Schelling: η ζωή, το έργο και οι προσωπικές του μαρτυρίες 1
Του Jochen Kirchhoff, edition dionysosΟ προσδιορισμός του καθήκοντος: Schelling και η κρίση της Φιλοσοφίας
Βιογραφία και επισκόπηση του έργου
Η φιλοσοφία της φύσης: Οριοθέτηση και διαμαρτυρία
Η γνωσιοθεωρητική προσέγγιση
Βασικές ιδέες της φιλοσοφίας της φύσης
Το παράδειγμα της βαρύτητας: Φυσική και μεταφυσική της βαρύτητας
Για την ιστορία της επίδρασης της φιλοσοφίας της φύσης
Το πρόβλημα της ελευθερίας: Θεμελιώδη στοιχεία
Το Απόλυτο και ο κόσμος των αισθήσεων
Για την προέλευση του κακού
Για την ιστορία της επίδρασης της διδασκαλίας της ελευθερίας
Σημειώσεις
Χρονολογικός πίνακας
Μαρτυρίες
Βιβλιογραφία
Ο προσδιορισμός του καθήκοντος: Schelling και η κρίση της Φιλοσοφίας
Με τη φιλοσοφία, όπως φαίνεται, τα πράγματα δεν βρίσκονται στην καλύτερη κατάσταση. Στο τελευταίο μεγάλο έργο του Schelling, τη Philosophie der Offenbarung, αναφέρεται στην εισαγωγή:
«…Ήδη μια ματιά στην έως τώρα ιστορία της φιλοσοφίας παρέχει αρκετή ύλη για μελαγχολικές σκέψεις γι’ αυτήν, και αυτό έγκειται ήδη στο γεγονός ότι μέχρι σήμερα καμία μορφή φιλοσόφησης — ή, όπως αλλιώς λέγεται, κανένα από τα διάφορα φιλοσοφικά συστήματα — δεν μπόρεσε να διατηρηθεί για πολύ. Λέγω ότι είναι καθήκον του δασκάλου να αναδεικνύει και αυτή την πλευρά της φιλοσοφίας, η οποία μάλλον αποθαρρύνει παρά ελκύει.»
Μερικές δεκαετίες νωρίτερα ο Kant είχε γράψει ότι στη χώρα της μεταφυσικής «στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ακόμη κανένα βέβαιο μέτρο και σταθμά για να διακρίνεται η θεμελιωμένη σκέψη από την επιπόλαιη φλυαρία»². Η παρατήρηση αναφέρεται στη δογματική μεταφυσική των προκατόχων του Kant.¹
Παράπονα αυτού του είδους ακούγονται συχνά στην ιστορία της φιλοσοφίας, ιδίως από τη δεκαετία του 1840 και εξής, δηλαδή από τότε που διαγραφόταν η θριαμβευτική πορεία των «ακριβών φυσικών επιστημών». Πολλοί αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι, τρόπον τινά, να συνοδεύσουν τη φιλοσοφία στον τάφο, να διαπιστώσουν το τέλος της φιλοσοφικής σκέψης εν γένει, παρόμοια με ό,τι έκανε ο Nietzsche με τη διατύπωση «Ο Θεός είναι νεκρός» σε σχέση με τη χριστιανικο-ηθική ιδέα του Θεού.
Η ύστερη φιλοσοφία του Schelling, που παρουσιάστηκε ως συνέπεια και υπέρβαση του ορθολογισμού, δεν κατόρθωσε να ανακόψει αυτή τη διαδικασία παρακμής. Μάλλον ισχύει το αντίθετο: ο υψηλός βαθμός δυσκολίας της, τόσο στο επίπεδο της σκέψης όσο και της γλώσσας, καθώς και ο προσανατολισμός προς τη θρησκεία που εκφράζεται εδώ, παρεμπόδισαν τη ζωντανή της επίδραση· μάλιστα, άθελά της, ενίσχυσαν τη δυσπιστία απέναντι σε κάθε μορφή μεταφυσικής που κυριαρχούσε από την εποχή του Kant.
Η μεταφυσική, ως επιστήμη των «πραγμάτων» πέρα από την εμπειρία (όπου με την έννοια του Kant νοείται πάντοτε η αισθητηριακή εμπειρία), μετατοπίστηκε ολοένα και περισσότερο στη σφαίρα του αμφίβολου, ακόμη και του ύποπτου. Έτσι, σήμερα δεν απαιτείται ούτε πρωτοτυπία ούτε θάρρος για να δηλώνει κανείς υλιστής ή θετικιστής, αφού το «πνεύμα της εποχής» το ευνοεί πανταχόθεν. Αντίθετα, κάθε φιλοσοφική απόπειρα να λυθούν μεταφυσικά τα ζητήματα του κόσμου και του είναι τελεί υπό την πίεση της απολογίας, σαν να επρόκειτο κανείς να πράξει κάτι διανοητικά ύποπτο.
Η κυρίαρχη αξιολόγηση της μεταφυσικής ως αναχρονισμού δεν σημαίνει παραίτηση από τη φιλοσοφία καθαυτή· σημαίνει μάλλον μια αξιοσημείωτη συρρίκνωση και φτωχοποίησή της. Αυτό ισχύει για τη φιλοσοφία ως κοινωνική επιστήμη όσο και για τις δογματικές γενικεύσεις επιμέρους επιστημονικών αποτελεσμάτων που αναπτύχθηκαν σε συνάρτηση με τη σύγχρονη φυσική. Το φαινόμενο ενισχύεται ακόμη περισσότερο από ποικίλες εκλαϊκεύσεις· ας σκεφτεί κανείς τις μυθοπλασίες και τις υποθέσεις της θεωρίας της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής.
Πριν από όλες τις άλλες επιστήμες, η μαθηματική φυσική, από την εποχή του Galilei, αμφισβήτησε βήμα προς βήμα την παλαιά επικράτεια της φιλοσοφίας: τον κόσμο, το σύμπαν, την γνωστική προσπάθεια για τους θεμελιώδεις νόμους του κόσμου ως όλου. Στο τέλος αυτής της εξέλιξης βρίσκεται η αντίληψη της Γης ως όασης μέσα σε μια κοσμική έρημο εχθρική προς τη ζωή.
Η κρίση της φιλοσοφίας μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο ως σύμπτωμα μιας παγκόσμιας κρίσης του πολιτισμού, η οποία ίσως χαρακτηρίζεται καταλληλότερα από τον όρο «μηδενισμός», που εισήγαγε ο Nietzsche στην ανώτερη φιλοσοφία. Στα κατάλοιπα του 1887 διαβάζουμε:
«Μηδενισμός: λείπει ο σκοπός· λείπει η απάντηση στο “Γιατί;” — τι σημαίνει μηδενισμός; ότι οι ανώτατες αξίες
— αποαξιώνονται.»³
«Το μέγιστο της σχετικής του δύναμης το φθάνει ως βίαιη δύναμη καταστροφής: ως ενεργός μηδενισμός… Ο μηδενισμός συνιστά μια παθολογική μεταβατική κατάσταση (παθολογική είναι η τερατώδης γενίκευση ότι δεν υπάρχει κανένα νόημα).»⁴
Αυτό που ο Nietzsche χαρακτηρίζει εδώ «ενεργό μηδενισμό» με καταστροφικές τάσεις μπορεί χωρίς δυσκολία να μεταφερθεί σε σημαντικούς επιμέρους τομείς της σύγχρονης φυσικής και βιοχημείας. Και ο «αποικιακός πόλεμος» των φυσικών επιστημόνων εναντίον της φύσης και των θεμελίων κάθε ζωής, τον οποίο κατήγγειλε ο βιοχημικός Erwin Chargaff, πρέπει να αξιολογηθεί ως γνώρισμα μιας μηδενιστικής βασικής ορμής (έστω και συχνά ασυνείδητης).
Σε έναν μηχανιστικά ή μαθηματικά δομημένο κοσμολογικό ορίζοντα ουσιώδους ασημαντότητας και εκτεταμένης αζωίας — αυτή είναι η κυρίαρχη αντίληψη των φυσικών — αντιπαρατίθεται η αυξανόμενη καταστροφή ή απειλή της ζωής σε αυτόν τον πλανήτη. Απώλεια της πραγματικότητας — θα μπορούσε να το διατυπώσει κανείς αξιωματικά — οδηγεί μακροπρόθεσμα σε καταστροφή της πραγματικότητας.
Μπορεί κανείς να αμφισβητήσει αυτή τη συνάφεια· δύσκολα όμως μπορεί να αρνηθεί σοβαρά ότι οι πιθανότητες επιβίωσης της ανθρωπότητας εξαρτώνται από μια ριζική διαδικασία αναστοχασμού, από μια αληθινή «πολιτισμική επανάσταση», στο επίκεντρο της οποίας θα βρίσκεται μια νέα συνείδηση της φύσης και του σύμπαντος.
Η αναγωγή της φιλοσοφικής προσπάθειας στο κοινωνικό ζήτημα, στο πλαίσιο μιας ιστορικο-υλιστικής θεμελιώδους προσέγγισης, δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αντίρροπη δύναμη προς τον μηδενισμό· με αυτή τη μορφή είναι μάλλον σύμπτωμά του. Ούτε η «ακαδημαϊκή φιλοσοφία» μπορεί να θεωρηθεί παραγωγική αντίρροπη δύναμη· και πράγματι δεν χρειάζεται να υιοθετήσει κανείς στο σύνολό της την καυστική κριτική του Schopenhauer κατά της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας, για να αναγνωρίσει τη βασιμότητα των ακόλουθων δηλώσεων του Carl Friedrich von Weizsäcker από το 1969: «Η φιλοσοφία ως πανεπιστημιακή ειδικότητα δεν είναι σήμερα δύναμη· στη ηπειρωτική Ευρώπη διαφυλάσσει κυρίως, κατά τον τρόπο των στερεών φιλολογικών επιστημών, έναν ιστορικό θησαυρό γνώσεων. Αυτή η γνώση σπάνια μετατρέπεται σε ενεργό συνείδηση, κυρίως ίσως επειδή το έργο της φιλοσοφίας είναι τόσο δύσκολο… Η παρούσα σκηνή είναι συγκεχυμένη. Ο υπαρξισμός έχει σιγήσει. Η εικόνα της περαιτέρω διερώτησης κυριαρχείται από μια φιλοσοφία της επιστήμης που θα ήθελε η ίδια να είναι επιστήμη, και από μια φιλοσοφία της κοινωνίας που επιθυμεί να εκτεθεί ως κοινωνική πράξη. Και τα δύο είναι σημαντικά. Σημαντικότερο όμως μου φαίνεται το διαρκώς ανανεούμενο ξύπνημα μιας συνείδησης για το επίπεδο στο οποίο αρχίζει μόνον η καθεαυτό φιλοσοφία.»⁵
Ο ίδιος ο Weizsäcker αντιλαμβάνεται τη φιλοσοφία με σωκρατικό τρόπο ως «περαιτέρω διερώτηση», με τον οποίο όρο περιγράφεται μια ικανότητα που θαυμάζει στον Heidegger. Στις μεθοδολογικές αρχές της επιστήμης ανήκει, κατά τον Weizsäcker, το να μην τίθενται «ορισμένα θεμελιώδη ερωτήματα»· η φυσική δεν ρωτά πραγματικά τι είναι η ύλη· κάτι ανάλογο ισχύει για τη βιολογία ως προς τη ζωή.
Πηγαίνοντας πέρα από τον Weizsäcker, θα έπρεπε να ειπωθεί ότι ο θεωρητικός φυσικός δεν επιτρέπεται να θέτει υπό αμφισβήτηση την κοσμική εγκυρότητα των φυσικών νόμων που ο ίδιος διατυπώνει ως μαθηματικές υποθέσεις, διότι πάνω σε αυτή την παραδοχή — ήδη από τον Galilei και τον Kepler — στηρίζεται η ίδια η δυνατότητα μιας επιστήμης της φύσης. Και εδώ ο φιλόσοφος Weizsäcker, κατά κάποιον τρόπο, απαρνείται την περαιτέρω διερώτηση, επειδή ως θεωρητικός φυσικός είναι πεπεισμένος ότι η νεότερη φυσική είναι κατ’ αρχήν επιδεκτική ολοκλήρωσης και ότι πρέπει να βρει την κατάληξή της σε μια απλή θεωρία. Η σκέψη αυτή ανάγεται στον Kant.
Αλλού ο Weizsäcker τονίζει ότι η μέθοδος της επιστήμης, «όταν δεν έχει πλέον σαφή επίγνωση της δικής της προβληματικότητας, εμπεριέχει κάτι το φονικό». Αυτό το «φονικό» δεν αντανακλάται πουθενά καθαρότερα όσο στη σύγχρονη φυσική και βιοχημεία. Δικαίως ο ιστορικός της τεχνολογίας Lewis Mumford μιλά, σε συνάρτηση με τη γένεση της σύγχρονης έννοιας της επιστήμης (της μαθηματικο-πειραματικής αφαίρεσης), για το «έγκλημα του Galilei».
— Όσο για το ποιο είναι το «έργο» της φιλοσοφίας, δύσκολα μπορεί κανείς στις ημέρες μας να καταλήξει σε μια γενική συναίνεση. Και μόνο αυτό αποτελεί ένδειξη πραγματικού μηδενισμού και αποπροσανατολισμού, εκείνου του πνευματικού κενού που επιχειρούν να εκμεταλλευθούν οι Εκκλησίες καθώς και οι κάθε λογής αιρετικοί.
— Η φιλοσοφία, με την αρχική σημασία της λέξης ως «αγάπη της σοφίας» — και αυτό συνδέεται με τη γένεση της ίδιας της έννοιας — προϋποθέτει έναν όρο, τον οποίο ο Schelling διατυπώνει κάποτε ως εξής: Αν ο άνθρωπος επιζητεί μια γνώση που είναι σοφία, τότε πρέπει να προϋποθέτει ότι και στο αντικείμενο αυτής της γνώσης υπάρχει σοφία. Πρόκειται για ένα αξίωμα που ανάγεται ήδη στις αρχαιότερες εποχές της ελληνικής φιλοσοφίας: «όπως είναι το γνωριζόμενο, έτσι είναι και το γνωρίζον — και αντιστρόφως. Αυτό που είναι απολύτως αγνώσιμο δεν θα μπορούσε καθόλου να γνωσθεί, δηλαδή να αποτελέσει αντικείμενο γνώσης. Καθετί που είναι αντικείμενο γνώσης είναι τέτοιο μόνο στο μέτρο που φέρει ήδη μέσα του τη μορφή και το αποτύπωμα του γνωρίζοντος, όπως γίνεται φανερό σε όποιον κατανοεί τη θεωρία της γνώσης του Kant κάπως πιο ευφυώς απ’ ό,τι συνήθως. Το ίδιο ισχύει και για τη σοφία.»
Δεν υπάρχει σοφία για τον άνθρωπο, αν δεν υπάρχει καμία στον αντικειμενικό ρου των πραγμάτων. Η πρώτη λοιπόν προϋπόθεση της φιλοσοφίας ως επιδίωξης της σοφίας είναι ότι στο αντικείμενό της — δηλαδή στο Είναι, στον ίδιο τον κόσμο — υπάρχει σοφία.
Απαιτώ σοφία σημαίνει: απαιτώ ένα είναι τεθειμένο με σοφία, πρόνοια, ελευθερία. Η φιλοσοφία καθίσταται αδύνατη, αν στον αντικειμενικό ρου των πραγμάτων δεν απαντάται καμία θεία σοφία. Αυτή τη βασική προκείμενη την θέτει εν αμφιβόλω ο σκεπτικισμός· και πράγματι, ο κόσμος προσφέρει αρκετά σημεία για να αμφιβάλλει κανείς για μια θεμελιώδη θεία αρχή σοφίας. Και οι φιλόσοφοι δεν είχαν εύκολο έργο να καταστήσουν νοητή, υπό το πρίσμα μιας «θεοδικίας» (δικαίωσης του Θεού), την υπερβολικά εμφανή παρουσία του κακού, του πόνου και του χάους στον κόσμο.
Ο πρώτος φιλόσοφος στη νεότερη εποχή που αμφισβητεί ριζικά την προϋπόθεση που ανέδειξε ο Schelling είναι ο Schopenhauer. Θέτει εκτός ισχύος όλες τις έως τότε προταθείσες εκδοχές της νεοπλατωνικής ταύτισης αλήθειας, αγαθότητας και ομορφιάς και ερμηνεύει την ουσία ή το εσώτατο του κόσμου ως απλή βούληση, ως τυφλή ορμή προς ζωή. Αυτήν πρέπει να την αρνηθεί κανείς· το μη-είναι του κόσμου είναι αποφασιστικά προτιμότερο από το είναι του. Μπορεί κανείς, με τον Nietzsche, να ερμηνεύσει αυτό ως μηδενιστική αφετηρία.
Ωστόσο ο Schopenhauer δεν αρνείται καθόλου το νόημα της ύπαρξης· αντιθέτως, η άρνηση της βούλησης για ζωή, με την έννοια μιας λυτρωτικής προοπτικής κατανοημένης κατά τον βουδιστικό τρόπο, προβάλλεται ως σκοπός και τέλος της ύπαρξης. Την πραγματικότητα και τη φοβερή δύναμη του χάους, καθώς και τον τραγικό θεμελιακό χαρακτήρα του είναι, ο Schelling τα εντάσσει στη φιλοσοφική θεώρηση μόλις στο έργο του περί ελευθερίας του 1809 — χωρίς όμως να εγκαταλείπει κατ’ αρχήν την πεποίθηση περί μιας θεόθεν τεθειμένης κοσμικής τάξης. Αυτό τον διαφοροποιεί από τον Schopenhauer, του οποίου τη διδασκαλία, παρ’ όλα αυτά, επηρέασε.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου