Συνέχεια από Πέμπτη 29. Ιανουαρίου 2026
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ 4Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
1. ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΑΡΧΕΤΥΠΟ
…Οἱ ἴδιες οἱ σημαντικότερες ὀρθόδοξες θεολογικὲς τάσεις τῆς ἐποχῆς μας δίνουν συνήθως μονομερῶς ἔμφαση στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μέλη τοῦ καθενὸς ζευγαριοῦ ἀπὸ τὰ παραπάνω, κατὰ προτίμηση, ἐνῶ δὲν λείπουν ἐσχάτως καὶ οἱ φιλότιμες, πλὴν ἀνεπαρκείς προσπάθειες γιὰ ἀδελφική σύζευξη τῶν «ἀντιθέτων». Φυσικὰ οἱ τελευταῖες αὐτὲς ἀσυνειδήτως ἐμπνέονται σήμερα ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπεξεργασμένη καὶ «ὀρθόδοξη» μορφὴ τοῦ Ὡριγενισμοῦ, αὐτὴν τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος πραγματο ποίησε ἐπίσης κι αὐτός, ὅπως θὰ δοῦμε, μιὰν ἐργώδη προ σπάθεια ἄρσεως τοῦ ὠριγενικοῦ πλατωνίζοντος ἐκκλησιολογικοῦ δυϊσμοῦ.
Δὲν θὰ παραλείψουμε ὡστόσο να συζητήσουμε στὸ ση μεῖο αὐτὸ δι' ὀλίγων καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Κυπριανοῦ Καρθαγένης. Ὄχι γιὰ ν' ἀσχοληθοῦμε ἐκτενῶς στὸ ση μεῖο αὐτὸ μὲ τὴν «οὐνιβερσαλιστική» του, ὅπως τὴν ὀνό μασε ὁ π. Ν. Afanassieff28, ἐκκλησιολογία, ὅπου ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ κάθε μία εὐχαριστιακὴ κοινό τητα στὴν πληρότητα τῆς εὐχαριστιακῆς της συνάξεως ὑ πὸ τὸν προεστῶτα της, ἀλλὰ εἶναι τὸ σύνολο τῶν παγκο σμίως διεσπαρμένων τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, μὲ κάθε ἐπιμέρους κοινότητα ἀπολύτως καὶ ἐντελῶς ἐπισκοποκεντρική: «ὁ Ἐπίσκοπος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ Ἐπισκόπῳ, καὶ κάθε ἕνας ποὺ δὲν εἶναι μὲ τὸν ἐπίσκοπο δὲν εἶναι στὴν Ἐκκλησία» 29. Οἱ θέσεις αὐτὲς τοῦ Κυπριανοῦ προσέχθηκαν ἄλλωστε ἀρκούντως καὶ ἀποτέλεσαν ἰσχυρὸ ἔρεισμα γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ στὴν νεώτερη ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
Ἐκεῖνο ποὺ δὲν προσέχθηκε ἀρκετὰ εἶναι ἡ «ὑπαρξιακή» πλευρὰ τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας κατὰ τὸν ἐπίσκοπο Καρθαγένης. Πράγματι ὁ Κυπριανός μᾶς ἐκπλήσσει στο σημεῖο αὐτό. Παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητη εξουσία του, όταν ἁμαρτάνει ὁ ἐπίσκοπος τὰ πάντα καταρρέουν. ὁ ἐπίσκοπος μολύνει τότε τὸν λαὸ ποὺ μετέχει στην συγκεκριμένη εύ χαριστιακή σύναξη, τὰ δὲ τίμια δώρα δὲν καθαγιάζονται καθὼς τὸ "Αγιο Πνεῦμα, λόγῳ τῆς ἁμαρτωλότητάς του, φυγαδεύεται (1)· ὅσο γιὰ τὸν λαό, αὐτὸς εἶναι καλὸ νὰ χωρίζεται ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἐπίσκοπο. "Ὅταν ἑπομένως ὁ ἐπίσκοπος παρανομήσει, λέγει ὁ Κυπριανός, ὁ λαὸς ποὺ ἔχει τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπακούει στὶς ἐντολές Του πρέπει νὰ διακόψει τις σχέσεις του μὲ τὸν ἐπίσκοπό του, διότι ἔχει τὴν ἐξουσία ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ἐκλέγει ἀξίους ἐπισκόπους καὶ ν' ἀπορρίπτει τοὺς ἀνάξιους. Ἡ σύγχυση ποὺ προκαλούν θέσεις σὰν κι αὐτὲς στοὺς ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα ἐκτιμοῦν βαθύτατα τὸν Κυπριανό, καθὼς καὶ στοὺς ὀρθοδόξους ποὺ τὶς ἀγνοοῦν, ἢ τὶς ἀποσιωποῦν, εἶναι ἀποκαλυπτική: θεωροῦνται λαϊκιστικὲς καὶ ἐπαναστατικές. Καὶ βέβαια ὁ Κυπριανὸς δὲν εἶναι πλάτωνικός – ἂν καὶ εἶναι γνώστης τοῦ Σενέκα καὶ τῶν παραδο σιακῶν θέσεων τῆς στωικῆς φιλοσοφίας. ᾿Αρκεῖ τὸ γε γονὸς αὐτὸ γιὰ νὰ δικαιολογήσει μια τέτοια «ἠθικιστική» παρεμβολὴ στὴν ἐπισκοποκεντρική του ἐκκλησιολογία; Μιὰ τέτοια ἐξήγηση θὰ ἦταν μᾶλλον ἀφελὴς καὶ φρονοῦμε πὼς ἡ περίπτωση τοῦ ἐπισκόπου τῆς Καρθαγένης πρέπει νὰ ἰδωθεῖ μᾶλλον στὸ φῶς τῶν ὅσων εἴπαμε παραπάνω γιὰ τὸν Ἰγνάτιο ᾿Αντιοχείας. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἐκκλησιο-λογικό δυϊσμὸ ὠριγενικοῦ ἢ ἄλλου τύπου ἀλλὰ γιὰ μιὰ οὐ-σιώδη πλευρὰ τῆς ἀρχαίας ἐκκλησιολογίας, τὴν ὁποία ἔχουμε ἀγνοήσει καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐρμηνευθεῖ θεολογικά μό-νον νομίζω στὸν ἄγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, περνώντας βεβαίως πρῶτα ἀπὸ τὴν ἰδιοφυῆ ἀρεοπαγιτικὴ ἐκκλησιολο γικὴ σκέψη. Τὸ οὐσιῶδες σ' αὐτὴν τὴν ἐκκλησιολογία εἶναι πώς, χωρὶς τὴν μεταγενέστερη πολωτικὴ ἀντίθεση μεταξὺ θεσμικοῦ καὶ χαρισματικοῦ, ὁ Κυπριανός φαίνεται νὰ βεβαιώνει πὼς τὸ «πρωτεῖο» τοῦ ἐπισκόπου εἶναι καθαρὰ πνευματικό, συνίσταται δηλαδὴ μόνον στὴν ὑπαρξιακή, καὶ γι' αὐτὸ καὶ μόνον θεσμική, διακονία τῆς ἑνότητας: ὁ «ἁμαρτωλὸς» ἐπίσκοπος, ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐμμένει στὴν ὑπαρξιακή του διάσταση ἀπ' τὴν κοινότητα (διότι αὐτὸ εἶ ναι τελικά ἡ ἀμετανόητη - ἁμαρτία) δὲν δύναται οὔτε θεσμικὰ νὰ ἐκφράζει τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητά της. Εἶναι πολύ σημαντικὸς ὁ ρόλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει προσεχθεῖ ἀρκετὰ ἀπ' ὅσους, σὲ Δύση καὶ ᾿Ανατολή, βρῆκαν –δικαίως– στὸν Κυπριανὸ ἕναν θεολογικό μάρτυρα τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ. Ὁ λαὸς ἔχει αὐτοδύναμη καὶ αὐτονόητη ἐτυμηγορία γιὰ τὸν ἐπίσκοπό του, διότι ὁ λαὸς εἶναι ἐπίσης κι αὐτὸς χαρισματικός καὶ ὁ ἐπίσκοπος δὲν «διοικεί» τὸ λαὸ αὐτὸ ἀλλὰ τὸν «ποιμαίνει», πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο χρειάζεται ἐπίσης καὶ τὴν συγκατάθεση τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, κατὰ τὸν Κυπριανό. Ἡ καθαρά πνευματική καὶ ὑπαρξιακὴ αὐτὴ σχέση τοῦ ἐπισκόπου μὲ τὸ ποίμνιο στὸν Κυπριανὸ ἔχει ὡς γνωστὸν σχεδὸν ἀγνοηθεῖ στὴν πράξη σήμερα πρὸς ὄφελος ἑνὸς, οὐνιβερσαλιστικοῦ ἡ μή, ἐπισκοποκεντρικοῦ συγκεντρωτισμού. Είτε ὅμως ὁ συγ κεντρωτισμὸς αὐτὸς εἶναι οὐνιβερσαλιστικός (; ἔτσι ὀνόμασε, ὅπως είπαμε, ὁ Afanassieff τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ Κυπριανοῦ, διότι πρεσβεύει πὼς ἡ Καθολική Εκκλησία ἀπο-τελεῖται ἀπὸ τὸ παγκόσμιο ἄθροισμα τῶν ἀπανταχοῦ εὐ-χαριστιακών κοινοτήτων, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν «εὐχαριστιακή» ἐκκλησιολογία ποὺ βρίσκει τὴν καθολικότητα σε κάθε ἐπὶ μέρους εὐχαριστιακή κοινότητα, ἡ ὁποία βεβαίως βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τις ἄλλες) εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι δευτερεύον. Εἶναι βεβαίως ζήτημα ἂν στὸν Κυπριανὸ εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως δυνατὸ νὰ βρεθεῖ μιὰ θεολογική κατοχύρωση τῆς ἀναγκαιότητας ὑπάρξεως ἑνὸς παγκόσμιου «Πρώτου», ὅπως θὰ ἤθελαν οἱ ρωμαιοκαθολικοί κυρίως μελετη τές του. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει ὅμως τὸ πράγμα, τὸ σημαντικὸ εἶναι πώς, ἀκόμη καὶ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς «οὐνιβερσαλιστικῆς» ἐκκλησιολογίας, ὁ Κυπριανὸς ἀποδίδει στὸν ἐπίσκοπο, ὡς μόνη λειτουργία του, τὸ χάρισμα τῆς ὑ παρξιακῆς φανερώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητας καὶ μάλιστα μὲ τὴ διαρκῶς σύμφωνη γνώμη τοῦ ποιμνίου του ἐπ᾿ αὐτοῦ.
Γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε πάντως στὴν ἱστορική μας έκθεση, καὶ πρὶν φθάσουμε ἀκόμη στὸν ᾿Αρεοπαγίτη, ἂς σημειώσουμε πὼς ἐκεῖνος ποὺ ἐπέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν δυϊστικὸ ἐκκλησιολογικό παροξυσμὸ ὑπῆρξε ὁ Εὐάγριος Ποντικός. Ὁ ὁποῖος, πολύ ριζικότερα ἀκόμη, θεωρεῖ ὅλες τὶς δομὲς καὶ ἱεραρχίες πρόσκαιρες καὶ κατεδαφιστέες καὶ διόλου ὑποκείμενες σὲ καμμιὰν ἀπολύτως δυνατότητα με ταμορφώσεως. 2. Φυσιολογικὰ οἱ ὀξέως πλατωνίζουσες θέσεις αὐτὲς προκάλεσαν σοβαρό θεολογικό ἀντίλογο. Πρίν ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας στὸν οὐσιωδέστερο ἴσως καὶ γνωστότερο ἐκπρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἀντιλόγου, τὰ μακαριανὰ κείμενα, ἂς σταματήσουμε γιὰ λίγο σ' ἕνα ἐλάχι στα γνωστὸ στὰ καθ' ἡμᾶς συριακὸ ἔργο τοῦ Δ΄ αἰώνα ποὺ δὲν μεταφράστηκε ποτὲ στὰ ἑλληνικὰ καὶ εἶναι γνωστό στὸν λατινικό τίτλο του, τὸ Liber Graduum. Πρόκειται γιὰ μιὰν ἀξιοθαύμαστη πράγματι προσπάθεια συνθέσεως, στὸ κείμενο αὐτό, τῶν διαφόρων διαστάσεων τοῦ ἐκκλη-σιαστικοῦ εἶναι. Ἱερωσύνη, Εὐχαριστία, Βάπτισμα καὶ προσευχή, συντίθενται σὲ τρία μάλιστα ἐπίπεδα: αὐτὸ καταρχὴν ποὺ εἶναι ὁρατὸ καὶ δημόσιο (ἡ «ὁρατὴ Ἐκκλη-σία»), αὐτό, στὴ συνέχεια, ποὺ εἶναι μυστικὸ καὶ κρυμμένο (ἡ «Ἐκκλησία τῆς καρδιᾶς») καί, τέλος, τὸ ἐπουράνιο (ἡ «οὐράνια Ἐκκλησία»). Ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀπολύτως ἀπαραίτητος βοηθός προκειμένου ὁ Χριστιανὸς νὰ βρεῖ τὸ δρόμο τῆς Ἐκκλησίας τῆς καρδιᾶς καὶ ἐντέλει τῆς ἐπουράνιας Ἐκκλησίας. Έτσι παρόλο που καὶ οἱ τρεῖς Ἐκκλησίες εἶναι ἀπαραίτητες, μόνον οἱ δύο τελευταῖες θὰ παραμείνουν στὰ ἔσχατα. Μὲ τις θέσεις αὐτὲς ἡ σύνδεση «ὁρατῆς» καὶ «πνευματικῆς» Εκκλησίας καθίσταται ἄρρηκτη, καθὼς ἡ πρώτη γίνεται ἡ μόνη ὁδὸς γιὰ τὴ δεύτερη.
Αν καὶ ἡ ὠριγενικὴ τάση δὲν ἀπουσιάζει ἐντελῶς, κατα λαβαίνει κανεὶς πὼς ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία ἀποκτᾶ ξανά με γαλύτερη σημασία καὶ κύρος.
Ας έλθουμε τώρα στὰ κείμενα τὰ φερόμενα ὑπὸ τὸ ὄνο μα τοῦ ἀγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου. Τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ κείμενα ποὺ ἀναζητοῦν τὴν καρδιακὴ ὑποδοχὴ τοῦ Χρι στοῦ ὡς Κυρίου τῆς δόξης καὶ ἀποτελοῦν θεμέλιο πνευμα τικὸ γιὰ ὅλη τὴν ἡσυχαστική παράδοση τῆς ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας, στηρίζονται σ' ἕναν οὐσιώδη ὑπαρξιακό πα-ραλληλισμό: «Ἐκκλησία οὖν λέγεται καὶ ἐπὶ πολλῶν καὶ ἐπὶ μιᾶς ψυχῆς· αὕτη γὰρ ἡ ψυχὴ συνάγει ὅλους τοὺς λογι σμοὺς καὶ ἐστιν Ἐκκλησία τῷ Θεῷ· ἡρμόσθη γὰρ εἰς κοι νωνίαν ἡ ψυχὴ τῷ ἐπουρανίῳ Νυμφίῳ καὶ κιρνᾶται τῷ ἐπουρανίῳ» (Ὁμ. 12). Ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία εἰκονίζει ἔτσι τὸν ἐσώτερο καὶ λογικό ἄνθρωπο (Όμ. 2) ὄχι γιατὶ εἶναι μὴ πραγματικὴ ἢ συμβολικὴ ἀλλά, ἀντιθέτως, ἐπειδὴ εἶναι ὀντολογικὰ ἀλλὰ καὶ ὑπαρξιακὰ πραγματική. Ὁ Χριστὸς ἐκκλησιάζει τὴν ὅλη ἀνθρώπινη ὕπαρξη θέτοντας τὴν εἰκό να τῆς θεότητός Του πάνω της: «Καὶ αὐτός, ἐν τῷ θρόνῳ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς καθεζόμενος ἐν τῇ ἐπουρα νίῳ πόλει, ὅλως ἐν αὐτῇ ἐν τῷ σώματι αὐτῆς ἐστι. Τὴν μὲν γὰρ αὐτῆς εἰκόνα τέθεικεν ἄνω ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει τῶν ἁγίων Ἱερουσαλήμ, τὴν δὲ ἰδίαν εἰκόνα τοῦ ἀρρήτου φωτὸς τῆς θεότητος αὐτοῦ τέθεικεν ἐν τῷ σώματι αὐτῆς. Αὐτὸς αὐτῇ διακονεῖ ἐν τῇ τοῦ σώματος πόλει. Κἀκείνη αὐτῷ διακονεῖ ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει. Αὕτη αὐτὸν ἐκληρονόμη σεν ἐν οὐρανοῖς καὶ αὐτὸς ἐκληρονόμησεν αὐτὴν ἐπὶ γῆς» (Όμ. 46). Ὁ Θεὸς γίνεται ἔτσι εἰκόνα τῆς συγκεκριμένης ὑπάρξεως καθὼς καὶ ἡ συγκεκριμένη ἀνθρώπινη ύπαρξη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐρώτημα ποὺ μπορεῖ νὰ τεθεῖ ἐδῶ εἶναι τὸ πῶς θέτει ὁ Θεὸς τὴν εἰκόνα τοῦ «ἀρρήτου φωτὸς τῆς |ὕπαρ θεότητος» πάνω στὴν συγκεκριμένη σωματοψυχική ύπαρξη. Ἡ ἀπάντηση μοιάζει ἐκπληκτική: ἐπειδὴ τὰ ὁρατὰ πράγματα εἶναι τύποι καὶ σκιὲς τῶν ἀοράτων, μᾶς λέγει ὁ Μακάριος, καὶ ὁ ὁρατὸς ναὸς τύπος τοῦ ναοῦ τῆς καρδιᾶς, ὁ δὲ ἱερέας τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἱερέως τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλο τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἀκολουθίας τῶν ὁρατῶν ἐκκλησιαστικῶν δρωμένων τύπος τῶν λογικῶν καὶ κρυμ μένων πραγμάτων τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, δεχόμαστε τὴν ὁρατὴ «οἰκονομίαν καὶ διοίκησιν» τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἕνα ὑπόδειγμα τοῦ ἔργου τῆς χάριτος μέσα στὴν ψυχή (Dör. 2.1). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λοιπὸν ὁ ὁρατὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ χάρη ἀποτίθεται στὴν ψυχή, ἡ ἐκκλησιαστική δομὴ εἰκονίζει τὴν ὑπαρξιακή δράση τῆς χάρης, χωρὶς τὴν πρώτη δὲν θὰ γνωρίζαμε τοὺς τρόπους τῆς δεύτερης. ᾿Αλλὰ καὶ χωρὶς τὴν δεύτερη, μοιάζει νὰ ὑπονοεῖ ἐπίσης ὁ Μακά ριος, δὲν θὰ εἴχαμε ἐπίγνωση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀλήθειας τῆς πρώτης. Πόσο μακριὰ βρισκόμαστε ἀπ' τὴν ὠριγενικὴ καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν δυτικὴ αὐγουστίνεια ἐκδοχὴ τῆς ἐσωτερι κότητας ἢ τοῦ ψυχολογισμοῦ! Καταλαβαίνει κανεὶς γιατί τὰ μακαριανὰ ἔργα στάθηκαν θεμέλιος λίθος τοῦ ὀρθοδόξου Ἡσυχασμοῦ, ἐπηρεάζοντας βαθιὰ ἕναν Μάξιμο Όμο λογητὴ ὅσο καὶ ἕναν Γρηγόριο Παλαμά. Ποιά εἶναι ἐν συν τόμῳ ἡ διαφορά; Πράγματι ὁ Μακάριος θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβει τὸ Γραφικό «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι». Δὲν πρόκειται ὅμως ἐδῶ διόλου για ψυχολογισμό ή κάποιου είδους ἐσαντερισμό· πρόκειται ἀντιθέτως γιὰ τὴν ἐσωτερίκευση ἢ καλύτερα τὴν ὑπαρξιακή, διὰ τῆς προαιρέσεως, προσωπική δεξίωση τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς χάριτος, ὡς περιεχομένου πλέον ὑπαρξιακοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ «ἐνδοβολή» τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς δομὲς καὶ τὰ Μυστήριά της, εἶναι ἡ «ἐκκλησιοποίηση» τοῦ ἔσω ἀνθρώπου ὡς ἐλεύθερη ἀσκητικὴ ὑποδοχὴ ἐν Πνεύματι τοῦ ἐκκλησιαστι κοῦ γεγονότος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καθίσταται αὐτὸ περιε χόμενο τῆς σκέψεως καὶ τῆς πράξεως, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς του. Δὲν πρόκειται γιὰ ψυχολογικὴ ἐσωτερίκευση λοιπόν, ἀλλὰ γιὰ ὀντολογικὴ μετάπλαση τοῦ προσωπι κοῦ ἀνθρώπινου εἶναι, καθώς τοποθετεῖ ἐθελουσίως καὶ ἀ-σκητικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θε οῦ ἐντὸς του, πράγμα ποὺ ἀκριβῶς σημαίνει ἐσωτερίκευση χωρὶς ἰντιβιντουαλισμό, ἐσωστρέφεια χωρίς ψυχολογισμό – γιὰ πρώτη φορὰ στὴν πραγματικότητα μιλοῦμε γιὰ τὸν «ἐντὸς» χῶρο μένοντας ξεκάθαρα στὸ πεδίο τῆς ὀντολογίας. ᾿Αντιστρόφως, ἡ «ἐνδοβολὴ» αὐτὴ λειτουργεῖ καὶ ὡς ὑπαρξιακὴ ἐπαλήθευση τοῦ ἐνδοβαλλομένου τὸ ὁρατὸ ἐκκλησιαστικό γεγονὸς ἰσχύει μὲν ἀντικειμενικά, ἀληθεύ ει δὲ ὑπαρξιακὰ καὶ προσωπικά, ἐπαληθευόμενο ὡς προσω πικὴ ἀκριβῶς ὀντολογική μεταβολή, ὡς Χριστοποίηση δη λαδὴ μὲ τὴν χάρη τῆς «ἐντὸς ἡμῶν» Ἐκκλησίας. Μὲ θέσεις σὰν αὐτὲς ἡ ἀρεοπαγιτικὴ ἐκκλησιολογία βρίσκεται πλέον κοντά. Πρόκειται ὅμως γιὰ ἕνα νέο μεγάλο ἄνοιγμα.
…Οἱ ἴδιες οἱ σημαντικότερες ὀρθόδοξες θεολογικὲς τάσεις τῆς ἐποχῆς μας δίνουν συνήθως μονομερῶς ἔμφαση στὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δύο μέλη τοῦ καθενὸς ζευγαριοῦ ἀπὸ τὰ παραπάνω, κατὰ προτίμηση, ἐνῶ δὲν λείπουν ἐσχάτως καὶ οἱ φιλότιμες, πλὴν ἀνεπαρκείς προσπάθειες γιὰ ἀδελφική σύζευξη τῶν «ἀντιθέτων». Φυσικὰ οἱ τελευταῖες αὐτὲς ἀσυνειδήτως ἐμπνέονται σήμερα ἀπὸ τὴν πιὸ ἐπεξεργασμένη καὶ «ὀρθόδοξη» μορφὴ τοῦ Ὡριγενισμοῦ, αὐτὴν τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη, ὁ ὁποῖος πραγματο ποίησε ἐπίσης κι αὐτός, ὅπως θὰ δοῦμε, μιὰν ἐργώδη προ σπάθεια ἄρσεως τοῦ ὠριγενικοῦ πλατωνίζοντος ἐκκλησιολογικοῦ δυϊσμοῦ.
Δὲν θὰ παραλείψουμε ὡστόσο να συζητήσουμε στὸ ση μεῖο αὐτὸ δι' ὀλίγων καὶ τὴν περίπτωση τοῦ Κυπριανοῦ Καρθαγένης. Ὄχι γιὰ ν' ἀσχοληθοῦμε ἐκτενῶς στὸ ση μεῖο αὐτὸ μὲ τὴν «οὐνιβερσαλιστική» του, ὅπως τὴν ὀνό μασε ὁ π. Ν. Afanassieff28, ἐκκλησιολογία, ὅπου ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἡ κάθε μία εὐχαριστιακὴ κοινό τητα στὴν πληρότητα τῆς εὐχαριστιακῆς της συνάξεως ὑ πὸ τὸν προεστῶτα της, ἀλλὰ εἶναι τὸ σύνολο τῶν παγκο σμίως διεσπαρμένων τοπικῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων, μὲ κάθε ἐπιμέρους κοινότητα ἀπολύτως καὶ ἐντελῶς ἐπισκοποκεντρική: «ὁ Ἐπίσκοπος ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἡ Ἐκκλησία ἐν τῷ Ἐπισκόπῳ, καὶ κάθε ἕνας ποὺ δὲν εἶναι μὲ τὸν ἐπίσκοπο δὲν εἶναι στὴν Ἐκκλησία» 29. Οἱ θέσεις αὐτὲς τοῦ Κυπριανοῦ προσέχθηκαν ἄλλωστε ἀρκούντως καὶ ἀποτέλεσαν ἰσχυρὸ ἔρεισμα γιὰ τὴν ἀνάδειξη τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ στὴν νεώτερη ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογία.
Ἐκεῖνο ποὺ δὲν προσέχθηκε ἀρκετὰ εἶναι ἡ «ὑπαρξιακή» πλευρὰ τῆς ἐπισκοπικῆς ἐξουσίας κατὰ τὸν ἐπίσκοπο Καρθαγένης. Πράγματι ὁ Κυπριανός μᾶς ἐκπλήσσει στο σημεῖο αὐτό. Παρὰ τὴν ἀναμφισβήτητη εξουσία του, όταν ἁμαρτάνει ὁ ἐπίσκοπος τὰ πάντα καταρρέουν. ὁ ἐπίσκοπος μολύνει τότε τὸν λαὸ ποὺ μετέχει στην συγκεκριμένη εύ χαριστιακή σύναξη, τὰ δὲ τίμια δώρα δὲν καθαγιάζονται καθὼς τὸ "Αγιο Πνεῦμα, λόγῳ τῆς ἁμαρτωλότητάς του, φυγαδεύεται (1)· ὅσο γιὰ τὸν λαό, αὐτὸς εἶναι καλὸ νὰ χωρίζεται ἀπὸ ἕναν τέτοιον ἐπίσκοπο. "Ὅταν ἑπομένως ὁ ἐπίσκοπος παρανομήσει, λέγει ὁ Κυπριανός, ὁ λαὸς ποὺ ἔχει τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπακούει στὶς ἐντολές Του πρέπει νὰ διακόψει τις σχέσεις του μὲ τὸν ἐπίσκοπό του, διότι ἔχει τὴν ἐξουσία ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ἐκλέγει ἀξίους ἐπισκόπους καὶ ν' ἀπορρίπτει τοὺς ἀνάξιους. Ἡ σύγχυση ποὺ προκαλούν θέσεις σὰν κι αὐτὲς στοὺς ρωμαιοκαθολικούς θεολόγους, ποὺ κατὰ τὰ ἄλλα ἐκτιμοῦν βαθύτατα τὸν Κυπριανό, καθὼς καὶ στοὺς ὀρθοδόξους ποὺ τὶς ἀγνοοῦν, ἢ τὶς ἀποσιωποῦν, εἶναι ἀποκαλυπτική: θεωροῦνται λαϊκιστικὲς καὶ ἐπαναστατικές. Καὶ βέβαια ὁ Κυπριανὸς δὲν εἶναι πλάτωνικός – ἂν καὶ εἶναι γνώστης τοῦ Σενέκα καὶ τῶν παραδο σιακῶν θέσεων τῆς στωικῆς φιλοσοφίας. ᾿Αρκεῖ τὸ γε γονὸς αὐτὸ γιὰ νὰ δικαιολογήσει μια τέτοια «ἠθικιστική» παρεμβολὴ στὴν ἐπισκοποκεντρική του ἐκκλησιολογία; Μιὰ τέτοια ἐξήγηση θὰ ἦταν μᾶλλον ἀφελὴς καὶ φρονοῦμε πὼς ἡ περίπτωση τοῦ ἐπισκόπου τῆς Καρθαγένης πρέπει νὰ ἰδωθεῖ μᾶλλον στὸ φῶς τῶν ὅσων εἴπαμε παραπάνω γιὰ τὸν Ἰγνάτιο ᾿Αντιοχείας. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ ἐκκλησιο-λογικό δυϊσμὸ ὠριγενικοῦ ἢ ἄλλου τύπου ἀλλὰ γιὰ μιὰ οὐ-σιώδη πλευρὰ τῆς ἀρχαίας ἐκκλησιολογίας, τὴν ὁποία ἔχουμε ἀγνοήσει καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐρμηνευθεῖ θεολογικά μό-νον νομίζω στὸν ἄγ. Μάξιμο τὸν Ὁμολογητή, περνώντας βεβαίως πρῶτα ἀπὸ τὴν ἰδιοφυῆ ἀρεοπαγιτικὴ ἐκκλησιολο γικὴ σκέψη. Τὸ οὐσιῶδες σ' αὐτὴν τὴν ἐκκλησιολογία εἶναι πώς, χωρὶς τὴν μεταγενέστερη πολωτικὴ ἀντίθεση μεταξὺ θεσμικοῦ καὶ χαρισματικοῦ, ὁ Κυπριανός φαίνεται νὰ βεβαιώνει πὼς τὸ «πρωτεῖο» τοῦ ἐπισκόπου εἶναι καθαρὰ πνευματικό, συνίσταται δηλαδὴ μόνον στὴν ὑπαρξιακή, καὶ γι' αὐτὸ καὶ μόνον θεσμική, διακονία τῆς ἑνότητας: ὁ «ἁμαρτωλὸς» ἐπίσκοπος, ὁ ἐπίσκοπος ποὺ ἐμμένει στὴν ὑπαρξιακή του διάσταση ἀπ' τὴν κοινότητα (διότι αὐτὸ εἶ ναι τελικά ἡ ἀμετανόητη - ἁμαρτία) δὲν δύναται οὔτε θεσμικὰ νὰ ἐκφράζει τὴν ἐν Χριστῷ ἑνότητά της. Εἶναι πολύ σημαντικὸς ὁ ρόλος τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στὸ σημεῖο αὐτὸ καὶ δὲν ἔχει προσεχθεῖ ἀρκετὰ ἀπ' ὅσους, σὲ Δύση καὶ ᾿Ανατολή, βρῆκαν –δικαίως– στὸν Κυπριανὸ ἕναν θεολογικό μάρτυρα τοῦ ἐπισκοποκεντρισμοῦ. Ὁ λαὸς ἔχει αὐτοδύναμη καὶ αὐτονόητη ἐτυμηγορία γιὰ τὸν ἐπίσκοπό του, διότι ὁ λαὸς εἶναι ἐπίσης κι αὐτὸς χαρισματικός καὶ ὁ ἐπίσκοπος δὲν «διοικεί» τὸ λαὸ αὐτὸ ἀλλὰ τὸν «ποιμαίνει», πράγμα γιὰ τὸ ὁποῖο χρειάζεται ἐπίσης καὶ τὴν συγκατάθεση τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, κατὰ τὸν Κυπριανό. Ἡ καθαρά πνευματική καὶ ὑπαρξιακὴ αὐτὴ σχέση τοῦ ἐπισκόπου μὲ τὸ ποίμνιο στὸν Κυπριανὸ ἔχει ὡς γνωστὸν σχεδὸν ἀγνοηθεῖ στὴν πράξη σήμερα πρὸς ὄφελος ἑνὸς, οὐνιβερσαλιστικοῦ ἡ μή, ἐπισκοποκεντρικοῦ συγκεντρωτισμού. Είτε ὅμως ὁ συγ κεντρωτισμὸς αὐτὸς εἶναι οὐνιβερσαλιστικός (; ἔτσι ὀνόμασε, ὅπως είπαμε, ὁ Afanassieff τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ Κυπριανοῦ, διότι πρεσβεύει πὼς ἡ Καθολική Εκκλησία ἀπο-τελεῖται ἀπὸ τὸ παγκόσμιο ἄθροισμα τῶν ἀπανταχοῦ εὐ-χαριστιακών κοινοτήτων, σὲ ἀντίθεση πρὸς τὴν «εὐχαριστιακή» ἐκκλησιολογία ποὺ βρίσκει τὴν καθολικότητα σε κάθε ἐπὶ μέρους εὐχαριστιακή κοινότητα, ἡ ὁποία βεβαίως βρίσκεται σὲ κοινωνία μὲ τις ἄλλες) εἴτε ὄχι, αὐτὸ εἶναι δευτερεύον. Εἶναι βεβαίως ζήτημα ἂν στὸν Κυπριανὸ εἶναι οὕτως ἢ ἄλλως δυνατὸ νὰ βρεθεῖ μιὰ θεολογική κατοχύρωση τῆς ἀναγκαιότητας ὑπάρξεως ἑνὸς παγκόσμιου «Πρώτου», ὅπως θὰ ἤθελαν οἱ ρωμαιοκαθολικοί κυρίως μελετη τές του. Ὅπως καὶ νὰ ἔχει ὅμως τὸ πράγμα, τὸ σημαντικὸ εἶναι πώς, ἀκόμη καὶ ὡς ἐκπρόσωπος τῆς «οὐνιβερσαλιστικῆς» ἐκκλησιολογίας, ὁ Κυπριανὸς ἀποδίδει στὸν ἐπίσκοπο, ὡς μόνη λειτουργία του, τὸ χάρισμα τῆς ὑ παρξιακῆς φανερώσεως τῆς ἐν Χριστῷ ἑνότητας καὶ μάλιστα μὲ τὴ διαρκῶς σύμφωνη γνώμη τοῦ ποιμνίου του ἐπ᾿ αὐτοῦ.
Γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε πάντως στὴν ἱστορική μας έκθεση, καὶ πρὶν φθάσουμε ἀκόμη στὸν ᾿Αρεοπαγίτη, ἂς σημειώσουμε πὼς ἐκεῖνος ποὺ ἐπέτεινε ἀκόμη περισσότερο τὸν δυϊστικὸ ἐκκλησιολογικό παροξυσμὸ ὑπῆρξε ὁ Εὐάγριος Ποντικός. Ὁ ὁποῖος, πολύ ριζικότερα ἀκόμη, θεωρεῖ ὅλες τὶς δομὲς καὶ ἱεραρχίες πρόσκαιρες καὶ κατεδαφιστέες καὶ διόλου ὑποκείμενες σὲ καμμιὰν ἀπολύτως δυνατότητα με ταμορφώσεως. 2. Φυσιολογικὰ οἱ ὀξέως πλατωνίζουσες θέσεις αὐτὲς προκάλεσαν σοβαρό θεολογικό ἀντίλογο. Πρίν ἐπικεντρώσουμε τὴν προσοχή μας στὸν οὐσιωδέστερο ἴσως καὶ γνωστότερο ἐκπρόσωπο αὐτοῦ τοῦ ἀντιλόγου, τὰ μακαριανὰ κείμενα, ἂς σταματήσουμε γιὰ λίγο σ' ἕνα ἐλάχι στα γνωστὸ στὰ καθ' ἡμᾶς συριακὸ ἔργο τοῦ Δ΄ αἰώνα ποὺ δὲν μεταφράστηκε ποτὲ στὰ ἑλληνικὰ καὶ εἶναι γνωστό στὸν λατινικό τίτλο του, τὸ Liber Graduum. Πρόκειται γιὰ μιὰν ἀξιοθαύμαστη πράγματι προσπάθεια συνθέσεως, στὸ κείμενο αὐτό, τῶν διαφόρων διαστάσεων τοῦ ἐκκλη-σιαστικοῦ εἶναι. Ἱερωσύνη, Εὐχαριστία, Βάπτισμα καὶ προσευχή, συντίθενται σὲ τρία μάλιστα ἐπίπεδα: αὐτὸ καταρχὴν ποὺ εἶναι ὁρατὸ καὶ δημόσιο (ἡ «ὁρατὴ Ἐκκλη-σία»), αὐτό, στὴ συνέχεια, ποὺ εἶναι μυστικὸ καὶ κρυμμένο (ἡ «Ἐκκλησία τῆς καρδιᾶς») καί, τέλος, τὸ ἐπουράνιο (ἡ «οὐράνια Ἐκκλησία»). Ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία εἶναι ὁ ἀπολύτως ἀπαραίτητος βοηθός προκειμένου ὁ Χριστιανὸς νὰ βρεῖ τὸ δρόμο τῆς Ἐκκλησίας τῆς καρδιᾶς καὶ ἐντέλει τῆς ἐπουράνιας Ἐκκλησίας. Έτσι παρόλο που καὶ οἱ τρεῖς Ἐκκλησίες εἶναι ἀπαραίτητες, μόνον οἱ δύο τελευταῖες θὰ παραμείνουν στὰ ἔσχατα. Μὲ τις θέσεις αὐτὲς ἡ σύνδεση «ὁρατῆς» καὶ «πνευματικῆς» Εκκλησίας καθίσταται ἄρρηκτη, καθὼς ἡ πρώτη γίνεται ἡ μόνη ὁδὸς γιὰ τὴ δεύτερη.
Αν καὶ ἡ ὠριγενικὴ τάση δὲν ἀπουσιάζει ἐντελῶς, κατα λαβαίνει κανεὶς πὼς ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία ἀποκτᾶ ξανά με γαλύτερη σημασία καὶ κύρος.
Ας έλθουμε τώρα στὰ κείμενα τὰ φερόμενα ὑπὸ τὸ ὄνο μα τοῦ ἀγίου Μακαρίου τοῦ Αἰγυπτίου. Τὰ θαυμαστὰ αὐτὰ κείμενα ποὺ ἀναζητοῦν τὴν καρδιακὴ ὑποδοχὴ τοῦ Χρι στοῦ ὡς Κυρίου τῆς δόξης καὶ ἀποτελοῦν θεμέλιο πνευμα τικὸ γιὰ ὅλη τὴν ἡσυχαστική παράδοση τῆς ᾿Ανατολικῆς Ἐκκλησίας, στηρίζονται σ' ἕναν οὐσιώδη ὑπαρξιακό πα-ραλληλισμό: «Ἐκκλησία οὖν λέγεται καὶ ἐπὶ πολλῶν καὶ ἐπὶ μιᾶς ψυχῆς· αὕτη γὰρ ἡ ψυχὴ συνάγει ὅλους τοὺς λογι σμοὺς καὶ ἐστιν Ἐκκλησία τῷ Θεῷ· ἡρμόσθη γὰρ εἰς κοι νωνίαν ἡ ψυχὴ τῷ ἐπουρανίῳ Νυμφίῳ καὶ κιρνᾶται τῷ ἐπουρανίῳ» (Ὁμ. 12). Ἡ ὁρατὴ Ἐκκλησία εἰκονίζει ἔτσι τὸν ἐσώτερο καὶ λογικό ἄνθρωπο (Όμ. 2) ὄχι γιατὶ εἶναι μὴ πραγματικὴ ἢ συμβολικὴ ἀλλά, ἀντιθέτως, ἐπειδὴ εἶναι ὀντολογικὰ ἀλλὰ καὶ ὑπαρξιακὰ πραγματική. Ὁ Χριστὸς ἐκκλησιάζει τὴν ὅλη ἀνθρώπινη ὕπαρξη θέτοντας τὴν εἰκό να τῆς θεότητός Του πάνω της: «Καὶ αὐτός, ἐν τῷ θρόνῳ τῆς μεγαλωσύνης ἐν ὑψηλοῖς καθεζόμενος ἐν τῇ ἐπουρα νίῳ πόλει, ὅλως ἐν αὐτῇ ἐν τῷ σώματι αὐτῆς ἐστι. Τὴν μὲν γὰρ αὐτῆς εἰκόνα τέθεικεν ἄνω ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει τῶν ἁγίων Ἱερουσαλήμ, τὴν δὲ ἰδίαν εἰκόνα τοῦ ἀρρήτου φωτὸς τῆς θεότητος αὐτοῦ τέθεικεν ἐν τῷ σώματι αὐτῆς. Αὐτὸς αὐτῇ διακονεῖ ἐν τῇ τοῦ σώματος πόλει. Κἀκείνη αὐτῷ διακονεῖ ἐν τῇ ἐπουρανίῳ πόλει. Αὕτη αὐτὸν ἐκληρονόμη σεν ἐν οὐρανοῖς καὶ αὐτὸς ἐκληρονόμησεν αὐτὴν ἐπὶ γῆς» (Όμ. 46). Ὁ Θεὸς γίνεται ἔτσι εἰκόνα τῆς συγκεκριμένης ὑπάρξεως καθὼς καὶ ἡ συγκεκριμένη ἀνθρώπινη ύπαρξη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἐρώτημα ποὺ μπορεῖ νὰ τεθεῖ ἐδῶ εἶναι τὸ πῶς θέτει ὁ Θεὸς τὴν εἰκόνα τοῦ «ἀρρήτου φωτὸς τῆς |ὕπαρ θεότητος» πάνω στὴν συγκεκριμένη σωματοψυχική ύπαρξη. Ἡ ἀπάντηση μοιάζει ἐκπληκτική: ἐπειδὴ τὰ ὁρατὰ πράγματα εἶναι τύποι καὶ σκιὲς τῶν ἀοράτων, μᾶς λέγει ὁ Μακάριος, καὶ ὁ ὁρατὸς ναὸς τύπος τοῦ ναοῦ τῆς καρδιᾶς, ὁ δὲ ἱερέας τύπος τοῦ ἀληθινοῦ ἱερέως τῆς Χάριτος τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅλο τὸ ὑπόλοιπο τῆς ἀκολουθίας τῶν ὁρατῶν ἐκκλησιαστικῶν δρωμένων τύπος τῶν λογικῶν καὶ κρυμ μένων πραγμάτων τοῦ ἐσωτερικοῦ ἀνθρώπου, δεχόμαστε τὴν ὁρατὴ «οἰκονομίαν καὶ διοίκησιν» τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἕνα ὑπόδειγμα τοῦ ἔργου τῆς χάριτος μέσα στὴν ψυχή (Dör. 2.1). Ἡ Ἐκκλησία εἶναι λοιπὸν ὁ ὁρατὸς τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἡ χάρη ἀποτίθεται στὴν ψυχή, ἡ ἐκκλησιαστική δομὴ εἰκονίζει τὴν ὑπαρξιακή δράση τῆς χάρης, χωρὶς τὴν πρώτη δὲν θὰ γνωρίζαμε τοὺς τρόπους τῆς δεύτερης. ᾿Αλλὰ καὶ χωρὶς τὴν δεύτερη, μοιάζει νὰ ὑπονοεῖ ἐπίσης ὁ Μακά ριος, δὲν θὰ εἴχαμε ἐπίγνωση τῆς ὑπαρξιακῆς ἀλήθειας τῆς πρώτης. Πόσο μακριὰ βρισκόμαστε ἀπ' τὴν ὠριγενικὴ καθὼς ἐπίσης καὶ τὴν δυτικὴ αὐγουστίνεια ἐκδοχὴ τῆς ἐσωτερι κότητας ἢ τοῦ ψυχολογισμοῦ! Καταλαβαίνει κανεὶς γιατί τὰ μακαριανὰ ἔργα στάθηκαν θεμέλιος λίθος τοῦ ὀρθοδόξου Ἡσυχασμοῦ, ἐπηρεάζοντας βαθιὰ ἕναν Μάξιμο Όμο λογητὴ ὅσο καὶ ἕναν Γρηγόριο Παλαμά. Ποιά εἶναι ἐν συν τόμῳ ἡ διαφορά; Πράγματι ὁ Μακάριος θὰ μποροῦσε νὰ ἐπαναλάβει τὸ Γραφικό «Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντὸς ὑμῶν ἐστι». Δὲν πρόκειται ὅμως ἐδῶ διόλου για ψυχολογισμό ή κάποιου είδους ἐσαντερισμό· πρόκειται ἀντιθέτως γιὰ τὴν ἐσωτερίκευση ἢ καλύτερα τὴν ὑπαρξιακή, διὰ τῆς προαιρέσεως, προσωπική δεξίωση τῆς Ἐκκλησίας διὰ τῆς χάριτος, ὡς περιεχομένου πλέον ὑπαρξιακοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ ἡ «ἐνδοβολή» τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὶς δομὲς καὶ τὰ Μυστήριά της, εἶναι ἡ «ἐκκλησιοποίηση» τοῦ ἔσω ἀνθρώπου ὡς ἐλεύθερη ἀσκητικὴ ὑποδοχὴ ἐν Πνεύματι τοῦ ἐκκλησιαστι κοῦ γεγονότος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καθίσταται αὐτὸ περιε χόμενο τῆς σκέψεως καὶ τῆς πράξεως, τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς του. Δὲν πρόκειται γιὰ ψυχολογικὴ ἐσωτερίκευση λοιπόν, ἀλλὰ γιὰ ὀντολογικὴ μετάπλαση τοῦ προσωπι κοῦ ἀνθρώπινου εἶναι, καθώς τοποθετεῖ ἐθελουσίως καὶ ἀ-σκητικῶς τὴν Ἐκκλησία ὡς εἰκόνα τῆς Βασιλείας τοῦ Θε οῦ ἐντὸς του, πράγμα ποὺ ἀκριβῶς σημαίνει ἐσωτερίκευση χωρὶς ἰντιβιντουαλισμό, ἐσωστρέφεια χωρίς ψυχολογισμό – γιὰ πρώτη φορὰ στὴν πραγματικότητα μιλοῦμε γιὰ τὸν «ἐντὸς» χῶρο μένοντας ξεκάθαρα στὸ πεδίο τῆς ὀντολογίας. ᾿Αντιστρόφως, ἡ «ἐνδοβολὴ» αὐτὴ λειτουργεῖ καὶ ὡς ὑπαρξιακὴ ἐπαλήθευση τοῦ ἐνδοβαλλομένου τὸ ὁρατὸ ἐκκλησιαστικό γεγονὸς ἰσχύει μὲν ἀντικειμενικά, ἀληθεύ ει δὲ ὑπαρξιακὰ καὶ προσωπικά, ἐπαληθευόμενο ὡς προσω πικὴ ἀκριβῶς ὀντολογική μεταβολή, ὡς Χριστοποίηση δη λαδὴ μὲ τὴν χάρη τῆς «ἐντὸς ἡμῶν» Ἐκκλησίας. Μὲ θέσεις σὰν αὐτὲς ἡ ἀρεοπαγιτικὴ ἐκκλησιολογία βρίσκεται πλέον κοντά. Πρόκειται ὅμως γιὰ ἕνα νέο μεγάλο ἄνοιγμα.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΚΑΙΝΙΖΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΤΈΙΚΟΝΑ. Η ΣΩΤΗΡΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΟΡΑΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ. ΠΟΣΟ ΑΠΕΧΕΙ ΑΥΤΗ Η ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΑΝΩΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΠΟΥ ΦΤΑΝΕΙ ΝΑ ΤΟ ΔΙΑΤΑΖΕΙ;
Σημειώσεις
28. Βλ. Ν. Afanassieff, «The Church which presides in Love», στὸν τόμο The Primacy of Peter, SVS Press, N.Y. 21992 (1963), σσ. 91-143. Γιὰ τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ Κυπριανοῦ βλ. σσ. 93-106.
29. Κατὰ τὴν περίφημη Ἐπιστολὴ LXVI, VIII, 3: «Scire debes episcopum in ecclesia esse et ecclesiam in episcopo et si qui cum episcopo non sit in ecclesia non esse». («Πρέπει να γνωρίζεις ότι ο επίσκοπος βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία και η Εκκλησία μέσα στον επίσκοπο· και όποιος δεν είναι με τον επίσκοπο, δεν βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία.»)
30. Κυπριανός, Epist. LXV, 4: «Si vero apud insanos furor insanabilis perseveraverit et recedente Spiritu Sancto quae coepit caecitas in sua nocte permanserit, concilium nobis erit singulos fratres ab corum fallacia separare et, nequis in laqueos erroris incurrat, ab eorum contagione secernere, quando nec oblatio sanctificari illic possit ubi Sanctus Spiritus non sit, nec quiquam Dominus per eius orationes et preces prosit, qui Dominum ipse violavit». («Εάν όμως μεταξύ των παραφρόνων επιμείνει η ανίατη μανία και, αφού αποχωρήσει το Άγιο Πνεύμα, η τύφλωση που άρχισε παραμείνει μέσα στη δική της νύχτα, τότε απόφασή μας θα είναι να χωρίσουμε έναν-έναν τους αδελφούς από την πλάνη τους και, για να μη πέσει κανείς στα δίχτυα της πλάνης, να τους αποκόψουμε από τη μόλυνσή τους· διότι ούτε η προσφορά μπορεί να αγιασθεί εκεί όπου δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, ούτε ο Κύριος ωφελεί καθόλου μέσω των προσευχών και δεήσεών του εκείνον που ο ίδιος παραβίασε τον Κύριο.»)
31. Κυπριανός, Epist. LXVII, 3: «Propter quod plebs obsequens prae-ceptis dominicis et Deum metuens a peccatore praepositio separare se debet, nec se ad sacrilegi sacerdotis sacrificia miscere, quando ipsa maxima habeat potestatem vel eligendi dignos sacerdotes vel indignos recusandi. («Γι’ αυτό ο λαός, υπακούοντας στις εντολές του Κυρίου και φοβούμενος τον Θεό, οφείλει να αποχωρίζεται από τον αμαρτωλό προεστώτα και να μη συμμετέχει στις θυσίες του ιερέα που διαπράττει ιεροσυλία, αφού ο ίδιος έχει τη μέγιστη εξουσία είτε να εκλέγει άξιους ιερείς είτε να απορρίπτει τους ανάξιους.»)
32. Βλ. H. von Campenhausen, «The Fathers of the Latin Church. στὸ ἐπίτομο έργο του The Fathers of the Church, δ.π., σ. 37.
32α. Βλ. A. Guillaumont, Les «Kephalaia Gnostica» d' Evagre le Pontique, Paris 1962, σ. 106.
32β. B. Patrologia Syriaca III, Paris 1926. ᾿Αγγλική μετάφραση ἀπὸ τὸν S. Brock, The Syriac Fathers on Prayer and the Spiritual life, Kalamazoo 1987. 'Ασχολούμαστε κυρίως μὲ τὸ Discourse XII.
Συνεχίζεται με:
2. Μέσα στον αρεοπαγιτικό εκκλησιολογικό μεγάκοσμο
Σημειώσεις
28. Βλ. Ν. Afanassieff, «The Church which presides in Love», στὸν τόμο The Primacy of Peter, SVS Press, N.Y. 21992 (1963), σσ. 91-143. Γιὰ τὴν ἐκκλησιολογία τοῦ Κυπριανοῦ βλ. σσ. 93-106.
29. Κατὰ τὴν περίφημη Ἐπιστολὴ LXVI, VIII, 3: «Scire debes episcopum in ecclesia esse et ecclesiam in episcopo et si qui cum episcopo non sit in ecclesia non esse». («Πρέπει να γνωρίζεις ότι ο επίσκοπος βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία και η Εκκλησία μέσα στον επίσκοπο· και όποιος δεν είναι με τον επίσκοπο, δεν βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία.»)
30. Κυπριανός, Epist. LXV, 4: «Si vero apud insanos furor insanabilis perseveraverit et recedente Spiritu Sancto quae coepit caecitas in sua nocte permanserit, concilium nobis erit singulos fratres ab corum fallacia separare et, nequis in laqueos erroris incurrat, ab eorum contagione secernere, quando nec oblatio sanctificari illic possit ubi Sanctus Spiritus non sit, nec quiquam Dominus per eius orationes et preces prosit, qui Dominum ipse violavit». («Εάν όμως μεταξύ των παραφρόνων επιμείνει η ανίατη μανία και, αφού αποχωρήσει το Άγιο Πνεύμα, η τύφλωση που άρχισε παραμείνει μέσα στη δική της νύχτα, τότε απόφασή μας θα είναι να χωρίσουμε έναν-έναν τους αδελφούς από την πλάνη τους και, για να μη πέσει κανείς στα δίχτυα της πλάνης, να τους αποκόψουμε από τη μόλυνσή τους· διότι ούτε η προσφορά μπορεί να αγιασθεί εκεί όπου δεν υπάρχει το Άγιο Πνεύμα, ούτε ο Κύριος ωφελεί καθόλου μέσω των προσευχών και δεήσεών του εκείνον που ο ίδιος παραβίασε τον Κύριο.»)
31. Κυπριανός, Epist. LXVII, 3: «Propter quod plebs obsequens prae-ceptis dominicis et Deum metuens a peccatore praepositio separare se debet, nec se ad sacrilegi sacerdotis sacrificia miscere, quando ipsa maxima habeat potestatem vel eligendi dignos sacerdotes vel indignos recusandi. («Γι’ αυτό ο λαός, υπακούοντας στις εντολές του Κυρίου και φοβούμενος τον Θεό, οφείλει να αποχωρίζεται από τον αμαρτωλό προεστώτα και να μη συμμετέχει στις θυσίες του ιερέα που διαπράττει ιεροσυλία, αφού ο ίδιος έχει τη μέγιστη εξουσία είτε να εκλέγει άξιους ιερείς είτε να απορρίπτει τους ανάξιους.»)
32. Βλ. H. von Campenhausen, «The Fathers of the Latin Church. στὸ ἐπίτομο έργο του The Fathers of the Church, δ.π., σ. 37.
32α. Βλ. A. Guillaumont, Les «Kephalaia Gnostica» d' Evagre le Pontique, Paris 1962, σ. 106.
32β. B. Patrologia Syriaca III, Paris 1926. ᾿Αγγλική μετάφραση ἀπὸ τὸν S. Brock, The Syriac Fathers on Prayer and the Spiritual life, Kalamazoo 1987. 'Ασχολούμαστε κυρίως μὲ τὸ Discourse XII.
Συνεχίζεται με:
2. Μέσα στον αρεοπαγιτικό εκκλησιολογικό μεγάκοσμο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου