Πηγή: Περιοδικικό ΘΕΟΛΟΓΙΑ 96,3 (2025) 79-100
Ἀγαθαγγέλου Σίσκου
Συμπεράσματα
Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ὡς κοινὸ καὶ ἀμοιβαῖο μεταξὺ Πατρὸς καὶ Υἱοῦ, εἶναι τὸ συνδετικὸ τῆς ἑνότητας στὴν Ἁγία Τριάδα μὲ τρόπο ποὺ ἀρχοποιεῖται ὁ Πατὴρ διὰ τοῦ Υἱοῦ46. Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὑπάρχει ἀπὸ τὸν Πατέρα, γιὰ τὸν Υἱό, μὲ τὸν Υἱό, πρὸς τὸν Υἱό, καὶ μέσῳ τοῦ Υἱοῦ, λόγῳ τοῦ γεγονότος ὅτι ὑπάρχει ὁ Υἱός. Ἑπομένως, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα στὴν Ἁγία Τριάδα εἶναι αὐτὸ ποὺ φέρνει τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ σὲ ἑνότητα ἀγάπης, ἀλλὰ ὄχι σὲ ἑνότητα ὑπάρξεως, οὕτως ὥστε νὰ διακρίνεται ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ, ἀφοῦ ὁ Υἱὸς κατέχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, διότι τὸ λαμβάνει ἀπὸ αὐτόν47. Γνωρίζοντας ὁ ζωγράφος τοῦ Ἁγίου Νικολάου Τζώτζα (1360-1365) τὴν ὕπαρξη τῶν δύο προγενέστερων ἀνθρωπόμορφων Παλαιολόγειων εἰκονογραφικῶν τύπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, τοῦ Ἁγίου Γεωργίου Ομορφοκκλησιᾶς (β΄ ἥμισυ 13ου αἰ.) καὶ τῆς Παναγίας Κουμπελίδικης Καστοριᾶς (1260-1280), θεολογεῖ ἀκολουθώντας πιστὰ τὰ Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα τοῦ Γρηγορίου Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν δίνει ἰδιαίτερη έμφαση στὴ διατήρηση τῆς μιᾶς ἀρχῆς στὴν Ἁγία Τριάδα, ἀφ' ἑτέρου δὲ διευκρινίζει ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὸν Υἱὸ ὡς ἀπόῤῥητος ἔρως τοῦ Πατρὸς πρὸς τὸν Υἱό, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Υἱὸς δὲν συνιστᾶ τὴν ἀρχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν τούτοις ὅμως τυγχάνει ὁ ἀγαπημένος του, καθότι διὰ τοῦ Υἴοῦ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ὡς ἔρως ἐκπορεύεται ἀπὸ τὸν Πατέρα48, ἐνῶ πέμπεται χρονικῶς ἐξ ἀμφοτέρων ὡς «κοινὸν ἐξ ἀϊδίου τῷ πατρὶ καὶ τῷ υἱῷ» 49.
«Σύμφωνα με την ανθρωπολογία του Παλαμά, ο ἔρωτας που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο πνεύμα είναι η αγάπη για το σώμα, μετά του οποίου ενώνεται η ψυχή με συνέπεια ο άνθρωπος να υπερέχει έναντι των αγγέλων ως εικόνα Θεού1. Εκτός αυτού φαίνεται επίσης ότι, ο πνευματικός ἔρωτας της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται από το νοῦ και τον λόγο, γιατί συνίσταται στον λόγο και το νοῦ, κατέχοντας ταυτόχρονα εντός του το νοῦ και τον λόγο. Aξίζει ιδιαίτερα να παρατηρηθεί πως, αν και ο Παλαμάς εμφανώς διαφωνεί στο Κεφάλαιο 38 με την μεσαιωνική και σχολαστική διδασκαλία του filioque, αντιλαμβάνεται την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος σύμφωνα με την θεώρηση της προέλευσης του πνευματικού ἔρωτα από το νοῦ και τον ἐσώτατό του λόγο. Με τον τρόπο αυτόν ο Παλαμάς καταλήγει στην θεώρηση του Αγίου Πνεύματος ως ἔρωτα ἀπόρρητου που προέρχεται από τον Πατέρα και αναπαύεται στον αγαπητό Υιό αϊδίως. Έτσι λόγω της αιτιώδους σχέσης η εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος υφίσταται επειδή ο Υιός είναι ο αγαπημένος Λόγος της αλήθειας, χωρίς όμως ο Υιός να καθίσταται αίτιος της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος, αφού μόνος αίτιος είναι ο Πατέρας. Η προσέγγιση αυτή μοιάζει περισσότερο οικονομική παρά θεολογική, ιδιαίτερα εάν ληφθεί υπόψη ότι, η εκ μέρους του Παλαμά θεώρηση της ανθρώπινης γνώσης μέσω της Σάρκωσης του Λόγου κατέστησε τον άνθρωπο ενσαρκωμένο γνώστη της Αλήθειας.
1. Βλ. ΓΡ. ΠΑΛΑΜΑ, Κεφάλαια ἑκατὸν πεντήκοντα 38, τ. 5, σ. 56, 9-25.
2. Βρίσκεται στην αετωματική απόληξη του ανατολικού τοίχου του κυρίως ναού και αποτελεί σύνθεση των θεμάτων της βασιλικής Δέησης με την Αγία Τριάδα σε οριζόντια διάταξη του Πατρός και του Υιού καθήμενων σε σύνθρονο, το οποίο περιβάλλεται από ακτινωτή δόξα και πλαισιώνονται αριστερά από την Παναγία και δεξιά από τον Ιωάννη Πρόδρομο. Στο κέντρο της εικονογραφικής σύνθεσης βρίσκεται ο Παλαιός των Ημερών, φέροντας λευκό χιτώνα και ιμάτιο, ενώ ευλογεί με το δεξί χέρι και συνοδεύεται από την επιγραφή στα αριστερά Ο ΠΑΛΕΟC ΤΩΝ ΗΜΕΡ/ΩΝ και την βραχυγραφία στο φωτοστέφανο Ι(ΗCΟΥ)C/X(ΡΙCTO)C. Στον βραχίωνα του δεξιού του χεριού εικονίζεται καθήμενο το Άγιο Πνεύμα, υπό μορφή περιστεράς με την επιγραφή ΤΟ ΠΑΡΑΚΛΗ/ΤΟΝ ΠΝ(ΕΥΜ)Α και την βραχυγραφία επίσης Ι(ΗCΟΥ)C/X(ΡΙCTO)C πάνω από το φωτοστέφανο. Δεξιά του Παλαιού των Ημερών εικονίζεται ο Σαρκωμένος Υιός και Λόγος του Θεού, με παλαιολόγειο αυτοκρατορικό σάκο, ενώ ευλογεί με το δεξί χέρι, κρατώντας στο αριστερό ανοικτό ευαγγέλιο, στο οποίο αναγράφεται η επιγραφή ΔΕΥΤΕ ΟΙ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΟΙ και συνοδεύεται από την επιγραφή Ο ΒΑCΙΛΕΥ/C TON BACIΛΕ/ΒΩΝΤΩΝ και την βραχυγραφία Ι(ΗCΟΥ)C/X(ΡΙCTO)C. Δεξιά του αναπαριστάται η Θεοτόκος με παλαιολόγειο αυτοκρατορικό ιμάτιο, δεόμενη σε στάση τριών τετάρτων. Αριστερά του Παλαιού των Ημερών αναπαριστάται ο Ιωάννης Πρόδρομος, δεόμενος σε στάση επίσης τριών τετάρτων. Η σύνθεση ολοκληρώνεται με την μικρογραφική απεικόνιση δύο προφητών σε προτομή στις γωνίες δεξιά και αριστερά, από τους οποίους ο εικονιζόμενος πίσω από τον Ιωάννη Πρόδρομο ταυτίζεται με τον προφήτη Δανιήλ. Η εικονογραφική σύνθεση συνοδεύεται από την επιγραφή Η ΑΓΙΑ/ΤΡΙΑC στην αετωματική απόληξη της σύνθεσης, όπου παρεμβάλλεται ένα κρυμμένο χερουβείμ μαζί με άλλα δύο όμοια δεξιά και αριστερά του θρόνου, αναλυτικότερα βλ. Ε.Ν. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής την εποχή των Παλαιολόγων (1360-1450), εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 2016, σσ. 79-80, 91 (στο εξής: Ε.Ν. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής την εποχή των Παλαιολόγων (1360-1450)); Ι. ΣΙΣΙΟΥ, “Μία άγνωστη σύνθεση στον Άγιο Νικόλαο Τζώτζα Καστοριάς, συνένωση δύο σημαντικών θεμάτων της Βασιλικής Δέησης και της Αγίας Τριάδας”, σσ. 511-536. Βλ. σ. 523 εικ. γ.
3. Σύμφωνα και με την διήγηση του θαύματος της θεραπείας μιας αιμοροούσας γυναίκας από την Καστοριά με το όνομα Ζωή, σχετικά βλ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμῶν, PG 151, 647D: “Γυναικί τινι τῶν εὐπατριδῶν καὶ κοσμίων, Ζωῇ τοὔνομα, δριμεῖά τις ὀδύνη προσγίνεται κατὰ τῶν ἐγκάτων, οὕτω τοι σφοδρῶς ἐκεῖνα πιέζουσα καὶ στροβοῦσα, ὡς καὶ ὀχετοὺς αἱμάτων ἐκεῖθεν κάτω καθ᾽ ἑκάστην προχεῖσθαι”.
4. Εικονίζεται σε μετάλλιο στο εικονογραφικό πρόγραμμα που διατρέχει τον δυτικό τοίχο του ναού με την προσωνυμία Ο ΑΓΙ(ΟC) / ΓΡΗ/ΓΟΡΙ/ΟC / Ο ΠΑ/ΛΑΜ(ΑC) Κ(ΑΙ) ΝΕ/ΟC / ΧΡ(ΥΣΟΣΤΟΜ)ΟC και αποτελεί μία από τις πρώτες απεικονίσεις του, δηλαδή αμέσως μετά την αγιοκατάταξή του το 1368, αναλυτικότερα βλ. Al. TRIFONOVA, Οι τοιχογραφίες του ναού του Αγίου Γεωργίου του Βουνού στην Καστοριά. Συμβολή στη μελέτη της ζωγραφικής του δευτέρου μισού του 14ου αιώνα στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας (διδακτορική διατριβή), Θεσσαλονίκη 2010, σσ. 244-248, εικ. 65 και 137‧ “Η απεικόνιση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο ναό του Αγίου Γεωργίου του Βουνού στην Καστοριά, Νέο Στοιχείο για τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού”, ΔΧΑΕ 32 (2011), σσ. 85-93, εικ. 1-2 (στο εξής: Al. TRIFONOVA, “Η απεικόνιση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο ναό του Αγίου Γεωργίου του Βουνού στην Καστοριά, Νέο Στοιχείο για τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού”); Ε.Ν. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής την εποχή των Παλαιολόγων (1360-1450), σσ. 136-137, εικ. 84‧ ”Εικονιστικές μαρτυρίες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη και στο Άγιον Όρος”, Πρακτικά Διεθνών Επιστημονικών Συνεδρίων “Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στην ιστορία και το παρόν, Άγιον Όρος 2000, 193-216‧ “Εικονιστικές μαρτυρίες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σε ναούς της Καστοριάς και της Βεροίας. Συμβολή στην εικονογραφία του αγίου”, Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 263-294. εικ. 1-20 (στο εξής: Ε.Ν. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, “Εικονιστικές μαρτυρίες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σε ναούς της Καστοριάς και της Βεροίας. Συμβολή στην εικονογραφία του αγίου”); Χ. ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΤΣΙΟΥΜΗ, “Οι πρώτες απεικονίσεις του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στη Θεσσαλονίκη”, Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου εις τιμήν και μνήμην του εν αγίοις πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Παλαμά, Θεσσαλονίκη 1986, σσ. 247-257. Βλ. σ. 524 εικ. α.
5. Απεικονίζεται στην κόγχη του διακονικού ολόσωμος ως λειτουργός με ωμοφόριο, πολυσταύριο φαιλόνιο και στιχάριο, φέροντας Ευαγγελιστάριο, ενώ συνοδεύεται από την επιγραφή Ο ΑΓΙ/ΟC ΓΡΗΓΟΡΙΟC ΑΡ/ΧΙΕΠΙΣΚΟ(ΠΟ)C / ΘΕC(C)ΑΛ(Ο)ΝΗΚΙΣ Κ(ΑΙ) ΝΕ(Ο)C ΧΡ(ΥΣΟΣΤΟΜ)ΟC Ο ΠΑΛ/Α/(ΜΑC) αναλυτικότερα βλ. Ε.Ν. ΤΣΙΓΑΡΙΔΑ, Καστοριά. Κέντρο ζωγραφικής την εποχή των Παλαιολόγων (1360-1450), σσ. 280-281, 290-291, εικ. 206 και 214,‧ “Εικονιστικές μαρτυρίες του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά σε ναούς της Καστοριάς και της Βεροίας, σσ. 264, 275, εικ. 1-2; Al. TRIFONOVA, “Η απεικόνιση του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στο ναό του Αγίου Γεωργίου του Βουνού στην Καστοριά, Νέο Στοιχείο για τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών του ναού”, σ. 87, εικ. 3. Βλ. σ. 525 εικ. β.
6. Βλ. ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, Λόγος ἐγκωμιαστικὸς εἰς τὸν ἐν Ἁγίοις Πατέρα ἡμῶν Γρηγόριον, Ἀρχιεπίσκοπον Θεσσαλονίκης τὸν Παλαμῶν, PG 151, 648D-649A: “Ἐντεῦθεν οἱ θεοφιλέστεροι τε καὶ προὔχοντες τῶν ἐκεῖ, καὶ μάλιστα τῶν εἰς ἱερέας τελούντων, εἰς ταὐτὸ συνιόντες, εἰκόνα τε ἱερὰν ἱστῶσι τῷ Γρηγορίῳ, καθὰ δὴ καὶ φθάσας εἰρήκειν, ἑορτήν τε λαμπρὰν καὶ πάνδημον ἄγουσι τῆς αὐτοῦ τελειώσεως τὴν ἡμέραν, καὶ νεὼν αὐτῷ οἷα δὴ καὶ Χριστοῦ λαμπρῷ μαθητῇ σπεύδουσιν ἀνεγείρειν, οὐ συνόδους μεγίστας καὶ κοινάς τινας ἀναμείναντες ψήφους, ὥστ᾽ ἐκεῖνον ἀνακηρύξαι, οἷς καὶ χρόνος καὶ ὄκνος καὶ μέλησις καὶ πλεῖστά τινα τῶν ἀνθρωπίνων ἔστιν ὅτε προσίσταται, ἀλλὰ τῇ ἄνωθεν ψήφῳ τε καὶ ἀνακηρύξει καὶ τῇ λαμπρᾷ καὶ ἀναμφιβόλῳ τῶν πραγμάτων ὄψει καὶ πίστει καλῶς ἀρκεσθέντες”.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου