Συνέχεια από Παρασκευή 30. Ιανουαρίου 2026
Ο «Νεοπλατωνισμός» του Βασιλείου: Το υπόβαθρο και η φύση του 13John M. Rist
ΙΙΙ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ
E. De Spiritu και De Spiritu Sancto 9
Τώρα πρέπει να στραφούμε στο κεφάλαιο 9 του De Sp. S., το οποίο, σύμφωνα με μια σημαντική πρόταση του Dörries, γράφτηκε κάπως αργότερα από τα κεφάλαια 1–8 και 10–27, τα οποία αντανακλούν τη διαμάχη στη Σεβάστεια το 373 ανάμεσα στον Βασίλειο και τον Ευστάθιο. Το κεφάλαιο 9, επομένως, είναι πιθανό να είναι ανοιχτό σε άλλες θεολογικές επιρροές. Ακόμη και ο μελετητής που αμφισβητεί τη θέση του Dörries θα όφειλε να παραδεχθεί ότι αυτή θα κέρδιζε σε πιθανοφάνεια, αν μπορούσαμε να δείξουμε ότι ο Βασίλειος συμπεριφέρεται σχετικά διαφορετικά στο κεφάλαιο 9 αφενός και στα κεφάλαια 1–8 και 10–27 αφετέρου. Ας εξετάσουμε ορισμένα κείμενα:
De Sp. S. 9.22.25 κ.εξ.:
πρὸς ὃ πάντα ἐπέστραπται τὰ ἁγιασμοῦ προσδεόμενα, οὐ πάντα ἐφίεται.
Ο Henry παραβάλλει το χωρίο αυτό με τις Εννεάδες 1.7.22–23, και τον ακολουθεί με επιφύλαξη ο Pruche, ο οποίος βρίσκει την επιρροή του Πλωτίνου αδιαμφισβήτητη σε όλο το κεφάλαιο 9, χωρίς όμως να την εξειδικεύει. Ωστόσο, το οὗ πάντα ἐφίεται, που χρησιμοποιείται αλλού από τον Βασίλειο σε συμφραζόμενα μη πλωτινικά, αποτελεί γνωστή ηχώ της αρχής των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλη, και η έννοια της «επιστροφής» προς τον Θεό είναι ένα χριστιανικό κοινότοπο.
E. De Spiritu και De Spiritu Sancto 9
Τώρα πρέπει να στραφούμε στο κεφάλαιο 9 του De Sp. S., το οποίο, σύμφωνα με μια σημαντική πρόταση του Dörries, γράφτηκε κάπως αργότερα από τα κεφάλαια 1–8 και 10–27, τα οποία αντανακλούν τη διαμάχη στη Σεβάστεια το 373 ανάμεσα στον Βασίλειο και τον Ευστάθιο. Το κεφάλαιο 9, επομένως, είναι πιθανό να είναι ανοιχτό σε άλλες θεολογικές επιρροές. Ακόμη και ο μελετητής που αμφισβητεί τη θέση του Dörries θα όφειλε να παραδεχθεί ότι αυτή θα κέρδιζε σε πιθανοφάνεια, αν μπορούσαμε να δείξουμε ότι ο Βασίλειος συμπεριφέρεται σχετικά διαφορετικά στο κεφάλαιο 9 αφενός και στα κεφάλαια 1–8 και 10–27 αφετέρου. Ας εξετάσουμε ορισμένα κείμενα:
De Sp. S. 9.22.25 κ.εξ.:
πρὸς ὃ πάντα ἐπέστραπται τὰ ἁγιασμοῦ προσδεόμενα, οὐ πάντα ἐφίεται.
Ο Henry παραβάλλει το χωρίο αυτό με τις Εννεάδες 1.7.22–23, και τον ακολουθεί με επιφύλαξη ο Pruche, ο οποίος βρίσκει την επιρροή του Πλωτίνου αδιαμφισβήτητη σε όλο το κεφάλαιο 9, χωρίς όμως να την εξειδικεύει. Ωστόσο, το οὗ πάντα ἐφίεται, που χρησιμοποιείται αλλού από τον Βασίλειο σε συμφραζόμενα μη πλωτινικά, αποτελεί γνωστή ηχώ της αρχής των Ηθικών Νικομαχείων του Αριστοτέλη, και η έννοια της «επιστροφής» προς τον Θεό είναι ένα χριστιανικό κοινότοπο.
Αλλά —λέει η αντίρρηση— η επιστροφή προς τον Θεό (στο ουδέτερο) συνοδευόμενη από την αριστοτελική ηχώ αποτελεί συνδυασμό που απαντά στις Εννεάδες 1.7. Δεν σημαίνει άραγε κάτι αυτή η σύμπτωση; Ως περαιτέρω στοιχείο πρέπει να παρατηρήσουμε ότι στο De Sp. S. 5.7 ο Βασίλειος χρησιμοποιεί τις λέξεις εἰς αὐτὸν ἐπέστραπται τὰ σύμπαντα και συνεχίζει με παρόμοιες παρατηρήσεις σχετικά με την επιθυμία της ψυχής (ἀσχέτῳ πόθῳ, ἀρρητῷ στοργῇ κτλ.), οι οποίες μας θυμίζουν —αν και όχι τόσο καθαρά ώστε να υποδηλώνουν άμεση εξάρτηση— τις Εννεάδες 1.6.7.13 κ.εξ., όπου ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί το ρήμα ὀρέγομαι για την επιθυμία μας προς το αγαθό. Θα μπορούσε λοιπόν να λεχθεί ότι στο De Sp. S. 9 ο Βασίλειος απηχεί το δικό του ἐπέστραπται και εύλογα το συνδέει με ένα γνωστό αριστοτελικό χωρίο. Πράγματι, η φράση του Πλωτίνου πρὸς αὐτὸ ἐπιστρέφειν πάντα θα μπορούσε, ήδη στην εποχή του Βασιλείου, να έχει γίνει ευρέως γνωστή· έτσι η χρήση της δεν θα συνεπαγόταν αναγκαστικά άμεση χρήση του Πλωτίνου, έστω κι αν η φράση είναι πλωτινική. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναστείλουμε την κρίση μας: ο Dehnhard φαίνεται πράγματι να παραμελεί τη δυνητική σημασία της σύμπτωσης γνωστών φράσεων· ωστόσο δεν πρέπει και να υπερεκτιμήσουμε τη σημασία της σε αυτό το στάδιο.
ii. De Sp. S. 9.22.25:
ἀλλὰ ζωῆς χορηγόν· οὐ προσθήκαις αὐξανόμενον.
Ακολουθώντας τον Henry, ο Pruche βλέπει δύο σαφείς παραλληλισμούς με τις Εννεάδες: το ζωῆς χορηγόν απηχεί τις Εννεάδες 6.9.9.49, ενώ το προσθήκαις αὐξανόμενον εξαρτάται από το 6.7.41.16–17. Πρόκειται για έναν σημαντικό ισχυρισμό, αν είναι αληθής, διότι θα μπορούσε να διασφαλίσει την άμεση χρήση από τον Βασίλειο δύο πραγματειών του Πλωτίνου πέρα από την 5.1.
Ωστόσο, δεν πρέπει να γίνει εύκολα δεκτός. Διότι, αν ήταν σωστός, θα σήμαινε ότι ο Βασίλειος κάνει συνειδητή χρήση πλωτινικών κειμένων με έναν τρόπο που, δεδομένου του περιορισμένου ενδιαφέροντός του για τον Πλωτίνο —κάτι που θα παραδεχόταν σχεδόν κάθε μελετητής— θα απαιτούσε σαφή απόδειξη. Ο Βασίλειος θα μπορούσε να είχε ακούσει αυτές τις φράσεις σε γενικότερες συζητήσεις χωρίς να γνωρίζει ότι είχαν ειδική σύνδεση με τον Πλωτίνο· και αν αυτή είναι η εξήγηση, δύσκολα δικαιολογεί λόγο περί «επιρροής του Πλωτίνου» στον Βασίλειο.
Ο Dehnhard προτείνει μια πιθανή λύση: το ζωῆς χορηγόν πρέπει να συγκριθεί με ένα χωρίο του De sp. (ζωὴν παρέχει, τρόπος τῆς χορηγίας), όπου ο Dehnhard θεωρεί ότι ο συγγραφέας του De sp. εξαρτάται από άλλο υλικό —στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη γνώμη του, από το Σύμβολο Πίστεως του Gregory Thaumaturgus, καθώς και από τις Εννεάδες 5.1. Η λέξη ἁγιασμοῦ στο De Sp. S. 9.22.26–27 θα μπορούσε να φαίνεται ότι επιβεβαιώνει αυτή την άποψη: απουσιάζει από όλα τα πλωτινικά κείμενα, αλλά απαντά στον Gregory Thaumaturgus και στο De Sp. S. 9, ενώ στο De sp. βρίσκουμε το τοὺς ἁγίους ἁγίους ἐποίησε. Έτσι, αν αυτό ισχύει, δεν πρόκειται για άμεση παράθεση των Εννεάδων 6.9. Ωστόσο, μια τελική κρίση πρέπει να αναμείνει τη συζήτηση για τον Gregory Thaumaturgus, και η επιχειρηματολογία του Dehnhard αποδυναμώνεται από τους υπερβολικά γενικούς «παραλληλισμούς» που εντοπίζει στο επόμενο τμήμα.
Όσο για τη φράση οὐ προσθήκαις αὐξανόμενον, πράγματι μας θυμίζει τις Εννεάδες 6.7, αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί ότι προέρχεται από αυτές με κάποια ουσιαστική έννοια.
iii. De Sp. S. 9.22.39–40:
οἱ ἀπολαύει τὰ μετέχοντα ὅσον αὐτὰ πέφυκεν.
Ο Henry, τον οποίο ακολουθεί και εδώ ο Pruche, σκέπτεται το χωρίο των Εννεάδων 2.9.3.1–3. Ωστόσο, οι ομοιότητες είναι και πάλι πολύ γενικές και περιορισμένης εμβέλειας. Η ίδια ιδέα απαντά πράγματι, αλλά το να υποστηριχθεί εξάρτηση προϋποθέτει ότι μόνο ο Βασίλειος και ο Πλωτίνος έγραψαν ή σκέφτηκαν ποτέ τα συγκεκριμένα πράγματα. Και πάλι, ως προς το ζήτημα της άμεσης επιρροής, πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα «μη αποδεδειγμένη» και μάλιστα «απίθανη». Το ίδιο, και ακόμη περισσότερο, ισχύει για την πρόσθετη σύγκριση που επιχειρεί ο Henry με τις Εννεάδες 5.1.6.37.
iv. De Sp. S. 9.23.1–23
Η αρχή αυτού του κεφαλαίου, με τη γλώσσα της οἰκείωσις και της ἀλλοτριότης, φαίνεται να προσφέρει ισχυρότερες ενδείξεις άμεσης σύνδεσης ανάμεσα στον Βασίλειο και τον Πλωτίνο. Ο Henry και ο Pruche παραπέμπουν με βεβαιότητα στις Εννεάδες 5.1.10.24–26 (ένα χωρίο που δεν παρατίθεται ούτε από τον Ευσέβιο ούτε στο De sp.), και ο παραλληλισμός είναι ουσιαστικότερος και πιο εκτεταμένος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως καταληκτικός, αλλά η άμεση χρήση από τον Βασίλειο της Εννεάδας 5.1 σε αυτό το σημείο του κεφαλαίου 9 είναι πιο αξιόπιστη από τους άλλους παραλληλισμούς που εξετάσαμε.
Το ίδιο όμως δεν μπορεί να λεχθεί για τον ισχυρισμό του Henry ότι στους στίχους 9 κ.εξ. ο Βασίλειος περνά στη χρήση των Εννεάδων 1.6.9.11 κ.εξ. Ο Pruche ακολουθεί και πάλι τον Henry, αν και ο ίδιος ο Henry παραδέχεται ότι το λεξιλόγιο εδώ είναι «λιγότερο πλωτινικό», και φαίνεται απερίσκεπτο να το πράττει. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, ενώ ορισμένα πλωτινικά κοινότοπα απαντούν τόσο στον Πλωτίνο όσο και στον Βασίλειο, ο κατεξοχήν πλωτινικός (και νουμενιανός) αρχαϊσμός ἀγλαΐα (Εννεάδες 1.6.9.14) δεν εμφανίζεται στον Βασίλειο —ο οποίος, αξιοσημείωτα, χρησιμοποιεί ὄμμα εκεί όπου ο Πλωτίνος έχει ὀφθαλμός· μικρή λεπτομέρεια, αλλά σημαντική κατά της άμεσης δανειοληψίας. Η επιχειρηματολογία του Henry αποδυναμώνεται εκ νέου όταν αναγκάζεται να επικαλεστεί άλλα πλωτινικά χωρία (2.9.2.16–18· 5.8.10.26–27) για να εξηγήσει το De Sp. S. 9.23.18–19 (ἀποστίλβει … ἐλλαμφθεῖσαι)· και πάλι καλούμαστε να υποθέσουμε ότι ο Βασίλειος λειτουργεί ως κατασκευαστής cento, μια ιδέα πολύ πιο απίθανη το 375 απ’ ό,τι το 360. Από την άλλη πλευρά, και η προσπάθεια του Dehnhard να εξηγήσει αυτό το υλικό ως επέκταση μιας προγενέστερης εκδοχής στο De sp. είναι επίσης πολύ λίγο πειστική. Η χρήση φιλοσοφικών κοινοτοπιών από τον Βασίλειο φαίνεται επαρκής για να εξηγήσει ολόκληρη την ενότητα.
v. De Sp. S. 9.23.24–25:
ἡ ἐν θεῷ διαμονή, ἡ πρὸς θεὸν ὁμοίωσις, τὸ ἀκρότατον τῶν ὀρεκτῶν, θεὸν γενέσθαι.
Μεγάλο μέρος αυτής της γλώσσας, και όλο το περιεχόμενο, απαντά ήδη σε χριστιανούς συγγραφείς πριν από τον Βασίλειο, καθώς βεβαίως και σε πλατωνικούς στοχαστές διαφόρων κατευθύνσεων.
Αλλά ο Henry θέλει να επιστήσει ιδιαίτερη προσοχή στη φράση θεὸν γενέσθαι.²⁸⁶ Κατά τη γνώμη του, αυτή πρέπει να είναι άμεσα πλωτινική· η πηγή είναι το θεὸν γενόμενον των Εννεάδων 6.9.9.59. Πρέπει να αναγνωριστεί στον Henry ότι η φράση είναι πράγματι εξαιρετικά εντυπωσιακή και ότι μέχρι στιγμής δεν έχει προσκομιστεί κανένα απολύτως ταυτόσημο λεκτικό παράλληλο. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι μόνο για τις δύο αυτές λέξεις θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της άμεσης εξάρτησης από τις Εννεάδες 6.9· το υπόλοιπο περιεχόμενο θα μπορούσε να προέρχεται από οποιαδήποτε πλατωνική ή χριστιανοπλατωνική πηγή, προφορική ή γραπτή. Και είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν απαιτείται πράγματι αναφορά στο κείμενο του Πλωτίνου για να εξηγηθεί μια τόσο εντυπωσιακή φράση. Πρέπει να δεχθούμε ότι ο Βασίλειος ενδέχεται να παρέθεσε εδώ τις Εννεάδες 6.9, αν και μια τόσο χαρακτηριστική έκφραση θα μπορούσε να ήταν γνωστή στους λόγιους ή ημιλόγιους, χωρίς να είναι γνωστή η προέλευσή της σε εκείνον που τη χρησιμοποιούσε. Συνεπώς, δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Henry έχει δίκιο και ότι έχουμε μια αδιαμφισβήτητη χρήση από τον Βασίλειο των Εννεάδων 6.9, αλλά ότι υπάρχει μια πιθανή χρήση του Πλωτίνου σε αυτό το χωρίο. Είναι ενδιαφέρον ότι στο Index testium των Henry–Schwyzer, τόμος 3, αυτή η παραπομπή δεν εμφανίζεται πλέον.
vi. Συμπέρασμα
Ποια είναι λοιπόν τα συμπεράσματά μας σχετικά με το De Sp. S.; Ότι είναι δυνατόν, αλλά κάθε άλλο παρά αναγκαίο ή έστω πιθανό, ο Βασίλειος να χρησιμοποίησε τις Εννεάδες 1.7 στο 9.22.20 κ.εξ.· ότι είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να χρησιμοποίησε τις 2.9 και 5.1 στους στίχους 39–40· ότι είναι πιο πιθανό να χρησιμοποίησε την 5.1 στην ενότητα 23· ότι είναι δυνατόν το θεὸν γενέσθαι της ενότητας 23 να προέρχεται άμεσα από τις Εννεάδες 6.9. Και από την επιχειρηματολογία του Dehnhard, σύμφωνα με την οποία το De Sp. S. 9 δεν χρησιμοποιεί άμεσα τον Πλωτίνο αλλά το De sp. ως πηγή, απομένει μόνο ένα αμφίβολο χωρίο (9.23.25 κ.εξ.). Τουλάχιστον το εξής θετικό συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί: ενώ στα υπόλοιπα κεφάλαια του De Sp. S. είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπάρχει άμεση χρήση του Πλωτίνου, ούτε χρήση του Πλωτίνου μέσω του De sp., στο κεφάλαιο 9 το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Αυτό σαφώς συνηγορεί υπέρ της θέσης του Dörries περί μεταγενέστερης σύνθεσης του κεφαλαίου 9 σε σχέση με τα υπόλοιπα κεφάλαια του De Sp. S. Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε την πιθανή πλωτινική επιρροή και σε άλλα κείμενα του Βασιλείου, πέρα από το De sp. και το De Sp. S.
F. ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
i. HFide [15]²⁸⁷
Στα États ο Henry²⁸⁸ πρότεινε ότι τα εναρκτήρια χωρία του HFide [15] (θεοῦ μεμνῆσθαι … αἰσθήσεται)²⁸⁹ επηρεάζονται από τις Εννεάδες 5.1.1.1–33. Όμως το νοηματικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό· ένα παράδειγμα αρκεί: εκεί όπου ο Πλωτίνος επικαλείται την τόλμα ως πηγή του κακού για τις ψυχές, ο Βασίλειος λέει ότι είναι τολμηρόν να επιχειρεί κανείς να μιλήσει με λεπτομέρειες στη θεολογία. Γενικότερα, ο Πλωτίνος μιλά για ψυχές που λησμονούν την πατρίδα τους, ενώ ο Βασίλειος για τις δυσκολίες της θεολογικής διατύπωσης και την αναγκαιότητα της σιωπής. Ευτυχώς, το Index των Henry–Schwyzer έχει εγκαταλείψει την υπόθεση ότι σε αυτό το σημείο ο Πλωτίνος αποτελεί πηγή του Βασιλείου.
Μετά την υποτιθέμενη χρήση της 5.1.1, ο Βασίλειος, σύμφωνα με τα États, μεταβαίνει στις Εννεάδες 5.1.2.14–17 (και επιστρέφει στις 1.6.7.37–39, 1.6.8.1–3 και, τέλος, 6.9.9.1–2)· αυτό τον οδηγεί από το σὺ δὲ, εἰ βούλει τὸ γεννηθείς Υἱός,²⁹⁰ μετά το οποίο περνά σε ενότητα όπου επαναδιατυπώνει τη θέση του εναντίον διαφόρων αρειανικών ή ημι-αρειανικών διατυπώσεων. Στο Index των Henry–Schwyzer ορισμένοι από αυτούς τους ισχυρισμούς εγκαταλείπονται, αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζεται ότι ο Βασίλειος εξαρτάται από τις Εννεάδες 5.1.2.14–18 και 6.9.9.1–2. Για λόγους πληρότητας θα σχολιάσουμε ολόκληρο το χωρίο.
Όσον αφορά τις Εννεάδες 5.1.2.14 κ.εξ., παρά το κύρος του Index των Henry–Schwyzer, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Βασίλειος δεν χρησιμοποιεί εδώ τους όρους ἡσυχία ή ἥσυχος, παρά την εμφάνιση του ἤσυχον στις Εννεάδες 5.1 και στο De sp., καθώς και τη δική του χρήση της ἡσυχία στο EGNaz. [2], χωρίο που θα εξετάσουμε σύντομα. Δεύτερον, ενώ το De sp. υιοθετεί τη φράση περικείμενον σῶμα (πιθανότατα από τις Εννεάδες 5.1.2), ο Βασίλειος στο HFide [15] έχει μόνο το πολύ λιγότερο εντυπωσιακό τὸ σῶμα σεαυτοῦ. Τρίτον, αν και το HFide [15] παρουσιάζει τη σειρά γῆν, θάλασσαν, ἀέρα, οὐρανόν, η χαρακτηριστική διατύπωση ἥσυχος μὲν γῆ, ἥσυχος δὲ θάλασσα των Εννεάδων 5.1 απουσιάζει. Η εκδοχή του De sp., που χρησιμοποιεί το ἤσυχον, αλλά απλώς απαριθμεί οὐρανός, γῆ, θάλασσα, φαίνεται να βρίσκεται ανάμεσα στις δύο. Σε αυτό το σημείο μπορούμε μόνο να συμπεράνουμε ότι, αν υπάρχει κάποια πλωτινική πηγή για αυτό το τμήμα του HFide [15], το De sp. είναι πιθανότερη από τις Εννεάδες 5.1.2.²⁹¹
Όσον αφορά τις Εννεάδες 1.6.7.37 κ.εξ., το μόνο «άξιο λόγου» παράλληλο είναι η τριάδα «γη», «αέρας», «νερό»· και αυτό απλώς δεν αρκεί. Για τις Εννεάδες 1.6.8 έχουμε μόνο το κάλλος ἀμήχανον, το οποίο ανάγεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα·²⁹² δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ο Πλωτίνος ως ενδιάμεσος.
Έτσι φτάνουμε στην πιθανή χρήση των Εννεάδων 6.9.9.1–2, την οποία ο Henry υποστηρίζει στα États²⁹³ και εκ νέου στο Index των Henry–Schwyzer ως πηγή της αρχής του κεφαλαίου 2. Το χωρίο αυτό είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό, διότι μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε σε μικρή έκταση την τεχνική των παράλληλων χωρίων, τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της. Η ουσία του επιχειρήματος φαίνεται να είναι η εξής: ο Πλωτίνος γράφει διαδοχικά πηγὴν ζωῆς, πηγὴν νοῦ, ἀρχὴν ὄντος, ἀγαθοῦ αἰτίαν, ῥίζαν ψυχῆς. Ο Βασίλειος, στο παράλληλο χωρίο, έχει: φυσική ἀγαθότης, παντῶν ἀρχή, αἰτία τοῦ εἶναι τοῖς οὖσιν, ῥίζα τῶν ζώντων, πηγὴ τῆς ζωῆς. Δεν χρειάζεται, ασφαλώς, περαιτέρω σχόλιο για αυτό που ο Henry χαρακτήρισε «indice net d’une réminiscence précise des Ennéades». Ο Dehnhard προτιμά να επικαλεστεί την επιρροή του Γρηγορίου Θαυματουργού.²⁹⁴
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι δεν έχουμε αποκομίσει τίποτε το ουσιαστικό από το HFide [15], τουλάχιστον στο μέτρο που αναζητούμε συγκεκριμένες νεοπλατωνικές πηγές και όχι απλώς αόριστες ορολογικές παραλληλίες με τον πλατωνισμό. Η τελευταία μας ελπίδα —για το **HFide [15]**²⁹⁵— πρέπει να στηριχθεί στο σύνολο των χωρίων που παραθέτει ο Henry από τις Εννεάδες 5.1.4, στα οποία ο Dehnhard προσθέτει και άλλα τμήματα των Εννεάδων 5.1.4 και 5.1.3.²⁹⁶ Για τα τελευταία αυτά χωρία ο Dehnhard προτιμά να δει την επίδραση του De sp.· ωστόσο, η τριμερής σύγκριση που στήνει ανάμεσα στον Πλωτίνο, το De sp. και το HFide [15], ενώ πράγματι δείχνει για ακόμη μία φορά τη στενή σχέση ανάμεσα στον Πλωτίνο και το De sp., αποκαλύπτει επίσης πόσο πολύ πιο αόριστες είναι οι «αναφορές» του HFide [15] προς οποιαδήποτε από τις δύο πιθανές πηγές του. Ο Dehnhard έχει ασφαλώς δείξει ότι οι Εννεάδες 5.1.3–4 θα μπορούσαν να είναι η έσχατη πηγή του HFide [15], αλλά η γλώσσα του HFide [15] είναι σε ορισμένα σημεία ουσιωδώς διαφορετική από τις άλλες δύο, ενώ σε άλλα παραμένει κοντά τους. Για παράδειγμα, τόσο ο Πλωτίνος όσο και το De sp. έχουν τη φράση ἡ συνοῦσα θερμότης, ενώ το HFide [15] παρουσιάζει συνουσιώμενος και αργότερα ἀχώριστον τῷ πυρὶ τὸ θερμαίνειν· ο Πλωτίνος έχει επίσης οὐκ ἐπίκτητον, ἀλλ’ ἐν αἰῶνι πάντα, και το De sp. οὐδὲν ἔχον ἀλλ’ αἰδίως πάντα ἔχον, ενώ το HFide [15] δίνει την παραλλαγή οὐδὲν ἐπίκτητον αὐτῷ οὐδὲ ὕστερον ἐπιγενόμενον. Από όλα αυτά είναι δύσκολο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα σχετικά με τη σχέση του HFide [15] είτε με το De sp. είτε με τις Εννεάδες 5.1. Βεβαίως, γνωρίζουμε ότι σε κάποιο στάδιο ο Βασίλειος διάβασε (ορισμένοι λένε και συνέγραψε) το De sp., και επίσης ότι αυτό το τμήμα του Πλωτίνου δεν του ήταν διαθέσιμο μέσω του Ευσεβίου. Θα μπορούσαμε να συναγάγουμε από μεταγενέστερα δεδομένα —ότι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας γνωρίζει τις Εννεάδες 5.1 (και, αν κρίνουμε από τη σιωπή του για τα υπόλοιπα, μόνο την 5.1 και όχι απλώς μέσω του Ευσεβίου)— ότι αυτή η πραγματεία κυκλοφορούσε αυτοτελώς, τουλάχιστον από την έκδοση του Πορφυρίου, ένα φαινόμενο που έχουμε ήδη εξετάσει υπό το φως της χρήσης της από τον Ευσεβίο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η χρήση της από τον Βασίλειο στο HFide [15] θα γινόταν ελαφρώς πιο πιθανή. Όχι όμως ιδιαίτερα πιθανή· η αοριστία των υπαινιγμών στο HFide [15] κάθε άλλο παρά υποδηλώνει ότι, κατά τη συγγραφή της ομιλίας του, ο Βασίλειος επανήλθε εκ νέου στο κείμενο του Πλωτίνου. Ίσως λίγο πιο εύλογη είναι μια τροποποίηση της θέσης του Dehnhard: αν —και μόνον αν— ο Βασίλειος επηρεάζεται από κάποιο «πλωτινικό» υλικό στο **HFide [15]**²⁹⁷, είναι πιθανότερο ότι το De sp. λειτουργεί ως ενδιάμεσος παρά ότι ο Βασίλειος παραθέτει άμεσα τον Πλωτίνο. Οι παραλληλισμοί που προσφέρει ο Henry ανάμεσα στις Εννεάδες 5.1.6 και το HFide [15] είναι υπερβολικά αόριστοι ώστε να χρειάζονται περαιτέρω συζήτηση.²⁹⁸ Πρέπει λοιπόν να αρκεστούμε στο συμπέρασμα ότι στο σύνολο του HFide [15] δεν υπάρχει άμεσο και μόνο ελάχιστο έμμεσο «νεοπλατωνικό» υλικό.
ii. Epistula Gregorio sodali (EGNaz. [2])²⁹⁹
Το κεφάλαιο 2 της επιστολής του Βασιλείου προς τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό περιέχει πολλούς επαίνους της ἡσυχία. Αυτό —και μερικά ακόμη κοινοτοπικά στοιχεία— οδήγησαν τον Henry να σκεφθεί τις Εννεάδες 5.1.2.11–14, 5.1.12.12–20, 6.9.7.14 κ.εξ.³⁰⁰, και τον Theiler να επικαλεστεί τον Πορφύριο, De abstinentia 109.9.³⁰¹ Φυσικά, η ἡσυχία και οι αρετές της εξυμνούνται τόσο από τον Πλωτίνο³⁰² όσο και από τον Πορφύριο, και δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι ο Βασίλειος, βρίσκοντας προφανώς ευχάριστες αυτές τις γνωστές ιδέες, εκφράζεται με παρόμοιο τρόπο σε μια πρώιμη επιστολή του.
iii. Στο Hexaemeron 2.7 και 6.9: το Hexaemeron και το Contra Eunomium
Στην έκδοσή του του Hexaemeron του Βασιλείου για τη σειρά Sources chrétiennes, ο Giet έχει πει σχεδόν όλα όσα χρειάζεται να ειπωθούν σχετικά με τις πηγές του Βασιλείου σε αυτό το έργο.³⁰³ Αν και ο Giet, ακολουθώντας τον Gronau³⁰⁴, υπερβάλλει ως προς την επιρροή του Ποσειδώνιου —η οποία στην καλύτερη περίπτωση παραμένει αναπόδεικτη— η παρουσίασή του είναι ως επί το πλείστον συνετή και βασισμένη σε επαληθεύσιμες αναφορές. Στην πραγματικότητα, ανέπτυξε στην έκδοσή του τις παλαιότερες μελέτες του Courtonne³⁰⁵ και, για τα Hex. 7 και 8, εκείνες του J. Levie.³⁰⁶ Ιδίως, ο Giet ακολούθησε τον Levie υποστηρίζοντας ότι για μεγάλο μέρος των Hex. 7 και 8 η κύρια πηγή του Βασιλείου είναι κάποιο είδος επιτομής του Αριστοτέλη. Η επιτομή αυτή δεν αναπαράγει τον Αριστοτέλη με ιδιαίτερη πιστότητα· σε αυτήν μπορούν να ανιχνευθούν ίχνη του Αιλιανού, του Οππιανού, του Θεόφραστου και άλλων. Όλα αυτά καθιστούν μάλλον παράδοξο το γεγονός ότι ο Giet δεν φαίνεται να αισθάνεται καμία αμηχανία απέναντι στην υποτιθέμενη χρήση του κειμένου του Πλωτίνου από τον Βασίλειο, όπως αυτή υποστηρίζεται από τον Henry στα États. Και οι πηγές του Βασιλείου λέγεται ότι δεν είναι μόνο η εύλογη 5.1 και η λιγότερο εύλογη 1.6, αλλά, κατά τον Henry, ακόμη και η εξαιρετικά απίθανη 2.8. Τέτοιο είναι πράγματι το βάρος της παράδοσης και ο τυφλός σεβασμός στην αυθεντία.
Η Εννεάδα 2.8, όπως είχε ήδη συνειδητοποιήσει ο Bréhier όταν έγραφε την Notice στην έκδοση Budé του Πλωτίνου, είναι μια σχολική πραγματεία:³⁰⁷ ασχολείται με το ερώτημα γιατί τα μακρινά αντικείμενα φαίνονται μικρότερα. Σε αυτήν ο Πλωτίνος συζητεί πέντε σχολικές απόψεις και προτιμά μία από αυτές, εκείνη του Αριστοτέλη. Είναι πιθανό ότι ο ίδιος ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί εδώ κάποιο εγχειρίδιο· και αν το κάνει ο Πλωτίνος, γιατί όχι και ο Βασίλειος, ο οποίος —όπως έχουμε ήδη σημειώσει— δεν αποστρέφεται τη χρήση εγχειριδίων. Για να ανατραπεί αυτή η ερμηνεία της κατάστασης θα απαιτούνταν πολύ ισχυρά τεκμήρια, τα οποία ο Henry δεν έχει προσφέρει. Καταρχάς επικαλείται τον (πορφυριανό) τίτλο της πραγματείας του Πλωτίνου, το ασθενέστερο από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία· και μάλιστα αυτός δεν είναι καν λεκτικά ταυτόσημος με ό,τι απαντά στο Hex. 6.9. Έπειτα συγκρίνει το πέδιον πολύ του Βασιλείου με το ὀρῶν … πολλάς του Πλωτίνου. Και αυτό είναι όλο από τις Εννεάδες 2.8.1. Το κεφάλαιο 2 προσφέρει απλώς τα πολύ τὸ ὄρος και ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ, καθώς και το ὄψις … ἐκτεινομένη, σαν εκφράσεις αυτού του είδους να μην είναι σχεδόν αναπόφευκτες σε μια συζήτηση τόσο τεχνικού θέματος.
Ο Henry πιστεύει ότι το Hex. 6.9 συνδέεται πολύ στενά με το C. Eun. 3.6, όπου επανεμφανίζονται δύο από τις υποτιθέμενες ηχώ του Πλωτίνου: ὀρῶν τε παμμεγεθῶν και αργότερα οὐρανοῦ!³⁰⁸ Το C. Eun. περιέχει επίσης τη φράση τὸ περικείμενον σῶμα, και για αυτήν ο Henry παραπέμπει στις Εννεάδες 5.1, όπως είχε κάνει όταν τη βρήκε στο De sp. Πρέπει πρώτα να σημειώσουμε ότι το τὸ περικείμενον σῶμα δεν απαντά στην Εξαήμερον, αλλά μόνο στο C. Eun. 3.6³⁰⁹, γεγονός που αποδυναμώνει σημαντικά την υπόθεση πλωτινικής επιρροής στο Hex. 6.9. Όσο για το C. Eun. 3.6, οι Εννεάδες 5.1 ή το De sp. θα μπορούσαν να είναι η πηγή, όπως υποστήριξε ο Dehnhard. Όμως για τις λέξεις τὸ περικείμενον σῶμα καθαυτές, ή μάλλον συνοδευόμενες μόνο από ὀρῶν τε παμμεγεθῶν και οὐρανοῦ (που δεν προέρχονται από τις 5.1 ή το De sp.), μόνο ένας λόγιος θα απέφευγε το προφανές συμπέρασμα: πρόκειται για κοινοτοπία που ανάγεται στον Αριστοτέλη.³¹⁰
Στρεφόμαστε τώρα στον «παραλληλισμό» του Henry ανάμεσα στο Hex. 2.7 και τις Εννεάδες 1.6.³¹¹ Η κατάσταση είναι αρκετά παρόμοια. Και πάλι υπάρχουν λίγες —και πράγματι ελαφρώς περισσότερες— λεκτικές παραλληλίες ανάμεσα στον Πλωτίνο και τον Βασίλειο. Αλλά, σύμφωνα με τον Henry, δεν είναι αυτές που τον πείθουν για τη χρήση του Πλωτίνου από τον Βασίλειο· είναι «l’allure de tout le passage et l’ordre dans lequel les idées sont exposées» («η συνολική χροιά ολόκληρου του αποσπάσματος και η σειρά με την οποία εκτίθενται οι ιδέες»).
Ο πρώτος από αυτούς τους ισχυρισμούς είναι υποκειμενικός, και ο δεύτερος δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αν φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με παραδοσιακή σχολική διδασκαλία. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Στις Εννεάδες 1.6.1 ο Πλωτίνος αναφέρεται σε μια καθιερωμένη, και ιδίως στωική, άποψη, σύμφωνα με την οποία η ομορφιά ενός αντικειμένου εξηγείται με όρους συμμετρίας των μερών του.³¹² Ο Βασίλειος αναφέρεται στην ίδια καθιερωμένη άποψη στη συζήτησή του, αλλά ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για το ζήτημα της ομορφιάς του φωτός, του χρυσού και του εσπερινού αστέρα (ο Πλωτίνος μνημονεύει τον χρυσό, την αστραπή και τα άστρα γενικώς). Επιπλέον, η συζήτηση του Βασιλείου διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό με όρους της ευχάριστης επίδρασης του φωτός κατά τη διαδικασία της όρασης, ένα ζήτημα με το οποίο ο Πλωτίνος δεν ασχολείται. Κοινά είναι μόνο τα τετριμμένα μέρη των κειμένων, εκείνα που αφορούν μια communis opinio την οποία συμμερίζονται τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Πλωτίνος. Μια τέτοια communis opinio αρκεί απολύτως για να εξηγήσει τις ομοιότητες στο λεξιλόγιο.
Ο Courtonne παρατηρεί ότι τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Πλωτίνος ενδιαφέρονται για την ομορφιά των «απλών», δηλαδή των ουσιών που υποτίθεται ότι αποτελούνται από όμοια μέρη, οι οποίες, όπως λέγεται, δεν ερμηνεύονται επαρκώς από τη στωική θεωρία.³¹³ Όμως, ενώ ο Βασίλειος σκέφτεται το φως και τον χρυσό, δηλαδή υλικά αντικείμενα, ολόκληρο το νόημα της πλωτινικής επεξεργασίας είναι η μετάβαση στην ομορφιά των άυλων «απλών». Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ ο Πλωτίνος, για φιλοσοφικούς λόγους, απορρίπτει πλήρως τη θεωρία της «συμμετρίας» περί ομορφιάς, είναι δυνατόν ο Βασίλειος, κάπως συγκεχυμένα, να την απορρίπτει μόνο για ορισμένα (δηλαδή τα «απλά») σώματα.
Αυτά λοιπόν όσον αφορά τη χρήση του Πλωτίνου από τον Βασίλειο (όπως υποστηρίζεται από τον Henry και άλλους) στην Εξαήμερον· και, κατ’ επέκταση, και στο Contra Eunomium. Διότι δεν μπορώ να εντοπίσω περαιτέρω αποδείξεις της επιρροής του σε κανένα από τα δύο έργα.
Σημειώσεις:
ii. De Sp. S. 9.22.25:
ἀλλὰ ζωῆς χορηγόν· οὐ προσθήκαις αὐξανόμενον.
Ακολουθώντας τον Henry, ο Pruche βλέπει δύο σαφείς παραλληλισμούς με τις Εννεάδες: το ζωῆς χορηγόν απηχεί τις Εννεάδες 6.9.9.49, ενώ το προσθήκαις αὐξανόμενον εξαρτάται από το 6.7.41.16–17. Πρόκειται για έναν σημαντικό ισχυρισμό, αν είναι αληθής, διότι θα μπορούσε να διασφαλίσει την άμεση χρήση από τον Βασίλειο δύο πραγματειών του Πλωτίνου πέρα από την 5.1.
Ωστόσο, δεν πρέπει να γίνει εύκολα δεκτός. Διότι, αν ήταν σωστός, θα σήμαινε ότι ο Βασίλειος κάνει συνειδητή χρήση πλωτινικών κειμένων με έναν τρόπο που, δεδομένου του περιορισμένου ενδιαφέροντός του για τον Πλωτίνο —κάτι που θα παραδεχόταν σχεδόν κάθε μελετητής— θα απαιτούσε σαφή απόδειξη. Ο Βασίλειος θα μπορούσε να είχε ακούσει αυτές τις φράσεις σε γενικότερες συζητήσεις χωρίς να γνωρίζει ότι είχαν ειδική σύνδεση με τον Πλωτίνο· και αν αυτή είναι η εξήγηση, δύσκολα δικαιολογεί λόγο περί «επιρροής του Πλωτίνου» στον Βασίλειο.
Ο Dehnhard προτείνει μια πιθανή λύση: το ζωῆς χορηγόν πρέπει να συγκριθεί με ένα χωρίο του De sp. (ζωὴν παρέχει, τρόπος τῆς χορηγίας), όπου ο Dehnhard θεωρεί ότι ο συγγραφέας του De sp. εξαρτάται από άλλο υλικό —στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη γνώμη του, από το Σύμβολο Πίστεως του Gregory Thaumaturgus, καθώς και από τις Εννεάδες 5.1. Η λέξη ἁγιασμοῦ στο De Sp. S. 9.22.26–27 θα μπορούσε να φαίνεται ότι επιβεβαιώνει αυτή την άποψη: απουσιάζει από όλα τα πλωτινικά κείμενα, αλλά απαντά στον Gregory Thaumaturgus και στο De Sp. S. 9, ενώ στο De sp. βρίσκουμε το τοὺς ἁγίους ἁγίους ἐποίησε. Έτσι, αν αυτό ισχύει, δεν πρόκειται για άμεση παράθεση των Εννεάδων 6.9. Ωστόσο, μια τελική κρίση πρέπει να αναμείνει τη συζήτηση για τον Gregory Thaumaturgus, και η επιχειρηματολογία του Dehnhard αποδυναμώνεται από τους υπερβολικά γενικούς «παραλληλισμούς» που εντοπίζει στο επόμενο τμήμα.
Όσο για τη φράση οὐ προσθήκαις αὐξανόμενον, πράγματι μας θυμίζει τις Εννεάδες 6.7, αλλά δεν μπορεί να ειπωθεί ότι προέρχεται από αυτές με κάποια ουσιαστική έννοια.
iii. De Sp. S. 9.22.39–40:
οἱ ἀπολαύει τὰ μετέχοντα ὅσον αὐτὰ πέφυκεν.
Ο Henry, τον οποίο ακολουθεί και εδώ ο Pruche, σκέπτεται το χωρίο των Εννεάδων 2.9.3.1–3. Ωστόσο, οι ομοιότητες είναι και πάλι πολύ γενικές και περιορισμένης εμβέλειας. Η ίδια ιδέα απαντά πράγματι, αλλά το να υποστηριχθεί εξάρτηση προϋποθέτει ότι μόνο ο Βασίλειος και ο Πλωτίνος έγραψαν ή σκέφτηκαν ποτέ τα συγκεκριμένα πράγματα. Και πάλι, ως προς το ζήτημα της άμεσης επιρροής, πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα «μη αποδεδειγμένη» και μάλιστα «απίθανη». Το ίδιο, και ακόμη περισσότερο, ισχύει για την πρόσθετη σύγκριση που επιχειρεί ο Henry με τις Εννεάδες 5.1.6.37.
iv. De Sp. S. 9.23.1–23
Η αρχή αυτού του κεφαλαίου, με τη γλώσσα της οἰκείωσις και της ἀλλοτριότης, φαίνεται να προσφέρει ισχυρότερες ενδείξεις άμεσης σύνδεσης ανάμεσα στον Βασίλειο και τον Πλωτίνο. Ο Henry και ο Pruche παραπέμπουν με βεβαιότητα στις Εννεάδες 5.1.10.24–26 (ένα χωρίο που δεν παρατίθεται ούτε από τον Ευσέβιο ούτε στο De sp.), και ο παραλληλισμός είναι ουσιαστικότερος και πιο εκτεταμένος. Δεν μπορεί να θεωρηθεί απολύτως καταληκτικός, αλλά η άμεση χρήση από τον Βασίλειο της Εννεάδας 5.1 σε αυτό το σημείο του κεφαλαίου 9 είναι πιο αξιόπιστη από τους άλλους παραλληλισμούς που εξετάσαμε.
Το ίδιο όμως δεν μπορεί να λεχθεί για τον ισχυρισμό του Henry ότι στους στίχους 9 κ.εξ. ο Βασίλειος περνά στη χρήση των Εννεάδων 1.6.9.11 κ.εξ. Ο Pruche ακολουθεί και πάλι τον Henry, αν και ο ίδιος ο Henry παραδέχεται ότι το λεξιλόγιο εδώ είναι «λιγότερο πλωτινικό», και φαίνεται απερίσκεπτο να το πράττει. Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι, ενώ ορισμένα πλωτινικά κοινότοπα απαντούν τόσο στον Πλωτίνο όσο και στον Βασίλειο, ο κατεξοχήν πλωτινικός (και νουμενιανός) αρχαϊσμός ἀγλαΐα (Εννεάδες 1.6.9.14) δεν εμφανίζεται στον Βασίλειο —ο οποίος, αξιοσημείωτα, χρησιμοποιεί ὄμμα εκεί όπου ο Πλωτίνος έχει ὀφθαλμός· μικρή λεπτομέρεια, αλλά σημαντική κατά της άμεσης δανειοληψίας. Η επιχειρηματολογία του Henry αποδυναμώνεται εκ νέου όταν αναγκάζεται να επικαλεστεί άλλα πλωτινικά χωρία (2.9.2.16–18· 5.8.10.26–27) για να εξηγήσει το De Sp. S. 9.23.18–19 (ἀποστίλβει … ἐλλαμφθεῖσαι)· και πάλι καλούμαστε να υποθέσουμε ότι ο Βασίλειος λειτουργεί ως κατασκευαστής cento, μια ιδέα πολύ πιο απίθανη το 375 απ’ ό,τι το 360. Από την άλλη πλευρά, και η προσπάθεια του Dehnhard να εξηγήσει αυτό το υλικό ως επέκταση μιας προγενέστερης εκδοχής στο De sp. είναι επίσης πολύ λίγο πειστική. Η χρήση φιλοσοφικών κοινοτοπιών από τον Βασίλειο φαίνεται επαρκής για να εξηγήσει ολόκληρη την ενότητα.
v. De Sp. S. 9.23.24–25:
ἡ ἐν θεῷ διαμονή, ἡ πρὸς θεὸν ὁμοίωσις, τὸ ἀκρότατον τῶν ὀρεκτῶν, θεὸν γενέσθαι.
Μεγάλο μέρος αυτής της γλώσσας, και όλο το περιεχόμενο, απαντά ήδη σε χριστιανούς συγγραφείς πριν από τον Βασίλειο, καθώς βεβαίως και σε πλατωνικούς στοχαστές διαφόρων κατευθύνσεων.
Αλλά ο Henry θέλει να επιστήσει ιδιαίτερη προσοχή στη φράση θεὸν γενέσθαι.²⁸⁶ Κατά τη γνώμη του, αυτή πρέπει να είναι άμεσα πλωτινική· η πηγή είναι το θεὸν γενόμενον των Εννεάδων 6.9.9.59. Πρέπει να αναγνωριστεί στον Henry ότι η φράση είναι πράγματι εξαιρετικά εντυπωσιακή και ότι μέχρι στιγμής δεν έχει προσκομιστεί κανένα απολύτως ταυτόσημο λεκτικό παράλληλο. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσουμε ότι μόνο για τις δύο αυτές λέξεις θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια ισχυρή επιχειρηματολογία υπέρ της άμεσης εξάρτησης από τις Εννεάδες 6.9· το υπόλοιπο περιεχόμενο θα μπορούσε να προέρχεται από οποιαδήποτε πλατωνική ή χριστιανοπλατωνική πηγή, προφορική ή γραπτή. Και είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν απαιτείται πράγματι αναφορά στο κείμενο του Πλωτίνου για να εξηγηθεί μια τόσο εντυπωσιακή φράση. Πρέπει να δεχθούμε ότι ο Βασίλειος ενδέχεται να παρέθεσε εδώ τις Εννεάδες 6.9, αν και μια τόσο χαρακτηριστική έκφραση θα μπορούσε να ήταν γνωστή στους λόγιους ή ημιλόγιους, χωρίς να είναι γνωστή η προέλευσή της σε εκείνον που τη χρησιμοποιούσε. Συνεπώς, δεν πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ο Henry έχει δίκιο και ότι έχουμε μια αδιαμφισβήτητη χρήση από τον Βασίλειο των Εννεάδων 6.9, αλλά ότι υπάρχει μια πιθανή χρήση του Πλωτίνου σε αυτό το χωρίο. Είναι ενδιαφέρον ότι στο Index testium των Henry–Schwyzer, τόμος 3, αυτή η παραπομπή δεν εμφανίζεται πλέον.
vi. Συμπέρασμα
Ποια είναι λοιπόν τα συμπεράσματά μας σχετικά με το De Sp. S.; Ότι είναι δυνατόν, αλλά κάθε άλλο παρά αναγκαίο ή έστω πιθανό, ο Βασίλειος να χρησιμοποίησε τις Εννεάδες 1.7 στο 9.22.20 κ.εξ.· ότι είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να χρησιμοποίησε τις 2.9 και 5.1 στους στίχους 39–40· ότι είναι πιο πιθανό να χρησιμοποίησε την 5.1 στην ενότητα 23· ότι είναι δυνατόν το θεὸν γενέσθαι της ενότητας 23 να προέρχεται άμεσα από τις Εννεάδες 6.9. Και από την επιχειρηματολογία του Dehnhard, σύμφωνα με την οποία το De Sp. S. 9 δεν χρησιμοποιεί άμεσα τον Πλωτίνο αλλά το De sp. ως πηγή, απομένει μόνο ένα αμφίβολο χωρίο (9.23.25 κ.εξ.). Τουλάχιστον το εξής θετικό συμπέρασμα μπορεί να διατυπωθεί: ενώ στα υπόλοιπα κεφάλαια του De Sp. S. είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπάρχει άμεση χρήση του Πλωτίνου, ούτε χρήση του Πλωτίνου μέσω του De sp., στο κεφάλαιο 9 το ζήτημα παραμένει ανοιχτό. Αυτό σαφώς συνηγορεί υπέρ της θέσης του Dörries περί μεταγενέστερης σύνθεσης του κεφαλαίου 9 σε σχέση με τα υπόλοιπα κεφάλαια του De Sp. S. Μπορούμε τώρα να εξετάσουμε την πιθανή πλωτινική επιρροή και σε άλλα κείμενα του Βασιλείου, πέρα από το De sp. και το De Sp. S.
F. ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ
i. HFide [15]²⁸⁷
Στα États ο Henry²⁸⁸ πρότεινε ότι τα εναρκτήρια χωρία του HFide [15] (θεοῦ μεμνῆσθαι … αἰσθήσεται)²⁸⁹ επηρεάζονται από τις Εννεάδες 5.1.1.1–33. Όμως το νοηματικό πλαίσιο είναι εντελώς διαφορετικό· ένα παράδειγμα αρκεί: εκεί όπου ο Πλωτίνος επικαλείται την τόλμα ως πηγή του κακού για τις ψυχές, ο Βασίλειος λέει ότι είναι τολμηρόν να επιχειρεί κανείς να μιλήσει με λεπτομέρειες στη θεολογία. Γενικότερα, ο Πλωτίνος μιλά για ψυχές που λησμονούν την πατρίδα τους, ενώ ο Βασίλειος για τις δυσκολίες της θεολογικής διατύπωσης και την αναγκαιότητα της σιωπής. Ευτυχώς, το Index των Henry–Schwyzer έχει εγκαταλείψει την υπόθεση ότι σε αυτό το σημείο ο Πλωτίνος αποτελεί πηγή του Βασιλείου.
Μετά την υποτιθέμενη χρήση της 5.1.1, ο Βασίλειος, σύμφωνα με τα États, μεταβαίνει στις Εννεάδες 5.1.2.14–17 (και επιστρέφει στις 1.6.7.37–39, 1.6.8.1–3 και, τέλος, 6.9.9.1–2)· αυτό τον οδηγεί από το σὺ δὲ, εἰ βούλει τὸ γεννηθείς Υἱός,²⁹⁰ μετά το οποίο περνά σε ενότητα όπου επαναδιατυπώνει τη θέση του εναντίον διαφόρων αρειανικών ή ημι-αρειανικών διατυπώσεων. Στο Index των Henry–Schwyzer ορισμένοι από αυτούς τους ισχυρισμούς εγκαταλείπονται, αλλά εξακολουθεί να υποστηρίζεται ότι ο Βασίλειος εξαρτάται από τις Εννεάδες 5.1.2.14–18 και 6.9.9.1–2. Για λόγους πληρότητας θα σχολιάσουμε ολόκληρο το χωρίο.
Όσον αφορά τις Εννεάδες 5.1.2.14 κ.εξ., παρά το κύρος του Index των Henry–Schwyzer, έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι ο Βασίλειος δεν χρησιμοποιεί εδώ τους όρους ἡσυχία ή ἥσυχος, παρά την εμφάνιση του ἤσυχον στις Εννεάδες 5.1 και στο De sp., καθώς και τη δική του χρήση της ἡσυχία στο EGNaz. [2], χωρίο που θα εξετάσουμε σύντομα. Δεύτερον, ενώ το De sp. υιοθετεί τη φράση περικείμενον σῶμα (πιθανότατα από τις Εννεάδες 5.1.2), ο Βασίλειος στο HFide [15] έχει μόνο το πολύ λιγότερο εντυπωσιακό τὸ σῶμα σεαυτοῦ. Τρίτον, αν και το HFide [15] παρουσιάζει τη σειρά γῆν, θάλασσαν, ἀέρα, οὐρανόν, η χαρακτηριστική διατύπωση ἥσυχος μὲν γῆ, ἥσυχος δὲ θάλασσα των Εννεάδων 5.1 απουσιάζει. Η εκδοχή του De sp., που χρησιμοποιεί το ἤσυχον, αλλά απλώς απαριθμεί οὐρανός, γῆ, θάλασσα, φαίνεται να βρίσκεται ανάμεσα στις δύο. Σε αυτό το σημείο μπορούμε μόνο να συμπεράνουμε ότι, αν υπάρχει κάποια πλωτινική πηγή για αυτό το τμήμα του HFide [15], το De sp. είναι πιθανότερη από τις Εννεάδες 5.1.2.²⁹¹
Όσον αφορά τις Εννεάδες 1.6.7.37 κ.εξ., το μόνο «άξιο λόγου» παράλληλο είναι η τριάδα «γη», «αέρας», «νερό»· και αυτό απλώς δεν αρκεί. Για τις Εννεάδες 1.6.8 έχουμε μόνο το κάλλος ἀμήχανον, το οποίο ανάγεται στο Συμπόσιο του Πλάτωνα·²⁹² δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ο Πλωτίνος ως ενδιάμεσος.
Έτσι φτάνουμε στην πιθανή χρήση των Εννεάδων 6.9.9.1–2, την οποία ο Henry υποστηρίζει στα États²⁹³ και εκ νέου στο Index των Henry–Schwyzer ως πηγή της αρχής του κεφαλαίου 2. Το χωρίο αυτό είναι ιδιαίτερα διαφωτιστικό, διότι μας επιτρέπει να παρατηρήσουμε σε μικρή έκταση την τεχνική των παράλληλων χωρίων, τις χρήσεις και τις καταχρήσεις της. Η ουσία του επιχειρήματος φαίνεται να είναι η εξής: ο Πλωτίνος γράφει διαδοχικά πηγὴν ζωῆς, πηγὴν νοῦ, ἀρχὴν ὄντος, ἀγαθοῦ αἰτίαν, ῥίζαν ψυχῆς. Ο Βασίλειος, στο παράλληλο χωρίο, έχει: φυσική ἀγαθότης, παντῶν ἀρχή, αἰτία τοῦ εἶναι τοῖς οὖσιν, ῥίζα τῶν ζώντων, πηγὴ τῆς ζωῆς. Δεν χρειάζεται, ασφαλώς, περαιτέρω σχόλιο για αυτό που ο Henry χαρακτήρισε «indice net d’une réminiscence précise des Ennéades». Ο Dehnhard προτιμά να επικαλεστεί την επιρροή του Γρηγορίου Θαυματουργού.²⁹⁴
Μέχρι στιγμής φαίνεται ότι δεν έχουμε αποκομίσει τίποτε το ουσιαστικό από το HFide [15], τουλάχιστον στο μέτρο που αναζητούμε συγκεκριμένες νεοπλατωνικές πηγές και όχι απλώς αόριστες ορολογικές παραλληλίες με τον πλατωνισμό. Η τελευταία μας ελπίδα —για το **HFide [15]**²⁹⁵— πρέπει να στηριχθεί στο σύνολο των χωρίων που παραθέτει ο Henry από τις Εννεάδες 5.1.4, στα οποία ο Dehnhard προσθέτει και άλλα τμήματα των Εννεάδων 5.1.4 και 5.1.3.²⁹⁶ Για τα τελευταία αυτά χωρία ο Dehnhard προτιμά να δει την επίδραση του De sp.· ωστόσο, η τριμερής σύγκριση που στήνει ανάμεσα στον Πλωτίνο, το De sp. και το HFide [15], ενώ πράγματι δείχνει για ακόμη μία φορά τη στενή σχέση ανάμεσα στον Πλωτίνο και το De sp., αποκαλύπτει επίσης πόσο πολύ πιο αόριστες είναι οι «αναφορές» του HFide [15] προς οποιαδήποτε από τις δύο πιθανές πηγές του. Ο Dehnhard έχει ασφαλώς δείξει ότι οι Εννεάδες 5.1.3–4 θα μπορούσαν να είναι η έσχατη πηγή του HFide [15], αλλά η γλώσσα του HFide [15] είναι σε ορισμένα σημεία ουσιωδώς διαφορετική από τις άλλες δύο, ενώ σε άλλα παραμένει κοντά τους. Για παράδειγμα, τόσο ο Πλωτίνος όσο και το De sp. έχουν τη φράση ἡ συνοῦσα θερμότης, ενώ το HFide [15] παρουσιάζει συνουσιώμενος και αργότερα ἀχώριστον τῷ πυρὶ τὸ θερμαίνειν· ο Πλωτίνος έχει επίσης οὐκ ἐπίκτητον, ἀλλ’ ἐν αἰῶνι πάντα, και το De sp. οὐδὲν ἔχον ἀλλ’ αἰδίως πάντα ἔχον, ενώ το HFide [15] δίνει την παραλλαγή οὐδὲν ἐπίκτητον αὐτῷ οὐδὲ ὕστερον ἐπιγενόμενον. Από όλα αυτά είναι δύσκολο να εξαχθούν οριστικά συμπεράσματα σχετικά με τη σχέση του HFide [15] είτε με το De sp. είτε με τις Εννεάδες 5.1. Βεβαίως, γνωρίζουμε ότι σε κάποιο στάδιο ο Βασίλειος διάβασε (ορισμένοι λένε και συνέγραψε) το De sp., και επίσης ότι αυτό το τμήμα του Πλωτίνου δεν του ήταν διαθέσιμο μέσω του Ευσεβίου. Θα μπορούσαμε να συναγάγουμε από μεταγενέστερα δεδομένα —ότι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας γνωρίζει τις Εννεάδες 5.1 (και, αν κρίνουμε από τη σιωπή του για τα υπόλοιπα, μόνο την 5.1 και όχι απλώς μέσω του Ευσεβίου)— ότι αυτή η πραγματεία κυκλοφορούσε αυτοτελώς, τουλάχιστον από την έκδοση του Πορφυρίου, ένα φαινόμενο που έχουμε ήδη εξετάσει υπό το φως της χρήσης της από τον Ευσεβίο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε η χρήση της από τον Βασίλειο στο HFide [15] θα γινόταν ελαφρώς πιο πιθανή. Όχι όμως ιδιαίτερα πιθανή· η αοριστία των υπαινιγμών στο HFide [15] κάθε άλλο παρά υποδηλώνει ότι, κατά τη συγγραφή της ομιλίας του, ο Βασίλειος επανήλθε εκ νέου στο κείμενο του Πλωτίνου. Ίσως λίγο πιο εύλογη είναι μια τροποποίηση της θέσης του Dehnhard: αν —και μόνον αν— ο Βασίλειος επηρεάζεται από κάποιο «πλωτινικό» υλικό στο **HFide [15]**²⁹⁷, είναι πιθανότερο ότι το De sp. λειτουργεί ως ενδιάμεσος παρά ότι ο Βασίλειος παραθέτει άμεσα τον Πλωτίνο. Οι παραλληλισμοί που προσφέρει ο Henry ανάμεσα στις Εννεάδες 5.1.6 και το HFide [15] είναι υπερβολικά αόριστοι ώστε να χρειάζονται περαιτέρω συζήτηση.²⁹⁸ Πρέπει λοιπόν να αρκεστούμε στο συμπέρασμα ότι στο σύνολο του HFide [15] δεν υπάρχει άμεσο και μόνο ελάχιστο έμμεσο «νεοπλατωνικό» υλικό.
ii. Epistula Gregorio sodali (EGNaz. [2])²⁹⁹
Το κεφάλαιο 2 της επιστολής του Βασιλείου προς τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό περιέχει πολλούς επαίνους της ἡσυχία. Αυτό —και μερικά ακόμη κοινοτοπικά στοιχεία— οδήγησαν τον Henry να σκεφθεί τις Εννεάδες 5.1.2.11–14, 5.1.12.12–20, 6.9.7.14 κ.εξ.³⁰⁰, και τον Theiler να επικαλεστεί τον Πορφύριο, De abstinentia 109.9.³⁰¹ Φυσικά, η ἡσυχία και οι αρετές της εξυμνούνται τόσο από τον Πλωτίνο³⁰² όσο και από τον Πορφύριο, και δεν είναι καθόλου παράδοξο ότι ο Βασίλειος, βρίσκοντας προφανώς ευχάριστες αυτές τις γνωστές ιδέες, εκφράζεται με παρόμοιο τρόπο σε μια πρώιμη επιστολή του.
iii. Στο Hexaemeron 2.7 και 6.9: το Hexaemeron και το Contra Eunomium
Στην έκδοσή του του Hexaemeron του Βασιλείου για τη σειρά Sources chrétiennes, ο Giet έχει πει σχεδόν όλα όσα χρειάζεται να ειπωθούν σχετικά με τις πηγές του Βασιλείου σε αυτό το έργο.³⁰³ Αν και ο Giet, ακολουθώντας τον Gronau³⁰⁴, υπερβάλλει ως προς την επιρροή του Ποσειδώνιου —η οποία στην καλύτερη περίπτωση παραμένει αναπόδεικτη— η παρουσίασή του είναι ως επί το πλείστον συνετή και βασισμένη σε επαληθεύσιμες αναφορές. Στην πραγματικότητα, ανέπτυξε στην έκδοσή του τις παλαιότερες μελέτες του Courtonne³⁰⁵ και, για τα Hex. 7 και 8, εκείνες του J. Levie.³⁰⁶ Ιδίως, ο Giet ακολούθησε τον Levie υποστηρίζοντας ότι για μεγάλο μέρος των Hex. 7 και 8 η κύρια πηγή του Βασιλείου είναι κάποιο είδος επιτομής του Αριστοτέλη. Η επιτομή αυτή δεν αναπαράγει τον Αριστοτέλη με ιδιαίτερη πιστότητα· σε αυτήν μπορούν να ανιχνευθούν ίχνη του Αιλιανού, του Οππιανού, του Θεόφραστου και άλλων. Όλα αυτά καθιστούν μάλλον παράδοξο το γεγονός ότι ο Giet δεν φαίνεται να αισθάνεται καμία αμηχανία απέναντι στην υποτιθέμενη χρήση του κειμένου του Πλωτίνου από τον Βασίλειο, όπως αυτή υποστηρίζεται από τον Henry στα États. Και οι πηγές του Βασιλείου λέγεται ότι δεν είναι μόνο η εύλογη 5.1 και η λιγότερο εύλογη 1.6, αλλά, κατά τον Henry, ακόμη και η εξαιρετικά απίθανη 2.8. Τέτοιο είναι πράγματι το βάρος της παράδοσης και ο τυφλός σεβασμός στην αυθεντία.
Η Εννεάδα 2.8, όπως είχε ήδη συνειδητοποιήσει ο Bréhier όταν έγραφε την Notice στην έκδοση Budé του Πλωτίνου, είναι μια σχολική πραγματεία:³⁰⁷ ασχολείται με το ερώτημα γιατί τα μακρινά αντικείμενα φαίνονται μικρότερα. Σε αυτήν ο Πλωτίνος συζητεί πέντε σχολικές απόψεις και προτιμά μία από αυτές, εκείνη του Αριστοτέλη. Είναι πιθανό ότι ο ίδιος ο Πλωτίνος χρησιμοποιεί εδώ κάποιο εγχειρίδιο· και αν το κάνει ο Πλωτίνος, γιατί όχι και ο Βασίλειος, ο οποίος —όπως έχουμε ήδη σημειώσει— δεν αποστρέφεται τη χρήση εγχειριδίων. Για να ανατραπεί αυτή η ερμηνεία της κατάστασης θα απαιτούνταν πολύ ισχυρά τεκμήρια, τα οποία ο Henry δεν έχει προσφέρει. Καταρχάς επικαλείται τον (πορφυριανό) τίτλο της πραγματείας του Πλωτίνου, το ασθενέστερο από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία· και μάλιστα αυτός δεν είναι καν λεκτικά ταυτόσημος με ό,τι απαντά στο Hex. 6.9. Έπειτα συγκρίνει το πέδιον πολύ του Βασιλείου με το ὀρῶν … πολλάς του Πλωτίνου. Και αυτό είναι όλο από τις Εννεάδες 2.8.1. Το κεφάλαιο 2 προσφέρει απλώς τα πολύ τὸ ὄρος και ἐπὶ τοῦ οὐρανοῦ, καθώς και το ὄψις … ἐκτεινομένη, σαν εκφράσεις αυτού του είδους να μην είναι σχεδόν αναπόφευκτες σε μια συζήτηση τόσο τεχνικού θέματος.
Ο Henry πιστεύει ότι το Hex. 6.9 συνδέεται πολύ στενά με το C. Eun. 3.6, όπου επανεμφανίζονται δύο από τις υποτιθέμενες ηχώ του Πλωτίνου: ὀρῶν τε παμμεγεθῶν και αργότερα οὐρανοῦ!³⁰⁸ Το C. Eun. περιέχει επίσης τη φράση τὸ περικείμενον σῶμα, και για αυτήν ο Henry παραπέμπει στις Εννεάδες 5.1, όπως είχε κάνει όταν τη βρήκε στο De sp. Πρέπει πρώτα να σημειώσουμε ότι το τὸ περικείμενον σῶμα δεν απαντά στην Εξαήμερον, αλλά μόνο στο C. Eun. 3.6³⁰⁹, γεγονός που αποδυναμώνει σημαντικά την υπόθεση πλωτινικής επιρροής στο Hex. 6.9. Όσο για το C. Eun. 3.6, οι Εννεάδες 5.1 ή το De sp. θα μπορούσαν να είναι η πηγή, όπως υποστήριξε ο Dehnhard. Όμως για τις λέξεις τὸ περικείμενον σῶμα καθαυτές, ή μάλλον συνοδευόμενες μόνο από ὀρῶν τε παμμεγεθῶν και οὐρανοῦ (που δεν προέρχονται από τις 5.1 ή το De sp.), μόνο ένας λόγιος θα απέφευγε το προφανές συμπέρασμα: πρόκειται για κοινοτοπία που ανάγεται στον Αριστοτέλη.³¹⁰
Στρεφόμαστε τώρα στον «παραλληλισμό» του Henry ανάμεσα στο Hex. 2.7 και τις Εννεάδες 1.6.³¹¹ Η κατάσταση είναι αρκετά παρόμοια. Και πάλι υπάρχουν λίγες —και πράγματι ελαφρώς περισσότερες— λεκτικές παραλληλίες ανάμεσα στον Πλωτίνο και τον Βασίλειο. Αλλά, σύμφωνα με τον Henry, δεν είναι αυτές που τον πείθουν για τη χρήση του Πλωτίνου από τον Βασίλειο· είναι «l’allure de tout le passage et l’ordre dans lequel les idées sont exposées» («η συνολική χροιά ολόκληρου του αποσπάσματος και η σειρά με την οποία εκτίθενται οι ιδέες»).
Ο πρώτος από αυτούς τους ισχυρισμούς είναι υποκειμενικός, και ο δεύτερος δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, αν φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε με παραδοσιακή σχολική διδασκαλία. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Στις Εννεάδες 1.6.1 ο Πλωτίνος αναφέρεται σε μια καθιερωμένη, και ιδίως στωική, άποψη, σύμφωνα με την οποία η ομορφιά ενός αντικειμένου εξηγείται με όρους συμμετρίας των μερών του.³¹² Ο Βασίλειος αναφέρεται στην ίδια καθιερωμένη άποψη στη συζήτησή του, αλλά ενδιαφέρεται ιδιαιτέρως για το ζήτημα της ομορφιάς του φωτός, του χρυσού και του εσπερινού αστέρα (ο Πλωτίνος μνημονεύει τον χρυσό, την αστραπή και τα άστρα γενικώς). Επιπλέον, η συζήτηση του Βασιλείου διεξάγεται σε μεγάλο βαθμό με όρους της ευχάριστης επίδρασης του φωτός κατά τη διαδικασία της όρασης, ένα ζήτημα με το οποίο ο Πλωτίνος δεν ασχολείται. Κοινά είναι μόνο τα τετριμμένα μέρη των κειμένων, εκείνα που αφορούν μια communis opinio την οποία συμμερίζονται τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Πλωτίνος. Μια τέτοια communis opinio αρκεί απολύτως για να εξηγήσει τις ομοιότητες στο λεξιλόγιο.
Ο Courtonne παρατηρεί ότι τόσο ο Βασίλειος όσο και ο Πλωτίνος ενδιαφέρονται για την ομορφιά των «απλών», δηλαδή των ουσιών που υποτίθεται ότι αποτελούνται από όμοια μέρη, οι οποίες, όπως λέγεται, δεν ερμηνεύονται επαρκώς από τη στωική θεωρία.³¹³ Όμως, ενώ ο Βασίλειος σκέφτεται το φως και τον χρυσό, δηλαδή υλικά αντικείμενα, ολόκληρο το νόημα της πλωτινικής επεξεργασίας είναι η μετάβαση στην ομορφιά των άυλων «απλών». Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι, ενώ ο Πλωτίνος, για φιλοσοφικούς λόγους, απορρίπτει πλήρως τη θεωρία της «συμμετρίας» περί ομορφιάς, είναι δυνατόν ο Βασίλειος, κάπως συγκεχυμένα, να την απορρίπτει μόνο για ορισμένα (δηλαδή τα «απλά») σώματα.
Αυτά λοιπόν όσον αφορά τη χρήση του Πλωτίνου από τον Βασίλειο (όπως υποστηρίζεται από τον Henry και άλλους) στην Εξαήμερον· και, κατ’ επέκταση, και στο Contra Eunomium. Διότι δεν μπορώ να εντοπίσω περαιτέρω αποδείξεις της επιρροής του σε κανένα από τα δύο έργα.
Σημειώσεις:
275 H. Dörries, De Spiritu Sancto (Göttingen 1956). Dörries’ thesis is doubted by B. Pruche, “Autour du traité sur le Saint-Esprit de Saint Basile de Césarée,” RSR 52 (1964), esp. 216–223. It is hospitably received, however, by J. Gribomont, “Ésotérisme et tradition dans le Traité du Saint-Esprit de saint Basile,” Oecumenica 2 (1967) 40–41.
276 États, p. 178.
277 Eth. Nic. 1094a. So Dehnhard, Das Problem, p. 71; but Dehnhard wrongly suggests the influence of Eusebius’ On Psalms: see Gribomont, review of Dehnhard, p. 490.
278 Cf. Clement, Strom. 7.7; and generally P. Aubin, Le problème de la “conversion” (Paris 1963).
279 États, p. 179.
280 Pruche, Basile, p. 325.
281 Dehnhard, Das Problem, p. 52.
282 Ibid., p. 8.
283 États, p. 179.
284 Dehnhard, Das Problem, p. 53.
285 See C. F. H. Johnston, The Book of St. Basil the Great on the Holy Spirit (Oxford 1892) p. 54, n. 4; he offers many references.
286 États, p. 182. For θεοποίησις see Nygren, Agape and Eros, p. 428.
287 PG 31: 464 ff.
288 États, p. 175.
289 PG 31: 464B–C.
290 PG 31: 465A12; 465C13, respectively.
291 So Dehnhard, Das Problem, pp. 60–61.
292 Plato, Symp. 218E2.
293 États, p. 176.
294 Dehnhard, Das Problem, p. 58, n. 33.
295 PG 31: 468C ff.
296 Dehnhard, Das Problem, p. 57.
297 PG 31: 468C ff.
298 États, pp. 177–178.
299 Courtonne, 1:6–8; PG 32: 224–228.
300 États, pp. 171–172; cf. Enn. 5.5.8.3.
301 W. Theiler, review of États, BZ 41 (1941) 172.
302 See V. Cilento, “Mito e poesia nelle Enneadi di Plotino,” in Les sources de Plotin (Geneva 1960) pp. 307–309. For Basil’s general interest in ἡσυχία see Dehnhard, Das Problem, p. 48; also T. Špidlik, La sophiologie de s. Basile (Rome 1961) pp. 88–91.
303 S. Giet, Basile de Césarée, Homélies sur l’Hexaéméron (Paris 1968) pp. 47–69.
304 K. Gronau, Posidonios, eine Quelle für Basilius’ Hexahemeron (Braunschweig 1912).
305 Y. Courtonne, S. Basile et l’Hellénisme (Paris 1934).
306 J. Levie, “Les sources de la 7e et la 8e homélies de saint Basile sur l’Hexaéméron,” Musée belge (1920) 113–149.
307 Theiler (BZ 41 [1941] 171) inevitably thinks of Porphyry, though he notices the possibility of pre-Plotinian sources for Basil.
308 For all this see États, p. 174.
309 See also Dehnhard, Das Problem, p. 62.
310 GA 76, 4830.
311 États, pp. 172–173.
312 Cf. Cicero, Tusc. Disp. 4.13.31 (SVF 3: 279).
313 Courtonne, S. Basile, p. 132.
Συνεχίζεται με:
G. Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ: ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
276 États, p. 178.
277 Eth. Nic. 1094a. So Dehnhard, Das Problem, p. 71; but Dehnhard wrongly suggests the influence of Eusebius’ On Psalms: see Gribomont, review of Dehnhard, p. 490.
278 Cf. Clement, Strom. 7.7; and generally P. Aubin, Le problème de la “conversion” (Paris 1963).
279 États, p. 179.
280 Pruche, Basile, p. 325.
281 Dehnhard, Das Problem, p. 52.
282 Ibid., p. 8.
283 États, p. 179.
284 Dehnhard, Das Problem, p. 53.
285 See C. F. H. Johnston, The Book of St. Basil the Great on the Holy Spirit (Oxford 1892) p. 54, n. 4; he offers many references.
286 États, p. 182. For θεοποίησις see Nygren, Agape and Eros, p. 428.
287 PG 31: 464 ff.
288 États, p. 175.
289 PG 31: 464B–C.
290 PG 31: 465A12; 465C13, respectively.
291 So Dehnhard, Das Problem, pp. 60–61.
292 Plato, Symp. 218E2.
293 États, p. 176.
294 Dehnhard, Das Problem, p. 58, n. 33.
295 PG 31: 468C ff.
296 Dehnhard, Das Problem, p. 57.
297 PG 31: 468C ff.
298 États, pp. 177–178.
299 Courtonne, 1:6–8; PG 32: 224–228.
300 États, pp. 171–172; cf. Enn. 5.5.8.3.
301 W. Theiler, review of États, BZ 41 (1941) 172.
302 See V. Cilento, “Mito e poesia nelle Enneadi di Plotino,” in Les sources de Plotin (Geneva 1960) pp. 307–309. For Basil’s general interest in ἡσυχία see Dehnhard, Das Problem, p. 48; also T. Špidlik, La sophiologie de s. Basile (Rome 1961) pp. 88–91.
303 S. Giet, Basile de Césarée, Homélies sur l’Hexaéméron (Paris 1968) pp. 47–69.
304 K. Gronau, Posidonios, eine Quelle für Basilius’ Hexahemeron (Braunschweig 1912).
305 Y. Courtonne, S. Basile et l’Hellénisme (Paris 1934).
306 J. Levie, “Les sources de la 7e et la 8e homélies de saint Basile sur l’Hexaéméron,” Musée belge (1920) 113–149.
307 Theiler (BZ 41 [1941] 171) inevitably thinks of Porphyry, though he notices the possibility of pre-Plotinian sources for Basil.
308 For all this see États, p. 174.
309 See also Dehnhard, Das Problem, p. 62.
310 GA 76, 4830.
311 États, pp. 172–173.
312 Cf. Cicero, Tusc. Disp. 4.13.31 (SVF 3: 279).
313 Courtonne, S. Basile, p. 132.
Συνεχίζεται με:
G. Ο ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ: ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου