κατακτά την Οδησσό και ίσως και άλλα μέρη της Ουκρανίας.

Και ποια είναι η «κατάσταση του κόσμου» από γεωπολιτικής άποψης, δεδομένου του ρόλου του Ντόναλντ Τραμπ;

Ο Τραμπ είναι ένας αποσταθεροποιητής και ένας αποτυχημένος πολιτικός, χάνοντας την εγχώρια υποστήριξη, η οποία αυτή τη στιγμή είναι περίπου 37% και μειώνεται. Η πρόσφατη απόφαση για τους δασμούς είναι σημαντική. Αποτελεί μια σημαντική επίδειξη των ορίων της εξουσίας του. Ο Τραμπ δεν πρέπει να θεωρείται εκτός των ΗΠΑ ως ένας ισχυρός και δημοφιλής τύραννος, αλλά ως ένας απρόβλεπτος, ασταθής, αντιδημοφιλής και ανίκανος ηγέτης, του οποίου η υποστήριξη πιθανότατα θα συνεχίσει να μειώνεται.

Έχετε επανειλημμένα τονίσει τη σημασία της κατανόησης των πραγματικών αιτιών του πολέμου: τον φόβο της Ρωσίας για τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ. Πιστεύετε ότι αυτή η ανησυχία είναι ο κύριος παράγοντας που πρέπει να εξαλειφθεί για να επιτευχθεί μια πιθανή ειρήνη;

Για να επιτευχθεί ειρήνη, οι βασικές αποφάσεις είναι η διευκρίνιση της ουδετερότητας της Ουκρανίας, η επίλυση εδαφικών ζητημάτων και η αποδοχή ότι βρετανικά, γαλλικά, γερμανικά ή άλλα στρατεύματα δεν πρέπει και δεν θα σταθμεύσουν στην Ουκρανία μετά τον πόλεμο.

Αλλά ποια εναλλακτική είχε ο Ζελένσκι όταν η Ρωσία αποφάσισε να εισβάλει; Δεν θα έπρεπε, φυσικά, να είχε αντισταθεί και να είχε υπερασπιστεί τη χώρα του;

Θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε υπογράψει την ειρηνευτική συμφωνία που επρόκειτο να υπογραφεί στις 15 Απριλίου 2022, βασισμένη στην ουδετερότητα και ουσιαστικά στη συμφωνία Μινσκ II -πολύ καλύτερη από τους σημερινούς όρους- και η οποία ίσως θα είχε γλιτώσει τον θάνατο ή τον σοβαρό τραυματισμό 1-2 εκατομμυρίων Ουκρανών από τότε. Ο Μπάιντεν απέρριψε αυτήν την ειρήνη. Μια ντροπή, και η Ευρώπη ακολούθησε το παράδειγμά της.

Τι πιστεύετε για τις εκλογές στην Ουκρανία: θα μπορούσαν να αποτελέσουν παράγοντα αλλαγής;

Το κύριο ζήτημα είναι η ειρήνη, με ή χωρίς εκλογές. Το κλειδί είναι να αντιμετωπίσουμε την πραγματικότητα. Αυτό έπρεπε να είχε γίνει το 2022 και οποιαδήποτε στιγμή από τότε.

Ποιος πραγματικά κρατάει τα κλειδιά της ειρήνης;

Οι Μελόνι, Μερτς και Μακρόν. Πρέπει να πουν στον ευρωπαϊκό λαό την αλήθεια: Η Ρωσία δεν θα εισβάλει στην Ευρώπη. Η ειρήνη με τη Ρωσία μέσω της διπλωματίας είναι εφικτή. Η ευθύνη της Γερμανίας είναι η μεγαλύτερη. Η Γερμανία υποσχέθηκε στον Γκορμπατσόφ και τον Γέλτσιν (τον Φεβρουάριο του 1990) ότι το ΝΑΤΟ δεν θα κινηθεί προς τα ανατολικά. Στη συνέχεια, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες αθέτησαν αυτή την υπόσχεση. Η Γερμανία έκανε συμφωνία με τον Γιανουκόβιτς στις 21 Φεβρουαρίου 2014, για να αποτρέψει ένα πραξικόπημα, και στη συνέχεια έσπασε τη συμφωνία την επόμενη μέρα αποδεχόμενη το πραξικόπημα. Το 2015, η Γερμανία υποσχέθηκε ότι θα εφαρμόσει τη συμφωνία Μινσκ II. Στη συνέχεια έσπασε τη συμφωνία και δεν την εφάρμοσε. Επομένως, ο Μερτς θα πρέπει να αναλάβει την ευθύνη να βοηθήσει στην επίτευξη ειρήνης μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Η πρωθυπουργός Μελόνι θα πρέπει να την υποστηρίξει.

Τι πιστεύει για το Συμβούλιο Ειρήνης;

Είναι απλώς το ματαιόδοξο σχέδιο του Τραμπ, το οποίο μπορεί μόνο να τροφοδοτήσει το εγώ του Τραμπ.

Τυφλή δικαιοσύνη;

Antonio Catalano

Τυφλή δικαιοσύνη;


Πηγή: Αντόνιο Καταλάνο

Η δημοκρατία συχνά συγχέεται με την ψευδαίσθηση ότι η εκλογική συμμετοχή από μόνη της συμβάλλει στη δημοκρατική φύση ενός συστήματος, ανεξάρτητα από το μερίδιο κυριαρχίας που ασκεί ο λαός. Ο λαός εκφράζει την κυριαρχία στο βαθμό που συμβάλλει σημαντικά στον καθορισμό της ποιότητας των δημοσίων υποθέσεων, σύμφωνα με τα εθνικά συμφέροντα, τα οποία δεν είναι άλλα από αυτά της συντριπτικής πλειοψηφίας του πληθυσμού.
Η δημοκρατία μας γίνεται ολοένα και περισσότερο ένα ομοίωμα που τείνει να λειτουργεί όπως η ΕΕ, στην οποία οι αποφάσεις δεν περνούν καν τυπικά από το κοινοβούλιο των Βρυξελλών, αλλά αντίθετα περνούν από αυτά τα συχνά σκοτεινά κέντρα εξουσίας -που σημαίνει ότι είναι μόλις ορατά, αν όχι καθόλου- που, χάρη στην επιρροή τους, γίνονται δεσμευτικοί κανόνες για τα κράτη μέλη.
Δεν υπάρχει επομένως τίποτα ουδέτερο. Όλα είναι μια περιστρεφόμενη πόρτα εξουσίας μεταξύ των παραγόντων που εμπλέκονται: οικονομικοί, κοινωνικοί (τάξεις) και διεθνείς. Κάθε παράγοντας θα εκφράσει την εκδοχή, την «αφήγηση» των γεγονότων που ταιριάζει καλύτερα στην υπεράσπιση των δικών του συμφερόντων. Το μεγάλο χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, για παράδειγμα, θα τείνει να υποστηρίζει μια ανοιχτή και ρευστή κοινωνία, ενώ το εθνικοβιομηχανικό κεφάλαιο θα υποστηρίζει «συντηρητικές» και βασισμένες στην ταυτότητα αξίες.
Είναι επομένως δύσκολο να σκεφτεί κανείς τη δικαστική εξουσία ως ένα ουδέτερο σώμα του οποίου η συμπεριφορά είναι άτρωτη σε ορισμένες προκαταλήψεις και περιορισμούς. Η δικαιοσύνη θα πρέπει να παρουσιάζεται τυφλά, ώστε να μην βλέπει τις διαφορετικές πλευρές και έτσι να είναι αμερόληπτη, αλλά η πραγματικότητα μας λέει ότι αυτό δεν ισχύει. Η ιδέα ενός τυφλού συστήματος δικαιοσύνης είναι όμορφη και καθησυχαστική, αλλά αυτό δεν είναι τίποτα περισσότερο από την προβολή ενός (παραμορφωτικού) ευσεβούς πόθου, αυτού που οι αγγλόφιλοι αποκαλούν «ευσεβή πόθο».
Σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από εξουσία συνδεδεμένη με συμφέροντα που αναπτύσσονται κυρίως εντός του έθνους, η δικαστική εξουσία εξέφραζε μια ορισμένη ομοιογένεια, δεν ασχολούνταν με την πολιτική και ζήλευε έντονα την «αυτονομία» και τον διαχωρισμό της. Αλλά με την εμφάνιση «εξωτερικών» συμφερόντων, με την ισχυρή και καταπιεστική άνοδο του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου που είναι πρόθυμο να γκρεμίσει παλιά «συντηρητικά» εμπόδια, η δικαστική εξουσία έχει σταδιακά χάσει την αυτονομία της, σε σημείο που σχηματίζει πραγματικές φατρίες, με πολλούς δικαστές πρόθυμους να μετακινηθούν αβίαστα από τη δικαστική εξουσία στην ενεργό πολιτική - ένας προοδευτικός εκφυλισμός που οδήγησε στην υπόθεση Παλαμάρα.
Είναι μια ποινή από μόνη της δικαιοσύνη; Πώς, για παράδειγμα, μπορούμε να εξηγήσουμε τις πολλές, πάρα πολλές, περιπτώσεις δικαστικών σφαλμάτων που έχουν οδηγήσει σε ζωές που έχουν ανατραπεί, υποβαθμιστεί, ακόμη και διακοπεί; Αν συνδυάσουμε τα θύματα παράνομης κράτησης με εκείνα των πραγματικών δικαστικών σφαλμάτων, από το 1991 έως το 2025 καταγράφουμε 32.484 υποθέσεις. Αλλά όσοι κατέληξαν προφυλακισμένοι ως αθώοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία: 32.262.
Ένας δικαστής θα πρέπει απλώς να εφαρμόζει τον νόμο και να καταλήγει σε μια ετυμηγορία βάσει αυτού. Αλλά επειδή ο νόμος υπόκειται σε ερμηνεία, μια απόφαση δεν θα είναι ποτέ εντελώς απαλλαγμένη από κοινωνικές, πολιτιστικές, πολιτικές (και γεωπολιτικές) επιρροές. Επομένως, είναι άσκοπο να αρνηθούμε ότι οι δικαστές «επηρεάζονται» από το κλίμα στο οποίο λειτουργούν. Μερικά παραδείγματα που σχετίζονται με τα τρέχοντα πολιτικά γεγονότα.
Πρώτο παράδειγμα: Αν πάω για ψάρεμα με το σκάφος μου σε μια προστατευόμενη περιοχή όπου απαγορεύεται το ψάρεμα και όταν δω την ακτοφυλακή να πλησιάζει, δεν τρέχω απλώς μακριά αλλά εμβολίζω το περιπολικό τους σκάφος, είναι πολύ δύσκολο για μένα να αποφύγω τα προβλήματα. Αλλά αν η Carola Rackete κάνει κάτι τέτοιο, όπως το 2019 όταν έσπρωξε τον ναυτικό αποκλεισμό και εισήλθε ούτως ή άλλως στο λιμάνι της Λαμπεντούζα (με μετανάστες επιβαίνοντες), εμβολίζοντας ένα σκάφος της Guardia di Finanza... συμβαίνει, βάσει ενός πολιτικού κλίματος στο οποίο οι πιέσεις υπέρ της μετανάστευσης είναι προφανώς ισχυρές, μετά τη σύλληψη του σκάφους του καπετάνιου, το δικαστήριο του Παλέρμο αποφασίζει ότι η ΜΚΟ που κατέχει το «Sea Watch 3» πρέπει να αποζημιωθεί σχεδόν 100.000 ευρώ. Δεύτερο παράδειγμα. Αν βγω από το αυτοκίνητό μου σε ένα σημείο ελέγχου της αστυνομίας και αρχίσω να χτυπάω τον αστυνομικό με ένα σφυρί, θα τη γλιτώσω με μια φιλική εντολή που θα τον υποχρεώνει να υπογράψει, όπως συνέβη με τους τρεις συλληφθέντες μετά τις πρόσφατες συγκρούσεις στο Τορίνο (συμπεριλαμβανομένου του φερόμενου ως διαβόητου σφυροβολητή);
Ανεξάρτητα από τις απόψεις κάποιου για τα προαναφερθέντα γεγονότα, το θέμα είναι ότι τελικά η απόφαση του δικαστή επηρεάζεται από το πολιτικό κλίμα καθώς και από το πολιτικό του «πάθος». Ένα πάθος που μπορεί να είναι ή όχι ευπρόσδεκτο, ανάλογα με την οπτική γωνία σας, αλλά έτσι έχουν τα πράγματα.

Ηθικό δίδαγμα της ιστορίας: η κατανόηση ότι η δικαστική εξουσία δεν είναι ουδέτερη δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε την αναγκαιότητα της λειτουργίας της - αυτό θα ήταν σαν να πέφτουμε στην άβυσσο της προσωπικής δικαιοσύνης - αλλά απλώς ότι έχουμε μια ρεαλιστική άποψη για το πώς λειτουργούν οι μηχανισμοί του δικαστικού συστήματος.
Επομένως, γνωρίζοντας ότι είναι αδύνατο να απαιτήσουμε αφηρημένα δίκαιη δικαιοσύνη, πιστεύω ότι μια κάποια αναδιάταξη των χαρτιών είναι χρήσιμη, η οποία σήμερα μπορεί επίσης να επιτευχθεί μέσω του διαχωρισμού των σταδιοδρομιών σε συνδυασμό με τυχαίους διορισμούς στο CSM.

Ενώ περιμένουμε η κοινωνία να αναπτύξει μια ικανότητα αναχαίτισης, που θα δημιουργηθεί από μια ώριμη και, πάνω απ' όλα, ισχυρή λαϊκή κυριαρχία, βασισμένη στην πολιτική της εκπροσώπηση.

Η Δύση σε σύγχυση

Πέπε Εσκομπάρ - 24 Φεβρουαρίου 2026

Η Δύση σε σύγχυση


Πηγή: Red Jackets


Έχουμε ήδη εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση: χωρίς περιορισμούς· χωρίς περιφράσεις· χωρίς καν προσπάθεια να δικαιολογηθεί οτιδήποτε. Το Ιράν αντικατοπτρίζει την τελική κρίση: είτε επικρατεί ο σιωνιστικός-αμερικανικός ιμπεριαλισμός είτε επικρατεί η πολυπολικότητά του.

Ο Νεο-Καλιγούλας, γνωστός και ως ο αδιαμφισβήτητος πρωταθλητής των παγκόσμιων δασμών, φαίνεται έκπληκτος που το Ιράν δεν έχει συνθηκολογήσει. Δεν είναι περίεργο. Κανένας απρόσεκτος κόλακας ανάμεσα στον εκπληκτικά μέτριο στενό κύκλο του δεν είναι πνευματικά εξοπλισμένος για να εξηγήσει στον νεο-Καλιγούλα, με σλόγκαν, τα βασικά του σιιτισμού.

Αλλά η κατάσταση επιδεινώνεται. Αυτό που πραγματικά βρίσκεται στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων της Αυτοκρατορίας είναι η επιστροφή του Total War ως πολιτικού μετώπου, ωφελώντας ένα σημαντικό τμήμα της εξαιρετικά διεφθαρμένης και διεστραμμένης αγγλοαμερικανικής/ατλαντικής ολιγαρχίας.

Οι «διαπραγματεύσεις» της Γενεύης απέτυχαν. Ο πόλεμος κατά της Ρωσίας ήταν το κεντρικό θέμα της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Η «μεγάλη αρμάδα» συγκεντρώθηκε όχι μακριά από τον Περσικό Κόλπο, κάνοντας βόλτες, συνομιλίες και πανιά, σαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να ήταν έτοιμοι να επιτεθούν στο Ιράν.

Ακόμη και αν λάβουμε υπόψη μια πιθανή έσχατη απόπειρα στη Γενεύη την Παρασκευή, και ακόμη και αν λάβουμε υπόψη την απουσία ιρανικής συνθηκολόγησης, το πιο πιθανό σενάριο παραμένει το TACO [ακρωνύμιο του Trump always cool ] .

Επειδή μια επίθεση στο Ιράν, η οποία θα οδηγήσει σε μια καταστροφική απάντηση, θα σφραγίσει την ήττα των Ρεπουμπλικανών στις ενδιάμεσες εκλογές και ο νεο-Καλιγούλας θα γίνει άμοιρος θησαυρού και θα υπόκειται σε δασμούς.

Όλο το δράμα περιστρέφεται γύρω από την άμεση επιτακτική ανάγκη να αποσπαστεί η προσοχή από τους φακέλους του Έπσταϊν, δηλαδή από τη σύγκρουση μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών του Νησιού Έπσταϊν και της Δυτικής Συλλογικότητας Έπσταϊν. Το συνδικάτο Τραμπ-Μπίμπι-Έπσταϊν πρέπει να αλλάξει την αφήγηση.

Μια γιγαντιαία κερδοσκοπική φούσκα βασιλεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ιστορικά, η Αυτοκρατορία του Χάους, της Λεηλασίας και των Μόνιμων Επιθέσεων πάντα πηγαίνει σε πόλεμο αφού σκάσει μια φούσκα. Το Τμήμα Αιώνιων Πολέμων θα έχει αύξηση προϋπολογισμού 50% το 2027.

Ωστόσο, οι πόλεμοι πρέπει να ξεκινήσουν τώρα. Το στρατιωτικοβιομηχανικό σύμπλεγμα, ή μάλλον το MICIMATT, όπως το όρισε αξιομνημόνευτα ο Ray McGovern (σύμπλεγμα στρατιωτικοβιομηχανίας-κοινοβουλευτικών πληροφοριών-μέσα ενημέρωσης-ακαδημαϊκών-δεξαμενών σκέψης), είναι η μόνη βαλβίδα διαφυγής για έναν δυτικό τούρμπο-καπιταλισμό που αγωνίζεται οικονομικά και με την «αξιοπιστία» του μόλις δύο μέτρα κάτω από την επιφάνεια.

Το νέο παράδειγμα -χωρίς κανόνες, διεθνές χάος- είναι πλέον γυμνό. Είναι εξαιρετικά, πορνογραφικά αρπακτικό: το ήθος του Έπσταϊν το αποτυπώνει τέλεια.

Και η ιστορία επαναλαμβάνεται, πάντα σαν φάρσα: ο πόλεμος δι' αντιπροσώπων εναντίον της Ρωσίας στην Ουκρανία θα συνεχιστεί. Είναι μια εμμονή της ευρωπαϊκής «ελίτ». Και όπως ακριβώς το 1941, αφορά τους τεράστιους φυσικούς πόρους της Ρωσίας.

Έτσι, ο Νίτσε είχε δίκιο, όπως συνήθως, ήδη από το 1888. Ζούμε στη δίνη της πτώσης της μεταμοντέρνας Δύσης στον μηδενισμό. Η μετα-αλήθεια, σε ένα ακόμη ποιητικό στολίδι (α)δικίας, αντικατοπτρίζεται από την Κοινωνική Αλήθεια.

Βγάλε με εκτός ισορροπίας, αγάπη μου

Η τρέχουσα βαθιά και σκοτεινή μας δυσφορία θα μπορούσε εύκολα να αναλυθεί ως το λογικό συμπέρασμα μιας μακράς διαδικασίας που περιλαμβάνει την Περσική Αυτοκρατορία, τους Ελληνοπερσικούς Πολέμους, τον αντίκτυπό τους στον ελληνικό πολιτισμό, τον Ελληνισμό, τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, την εμφάνιση του Χριστιανισμού και του Ισλάμ, τις Σταυροφορίες, την Αναγέννηση, την Εποχή των Ανακαλύψεων που ξεπέρασε το ενδοευρασιατικό εμπόριο, τη Βιομηχανική Επανάσταση, τον Διαφωτισμό, την Αμερικανική ανεξαρτησία, τη Γαλλική Επανάσταση, τον Γερμανικό ιδεαλισμό, τις Επαναστάσεις του 1848, τον Νίτσε, τον Πρώτο και Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Κατά τη διάρκεια δύο χιλιετιών, ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης παρείχαν τη φιλοσοφική αρχιτεκτονική αυτής της παράδοσης. Στη συνέχεια, ήδη από το 1945, ολόκληρο το οικοδόμημα κατέρρευσε. Ο φιλελεύθερος καπιταλισμός και η αμερικανική «δημοκρατία» καθιερώθηκαν ως αδιάσειστες αλήθειες, εξαλείφοντας κάθε περιθώριο για ουσιαστική ιδεολογική συζήτηση.

Το τέλος της ΕΣΣΔ οδήγησε στην υπέρτατη παραλογικότητα του «τέλους της ιστορίας» — και άρα στο τέλος της κριτικής σκέψης. Μόνο τώρα, με την άνοδο της Κίνας, η Δύση αναγκάζεται να επιστρέψει στην ιστορία, της οποίας θα είναι πλέον κυρίως θεατής. Η συλλογική και κατακερματισμένη Δύση έχει χάσει για πάντα την ικανότητα να εντοπίζει τον εαυτό της ιστορικά. Η Δύση βρίσκεται τώρα υπό την πλήρη κυριαρχία του Διαταράκτη.

Η λογική του αποσυνδετήρα ισχύει, για παράδειγμα, για την ενεργειακή αυτοκτονία της ΕΕ. Το Ινστιτούτο Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA) με έδρα το Οχάιο εκτίμησε πρόσφατα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να καλύψουν έως και το 80% των εισαγωγών ΥΦΑ της ΕΕ έως το 2030. Αυτό συνδέεται με την εμπορική συμφωνία που ανακοινώθηκε τον περασμένο Ιούλιο, η οποία δεσμεύει την ΕΕ να αγοράσει ένα τεράστιο ποσό 750 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ενεργειακά προϊόντα των ΗΠΑ έως το 2028.

Η απώλεια του φθηνού ρωσικού φυσικού αερίου και η εξάρτηση της Αυτοκρατορίας του Χάους από το απίστευτα ακριβό LNG είναι η καμπάνα του θανάτου για τη βιομηχανία σε ολόκληρη την ΕΕ. Τα κλεισίματα και οι πτωχεύσεις είναι ήδη ο κανόνας, ειδικά στην πρώην βιομηχανική δύναμη Γερμανία. Πείτε το Θρίαμβο της Αποβιομηχάνισης.


Εν τω μεταξύ, οι ορθολογικοί παράγοντες των Ρωσικών Δημοκρατικών Κρατών (Ρωσία-Ινδία-Κίνα
) επενδύουν σε σύνθετη στρατηγική ανάπτυξη.

Αυτό σηματοδοτεί μια σύγκλιση της έξυπνης τακτικής εμπλοκής της Ρωσίας, μια υπόσχεση που χρησιμοποιείται ως μοχλός πίεσης, με κάποια κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου· τη σταθερή επέκταση του διεθνοποιημένου γιουάν· την Ινδία που αξιοποιεί επίσης τη σχέση της με τις Ηνωμένες Πολιτείες, προωθώντας παράλληλα την αρχιτεκτονική του συστήματος πληρωμών των BRICS· και τη διασυνδεδεμένη θαλάσσια ασφάλεια, όπως αποδεικνύεται από τις ναυτικές ασκήσεις Ρωσίας-Κίνας-Ιράν.

Η έννοια των πέντε σφαιρών επιρροής που προβλέπεται στην Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας των ΗΠΑ ήδη καταρρέει: οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία, η Κίνα (και οι δύο χαρακτηρισμένες ως εχθροί), η Ινδία και η Ιαπωνία (υποτελής των Ηνωμένων Πολιτειών).

Η NSS επιμένει ότι «η ασφάλεια, η ελευθερία και η ευημερία του αμερικανικού λαού συνδέονται άμεσα με την ικανότητά μας να εμπορευόμαστε και να διατηρούμε θέση ισχύος στον Ινδο-Ειρηνικό».

Έτσι, στην πραγματικότητα, πρόκειται για απειλή πολέμου, όχι για γεωοικονομική προσφορά. Ακόμα και η Ινδία το συνειδητοποιεί αυτό. Είναι απολύτως σύμφωνο με την πρωταρχική και απεγνωσμένη ανάγκη της αυτοκρατορικής αυτοκρατορίας για φυσικούς πόρους και έλεγχο στρατηγικών εδαφών.

Η τελική αναμέτρηση


Το Νέο Μεγάλο Παιχνίδι εξελίσσεται, αλλά το βασικό πεδίο μάχης έχει ήδη καθοριστεί: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα. Όλα τα άλλα εξαρτώνται από αυτό. Ο Νεο-Καλιγούλας θα επισκεφθεί την Κίνα στις αρχές Απριλίου. Τι θέαμα! Ο Νεο-Καλιγούλας θα προσπαθήσει, υπό πίεση, να κλείσει κάποιο είδος μεγάλης συμφωνίας για να εξασφαλίσει την κυριαρχία του αμερικανικού δολαρίου. Μια παταγώδης αποτυχία είναι εγγυημένη, καθώς η Αυτοκρατορία του Χάους συνεχίζει να προσπαθεί να εξαναγκάσει την Κίνα όταν χρειάζεται απεγνωσμένα τη συνεργασία της.

Αυτό που πραγματικά έχει σημασία για το Πεκίνο είναι η διεθνοποίηση του γιουάν, χτίζοντας παράλληλα τον έναν διάδρομο με χρυσό μετά τον άλλον. Και χρησιμοποιώντας διακριτικά την οικονομική του ισχύ, είτε περιορίζοντας τις εξαγωγές ασημιού είτε πουλώντας αμερικανικά ομόλογα.

Το Πεκίνο γνωρίζει πολύ καλά ότι ο σωρός από κερδοσκοπικές φούσκες της Αμερικής μπορεί να διατηρηθεί μόνο με ακλόνητο ολιγαρχικό έλεγχο και ατελείωτη εκτύπωση χρήματος. Δεν υπάρχει Σχέδιο Β.

Έχουμε ήδη εισέλθει σε μια νέα ιστορική φάση: χωρίς περιορισμούς· χωρίς περιφράσεις· χωρίς καν προσπάθεια να δικαιολογηθεί οτιδήποτε. Αυτό ισχύει, για παράδειγμα, για την πειρατεία των Αμερικανών —και σε κάποιο βαθμό των Ευρωπαίων— εναντίον των ρωσικών ναυτικών πόρων.

Το Ιράν αντανακλά την τελική αναμέτρηση: είτε επικρατεί ο σιωνιστικός-αμερικανικός ιμπεριαλισμός, είτε επικρατεί η πολυπολικότητά του, που εκπροσωπείται από τη στρατηγική συνεργασία Ρωσίας-Κίνας και τις χώρες BRICS.

Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που το πανταχού παρόν πεδίο μάχης πρόκειται να γίνεται όλο και πιο άγριο κάθε μέρα.

www.unz.com — Μετάφραση από τον Old Hunter

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΕΓΩ (3)

  Συνέχεια από :  Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026

Επειδή το Εγώ του Καρτέσιου εικονίζεται και σαν Ego cogito και σαν Res cogitans, ο προσδιορισμός τού Είναι, του «Sum», αφορά τόσο στην έννοια του Εγώ, όσο και σ' εκείνη της ουσίας και την σχέση τους.Κατα τη διάρκεια της μοντέρνας μεταφυσικής, όπου καταργήθηκε η μεσαιωνική έννοια της ουσίας σαν Res cogitans, εμφανίστηκαν πολλοί και διαφορετικοί τρόποι κατανοήσεως του Εγώ, της ουσίας και της σχέσης τους. Πέρα λοιπόν απο την απολυτοποίηση της ουσίας και του Εγώ που επεξεργάστηκαν ο Σπινόζα και ο Φίχτε, υπήρξαν διατυπώσεις οι οποίες ξεφεύγουν απο την κατηγορία τού Χάιντεγκερ πως, ξεκινώντας απο τον Καρτέσιο, ο άνθρωπος, καθότι πρώτο και αυθεντικό υποκείμενο, γίνεται το θεμέλιο τού είναι και της αλήθειας του όντος.
Παρότι δε η ιστοριογραφία δίνει μεγάλη αξία στην ιδέα πως με τον Hegel η απολυτοποίηση για την οποία μιλήσαμε προωθήθηκε στην μέγιστη έκφραση της, αυτό εξαρτάται απο μία ερμηνεία τής Εγελιανής διαλεκτικής, η οποία παρότι πειστική, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί.Διότι ακριβώς στον Hegel ουσία και υποκείμενο δημιουργούν μία ενότητα και μία διάκριση στην οποία συρρέουν διαφορετικές στιγμές της φιλοσοφικής παραδόσεως, που θέτουν σε αμφιβολία μία ερμηνεία τύπου οντο-θεο-λογίας της φιλοσοφίας του, όπως επικράτησε μετά τον Σέλλινγκ και τον Χάϊντεγγερ. Η έννοια τού Εγώ στον Hegel, όπως την συναντούμε στην Επιστήμη της λογικής (η πραγματικότης και περί της εννοίας γενικώς), συγκροτείται απ' την επανεξέταση και ενοποίηση τριών βασικών θέσεων της μοντέρνας φιλοσοφίας: την ουσία του Σπινόζα, την μονάδα τού Λάϊμπνιτς και το υποκείμενο του Κάντ, τις οποίες ερμηνεύει σαν μία ακολουθία ουσιωδών στιγμών οι οποίες είναι ελλειπείς ταυτόχρονα, και οι οποίες αφομοιώνονται απο αυτόν η μία στην άλλη ώστε να σχηματίσουν μία καινούργια έννοια τού Εγώ.

Η ουσία του Σπινόζα, μοναδική και άπειρη, χάνεται στις ιδιότητες και στους τρόπους, και δέν είναι εις θέσιν να γνωρίση τον εαυτό της, επομένως είναι ελλειπής ως πρός την αρχή του διαλογισμού εις εαυτήν. Αυτό όμως που λείπει στην ουσία του Σπινόζα είναι παρόν στην μονάδα του Λάϊμπνιτς, η οποία πέρα από το να περιέχει την εν λόγω αρχή είναι πολλαπλή και πεπερασμένη. Πράγματι η μονάδα είναι μία αυτόνομη πραγματικότης, αλλά δεν είναι το θεμέλιο της πραγματικότητος, περιέχει την ολότητα του πραγματικού, αλλά δέν είναι αυτή η ολότης. Εάν την ωθήσουμε μέχρι την έλλειψη αντιλήψεως, δεν φτάνει ακόμη και τότε στην ενότητα της αυτοσυνειδήσεως, διότι είναι μία ολότης κλειστή στον εαυτό της, χωρίς την ικανότητα να ανοίγει στις άλλες μονάδες. Μόνον με την Καντιανή έννοια του Εγώ, εννοημένου σαν μία συνθετική πρωτογενή ενότητα, αφαιρετικά η αρχή του διαλογισμού εις εαυτόν αγγίζει την ενότητα της αυτοσυνειδήσεως. Ο Hegel ξαναπήρε αυτή την Καντιανή αντίληψη του Εγώ, την συγχώνευσε με τις συλλήψεις της ουσίας των Σπινόζα και Λάϊμπνιτς , και την αναπτύσσει μέχρι να διαμορφώσει το ΕΓΩ σαν έννοια, δηλ. σαν ενότητα και διάκριση ουσίας και υποκειμένου. (Το Εγώ είναι δηλ. κατα μίμησιν Χριστού, ασυγχύτως και αδιαιρέτως, το τέλος της προόδου της ιστορίας που ξεκίνησε με την οικονομία του Κυρίου, και επιτυγχάνει ιστορικά, στην ιστορία, εναλλακτικά αυτό που στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας ονομάσθηκε Θέωση. Εγώ Χριστός.]Η έννοια που είναι καθ’εαυτή –γράφει ο Hegel—είναι παρούσα αναγκαίως και σε μία άμεση ύπαρξη. Σ’αυτή την ουσιώδη ταύτιση με την ζωή, σ’αυτό το βούτηγμα στην εξωτερικότητά της (η έννοια), κατανοείται σαν ανθρωπολογία.
Έτσι λοιπόν για τον Hegel το Εγώ είναι η ΕΝΝΟΙΑ, το συγκεκριμένο καθόλου που είναι παρόν σε μας ξεκινώντας απο το ασυνείδητο και την σωματικότητα, δηλ. απο την ψυχική ουσία—ο Hegel την ονομάζει Seele psyche, και όχι anima--. Στην Εγκυκλοπαίδεια, σε πολεμική με την ορθολογική ψυχολογία και την εμπειρική ψυχολογία—οι οποίες αδυνατούν να κατανοήσουν την έννοια η οποία είναι έμφυτη στο πνεύμα, σαν ζωντανή και διαλεκτική ολότητα των στιγμώνβεβαιώνει την ανάγκη «εισαγωγής στην αντίληψη του πνεύματος της έννοιας» και αναφέρεται αμέσως στα βιβλία του Αριστοτέλη γύρω απο την ψυχή, τα οποία είναι ακόμη και σήμερα η καλύτερη εργασία και ίσως και η μοναδική, γύρω απο αυτό το αντικείμενο, θεωρητικού ενδιαφέροντος (ε 378). Στο να συλλαμβάνει δηλ. την ψυχή τού ανθρώπου σαν ψυχική ουσία ασυνείδητη ακόμη, απο την οποία πηγάζουν η συνείδηση και το πνεύμα, και όπως συνεχίζει να γράφει : σε έναν τέτοιο προσδιορισμό, θεωρητικό ακόμη, η ψυχή είναι μόνον ο ύπνος του πνεύματος—ο παθητικός νους τού Αριστοτέλη, ο οποίος σύμφωνα με την δυνατότητά του, είναι το όλον (ε 389). [Γι’αυτό και για τον Hegel, ο ενεργητικός Νούς είναι το τέλος της ιστορίας. Αυτής που πηγάζει απο τον Αυγουστίνο.]Η ψυχική ουσία είναι ένα δοχείο, που ο Hegel ονομάζει «νύχτα του Εγώ» και «νύχτα του κόσμου», στο οποίο σκέψη και Είναι, κόσμος και Εγώ υπάρχουν σε μία ενότητα αδιαφοροποίητη ακόμη και εικονική. Είναι ο εαυτός, αυτό που συγκεντρώνει και δέχεται όλους τους προσδιορισμούς του πνεύματος, όλες τις εμπειρίες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος λοιπόν είναι σαν Εγώ και σαν Ουσία, τα οποία δέν υπάρχουν ποτέ τό ένα χωρίς το άλλο, καθότι διαφοροποιούνται και ενεργούν διαδοχικώς, χωρίς να εξαφανίζονται ποτέ στην διαλεκτική πρόοδο.

«Το Εγώ είναι αυτό το κενό, το δοχείο για τα πάντα και για κάθε πράγμα, για το οποίο το Παν υπάρχει και το οποίο συντηρεί το Παν εις εαυτό. Κάθε άνθρωπος είναι ένας ολόκληρος κόσμος αναπαραστάσεων οι οποίες είναι θαμμένες στη νύχτα του Εγώ. Έτσι το Εγώ είναι το καθόλου, το καθολικό, στο οποίο αφαιρείται απο κάθε συγκεκριμένο, αλλά στο οποίο, ταυτοχρόνως, το Παν παραμένει. Γι' αυτό δεν είναι απλώς η αφηρημένη καθολικότης, αλλά η καθολικότης η οποία περιέχει το Παν εις εαυτήν" (ε 24.πρόσθετο 1).Γι’ αυτό στην Εγελιανή σύλληψη της ψυχής εννοημένης σαν ψυχικής ουσίας η οποία βρίσκεται πίσω από το Εγώ συναντώνται πολλοί τρόποι για να γίνει κατανοητή αυτή η έννοια. Όχι μόνον του Σπινόζα αλλά πάνω απ’όλα του Λάϊμπνιτς, και επιπλέον η σύλληψη της ψυχής από τον Αριστοτέλη!

Παρ’ όλο το βάρος λοιπόν και την έκταση των ερμηνειών του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ, δεν φαίνεται δυνατόν να σκεφτούμε πως η Δυτική μεταφυσική και σ’ αυτήν η μεταφυσική τής υποκειμενικότητος που χαρακτηρίζει τον μοντέρνο κόσμο—μπορούν να κατανοηθούν σαν μία μοναδική πρόοδος η οποία προσδιορίζεται με μονοσήμαντη σημασία, και ακόμη πιό δύσκολο φαίνεται να ισχυρισθούμε πως η μοίρα του Εγώ ολοκληρώθηκε στον χώρο που άνοιξε ανάμεσα στην αυτοβεβαίωση του Cogito του Καρτέσιου και στις κριτικές του Νίτσε που την διαλύει.Στον μοντέρνο κόσμο υπάρχουν πολλές φιγούρες του Εγώ, πέρα απο εκείνη του Hegel, οι οποίες δέν μπορούν να επανέλθουν σε εκείνη του Καρτέσιου, και οι οποίες γλιτώνουν εν μέρει, η και συνολικά, απο τις κριτικές του Νίτσε και του Χάϊντεγκερ. Το Εγώ των μοντέρνων δεν είναι μία μονοσήμαντη έννοια, αλλά είναι πρωτεϊκής υφής και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που όχι μόνον σε διαφορετικούς στοχαστές, αλλά και στον ίδιον παρουσιάζεται μερικές φορές σε μία πολλαπλότητα μορφών, οι οποίες δέν είναι δυνατόν να αναχθούν σε ένα μοναδικό θεμέλιο. Μπορούν να κατανοηθούν σαν στιγμές ή αποσπάσματα μίας μοναδικής αλήθειας ή ενός μοναδικού λάθους μόνον με μία αφαιρετική πράξη που τους αφαιρεί κάθε πραγματικότητα και ζωή. Η αναγνώριση αυτής της πολλαπλότητος των μορφών του Εγώ στον σύγχρονο κόσμο—και, αυτό που μετρά ακόμη περισσότερο, η αναγνώρισή της όχι σαν κάτι μειωτικό, αλλά σαν πλούτος σκέψης, τον οποίον πρέπει συνεχώς να ξανασκεφτόμαστε—είναι ουσιώδης, διότι μόνον με την παραίτηση από κάθε απαίτησή μας να δώσουμε μία τελειωτική λύση στο πρόβλημα του Εγώ, μπορεί να τεθεί η προϋπόθεση για την ένωση όλων των μορφών που τριγυρίζουν γύρω απο το αίνιγμα του Εγώ, σαν ενός προβλήματος κοινού ολοκλήρου της Δυτικής παραδόσεως.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

EDMUND HUSSERL: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ) – IDEALISIERUNG UND DOXA (1)

 Antonio Aguirre

Edmund Husserl: Idealisierung und Doxa 
Edmund Husserl: ΕΞΙΔΑΝΙΚΕΥΣΗ ΚΑΙ ΔΟΞΑ (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ)

                                                      

Περίληψη
 
Όπως δηλώνει και ο τίτλος της, η εργασία πραγματεύεται δύο μοτίβα που, τελικά, συνυπάρχουν. Το πρώτο έχει να κάνει με την αντιπαράθεση (από καιρό αντικείμενο φιλοσοφικής συζήτησης) μεταξύ του "Lebenswelt" (ζωντανού κόσμου) και της μαθηματικοποίησής του στα χέρια των επιστημών. Τα μαθηματικά, σύμφωνα με τον Husserl, είναι μια επιστήμη της οποίας τα περιεχόμενα -αξιώματα, νόμοι, γεωμετρικά στερεά- είναι ιδέες. Η εξιδανίκευση, όπως ασκείται από τον Husserl, συνίσταται στην υιοθέτηση και προσαρμογή της ερμηνείας του Καντ για την "ιδέα" και στον προσδιορισμό τόσο της μαθηματικής ακρίβειας όσο και του πράγματος στην ολότητά του ως "ιδέες με την καντιανή έννοια". Το δεύτερο μοτίβο εξετάζει την προσπάθεια του Husserl να ταυτίσει το Lebenswelt (τον κόσμο της ζωής) με την "απλή γνώμη" του Πλάτωνα (doxa σε αντιδιαστολή με την episteme). Ο Husserl υπερασπίζεται τη doxa (=Η ΑΡΧΑΙΑ ΓΝΩΜΗ), προσδίδοντάς της μια αξία εξίσου υψηλή ή και υψηλότερη από εκείνη της episteme (=επιστήμης). Θέλουμε να δείξουμε σε τι συνίσταται αυτή η υψηλότερη αξία της doxa. Έτσι, εισερχόμαστε στο πρόβλημα της μέτρησης, ενός φαινομένου που, ξεκινώντας ως μια εκτιμητική, προ-γεωμετρική πράξη, οδηγεί στην ακρίβεια. Σε αυτό το πλαίσιο, προτείνουμε την ακόλουθη θέση: η μέτρηση, χάρη στην εξιδανίκευση του "πράγματος" που την καθιστά δυνατή, αποτελεί το θεμέλιο της μαθηματικής ακρίβειας. Ωστόσο, τα ίδια τα πράγματα δίνονται μόνο σε διαβαθμίσεις, σε θραύσματα, σε πλευρές - με άλλα λόγια, δίνονται προοπτικά. Ως εκ τούτου, οι προτάσεις γι' αυτά μπορούν να είναι αρχικά μόνο υποκειμενικές, ιδιωτικές γνώμες (με την έννοια της δοξασίας).

Ξεκινάμε τις σκέψεις μας με μια ματιά στο κεντρικό θέμα του όψιμου έργου του Husserl “Die Krisis der europäischen Wissenschaften und die transzendentale Phänomenologie” – «Η κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία». Ο Husserl αφιερώνει πολλά σημεία του κεντρικού του κειμένου, καθώς και των πραγματειών και συμπληρωμάτων που περιέχονται στον ίδιον τόμο, στην αντίθεση ή αντιπαραβολή μεταξύ ενός πράγματος και των ιδιοτήτων του, όπως το χρώμα, ο ήχος κι η μυρωδιά, στη συγκεκριμένη, υποκειμενική και σχετική καθημερινότητά τους, και του αντικειμενοποιημένου απ’ την άλλη και μη σχετικοποιημένου ιδίου πράγματος ως επιστημονικού αντικειμένου. Aντί για τον ήχο ή τον θόρυβο που ακούμε ή το χρώμα που βλέπουμε, το ενδιαφέρον εδώ επικεντρώνεται στις ταλαντώσεις, τα ντεσιμπέλ και τα μήκη κύματος. Στον «κόσμο της ζωής» ή «ζωντανό κόσμο» (“Lebenswelt”) αντιπαρατίθεται ο αντικειμενικά επιστημονικός και επιζητών την ακρίβεια κόσμος. Πραγματεύεται λοιπόν εδώ ο Husserl και τις δυό αυτές υπαρξιακές και γνωστικές σφαίρες, στην ανταγωνιστική τους αντίθεση αλλά και στην ειλικρινή τους αλληλοδιείσδυση.
Η «Κρίση των ευρωπαϊκών επιστημών και η μεταφυσική φαινομενολογία» είναι μεν ένα συστηματικό έργο, οι σκέψεις και τα θέματα όμως που αποτελούν αυτό το σύστημα έχουν συχνά τη μορφή μιας ιστορικής παρουσίασης. Και λαμβάνουν, ανάλογα με τον χρόνο ή την εποχή, όπου τα παρατηρεί να γεννιούνται και να επιδρούν ο Husserl, διαφορετικά σχήματα. Το πιο σαφές παράδειγμα γι’ αυτό είναι η 9η Παράγραφος, όπου και επιχειρεί ο Husserl μια διεξοδική ανάλυση της αναφερθείσας αντιπαράθεσης μεταξύ ενός πράγματος, το οποίο θεωρούμε ή αντιλαμβανόμαστε (ενός «ζωντανού» δηλ. πράγματος…), και ενός «επιστημονικού» πράγματος. Στόχος της κριτικής του είναι ο Γαλιλαίος. Ο Husserl κατηγορεί τον Γαλιλαίο, ότι επιχείρησε να «μαθηματικοποιήση τη φύση», περικαλύπτοντας έτσι κάθε συγκεκριμένο και ορατό Δεδομένο με ένα «ιδεατό ένδυμα αντικειμενικών και επιστημονικών αληθειών». Τα ίδια τα μαθηματικά είναι κατά τον Husserl μια εξιδανίκευση, που ξεκινά όμως ιστορικά από πραγματικά σώματα και περιστατικά ή συμβάντα. Οι έννοιες, τα θεωρήματα και οι μορφές της μαθηματικής επιστήμης είναι Ιδέες. Κι αυτή η (ιδεατή…) φύση τους τούς παρέχει τη δυνατότητα, να έχουν έναν χαρακτήρα ακρίβειας. Γενικοποιώντας λοιπόν την αναφορά στον Γαλιλαίο μπορούμε να πούμε, πως εκφράζει ο Husserl στην «Κρίση…» τη θέση, ότι η εφαρμογή, με τη φυσική επιστήμη, εκείνων των ιδεατών επιστημών είναι και η αιτία της αντικειμενοποίησης των θεωρουμένων πραγμάτων μαζί με τις ιδιότητές τους, έτσι ώστε να προσεγγίζουν οι επιστημονικές περί αυτών απόψεις τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια.
Αυτό το βασικό θέμα συνδέεται στην «Κρίση…» και μ’ ένα άλλο θέμα, που θα έχη κεντρική για εμάς σημασία: ο Husserl ταυτίζει τον κόσμο της ζωής (ή: ζωντανό κόσμο…) με τη δόξα. Μεταφερόμαστε έτσι πίσω, σ’ ένα προηγούμενο επιστημονικο-φιλοσοφικό «σκηνικό», σε κεντρικές δηλ. έννοιες της φιλοσοφίας του Πλάτωνα: τη δόξα, την επιστήμη και την ιδέα, στις οποίες και παραπέμπει συχνά-πυκνά ο Husserl και τις οποίες ολοκληρώνει εν μέρει στη συλλογιστική συνάφεια της «Κρίσης…», χωρίς να τις καθιστά εντούτοις και αντικείμενο μιας ερμηνείας. Τις χρησιμοποιεί ως επί το πλείστον σε ανορθόδοξη μορφή, χωρίς να αναφέρεται ευθέως στα αμφισβητούμενα κείμενα και σημεία, με την αυτονόητη προϋπόθεση πως γνωρίζει τη διδασκαλία του Πλάτωνα, του προπάτορα κάθε εξιδανίκευσης. Ως επιστήμη (Episteme) χαρακτηρίζει ο Husserl όχι μόνον την αρχαία ελληνική επιστήμη – και σε πρώτη γραμμή τα μαθηματικά – , αλλά και την επιστήμη της σύγχρονης εποχής, και προπάντων τη φυσική. Εξαιρετικά σημαντική για τις παρατηρήσεις μας είναι και η σημασία της δόξας στην «Κρίση…». Σε πολλά σημεία αναφέρεται ο Husserl στην ταύτισή της με τον ζωντανό κόσμο, λέγοντας μάλιστα πως αντιμετωπίστηκε και με μιαν περιφρόνηση: «Ο ζωντανός κόσμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά ο κόσμος της απλής, και παραδοσιακά τόσο περιφρονημένης δόξας». Η επιστήμη του ζωντανού κόσμου, την οποίαν και θέλει να αναπτύξη στην «Κρίση…» ο Husserl, είναι κατ’ αυτόν μια επιστήμη «της περιφρονημένης δόξας…». Κι όταν μιλά για την «υποκειμενικο-σχετική απλώς θεώρηση της προ-επιστημονικής ζωής», προσθέτει πως αυτό το «απλώς» δεν είναι παρά «η παλιά κληρονομιά του περιφρονητικού χρωματισμού της δόξας». «Η φιλοσοφία ήθελε να είναι, στην αρχαία της καταγωγή, επιστήμη, … όχι αόριστη και σχετική γνώση της καθημερινότητας – δόξα - , αλλά ορθολογική γνώση: επιστήμη» (( … Ο Husserl γράφει σχεδόν πάντοτε αυτές τις δυό έννοιες στα ελληνικά. Η δόξα μεταφράζεται συνήθως ως γνώμη (Meinung – όπου mein σημαίνει ‘δικό μου’! – σημ. τ. μετ.) στα γερμανικά. Ο Husserl χρησιμοποιεί όμως συχνά τη λέξη ‘Meinung’, ‘Meinen’ με τη σημασία τού «κατευθυνόμενου προς κάποιον σκοπό». Και μ’ αυτήν τη σημασία «νομίζει» και μια επιστημονική πρόταση κάτι. Γι’ αυτό και διατηρεί ίσως ο Husserl την ελληνική γραφή… )) . Όπως μάς δείχνουν λοιπόν αυτά τα αποσπάσματα, περιέρχεται και η δόξα σε μιαν αντιπαράθεση προς τη μαθηματική ακρίβεια – και μάλιστα ως θύμα της.
Σ’ αυτόν τον ανταγωνισμό μεταξύ δόξας και επιστήμης επιθυμούσε να δείξη ο Husserl, ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να περιφρονηθή η δόξα και να προτιμηθή ταυτόχρονα η επιστήμη. Επιθυμούσε να αποκαταστήση μάλλον τη δόξα, και μάλιστα να τη «δικαιώση», όπως γράφει στο «Εμπειρία και κρίση» (( Πρβλ. E. Husserl, Erfahrung und Urteil. Untersuchungen zur Genealogie der Logik. Hamburg 1971, σ. 44 )). Γι’ αυτό και αφοσιώνεται σ’ αυτό το έργο, όπως και προπάντων στην «Κρίση…», σε διεξοδικές αναλύσεις, που θέλουν να δείξουν ότι κάθε μορφή επιστήμης προϋποθέτει ένα προ-υποκειμενικό εμπειρικό στρώμα ή εμπειρική μορφή, η οποία και πρέπει να εκτιμηθή, ως το γνωσιο-κριτικό αλλά και οντολογικό θεμέλιο της επιστήμης, υψηλότερα κι απ’ αυτήν. Απ’ την άποψη όμως αυτής της εκτίμησης, αναποδογυρίζει εδώ το πλατωνικό πρότυπο. Θα πρέπη όμως να παρατηρήσουμε, ότι ο Husserl αντιπαραθέτει σ’ όλες αυτές τις αναλύσεις τον κόσμο της ζωής ή τον ζωντανό κόσμο με την επιστήμη, κι όχι την ίδιαν τη δόξα και την επιστήμη, όπως τις ορίζει, προπάντων στην Πολιτεία, ο Πλάτων.
Αυτό το σύμπλεγμα της ταυτίσεως ζωντανού κόσμου και δόξας, αλλά και η επιδιωκόμενη απ’ τον Husserl δικαίωση, κυρίως, της δόξας, θα είναι και το κεντρικό θέμα των παρατηρήσεών μας. Ξεκινούμε λοιπόν με μια σκέψη για τον ρόλο, που παίζει η εξιδανίκευση σ΄αυτό το σύμπλεγμα. Τη συναντήσαμε ήδη αυτήν τη σκέψη μιλώντας για τη μαθηματικοποίηση των θεωρουμένων πραγμάτων, και λέγοντας πως είναι τα αξιώματα, τα θεωρήματα και τα γεωμετρικά αντικείμενα των μαθηματικών Ιδέες. Η μαθηματικοποίηση υπερβαίνει (; - überrolt) τον ζωντανό κόσμο και άρα και τη δόξα (=η αρχαία γνώμη…). Κι αυτός είναι κι ο λόγος, που θέλουμε να ασχοληθούμε εγγύτερα, για να αποσαφηνίσουμε εκείνην τη δικαίωση, με τον βασικό χαρακτήρα της εξιδανίκευσης. Πρέπει όμως, για να το καταφέρουμε αυτό, να κατανοήσουμε κάποιες απόψεις της φιλοσοφίας του Καντ.
Ο Καντ χαρακτηρίζει λοιπόν, στο δεύτερο μέρος της «Κριτικής του καθαρού λόγου» και στο κεφάλαιο περί «Μεταφυσικής διαλεκτικής», τις έννοιες του καθαρού λόγου, με τις οποίες και θα εργασθή σ’ αυτήν τη Διαλεκτική (Dialektik), ως «Ιδέες», και επαναφέρει τη σημασία τους στη χρήση που είχαν αυτές και στον Πλάτωνα. Η έννοια ωστόσο της Ιδέας στην «Κριτική…» δεν είναι πια η πλατωνική (( !!! )) . Ο Καντ την έχει, σ’ ένα ουσιαστικό σημείο, αλλάξει. Ο Husserl χαρακτηρίζει λοιπόν, στις «Ιδέες Ι», τα μαθηματικά αντικείμενα ως Ιδέες «με την καντιανήν έννοια». Συναντάμε όμως και στην αρχή του Εμπειρικού Οδηγού, στο πράγμα και τις ιδιότητές του, το ίδιο: είναι και ένα πράγμα, εννοημένο στην ολότητα των οριζοντίων εμφανίσεών του, στην επαρκή του δηλ. και πλήρη πραγματικότητα, μια «Ιδέα με την καντιανήν έννοια». Κι αυτό μας φέρνει μπροστά σε μια δεύτερη μορφή της εξιδανίκευσης, που δεν προέρχεται απ’ την αρχικώς περιγραφείσα αντιπαραβολή (ζωντανού δηλ. κόσμου και επιστήμης…), και που αφορά στο σύνολο της Φαινομενολογίας. Το πώς συσχετίζεται συστηματικά αυτή εδώ τώρα η εξιδανίκευση των πραγμάτων με εκείνην, που οδηγεί στη μαθηματική ακρίβεια, θα αποτελέση αργότερα, όταν θα αναζητήσουμε την αιτία καθώς και την έννοια που δικαιώνεται η δόξα, ένα αποφασιστικό αντικείμενο των σκέψεών μας. Ας μείνουμε κατ’ αρχάς στον ζωντανό κόσμο και τη δόξα ως τον αντίθετο πόλο της εξιδανίκευσης της ακρίβειας, κι ας εξετάσουμε μερικά απ’ τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά τους. Και ξεκινάμε με τον ζωντανό κόσμο (ή: τον κόσμο της ζωής – Lebenswelt).

Συνεχίζεται 

Η Φαινομενολογία του Husserl. Η έννοια της προθετικότητας 1

Η Φαινομενολογία του Husserl

Του Dan Zahavi

Μέρος 1. Ο πρώιμος Husserl: Λογική, γνωσιοθεωρία και προθετικότητα

Η έννοια της προθετικότητας 1

Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο μέρος των Logische Untersuchungen, που φέρει τον τίτλο Untersuchungen zur Phänomenologie und Theorie der Erkenntnis. Εκεί ο Husserl ασχολείται, στην Πέμπτη και Έκτη Έρευνα, με το ερώτημα τι σημαίνει γενικά το να είναι κανείς συνειδητός. Όπως ήδη αναφέρθηκε, αυτό δεν αφορά ανάλυση των εμπειρικών συνθηκών που πρέπει να πληρούνται ώστε ο homo sapiens να διαθέτει συνείδηση — όπως ένα επαρκώς ανεπτυγμένο εγκέφαλο, έναν ακέραιο αισθητηριακό μηχανισμό κ.ο.κ. — αλλά μάλλον  ανάλυση τού τι συνιστά τη συνείδηση ως τέτοια, ανεξαρτήτως του αν ανήκει σε ανθρώπους, ζώα ή όντα άλλων πλανητών.

Το ενδιαφέρον του Husserl δεν στρέφεται στη φυσιολογία των αισθήσεων ή στη νευρολογία, αλλά στη γνωσιοθεωρία· και για να απαντηθούν ερωτήματα όπως τι σημαίνει να φαντάζεται κανείς έναν καλπάζοντα μονόκερο, να αναμένει τον επόμενο τρύγο ή να σκέπτεται την τετραγωνική ρίζα του 4, μπορεί να παραβλέψει κανείς τα φυσικά και αιτιακά στοιχεία που ενδέχεται εμπειρικά και πραγματικά να εμπλέκονται. Αυτό όχι μόνο επειδή ο Husserl ενδιαφέρεται ακριβώς για την, με αυστηρή έννοια, αμετάβλητη και ουσιώδη δομή της συνείδησης — και όχι για τη φύση των νευρολογικών διεργασιών που μπορεί εμπειρικά να τη συνοδεύουν — αλλά και επειδή το ενδιαφέρον του αφορά τη γνωστική διάσταση της συνείδησης και όχι το βιολογικό της υπόστρωμα.⁴

Ο Husserl επιθυμεί να περιγράψει τις εμπειρίες μας όπως δίδονται από μια «πρωτοπρόσωπη προοπτική», και όταν αντικρίζω μια γυμνή δρυ δεν ανήκει στο βίωμά μου το ότι λαμβάνουν χώρα μια σειρά διεργασιών στον εγκέφαλό μου.⁵ Γι’ αυτό ήδη από νωρίς τονίζει τη (μεταφυσική) προϋποθεσιακή αμεροληψία της φαινομενολογίας. Η φαινομενολογία δεν πρέπει να είναι ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από μια καθαρή περιγραφή αυτού που εμφανίζεται (είτε πρόκειται για υποκειμενικές πράξεις είτε για κοσμικά αντικείμενα), και γι’ αυτό πρέπει να αποφεύγει μεταφυσικά και επιστημονικά αξιώματα ή εικασίες (Hua 19/27–28).[ΕΙΝΑΙ Ν' ΑΠΟΡΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΩΣ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ]

Στην ανάλυση της ουσιώδους δομής της συνείδησης, ο Husserl επικεντρώνεται ιδιαιτέρως σε μια ομάδα βιωμάτων που χαρακτηρίζονται όλα από το ότι είναι συνείδηση κάποιου πράγματος, δηλαδή από την κατεύθυνσή τους προς ένα αντικείμενο. Αυτή η ιδιότητα ονομάζεται προθετικότητα (Intentionalität). Δεν αγαπά κανείς, δεν φοβάται, δεν βλέπει ή δεν κρίνει απλώς· αγαπά κάτι επιθυμητό, φοβάται κάτι απειλητικό, βλέπει ένα αντικείμενο και κρίνει περί μιας κατάστασης πραγμάτων.

Είτε πρόκειται για την αντίληψή μου, είτε για το σκέπτεσθαι, το κρίνειν, το φαντάζεσθαι, το αμφιβάλλειν, το αναμένειν, το ενθυμείσθαι κ.λπ., όλες αυτές οι μορφές συνείδησης καθορίζονται από το ότι προτίθενται αντικείμενα, και δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γι’ αυτές χωρίς να συμπεριλάβει το αντικειμενικό τους συσχετικό, δηλαδή το αντιληπτό, το αμφισβητούμενο, το αναμενόμενο κ.ο.κ.[ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟΥ. ΤΟ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΤΟΙΣ ΠΑΣΙ. ΟΛΑ ΓΙΑ ΜΕΝΑ]

Προτού παρουσιάσω λεπτομερέστερα ορισμένες πτυχές της αναλυτικής επεξεργασίας της προθετικότητας από τον Husserl, ίσως είναι χρήσιμο να αναφερθούν ορισμένες εναλλακτικές — και ακόμη σήμερα ευρέως διαδεδομένες — αντιλήψεις, ώστε να καταδειχθεί γιατί αυτή η ανάλυση είναι τόσο σημαντική.

Ι. Σύμφωνα με μια διαδεδομένη άποψη, η συνείδηση μπορεί να συγκριθεί με ένα δοχείο. Καθ’ εαυτήν δεν έχει καμία σχέση με τον κόσμο, αλλά όταν δέχεται μια αιτιακή επίδραση από εξωτερικά αντικείμενα, όταν πληροφορία, τρόπον τινά, εισέρχεται σε αυτήν, τότε μπορεί να προκύψει μια τέτοια σχέση. Ακριβέστερα, μόνο τότε μπορεί να λεχθεί ότι η συνείδηση κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο, όταν το εν λόγω αντικείμενο επιδρά αιτιακά επ’ αυτής. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, η προθετικότητα συνίσταται σε μια αιτιακή σχέση μεταξύ δύο αντικειμένων στον κόσμο.
Κατά συνέπεια, δεν θα υπήρχε καμία κατ’ αρχήν διαφορά μεταξύ του να αισθάνομαι τη θερμότητα του ήλιου (δηλαδή να έχω συνείδηση αυτής της θερμότητας) και του να θερμαίνομαι από τον ήλιο. Ότι αυτή η αντικειμενιστική ή νατουραλιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι εσφαλμένη, μπορεί να καταδειχθεί σχετικά εύκολα. Τα πραγματικά, χωρικά αντικείμενα στο άμεσο περιβάλλον μου αποτελούν μόνον ένα πολύ μικρό μέρος εκείνου προς το οποίο μπορεί να στραφεί η συνείδησή μου. Καθώς κάθομαι στο γραφείο μου στην Κοπεγχάγη, μπορώ όχι μόνο να σκέπτομαι την πίσω πλευρά της σελήνης, αλλά και πράγματα όπως στρογγυλά τετράγωνα, μονόκερους, τα επόμενα Χριστούγεννα ή την αρχή της μη-αντίφασης.


Όταν σκέπτομαι απόντα αντικείμενα, αδύνατα αντικείμενα, ανύπαρκτα αντικείμενα, μελλοντικά ή ιδεατά αντικείμενα, η κατεύθυνσή μου προς αυτά προφανώς δεν προέκυψε από το ότι επέδρασαν αιτιακά επ’ εμού. Όταν σκέπτομαι έναν μονόκερο, σκέπτομαι κάτι και όχι τίποτε· και μια ανάλυση των φαντασιακών μας παραστάσεων και των παραισθήσεων δείχνει γρήγορα ότι και αυτές είναι προθετικές. Το ότι είναι δυνατόν να στραφούμε προθετικά προς αντικείμενα που δεν υπάρχουν αποτελεί αποφασιστικό επιχείρημα κατά κάθε θεωρίας που ισχυρίζεται ότι ένα αντικείμενο πρέπει να επιδρά αιτιακά επ’ εμού για να έχω συνείδηση αυτού. Με άλλα λόγια, η πρόθεσή μου δεν παύει να προτίθεται το αντικείμενό της όταν αποδεικνύεται ότι αυτό δεν υπάρχει.

ΙΙ. Όταν καταστεί σαφές ότι η αντικειμενιστική ερμηνεία της προθετικότητας είναι αβάσιμη, μπορεί κανείς να πειρασθεί να υιοθετήσει την ακριβώς αντίθετη, υποκειμενιστική ερμηνεία: ότι η προθετικότητα είναι σχέση μεταξύ της συνείδησης και του αντικειμένου της, η οποία μπορεί να υφίσταται μόνο εφόσον υπάρχουν και τα δύο μέλη της. Δεδομένου όμως ότι το αντικείμενο δεν υπάρχει πάντοτε πραγματικά, η προθετικότητα πρέπει πρωτίστως να νοηθεί ως σχέση προς ένα ψυχικό αντικείμενο εντός της συνείδησης, στο οποίο ενδέχεται κατόπιν να αντιστοιχεί ένα πραγματικό αντικείμενο.

Αλλά και αυτή η δεύτερη ερμηνεία είναι εσφαλμένη. Όπως τονίζει ο Husserl, η παραδοχή ότι το προθετικό αντικείμενο είναι ενεργο-εμμενές (aktimmanent), δηλαδή ότι ανήκει στο περιεχόμενο του βιώματος και έχει τον ίδιο τρόπο ύπαρξης με αυτό, οδηγεί σε άρνηση της κατηγορικής διαφοράς μεταξύ πράξης της συνείδησης και αντικειμένου. Ότι όμως μια τέτοια διαφορά υφίσταται μπορεί να καταδειχθεί εύκολα (Hua 19/385).

Πρώτον, μπορεί κανείς να επισημάνει την ταυτότητα του αντικειμένου. Μπορούμε, σε διαφορετικές πράξεις συνείδησης, να κατευθυνόμαστε προς το ίδιο αντικείμενο (δύο αριθμητικώς διαφορετικές αντιλήψεις μπορούν να έχουν ένα αριθμητικώς ταυτόσημο αντικείμενο), και συνεπώς η ταυτότητα του αντικειμένου δεν μπορεί να εξαρτάται από την ταυτότητα της πράξης. Αν το αντικείμενο της πρόθεσής μου ήταν πράγματι ενεργο-εμμενές, αυτό θα σήμαινε ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να βιώσω το ίδιο αντικείμενο περισσότερες από μία φορές. Κάθε φορά που θα το αντιλαμβανόμουν εκ νέου, θα το έκανα μέσω μιας νέας, διαφορετικής πράξης αντίληψης, και επομένως και το αντικείμενο θα ήταν διαφορετικό. Για τον ίδιο λόγο θα ήταν αδύνατο για διαφορετικά υποκείμενα να αντιλαμβάνονται το ίδιο αντικείμενο.

Αυτή η δεύτερη παρερμηνεία της προθετικότητας αποτελεί ουσιαστικά μορφή του ίδιου σφάλματος που είχε ήδη αποκαλυφθεί στα Prolegomena. Ο ψυχολογισμός παραγνωρίζει τη διαφορά μεταξύ της χρονικής πράξης γνώσης και του ιδεατού αντικειμένου γνώσης και επιδιώκει να αναγάγει το δεύτερο στο πρώτο. Αντίστοιχα, ο υποκειμενισμός (ο υποκειμενικός ιδεαλισμός) αναγάγει το προθετικό αντικείμενο στο υποκειμενικό περιεχόμενο της συνείδησης.

Δεύτερον, ο Husserl τονίζει διαρκώς τη διαφορά μεταξύ του τρόπου εμφάνισης των πράξεών μας και του τρόπου εμφάνισης των αντικειμένων μας. Αν λάβουμε ένα φυσικό αντικείμενο, όπως τη δική μου πένα, αυτό βιώνεται μέσα σε μια προοπτική εμφάνιση (Hua 3/86–89). Στην αντίληψη ενός αντικειμένου πρέπει πάντοτε να διακρίνουμε μεταξύ του εμφανιζόμενου αντικειμένου και της ίδιας της εμφάνισης, διότι το αντικείμενο δεν εμφανίζεται ποτέ στην ολότητά του, αλλά πάντοτε από μια ορισμένη, περιορισμένη προοπτική. (Κάτι ανάλογο ισχύει όταν σκεπτόμαστε ένα αντικείμενο, διότι το σκεπτόμαστε πάντοτε υπό μια συγκεκριμένη περιγραφή ή υπό μια συγκεκριμένη έννοια.)

Καμία μεμονωμένη εμφάνιση δεν μπορεί επομένως να συλλάβει ποτέ ολόκληρο το αντικείμενο· το αντικείμενο δεν εξαντλείται ποτέ σε μία και μόνη δοτικότητα, αλλά διαρκώς υπερβαίνει το δοθέν του. Αυτό δεν σημαίνει ούτε ότι το αντικείμενο κρύβεται τρόπον τινά πίσω από την εμφάνιση — όπως ένα αγνώσιμο καντιανό πράγμα καθ’ εαυτό — ούτε ότι αποτελεί απλώς το άθροισμα όλων των εμφανίσεών του, αλλά ότι είναι το διαρκώς ταυτόσημο που συνδέει όλες τις διαφορετικές του εμφανίσεις.

Ενώ είναι πάντοτε δυνατόν να βιώσουμε το αντικείμενο από άλλες προοπτικές πέρα από εκείνη υπό την οποία εκάστοτε δίδεται, διαφορετικά έχουν τα πράγματα ως προς τον τρόπο εμφάνισης της ίδιας της συνείδησης. Όταν συλλαμβάνω αναστοχαστικά την πράξη του βλέπειν, δεν δίδεται προοπτικά. Δεν έχει, τρόπον τινά, κρυφή οπίσθια όψη. (Είναι βέβαια σωστό ότι η πράξη εκτείνεται χρονικά και επομένως στην αναστοχαστική σύλληψη δεν δίδεται ποτέ στη χρονική της ολότητα, αλλά — όπως εξηγεί ο Husserl — αυτό το είδος ατελούς δοτικότητας είναι εντελώς διαφορετικό από εκείνο της προοπτικής εμφάνισης των φυσικών αντικειμένων [Hua 3/94].)

Αν τώρα το αντικείμενο περιεχόταν πράγματι μέσα στη συνείδηση και αποτελούσε μέρος της ροής της, θα έπρεπε να μετέχει στον τρόπο εμφάνισης της πράξης — πράγμα που δεν συμβαίνει. Αυτό δεν ισχύει μόνο για την κατεύθυνσή μας προς πραγματικά αντικείμενα· ακόμη και εκείνες οι προθέσεις που αναφέρονται σε «μη πραγματικά» αντικείμενα κατευθύνονται προς αντικείμενα που υπερβαίνουν τη συνείδηση.


Αν, τον Ιανουάριο του 2000, υποσχεθώ να φέρω ένα μπουκάλι Beaujolais εσοδείας 2002 στα ογδοηκοστά γενέθλια του πατέρα μου το 2003, τότε αυτή η υπόσχεση θα εκπληρωθεί όταν το 2003 φέρω πράγματι το συγκεκριμένο μπουκάλι κρασί (ένα πραγματικό, συνειδησιακά-υπερβατικό μπουκάλι). Αν το αντικείμενο της υπόσχεσής μου — το οποίο κατά τον χρόνο που έδινα την υπόσχεση δεν υπήρχε ακόμη — ήταν ένα ψυχικό αντικείμενο, δεν θα μπορούσα να εκπληρώσω την υπόσχεσή μου με αυτόν τον τρόπο.
Μια υπόσχεση που αφορά ένα ψυχικό αντικείμενο δεν μπορεί να εκπληρωθεί με την προσκόμιση ενός εξωψυχικού αντικειμένου· εάν όμως έχω ήδη καθορίσει το αντικείμενο της πρόθεσής μου ως κάτι ψυχικό, εμμενές στη συνείδηση, τότε δεν μπορεί πλέον να είναι ταυτόσημο με ένα υπερβατικό αντικείμενο εκτός της συνείδησής μου.

Αν σκέπτομαι έναν φαύνο που παίζει φλογέρα, έχουμε να κάνουμε με μια προθετική πράξη ορισμένης δομής, η οποία έχει ως αντικείμενό της έναν φαύνο. Αλλά αυτός ο φαύνος δεν περιέχεται πραγματικά (reell) μέσα στην πράξη. Όσο διεξοδικά κι αν αναλύσει κανείς την πράξη, ο φαύνος δεν θα βρεθεί μέσα της ως συστατικό. Όχι μόνο διαθέτει μια ολόκληρη σειρά ιδιοτήτων που λείπουν από τη συνείδησή μου — όπως, λ.χ., η ικανότητα να πηδά τριγύρω και να παίζει φλογέρα — αλλά, σε αντίθεση με την πράξη, εμφανίζεται και προοπτικά.

Επιπλέον, ο ισχυρισμός ότι τα αντικείμενα των παραισθήσεων και των φαντασιακών παραστάσεων υπάρχουν ψυχικά θα είχε την παράλογη συνέπεια ότι όλοι οι φαύνοι που παίζουν φλογέρα, οι ροζ ελέφαντες, τα χρυσά βουνά κ.ο.κ., τα οποία φαντάζομαι ή παραισθάνομαι, θα υπήρχαν εξίσου πραγματικά όπως και η ίδια η πράξη της φαντασίας· οπότε μια γενική πρόταση όπως «δεν υπάρχουν χρυσά βουνά» θα ήταν άκυρη (Hua 22/310, 3/49).

Αν δεχθούμε ότι τα λεγόμενα «μη πραγματικά» αντικείμενα δεν υπάρχουν ούτε εντός ούτε εκτός της συνείδησης — και άρα δεν υπάρχουν καθόλου — συνεπάγεται αυτό ότι πρέπει να αρνηθούμε την προθετικότητα στις παραισθήσεις, στις φαντασίες, στις ψευδαισθήσεις κ.τ.ό.; Η απάντηση είναι: Όχι. Διότι για τον Husserl ακριβώς έχει σημασία ότι οι εν λόγω πράξεις είναι προθετικές ανεξάρτητα από το αν τα αντικείμενά τους υπάρχουν, και ότι συνεπώς δεν είναι αναγκαίο να αποδώσουμε στα «μη πραγματικά» αντικείμενα μια μορφή συνειδησιακά-εμμενούς ύπαρξης (ή προθετικής ανυπαρξίας, κατά την ορολογία του Brentano) για να διασώσουμε την προθετικότητα των πράξεων.

ΙΙΙ. Μίλησα επανειλημμένα για το προθετικό αντικείμενο. Δεν πρόκειται για ένα νοητικό κατασκεύασμα, αλλά απλούστατα για το αντικείμενο της πρόθεσής μου. Αν κοιτάζω την πένα μου, τότε αυτή η πραγματική πένα είναι το προθετικό μου αντικείμενο — και όχι μια νοητική εικόνα, ένα εμμενές αντίγραφο ή μια αναπαράστασή της (Hua 3/207–208, 22/305).

Εφόσον ο Husserl θεωρεί ότι η αντίληψη συνίσταται σε άμεση και απευθείας πρόσβαση στο εκάστοτε αντικείμενό της, μπορεί να θεωρηθεί εκπρόσωπος ενός άμεσου αντιληπτικού ρεαλισμού. Έτσι όμως αντιτίθεται σε μια ακόμη και σήμερα διαδεδομένη θεωρία της αντίληψης, γνωστή ως αναπαραστασιοκρατία (Repräsentationalismus).

Η θεωρία αυτή αντιλαμβάνεται την αντίληψη ως σχέση μεταξύ ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου, τα οποία τίθενται κατ’ αρχάς ως χωριστά. Το φαινομενικά αθώο ερώτημα είναι τότε πώς καθίσταται δυνατή μια σχέση μεταξύ τους. Ας υποθέσουμε ότι παρατηρώ ένα κόκκινο τριαντάφυλλο. Έχω τότε μια αντίληψη του τριαντάφυλλου· αυτό όμως δεν μπορεί φυσικά να σημαίνει ότι το τριαντάφυλλο, ως φυσικό αντικείμενο, είναι παρόν μέσα στη συνείδησή μου.

Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία υποθέτει λοιπόν ότι το τριαντάφυλλο επιδρά στον αισθητηριακό μου μηχανισμό και ότι αυτό προκαλεί στη συνείδηση μια αναπαράσταση του τριαντάφυλλου. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία, σε κάθε αντίληψη ανήκουν δύο διαφορετικά πράγματα: το εξωτερικό αντικείμενο και η αναπαράστασή του μέσα στη συνείδηση.

Αντίθετα, ο Husserl υποστηρίζει ότι είναι σφάλμα να νομίζουμε πως εξηγήσαμε την προθετική σχέση μεταξύ συνείδησης και αντικειμένου λέγοντας ότι το αντικείμενο βρίσκεται «έξω» και η αναπαράστασή του «μέσα» στη συνείδηση (Hua 19/436). Το αποφασιστικό πρόβλημα αυτής της θεωρίας παραμένει ότι δεν μπορεί να εξηγήσει πώς η αναπαράσταση μέσα στη συνείδηση — που εξ ορισμού υποτίθεται διαφορετική από το αντικείμενο — μπορεί να μας οδηγήσει στο ίδιο το αντικείμενο.

Η κριτική του Husserl βασίζεται κυρίως σε αυτή τη δυσκολία· αλλά ήδη η παραδοχή ότι εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο χωριστά πράγματα πρέπει να απορριφθεί ως φαινομενολογικά αθεμελίωτη. Όταν παρατηρώ ένα τριαντάφυλλο, τότε αυτό το τριαντάφυλλο — και τίποτε άλλο — είναι το αντικείμενο της αντίληψής μου. Το να ισχυρίζεται κανείς ότι υπάρχει επιπλέον μια εμμενής «τριανταφυλλιά», μια νοητική εικόνα ή αναπαράσταση του τριαντάφυλλου, είναι ένα απλό αξίωμα που, όπως ορθά τονίζει ο Husserl, δεν εξηγεί τίποτε (Hua 3/207–208).

Το κύριο επιχείρημα του Husserl κατά της αναπαραστασιοκρατικής θεωρίας της αντίληψης συνίσταται σε μια προθετική ανάλυση της εικονοσυνείδησης και της συνείδησης της αναπαραστατικής σχέσης. Αν και η κριτική του στρέφεται κυρίως κατά της εικονιστικής εκδοχής της θεωρίας — σύμφωνα με την οποία η νοητική αναπαράσταση σχετίζεται με το αντικείμενό της μέσω ομοιότητας (το απεικονίζει) — τα επιχειρήματά του έχουν αρχικότερη ισχύ. Πλήττουν τελικά όλα τα μοντέλα σύμφωνα με τα οποία η αντίληψη δεν κατευθύνεται άμεσα προς το ίδιο το αντικείμενο αλλά μεσολαβείται από κάτι άλλο.

Το ότι κάτι αναπαριστά κάτι άλλο (ότι ισχύει: Χ αναπαριστά Υ) δεν είναι, κατά τον Husserl, μια υπάρχουσα ιδιότητα του εκάστοτε αντικειμένου. Ένα αντικείμενο δεν είναι αναπαραστατικό με τον ίδιο τρόπο που είναι κόκκινο, εκτατό ή μεταλλικό. Όσο κι αν δύο πράγματα μοιάζουν μεταξύ τους, αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα ή αναπαράσταση του άλλου. Δύο αντίτυπα του ίδιου βιβλίου μοιάζουν, αλλά αυτό δεν καθιστά το ένα εικόνα του άλλου· η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική παράσταση δεν είναι.⁶

Αν το αντικείμενο Χ πρόκειται να αναπαριστά το αντικείμενο Υ, τότε είναι αναγκαίο να ερμηνευθεί το Χ ως αναπαράσταση του Υ. Ακριβώς αυτή η ερμηνεία — δηλαδή μια ορισμένη μορφή προθετικότητας — είναι που αποδίδει στο Χ τη λειτουργία της αναπαράστασης. Αν πάρουμε το πορτρέτο του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού από τον Dürer, ο πίνακας είναι κατ’ αρχάς και πρωτίστως ένα φυσικό αντικείμενο ορισμένης μορφής: ένα μπλε πλαίσιο με καμβά και στρώματα χρώματος. Μόνον μέσω μιας προθετικής σύλληψης καθίσταται πορτρέτο του Μαξιμιλιανού· μόνο μέσω αυτής αναφέρεται σε αυτόν και τον αναπαριστά.

Όπως γράφει ο Husserl:

Ο πίνακας είναι εικόνα μόνο για μια εικονοσυστατική συνείδηση, η οποία αποδίδει σε ένα πρωτογενές και αντιληπτικά εμφανιζόμενο αντικείμενο, μέσω της (εδώ σε αντίληψη θεμελιωμένης) φαντασιακής αποπερίληψης, τη «ισχύ» ή «σημασία» μιας εικόνας. Αν λοιπόν η σύλληψη ως εικόνας προϋποθέτει ήδη ένα αντικείμενο προθετικά δοσμένο στη συνείδηση, τότε θα οδηγούσε προφανώς σε άπειρη παλινδρόμηση να το αφήσουμε να συγκροτείται εκ νέου και πάντοτε μέσω μιας εικόνας — δηλαδή να μιλούμε σοβαρά, ως προς μια απλή αντίληψη, για μια «αντιληπτική εικόνα» που ενυπάρχει σε αυτήν, «μέσω» της οποίας θα αναφερόταν στο «ίδιο το πράγμα» (Hua 19/437· πρβλ. 19/398).

Η ανάλυση του Husserl δείχνει ότι η αναπαραστατική σχέση είναι παρασιτική. Το αντικείμενο που ερμηνεύεται ως αναπαράσταση πρέπει προηγουμένως να έχει ήδη αντιληφθεί. Αλλά τότε η αναπαραστασιοκρατική θεωρία πρέπει να απορριφθεί, διότι αυτή ακριβώς υποστηρίζει ότι η αντίληψη καθίσταται δυνατή μέσω αναπαράστασης. Αν η αναπαράσταση προϋποθέτει με τη σειρά της αντίληψη — και γενικότερα προθετικότητα — δεν μπορεί να την εξηγήσει.⁷

Κατά τον Husserl είμαστε «πρωτίστως και κατά το πλείστον» στραμμένοι προς αντικείμενα του κόσμου. Αυτή η κατεύθυνση είναι άμεση, δηλαδή δεν μεσολαβείται από νοητικές αναπαραστάσεις. Αντί να πούμε ότι βιώνουμε αναπαραστάσεις, θα μπορούσαμε μάλλον να πούμε ότι οι εμπειρίες μας είναι παριστώσες — και ότι μέσα σε αυτές ο κόσμος είναι εκάστοτε παρών με ορισμένο τρόπο.

Σημειώσεις:

⁴ Το πρώτο σχέδιο μιας καθαρά περιγραφικής ανάλυσης της συνείδησης βρήκε ο Husserl στην Psychologie vom empirischen Standpunkt (1871) του Brentano.

⁵ Σε ένα χωρίο των Ideen II ο Husserl εκφράζει αυτή τη διαφορά σχετικά καθαρά: Όταν το υποκείμενο κατευθύνεται προς ένα αντικείμενο και το βιώνει, δεν πρόκειται για πραγματική (reale) σχέση, αλλά για προθετική σχέση προς κάτι πραγματικό. Υπό ορισμένες συνθήκες, το εν λόγω αντικείμενο μπορεί βέβαια να επιδρά και πραγματικά (αιτιακά) επ’ εμού. Αν το αντικείμενο δεν υπάρχει, τότε και αυτή η πραγματική σχέση εκλείπει, ενώ η προθετική σχέση παραμένει. Το ότι η προθετική σχέση μπορεί να συμπληρώνεται από μια πραγματική σχέση όταν το αντικείμενο υπάρχει — δηλαδή ότι τότε (π.χ. μέσω ταλαντώσεων στον χώρο) επιδρά στα αισθητήριά μου όργανα — αποτελεί απλώς ένα ψυχοφυσικό γεγονός και δεν επηρεάζει τη δομή της προθετικής σχέσης (Hua 4/215–216).

⁶ Η ομοιότητα είναι αμοιβαία σχέση, ενώ η αναπαραστατική αναφορά δεν είναι.
[ΔΙΝΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ]

⁷ Η αναπαραστασιοκρατική θεωρία της αντίληψης επιβαρύνεται και με πλήθος άλλων δυσκολιών. Για να αναφερθεί μόνο μία: αν διακρίνουμε μεταξύ του συνειδησιακά-υπερβατικού αντικειμένου και της συνειδησιακά-εμμενούς αναπαράστασής του, είναι δύσκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα: πώς γνωρίζουμε ότι η αναπαράσταση εντός της συνείδησης συμφωνεί πράγματι με το αντικείμενο εκτός αυτής; Δεν έχουμε πρόσβαση σε μια ουδέτερη θέση σύγκρισης· και υπάρχουν μάλιστα σοβαροί λόγοι να υποθέσουμε ότι δεν ομοιάζουν καθόλου — συμπέρασμα στο οποίο κατέληξαν και αρκετοί φυσιοκρατικά επηρεασμένοι γνωσιοθεωρητικοί στα τέλη του 19ου αιώνα. Όπως γράφει ο Brentano, τα φυσικά φαινόμενα που παράγονται όταν ο αισθητηριακός μας μηχανισμός δέχεται αιτιακές επιδράσεις είναι σημεία κάποιου πραγματικού — δηλαδή μοριακών ταλαντώσεων (1924, σ. 13–14, 28, 66–67). Εφόσον τα φαινόμενα δεν έχουν κοινές ιδιότητες με αυτές τις ταλαντώσεις, καταλήγει ότι δεν αποδίδουν πιστά τα αίτιά τους, και συνεπώς η αισθητηριακή μας εμπειρία πρέπει τελικά να θεωρηθεί απατηλή. Με άλλα λόγια, δεν βιώνουμε την πραγματικότητα όπως είναι καθ’ εαυτήν (Brentano 1924, σ. 14, 86–87, 128). Είναι δύσκολο να αποφευχθεί αυτό το συμπέρασμα, εκτός αν τεθούν ριζικά υπό αμφισβήτηση οι ρεαλιστικές του προκείμενες — πράγμα που συνιστά ακριβώς τη λύση του Husserl (πρβλ. και Zahavi 1994a).

Συνεχίζεται