Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Το τέλος του Ζαρατούστρα (2) Η κατάρρευση του Νίτσε στο Τορίνο

Συνέχεια από Δευτέρα 26. Ιανουαρίου 2026


Το τέλος του Ζαρατούστρα 2
Η κατάρρευση του Νίτσε στο Τορίνο


Του Anacleto Verrecchia

Εκδόσεις: Hermann Böhlaus Nachf., 1986

Η πρώτη παραμονή στο Τορίνο

Όταν ο Nietzsche, στις 5 Απριλίου 1888, κατέβηκε από το τρένο στον σταθμό Porta Nuova στο Τορίνο, δεν πατούσε βέβαια σε έναν τόπο που δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Εδώ είχε βρεθεί ήδη τον Οκτώβριο του 1876, έστω και μόνο περαστικός, καθ’ οδόν προς το Sorrent. Σε ένα προσχέδιο επιστολής προς την Isabella von der Pahlen διαβάζουμε:
«Ήταν στον σταθμό του Τορίνο όπου σας υποσχέθηκα κάτι με σκοτεινές εκφράσεις (διότι έχω μια συστολή να μιλώ για παιδιά που δεν έχουν γεννηθεί). Με δυο λόγια: εκείνο που τότε εννοούσα ήταν αυτό το βιβλίο. Σας παρακαλώ δεχθείτε το, όπως κι εμένα τον ίδιο, ως περιστασιακό ταξιδιωτικό σύντροφο και δείξτε του την εύνοιά σας.»¹

Ο Nietzsche λοιπόν ήταν «έγκυος» και είχε έρθει στην Ιταλία για να γεννήσει. Και αυτός, που αγαπούσε να παίζει τον μυστηριώδη, δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό να εμπιστευθεί στη συνταξιδιώτισσά του την «κατάστασή» του. Θα δούμε στη συνέχεια ότι δεν ήταν καθόλου απρόθυμος να μιλά για αγέννητα παιδιά· μάλιστα τα βάφτιζε και τα αποκαλούσε με το όνομά τους προτού ακόμη συλληφθούν. Με άλλα λόγια: υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός τίτλων έργων που δεν γράφτηκαν ποτέ. Ο Nietzsche δεν περιοριζόταν απλώς στο να καταγράφει και να κορνιζάρει όμορφα τον τίτλο ενός μελλοντικού έργου που τελικά δεν θα έβλεπε ποτέ το φως του κόσμου, αλλά πρόσθετε χωρίς δισταγμό και το όνομά του καθώς και εκείνο του εκδότη, ευδιάκριτα σημειωμένα.

Και η επιστολή της 27ης Σεπτεμβρίου 1876 προς τον Wagner θα μπορούσε, αν διαβαστεί ειρωνικά, να θυμίσει συμπτώματα εγκυμοσύνης, όταν ο Nietzsche υιοθετεί τη λεπτεπίλεπτη συμπεριφορά μιας επίτοκης που πρόκειται σύντομα να γεννήσει:
«Ίσως γνωρίζετε ότι και τον επόμενο μήνα πηγαίνω στην Ιταλία (…). Από την Ιταλία αναμένω πλήρη ησυχία, ήπιο αέρα, περιπάτους, σκοτεινά δωμάτια· με πιάνει φρίκη στη σκέψη ότι εκεί θα πρέπει να δω ή να ακούσω κάτι.»

Για να μη μιλήσουμε καν για εκείνες τις κρίσεις εμέτου, για τις οποίες γράφει στην αδελφή του σε επιστολή από τη Genua, με ημερομηνία 22 Οκτωβρίου:
«Από το Bex άθλια αναχώρηση, στη Genf κάπως καλύτερα, το μεσημέρι έφαγα στο Hôtel Post. (…) Νυχτερινό ταξίδι μέσω Mont Cenis, την επόμενη ημέρα το απόγευμα άφιξη στη Genua με σφοδρότατο πονοκέφαλο: αμέσως στο κρεβάτι, εμετός.»


Έτσι, ύστερα από μια απόπειρα τον Οκτώβριο του 1872, όταν είχε τραπεί αμέσως σε φυγή γεμάτος αηδία, ο «βιβλιογεννών» Nietzsche έκανε την είσοδό του στην Ιταλία· ότι, πολλά χρόνια αργότερα, ακριβώς στο Τορίνο η γονιμότητά του θα εξαντλούνταν με τραγικό τρόπο, ήταν τότε για εκείνον αδιανόητο. Ωστόσο, χρειαζόταν ήδη όλη του η τρέλα για να αναζητά τα «σκοτεινά δωμάτια» στο Sorrent. Κατά τα λοιπά πρέπει να παραδεχθεί κανείς ότι, κατά τις μακρές παραμονές του στην Ιταλία, έμεινε πάντοτε πιστός στην πρόθεσή του να μη βλέπει και να μην ακούει τίποτε: ολοκληρωτικά αφοσιωμένος στο έργο του, αυτός ο βελτιωτής του κόσμου δεν έδινε καμία σημασία στο περιβάλλον του και πράγματι δεν γνώριζε τίποτε από τη ζωή.

Μάταια θα περίμενε κανείς από αυτόν μια κοινωνική και πολιτισμική εικόνα της Ιταλίας, όπως εκείνη που έδωσε ο Stendhal, ή έστω την περιγραφή μιας πόλης, ενός μουσείου ή ενός μνημείου. Για εκείνον, που υπήρξε καθηγητής κλασικής φιλολογίας στη Basel και είχε συναναστραφεί ακόμη και τον Burckhardt, η Ιταλία δεν ήταν κατά κάποιον τρόπο τίποτε άλλο παρά κλίμα, αέρας και θερμοκρασία. Έχει κανείς την εντύπωση ότι κουβαλούσε μάλλον στην τσέπη του παλτού του, ως vademecum, τη ρήση του Metternich «L'Italie est une expression géographique» παρά τον πολιτισμό της Αναγέννησης στην Ιταλία.

Η Ρώμη, η Φλωρεντία, η Βενετία και όλος ο αχανής καλλιτεχνικός τους πλούτος — ο «αισθητικός» Nietzsche δεν είχε γι’ αυτά ούτε μάτια ούτε ενδιαφέρον. Πάντοτε μας εμφανίζεται κλεισμένος μέσα στον εαυτό του. Είναι μια μονάδα χωρίς παράθυρα· ταξιδεύει πάντοτε με κατεβασμένες κουρτίνες· δεν βλέπει και δεν ακούει τίποτε. Κι όμως αξιώνει για τον εαυτό του ότι γνωρίζει τον κόσμο και ότι θα τον επαναστατικοποιήσει. Και όταν, ίσως ήδη υπό την επίδραση της τρέλας, βγαίνει λίγο έξω από τον εαυτό του και μας αφηγείται κάτι για το Τορίνο, την πόλη στην οποία ζει, συχνά σφάλλει ή αυταπατάται, επειδή θεωρεί πραγματικότητα αυτό που συχνά δεν είναι παρά προβολή της ψυχικής του κατάστασης.

Ο Nietzsche είχε αναχωρήσει το πρωί της 2ας Απριλίου 1888 από τη Nizza. Δύο ημέρες νωρίτερα, δηλαδή στις 31 Μαρτίου, είχε γράψει στον Gast:
«Αγαπητέ φίλε, όλα έχουν ετοιμαστεί τόσο, ώστε μεθαύριο το πρωί να αναχωρήσω για το Τορίνο. Νομίζω ότι θυμάμαι πως εσείς ο ίδιος με είχατε κάποτε συμβουλεύσει να δοκιμάσω αυτό το εγχείρημα. Η πρόθεσή μου είναι να παραμείνω εκεί δύο μήνες, για να μεταβώ έπειτα απευθείας στο Engadin. Μου επαινούν τον ξηρό αέρα, τους ήσυχους δρόμους, την εξαιρετική έκταση της πόλης, ώστε να μπορώ, χωρίς να εκτίθεμαι στο ηλιακό φως, να κάνω μεγάλους περιπάτους.»

Πράγματι, το 1885 ο Gast είχε μεταφέρει στον Nietzsche μια δελεαστική περιγραφή του Τορίνο, ιδίως ως προς το κλίμα, την οποία του είχε δώσει ένας Ιταλός αξιωματούχος. Ακόμη και στις 30 Μαρτίου 1888 τού έγραφε ο Gast:
«Ως ενδιάμεσος σταθμός μεταξύ Sils και Nizza σκεφτόμουν αυτές τις ημέρες συχνά το Τορίνο. Λέγεται, λ.χ., ότι έχει δροσερές νύχτες το καλοκαίρι — πλεονέκτημα για το οποίο δύσκολα μπορούν να καυχηθούν οι μεγαλύτερες πόλεις της Liguria και της Lombardia.»


Περισσότερες πληροφορίες για το Τορίνο μπορούσε να συγκεντρώσει ο Nietzsche στη Nizza, η οποία έως τον Δεύτερο Πόλεμο της Ανεξαρτησίας ήταν ιταλική και όπου αναμφίβολα υπήρχαν αρκετοί άνθρωποι που γνώριζαν την πρωτεύουσα του Piemonte. Άλλωστε φαίνεται πως στη Nizza συναναστρεφόταν μόνο Ιταλούς· σε μια επιστολή προς τον Gast, με ημερομηνία 4 Δεκεμβρίου 1883, διαβάζουμε:
«Η Nizza, ως γαλλική πόλη, μου είναι ανυπόφορη και σχεδόν κηλίδα μέσα σε αυτή τη νότια μεγαλοπρέπεια· αλλά είναι ακόμη και ιταλική πόλη — εκεί, στο παλαιότερο τμήμα, έχω νοικιάσει δωμάτιο, και όταν χρειάζεται να μιλήσει κανείς, μιλιέται ιταλικά: τότε είναι σαν σε προάστιο της Genova.»


Όσα μπόρεσε να πληροφορηθεί ήταν προφανώς τόσο ελκυστικά, ώστε τελικά έκανε την επιλογή του. Σε επιστολή προς τον Gast, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1888, γράφει ότι δεν ήξερε ακόμη πού ήθελε να ταξιδέψει και ότι είχε περάσει ολόκληρη τη νύχτα σκεπτόμενος το θέμα· έπειτα όμως του μιλούν για το Τορίνο, για το κλίμα του, για τις στοές του, για τους όμορφους ευθείς δρόμους του — και αναχωρεί. Ωστόσο, το ταξίδι δεν στάθηκε κάτω από καλό άστρο.

Έπρεπε να αλλάξει τρένο στη Savona, αλλά από αφηρημάδα ή από λάθος επιβιβάστηκε πιθανότατα ξανά στο ίδιο τρένο¹⁸ από το οποίο μόλις είχε κατεβεί. Εν πάση περιπτώσει, αντί να συνεχίσει προς το Τορίνο, συνέχισε το ταξίδι προς τη Genua και κατέβηκε στο Sampierdarena. Ας τον αφήσουμε να διηγηθεί ο ίδιος:
«Αγαπητέ φίλε, εκμεταλλεύομαι την πρώτη νηνεμία μιας πολύ θυελλώδους διαδρομής για να σας γράψω. Ίσως αυτό μου δώσει λίγη ηρεμία και αυτοσυγκράτηση· διότι έως τώρα ήμουν εκτός εαυτού και δεν έχω ταξιδέψει ποτέ υπό τόσο δυσμενείς συνθήκες. Είναι δυνατόν, από Δευτέρα έως Σάββατο, να ζήσει κανείς τόσα παράλογα πράγματα! Όλα πήγαν στραβά, από την αρχή· έμεινα δύο ημέρες άρρωστος — πού; — στο Sampierdarena. Μην πιστέψετε ότι σκόπευα να ταξιδέψω εκεί. Μόνο η βαλίτσα μου είχε διατηρήσει την αρχική πρόθεση προς το Τορίνο· εμείς οι άλλοι, δηλαδή οι χειραποσκευές μου κι εγώ, χωριστήκαμε και πήραμε διαφορετικές κατευθύνσεις. Και πόσο ακριβό ήταν το ταξίδι! Πόσο πλούτισαν εις βάρος της φτώχειάς μου! Πραγματικά δεν είμαι πια φτιαγμένος για να ταξιδεύω μόνος: με διεγείρει υπερβολικά, ώστε τα αρχίζω όλα ανόητα. Και εδώ επίσης, στην αρχή, όλα πήγαν άνω κάτω. Τη νύχτα άυπνος, κατάπληκτος, ανίκανος να καταλάβω τι είχε φέρει μαζί της η ημέρα. Όταν σας ξαναδώ, θέλω να σας περιγράψω μια σκηνή στη Savona που θα ταίριαζε απλώς στα Fliegenden Blätter. Μόνο που εμένα με έκανε άρρωστο.»

Έτσι έγραφε στις 7 Απριλίου 1888 από το Τορίνο προς τον Gast.

Για ποια σκηνή επρόκειτο άραγε; Πάντως για κάποια κωμική, διαφορετικά ο Nietzsche δεν θα υπαινισσόταν τα «Fliegenden Blätter», το γνωστό σατιρικό περιοδικό. Ίσως πρέπει να τον φανταστούμε να περιπλανιέται μισότυφλος στον σταθμό της Savona, να ρωτά για την ανταπόκριση προς Τορίνο, να φορτώνει τις αποσκευές του στο τρένο (αν δεν τις είχε παραδώσει ως αποσκευή ταξιδιού) και κατόπιν, ύστερα από λίγα βήματα με τις χειραποσκευές, να στριμώχνεται σε ένα άλλο βαγόνι.

Ας θυμηθούμε επίσης τι γράφει στην επιστολή της 10ης Απριλίου προς τον Overbeck:
«Το ταξίδι από τη Nizza έως το Τορίνο, φαινομενικά μια μικρή υπόθεση, ήταν ίσως το πιο δυστυχές ταξίδι που έχω κάνει. Μια βαθιά αδυναμία με κατέλαβε καθ’ οδόν: έτσι ώστε έκανα τα πάντα λάθος και ανόητα. Μου αποδείχθηκε ad oculos (— και δυστυχώς και ad saccum, στο πουγκί μου) ότι δεν θα έπρεπε πια να διακινδυνεύω να ταξιδεύω μόνος.»
«Τελικά έμεινα δύο ημέρες ξαπλωμένος άρρωστος σε μια φρικτή κατάσταση — πού; στο Sampi di Arena! [sic! Σωστό: Sampierdarena.] Κι όμως είχα εισιτήριο για το Τορίνο! Αλλά να που, αλλάζοντας από ένα τρένο σε άλλο, είχα επιβιβαστεί σε κάτι λάθος… Η βαλίτσα κράτησε με αξιέπαινο τρόπο σταθερή τη βασική ιδέα του ταξιδιού· οι χειραποσκευές είχαν διασκορπιστεί, έτσι που χρειάστηκε κόπος για να τις τηλεγραφήσω πάλι και να συγκεντρωθούν.»


Όπως βλέπει κανείς, η εκδοχή προς τον Overbeck διαφέρει κάπως από εκείνη που προοριζόταν για τον Gast. Από πού τηλεγράφησε ο Nietzsche (κι αυτό ασφαλώς αποτελεί μέρος της «σκηνής») για τις αποσκευές του, που τόσο φρόνιμα είχαν συνεχίσει προς το Τορίνο; Αν από τη Savona, τότε δεν καταλαβαίνει κανείς γιατί ο ίδιος συνεχίζει ξαφνικά το ταξίδι προς τη Genua. Ήδη από αυτή τη λεπτομέρεια — στην οποία σκόπιμα στάθηκα τόση ώρα — φαίνεται πόσο δύσκολο είναι να ανασυνθέσει κανείς με ακρίβεια τη ζωή του Nietzsche. Ιδίως από το Τορίνο δεν δίνει καμία εκτενή αναφορά για τις ιδιωτικές του εμπειρίες. Όσο για τον υπαινιγμό ότι κάποιοι πλούτισαν εις βάρος του, δεν είναι σαφές σε τι ακριβώς αναφέρεται, εκτός ίσως από την τυπική προκατάληψη των Γερμανών, που στο εξωτερικό αισθάνονται πάντοτε ότι εξαπατώνται.

Οι δύο παραπάνω επιστολές προς τον Gast και τον Overbeck μας δείχνουν μια πολύ ανθρώπινη πλευρά του Nietzsche, ο οποίος, άρρωστος και χαμένος μέσα στους πυρετικούς του εφιάλτες, δεν είναι πια σε θέση να ταξιδεύει μόνος. Δεν συναντά κανείς συχνά στην αλληλογραφία του τόσο ανθρώπινες, πράγματι συγκινητικές επιστολές. Σε εκείνη προς τον Gast ίσως κρύβεται μια κραυγή βοήθειας ή τουλάχιστον μια ανάγκη συνοδείας. Ο Zarathustra θα πρέπει κάπως να αισθανόταν ότι το έδαφος της ύπαρξής του έτριζε κάτω από τα πόδια του. Θα έχουμε ακόμη την ευκαιρία να επανέλθουμε σε αυτές τις ντροπαλές και έμμεσες εκκλήσεις βοήθειας, τις οποίες ούτε ο Gast ούτε ο Overbeck, οι πιο κοντινοί του φίλοι, μπόρεσαν να ερμηνεύσουν. Θα δούμε επίσης ότι και οι διθυραμβικοί έπαινοι για το Τορίνο υπηρετούσαν κατά βάθος τον ίδιο σκοπό. Ένας άνθρωπος, τέλος, που μόλις στα σαράντα τρία του χρόνια λέει πως δεν είναι πια ικανός να ταξιδεύει μόνος, θα έπρεπε ήδη να είχε κινήσει την προσοχή ενός λεπτού και προσεκτικού αυτιού.

Όπως και να ’χει, αφού ο Nietzsche είχε περάσει το απόγευμα της 2ας και ολόκληρη την 3η Απριλίου στο Sampierdarena «σε μια φρικτή κατάσταση», επιχείρησε στις 4 Απριλίου ένα «προσκύνημα» στη Genua. Ακόμη στην ίδια επιστολή προς τον Gast, της 7ης Απριλίου, διαβάζουμε: «Στη Genua περιπλανήθηκα σαν σκιά μέσα σε ένα πλήθος αναμνήσεων. Ό,τι είχα κάποτε αγαπήσει εκεί — πέντε έξι εκλεκτά σημεία — μου άρεσε τώρα ακόμη περισσότερο: μου φαινόταν απαράμιλλα ωχρό, ευγενές και πολύ πάνω απ’ ό,τι προσφέρει η Riviera. Ευχαριστώ τη μοίρα μου που με είχε καταδικάσει σε αυτή τη σκληρή και ζοφερή πόλη στα χρόνια της décadence: όταν βγαίνει κανείς από αυτήν, είναι σαν να βγαίνει κάθε φορά κι από τον εαυτό του· η βούληση ξαναπλαταίνει, δεν έχει πια το θάρρος να είναι δειλός.»

Στις 5 Απριλίου, ύστερα από αυτό το ζωογονητικό λουτρό μέσα στις γενοβέζικες αναμνήσεις, ο Nietzsche πήρε το τρένο Alessandria–Asti–Τορίνο: με διευρυμένη βούληση και με το θάρρος να μην είναι δειλός, βάδιζε προς το φοβερό του πεπρωμένο. Δεν είχε άραγε πάντοτε ταυτίσει τη Genua με τον τολμηρό Columbus; Κι εκείνος ήταν βέβαια ένας εξερευνητής, και το παράδειγμα του μεγάλου Γενοβέζου μπορούσε να του χρησιμεύσει ως παρόρμηση και ως εφόδιο πορείας.

Τι έκανε, όταν έφθασε στο Τορίνο, δεν είναι γνωστό. Αφού ασφάλισε τη βαλίτσα του στον σταθμό, θα πρέπει να βγήκε σε αναζήτηση πανσιόν — ωστόσο με δυσκολίες την πρώτη ημέρα, όπως προκύπτει από την ήδη αναφερθείσα επιστολή προς τον Gast της 7ης Απριλίου. Και πού άραγε πέρασε ο «αιώνιος περιπλανώμενός» μας την άυπνη νύχτα; Σε ξενοδοχείο ή ήδη στο σπίτι της Via Carlo Alberto αριθ. 6;
Κάποια από εκείνες τις ημέρες, πάντως, ο Davide Fino, που διατηρούσε το δημόσιο γραφείο γραφής και το περίπτερο εφημερίδων στην Piazza Carlo Alberto, είδε μπροστά του έναν κύριο με παράξενη όψη και αμελή ενδυμασία. Νομίζοντας ότι ζητούσε πληροφορίες για την πόλη, του πρόσφερε αυθόρμητα έναν οδηγό του Τορίνο· αλλά ο κύριος τον ρώτησε πού θα μπορούσε να βρει ένα επιπλωμένο δωμάτιο — φυσικά σε μια «αξιοπρεπή οικογένεια». Έτσι ο Fino, που κατοικούσε απέναντι και διέθετε μια «αξιοπρεπή οικογένεια», τον συνόδευσε στο σπίτι του.

Για τη συνάντηση ανάμεσα στον Zarathustra και τον καλό Davide Fino έχουν γραφτεί πολλά· αλλά, απ’ όσο γνωρίζω, μόνο δύο δημοσιογράφοι φρόντισαν να αντλήσουν πληροφορίες από άμεση πηγή, δηλαδή από μέλη της οικογένειας Fino. Ο ένας είναι ανώνυμος και έγραψε, αφού μετέβη ο ίδιος στο Τορίνο:
«Ο Fino είδε έναν άνδρα με αλλόκοτη εμφάνιση να περιφέρεται στην είσοδο του ταχυδρομείου. Όπως συνήθιζε, του πρόσφερε έναν εικονογραφημένο οδηγό της πόλης· αλλά ο ξένος απάντησε στα ιταλικά ότι χρειαζόταν ένα μικρό δωμάτιο σε μια αξιοπρεπή οικογένεια. Οι σύζυγοι Fino διέθεταν μερικά δωμάτια προς ενοικίαση στο διαμέρισμά τους, στον τελευταίο όροφο, στον αριθμό 6 της Via Carlo Alberto, και ακριβώς εκεί εγκαταστάθηκε ο Nietzsche. Διάλεξε ένα δωμάτιο με παράθυρο προς την Piazza Carlo Alberto, ακριβέστερα: ακριβώς απέναντι από το παλαιό παλάτι της Camera Subalpina. Από αυτό το παράθυρο, το πέμπτο από τη γωνία του σπιτιού, το βλέμμα εκτείνεται σε ολόκληρη την παρακείμενη πλατεία.»³

Αυτό το άρθρο, που θα παραθέσουμε στη συνέχεια ολόκληρο και που ήδη περιέχει το περίφημο επεισόδιο της αγκαλιάς του αλόγου, αποτέλεσε τη βάση για όλους όσοι, στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας, ασχολήθηκαν με την καταστροφή του Nietzsche, στο μέτρο που επρόκειτο για ιταλικές πηγές — ακόμη και για τον Turiner Thovez.

Ο άλλος δημοσιογράφος είναι ο τοπικός συντάκτης της «Stampa», Ugo Pavia, ο οποίος δημοσίευσε στην εφημερίδα του ένα αρκετά εκτενές άρθρο, αφού εντόπισε τον Ernesto, γιο του Davide Fino. Ας αντλήσουμε προς το παρόν από αυτό το κείμενο μόνο ένα απόσπασμα σχετικό με το θέμα μας: Όταν μιλά κανείς με τον πενηνταοκτάχρονο Ernesto Fino για τον Nietzsche, ανακαλεί για εκείνον νεανικές αναμνήσεις. Δεν ήταν ακόμη δεκατεσσάρων ετών, όταν μια ημέρα ο πατέρας του Davide, που έχει ήδη πεθάνει, συνόδευσε στο σπίτι έναν κύριο που μιλούσε μόνο γαλλικά. Ήταν μια αλησμόνητη ιδιοτυπία. Από τα ρούχα του δεν θα μάντευε κανείς μέσα του έναν καθηγητή. Φορούσε ένα καφέ πανωφόρι, ένα μαλακό καπέλο και είχε ριγμένο στον βραχίονα ένα plaid. Όλα αυτά τα ενδύματα ήταν περισσότερο από φθαρμένα και έδειχναν ότι ο κάτοχός τους δεν έδινε καμία φροντίδα στην εμφάνισή του. Ο ξένος, λίγα λεπτά νωρίτερα, τριγυρνούσε μπροστά στο κεντρικό ταχυδρομείο της Piazza Carlo Alberto, που τότε στεγαζόταν στο σημερινό Casa del Fascio. Έπειτα πλησίασε το περίπτερο εφημερίδων που βρισκόταν μπροστά και το οποίο διατηρούσε ο Davide Fino, και τον ρώτησε αν μπορούσε να του δείξει ένα ενοικιαζόμενο δωμάτιο. Ο εφημεριδοπώλης τον συνόδευσε κατόπιν στο σπίτι του. Αφού ο Friedrich Nietzsche είδε το διαμέρισμα, προτίμησε εκείνο το μικρό δωμάτιο στο οποίο κοιμόταν ο Ernesto. Ο νεαρός αναγκάστηκε να μετακομίσει και γι’ αυτό τότε δεν έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια για τον καθηγητή.»⁴

Στην Piazza Carlo Alberto βρισκόταν λοιπόν το κεντρικό ταχυδρομείο, και ο Nietzsche, που πριν αναχωρήσει από τη Nizza είχε παρακαλέσει τον Gast να του γράφει «Torino, ferma in posta», κατευθύνθηκε εδώ για να παραλάβει την αλληλογραφία του. Έπειτα όμως, ελκυόμενος από αυτή την πλατεία — ένα από τα ωραιότερα σημεία του Τορίνο — αποφάσισε πιθανότατα να αναζητήσει εδώ ένα δωμάτιο, ώστε να βρίσκεται πολύ κοντά στο ταχυδρομείο. Για έναν επιστολογράφο όπως εκείνος, του οποίου η διεύθυνση ήταν σχεδόν πάντοτε «poste restante», αυτό είχε μια ορισμένη σημασία.

Στο ιστορικό της ασθένειας του Nietzsche ανήκει, κατά τη γνώμη μου, και η μανία του να καθίσταται δυσεύρετος. Όταν, για να αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα, έγραφε στις 22 Φεβρουαρίου 1883 στον Gast, τον παρακαλούσε, προς Θεού, να μη γνωστοποιήσει σε κανέναν τη νέα του διεύθυνση — έπρεπε να παραμείνει «υπόθεση σιωπής»: Genua, Salita delle Battistine 8 (interno 4). Συχνά οι φίλοι του, ανάμεσά τους και ο Rohde, για να έρθουν σε επαφή με τον Nietzsche, έπρεπε να απευθυνθούν στον Overbeck, ο οποίος είχε εντολή να μην αποκαλύπτει την ιερή διεύθυνση του Zarathustra και λειτουργούσε έτσι ως ενδιάμεσος σταθμός.

Κοκεταρία, για να φαίνεται μυστηριώδης; Ίσως. Για την παραμονή στο Τορίνο όμως η λέξη κοκεταρία δεν είναι πια η καταλληλότερη, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Nietzsche γνωστοποίησε ακόμη και στον πιο έμπιστο φίλο του, τον Overbeck, τη διεύθυνσή του via Carlo Alberto 6/III μόλις στις 13 Νοεμβρίου 1888.

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: