Συνέχεια από Τρίτη 10. Φεβρουαρίου 2026
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ 5Η αρχέγονη Εκκλησία σήμερα
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Του π. Νικόλαου Λουδοβίκου, Εκδόσεις Αρμός, 2023 (πρώτη έκδοση 2002)
Μελέτη Θεμελιώδης
Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Τὰ ὅρια τῆς Εὐχαριστιακῆς Ἐκκλησιολογίας
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
2. ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΓΑΚΟΣΜΟ
᾿Αντιλαμβανόμαστε, μετὰ τὴν προηγηθεῖσα ἔκθεση, τὸ βάθος τοῦ τοῦ προβλήματος μὲ τὸ ὁποῖο στέκει ἀντιμέτωπος ὁ μεγαλοφυὴς καὶ ἅγιος συγγραφέας τῶν ἀρεοπαγιτικῶν πραγματειῶν. Τὸ ὡριγενικό νεοπλατωνικὸ τόλμημα ἔχει ἀνοίξει ἤδη τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου: ἡ ἐκκλησιολογία δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραμείνει, ὡς πρὸς τὴν θεολογική ἔκφρασή της, στὰ ἀρχέγονα ὅριά της. Οὔτε ὁ ἅγιος Ἰγνά-τιος οὔτε οἱ ἀπολογητές Πατέρες, ἢ ὁ Κυπριανός, ἢ ὁ Ἱππόλυτος, οὔτε ἀκόμη ὁ Μακάριος προσφέρουν ἐπαρκῆ ἐν-νοιολογικά μέσα προκειμένου τὸ ὠριγένειο ἐγχείρημα νὰ ἀφομοιωθεῖ ἐντελῶς καὶ ἀνωδύνως ἀλλὰ καὶ γόνιμα ἀπὸ τὴν παράδοση. Μὲ ἄκρα τόλμη καὶ πολλὴν ἔμπνευση, ὅσο καὶ μὲ ἀπαράμιλλο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, ὁ ἄγνωστος συγ-γραφέας ποὺ μᾶς αὐτοπαραδόθηκε ψευδωνύμως ὡς ὁ ᾿Αρεοπαγίτης Διονύσιος ἐπιχειρεῖ λοιπὸν γιὰ πρώτη φορά ν' ἀρθρώσει τὴν ἐκκλησιολογία ὡς ὀντολογία. Ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφική παράδοση μὲ κορυφὴ τὸν πρόκλειο νεοπλατωνισμό θὰ χρησιμεύσει πρὸς τοῦτο: θ' ἀκολουθήσουν ἀπαρόμοιαστες τομὲς ἐκχριστιανισμοῦ ὅλου αὐτοῦ τοῦ ὕστερου ἑλλη νικοῦ φιλοσοφικοῦ διαλογισμοῦ, ποὺ θὰ σημαδέψουν ὁλόκληρη τὴν ἐνιαία χριστιανική παράδοση στὴ συνέχεια καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Ταυτόχρονα, ἡ θεολογικὴ ἐκφορὰ τῆς ἐκκλησιολογίας θὰ ἐξελληνισθεῖ, θὰ λάβει δηλαδὴ τὴν μορφὴ μὲ τὴν ὁποία εἶναι δυνατὸν ν' ἀπαντηθεῖ τὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα σ' ἕναν πνευματικά ἐξελληνισμένο κόσμο. Τὰ ἴχνη αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀντολογίας θὰ ἐπι χειρήσουμε ν' ἀκολουθήσουμε τώρα, ἀρχίζοντας φυσικά ἀπ' τὴ θεμελιώδη πραγματικότητα τῆς «Οὐράνιας Ἱεραρχίας»33. Στὸ τρίτο κεφάλαιο λοιπὸν τῆς πραγματείας παρα-κολουθοῦμε τὴν ἱεραρχία ὁριζόμενη ὡς τάξιν ἱερὰν καὶ ἐ πιστήμην καὶ ἐνέργειαν (1) μὲ σκοπὸ τὴν «πρὸς τὸν Θεὸν ὡς ἐφικτὸν ἀφομοίωσίν τε καὶ ἕνωσιν» (2). Η γενικότερη ὀνομασία τῆς ἱεραρχίας παρέχεται μὲ τὸν στωικὸ ὅρο «διακόσμησις» λέξη που, όπως καὶ καὶ στὴν φιλοσοφική της προέλευση, σημαίνει τὴν διευθέτηση, τὴν ταξιθέτηση ὄντων – καὶ ἐν προκειμένῳ τῶν ἐπιμέρους ὁμάδων ἐντὸς τῆς Ιεραρχίας. Ἔτσι ἡ πρώτη διακόσμησις περιλαμβάνει τρεῖς (δ.π.) τάξεις, ὅπως καὶ ἡ δεύτερη καὶ ἡ τρίτη. Ἔχουμε λοιπόν μιὰ σειρὰ τριῶν διακοσμήσεων ποὺ μὲ τὴν τάξη, τὴν ἐπι-στήμη καὶ τὴν ἐνέργειά τους ἀνατείνονται πρὸς τὴν ἀφο μοίωση καὶ ἕνωσή τους μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μπο-ροῦμε συνεπῶς νὰ παρατηρήσουμε ἀμέσως εἶναι πὼς ἡ ὀν-τολογικὴ πραγματικότητα τῆς «διακοσμήσεως» εἶναι ἄ-κρως σύνθετη. Διότι δὲν ἐκφράζεται μόνον ὡς τάξις, ὡς ἀν-τικειμενικὸ εἶναι, δομικὴ δηλαδὴ καὶ παγιωμένη ἔκφραση/εἰκόνα τῶν θείων πραγματικοτήτων, ἀλλὰ καὶ ὡς γι-γνόμενο, ὑπαρξιακὸ γεγονὸς διὰ τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῆς «ἐνεργείας» τῶν τάξεων ποὺ τὴν κατοικοῦν. Ἔτσι, λοιπόν, κάθε ἱεραρχικὴ τάξη εἶναι καταρχὴν σαφῶς ἕνα γε γονὸς ἀντικειμενικό, μὲ τὰ πλαίσια καὶ τοὺς νόμους του, ποὺ θυμίζει, λέγει ὁ R. Roques, τὴν πλατωνικὴ πολιτεία· ἡ ὑποταγὴ τῶν κατώτερων τάξεων καθὼς καὶ τῶν μεσαί ων στὶς ἀνώτερες εἶναι φανερὴ σὲ κάθε σελίδα τῆς Ο.Ι. Συνίσταται ἔτσι ἕνας «ἱεραρχικός θεσμός», ὁ «τῆς ἁγίας ἱεραρχίας θεσμός» 36, μιὰ «ἱερὰ θεσμοθεσία» 37 πού, ὡς δο-μή, εἶναι ἀπόλυτη καὶ ἀδιατάρακτη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ «ἐσωτερικὴ» διάσταση στὶς ἱεραρχίες, ἐκφραζόμενη ἀκριβῶς μὲ τὴν «ἐπιστήμη» καὶ τὴν «ἐνέργειά» τους ποὺ «ἐσωτερικοποιεῖ» τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικειμενικό δομικό στοι-χεῖο, δημιουργώντας μιὰ πραγματικότητα τελικά δυναμι-κὴ καὶ στατική, κοινωνιολογικὴ καὶ πνευματική, νομική καὶ μυστική, ταυτόχρονα.
Εἶναι φυσικά σαφές πὼς ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα έχει νεοπλατωνικές συνάφειες. Ωστόσο ὅλη αὐτὴ ἡ ζων τανὴ δομὴ μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς βεβαίως τῆς ἐνοποιήσεως τῶν διαφόρων τάξεων ἀπὸ τὶς ἀνώτερές τους, ὅπως τὸ συν αντᾶμε στὸν Διονύσιο (πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἕνα κλασσικό νεοπλατωνικό θέμα), ἀφομοιώνονται στην προ οπτικὴ τοῦ μετασχηματισμοῦ τοῦ ὑπαρξιακοῦ τους περιε-χομένου μὲ τὴν χαρακτηριστικά χριστιανικὴ κίνηση τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη νὰ ἀπο-θεοποιήσει τὶς ἐνδιάμεσες τάξεις τῆς ἱεραρχίας. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ μετάδοση τοῦ εἶναι ἀπὸ τὰ-ξη σὲ τάξη, ὅπως π.χ. στὸν Πρόκλο, ἀλλά, ὅπως τὸ παρα-τήρησε ὁ Ivanka, ὅλες οἱ τάξεις ἔχουν τὸ εἶναι κατὰ τὴν μετοχή τους στὴν μία «θεαρχικὴ ἀγαθότητα» τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἴδιο μετασχηματίζεται καὶ ἡ νεοπλατωνικὴ ἐπιστήμη σὲ ἀνοικτὴ μέθεξη στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου παύοντας νὰ λειτουργεῖ ὡς μετοχὴ στὶς ἐνδιάμεσες τάξεις, ὅπως συμβαίνει στὸ νεοπλατωνισμό. Ἡ ἀγγελικὴ ἱεραρχία εἶναι (κατὰ πλατωνικὸ ἐπίσης τρόπο) ἡ νοητὴ ἱεραρχία – ἂν καὶ ἐδῶ ξανὰ ἡ καινοδιαθηκικὴ καὶ ἡ πατερικὴ ἀγγελολογία προστίθενται καὶ συναιροῦνται. Πλὴν αὐτῆς ὅμως ὑπῆρξε καὶ ἡ νομικὴ ἱεραρχία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού, δημιουργημένη κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀγγελική, προτυπώνει καὶ προετοιμάζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, ὀφειλόμενη πλέον στὴν ἴδια τὴν Οἰκονομία τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, εἰκὼν ἀπα-ράλλακτος τῆς νοητῆς, ἀποτελεῖ τὸ κοσμικὸ εἶναι ὡς Ἐκ-κλησία, τὸ εἶναι ἐκκλησιαζόμενο, τὴν ἐκτεταμένη πραγμάτωση τῆς Ἐνσαρκώσεως. Εξαιρετικά σημαντικό εἰ ναι τὸ γεγονὸς πὼς τὸ εἶναι αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν Διονύσιο καταρχὴν ὡς εἰκονικὴ καὶ συνάμα ἀντικειμε νικὴ δομή. Βρισκόμαστε ἐδῶ στὰ ἄδυτα τῆς ἀρεοπαγιτικῆς θεολογικῆς ἰδιοφυΐας: ἡ μεγαλειώδης σύλληψη τοῦ μεγά λου αὐτοῦ Πατρὸς εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἱεραρχικὴ δομὴ ἀφορᾶ στὸ εἶναι, ἀποτελεῖ ὀντολογία, τρό πον ὑπάρξεως τοῦ καθόλου κτιστοῦ εἶναι. Συντελεῖται τοιουτοτρόπως μιὰ μεγαλοφυής χριστιανικὴ ἀφομοίωση τοῦ νεοπλατωνικοῦ τρόπου κατανοήσεως τῶν ὄντων· ἀπ᾿ τὴν φιλοσοφία καὶ διορθώνοντάς την ἀντλεῖ ὁ Διονύσιος τὸ δικαίωμα νὰ μιλήσει πλέον γιὰ τὸ ὄντως –ἐν Χριστῷ εἶναι ὡς ὄντως ἱεραρχική, καὶ δὴ τριαδική, δομή. Ἡ ἐκκλησιολογία γίνεται ἐδῶ εἰκονική, δομικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ ὀντολογία μ' ἕναν τρόπο ποὺ θὰ παραμείνει, εἰδικὰ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογικὴ παράδοση ἔκτοτε, ὄχι μόνον κλασσικὸς ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας.
Φυσικὰ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπίσης ἱεραρχία αὐτὴ δὲν εἶναι βεβαίως μόνον δομὴ ἢ τάξη ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμη ἢ γνώση καὶ ἐνέργεια. Πρὶν ὅμως ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος, τὸ ὁποῖο, ἀναπόσπαστο ἀπ᾿ τὸ ἤδη ἐκτεθέν πρῶτο, ἐμφαίνει τὴν προσπάθεια τοῦ συγγραφέα τῶν ἀρεο-παγιτικῶν νὰ ὁλοκληρώσει τὴν μεγαλειώδη θεολογική του σύλληψη, ἂς δοῦμε δι' ὀλίγων τὴν σύνθεση τῆς σταθερῆς αὐτῆς ἐκκλησιαστικῆς δομῆς ποὺ ἐκφράζει τὸ ἐκκλησια στικὸ εἶναι. Πρόκειται ξανά, ὅπως διαβάζουμε στὸ πέμπτο κεφάλαιο τῆς Ε.Ι., γιὰ μιὰ τριπλὴ ἱεραρχικὴ διαίρεση, «τὰς ἁγιωτάτας τῶν τελετῶν τελετουργίας», τοὺς «θεοειδεῖς τῶν ἱερῶν ὑπηρέτας» καὶ τοὺς «ὑπ᾿ αὐτῶν ἀναλόγως ἐπὶ τὰ ἱερὰ προσαγομένους». Στην πρώτη τάξη τριπλὴ εἶναι ἐπίσης ἡ διαίρεση πρώτη ὑπάρχει «ἡ τῶν ἀτελέστων κάθαρσις», δεύτερη ἔρχεται ἡ «τῶν καθαρθέντων φωτιστική μύησις» συντελούμενες μὲ τὴν «ἱερὰν θεογενεσίαν» ἤγουν τὸ Βάπτισμα καὶ τρίτη συμβαίνει ἡ «τελείωσις» τῶν μυηθέντων, συνδεόμενη μὲ τὴν Θ. Εὐχαριστία («σύναξιν») καὶ τὴν τελετὴν τοῦ Μύρου. Στὴν δεύτερη τάξη ἢ διακόσμηση συναντοῦμε τὴν τριάδα τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν: ὁ διάκονος («λειτουργός» κατὰ τὴν νεοπλατωνική θεουργικὴ παράδοση), ὁ πρεσβύτερος («ἱερεὺς» σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια παράδοση) μὲ ἔργο του νὰ «φωταγωγεῖ» τοὺς καθαρθέντες ὑπὸ τοῦ διακόνου καὶ ὁ ἐπίσκοπος («ἱεράρχης» και τὰ τὴν ἑλληνιστική μυστηριακή γλώσσα τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη) ποὺ τελειοποιεῖ ὅσους ἔχουν ἤδη καθαρθεῖ καὶ φωτισθεῖ. Στὴν πρώτη διακόσμηση ἢ τάξη, αὐτὴ τῶν «μυουμένων» ἢ «τελουμένων» ἑλληνιστικῶς, ἢ κοινῶς τῶν πιστῶν, ἀνήκουν οἱ καθαιρόμενοι, οἱ φωτισμένοι καὶ οἱ τελειούμενοι (ποὺ εἶναι κατὰ Διονύσιο οἱ μοναχοί, ἢ καλύτερα, στὴν νεοπλατωνική γλώσσα του, οἱ «θεραπευταί»).
“Ας ἔλθουμε τώρα εἰδικὰ στὴν ἱερατικὴ διακόσμηση ή τάξη, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπ᾿ τὸν Διονύσιο καὶ «θεοπτική τάξη». Κορυφή της ἀδιαμφισβήτητη, «ἀόρατη καὶ ἔσχα-τη» (Ε.Ι., 5), ὁ «ἱεράρχης», ὡς τύπος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τάξη τῶν ἀρχιερέων εἶναι ἡ «τῆς τελειωτικῆς δυνάμεως άναπεπλησμένη», αὐτὴ ποὺ ὁλοκληρώνει τὴν τελειωτική μύηση τῶν «τελουμένων» στὰ ἱερὰ μυστήρια· ἀπὸ αὐτὴν πηγάζουν οἱ ὑπόλοιπες ἱερατικές δραστηριότητες καθὼς δι' αὐτῆς καθαγιάζεται τὸ μύρο καὶ καθιερώνεται τὸ θυσιαστήριο. Ἔπεται στὴ συνέχεια ἡ «τῶν ἱερέων φωταγωγική τάξις» ποὺ καθιστᾶ θεωρητικοὺς τοῦ βάθους τῶν μυστηρίων τοὺς πιστοὺς, ἐνῶ ἡ «τῶν λειτουργῶν τάξις» εἶναι αὐ τὴ ποὺ καθαίρει τοὺς προσερχομένους ἀπ' ὅ,τι ἀντιβαίνει στὰ θεῖα πράγματα, παραπέμποντάς τους γιὰ τὰ ἀνώτερα στὶς δύο ὑψηλότερες τάξεις.
Ὀφείλουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ συγκρίνουμε τὴ φωτιστικὴ αὐτὴ καὶ μυητικὴ ἱεραρχία μὲ ἀνάλογες θέσεις νεο-πλατωνικῶν φιλοσόφων, ἰδίως δὲ τοῦ Πρόκλου. Ὑπάρχει ἐδῶ ὡστόσο μιὰ θεμελιώδης διαφορὰ ποὺ θὰ τὴν ὁριοθετούσαμε ὡς ἑξῆς: ἐνῶ στὸν Πρόκλο ἡ ἁγιαστικὴ δύναμη τῶν ἱερατικῶν τάξεων ἐξαρτᾶται, παγανιστικὰ καὶ νατουραλι στικά, ἀπὸ τὸ ὀντολογικὸ ἐπίπεδο ποὺ κατέχουν, στὸν ᾿Α-ρεοπαγίτη ἡ καθαρτικὴ καὶ φωτιστικὴ δράση τῶν τάξεων αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν μετοχή τους στὸν Θεό, ἢ μᾶλλον εἶναι Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ποὺ μέσῳ τῶν ἱερατι-κῶν τάξεων ἐνεργεῖ τὰ τῆς καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ τε-λειώσεως στοὺς πιστούς. Οἱ ἱερατικές τάξεις λοιπὸν συνεργάζονται, παραθέτουν γιὰ τὴν ἀκρίβεια ὅλη τὴ ζωή τους στὸν «τελετάρχη Θεό»: ἡ χειροτονία τους ἡ ἴδια ὡς «ἐπὶ τὸ θεῖον θυσιαστήριον προσαγωγὴ καὶ ὑπόπτωσις αἰνίσσεται πᾶσι τοῖς ἱερατικῶς τελουμένοις ὑποτιθέναι καθόλου τῷ τελετάρχη Θεῷ τὴν οἰκείαν ζωὴν καὶ τὴν ἑαυτῶν ὁλότητα πάναγνον αὐτῷ καὶ καθιερωμένην προσαγαγεῖν [...]». Ὁ ἴδιος ὁ τρόπος τῆς διὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν χειροτονίας «διδάσκει [...] πάσας τελεῖν τὰς ἱεραρχικὰς ἐνεργείας, ὡς ὑπὸ Θεοῦ πράττοντας, τοὺς τελειωθέντας καὶ τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν αὐτὸν ἔχοντας ἐν παντὶ καθηγεμόνα» (ὅ.π.). Διὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ Θεῷ κάθε ἱερατικὸς βαθμὸς ἰσχύει ὡς ἀναφορὰ στὸ καθόλου – κάθε ἱερατικὸς βαθμὸς ὑφίσταται καὶ δρᾶ μετὰ τοῦ Θεοῦ, ὡς ἑνιαία ἔκφανση δηλαδὴ τῆς και θολικοποιητικῆς τῶν ἐπὶ μέρους χαρισμάτων θείας ἐνεργείας. Κάθε ἱερατικός βαθμὸς ἔτσι παρουσιάζει, ὑπὸ μιὰ ὁρισμένη του μορφή, τὸ ὅλον τῆς καθολικοποιούσας ἐνέρ γειας τοῦ Θεοῦ: ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνεργείας ὡς τελειωτικῆς, ὁ ἱερεύς, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνεργείας ὡς φωταγωγικῆς, ὁ διάκονος, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνέργειας ὡς φωτιστικῆς. Ἔτσι ὁ ὅλος Θεὸς ἐμφαίνεται κατὰ χάρη σὲ κάθε ἕνα ἐπὶ μέρους βαθμὸ τῆς ἱερατικῆς διακοσμήσεως, καθολικοποιώντας τον, καθιστώντας τον δηλαδὴ μὲ τὴν σειρά του περιεκτικὸ τοῦ ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εἶναι σὲ μιὰν ὁρισμένη ἔκφανση ἢ καλύτερα χάρισμα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τὸ συγκροτοῦν. Κάθε ἱερατικό χάρισμα λοιπὸν εἶναι μιὰ ὄψη τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ εἶναι, γεγονὸς ποὺ δὲν σημαίνει βεβαίως ἀνεπάρκεια τῶν χαρισμάτων ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο, βαθειὰ κοινωνία ὅλων στὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Αὐτὴ ἡ βαθειὰ τάση πρὸς κοινωνία τῶν χαρισμάτων σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά (ποὺ θὰ φανεῖ στὴν πληρότητά της μό νον στὴν θεολογικὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολο γητή) δημιουργεῖ τὸ ἔναυσμα, ὅπως θὰ δοῦμε γιὰ μιὰ ὁλό κληρη ἑρμηνεία τοῦ τρόπου θεμελιώσεως τῆς ἐκκλησιολο γικῆς αὐτῆς ὀντολογίας, ἡ ὁποία μὲ τὸ ἀρεοπαγιτικὸ ἔργο κάνει τὴν πρώτη της ἐμφάνιση ὡς σύνοψη καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀρχέγονης ἐκκλησιολογικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ προσθέσουμε εἶναι τὸ ὅτι καὶ στὶς δύο ἄλλες ἐπίσης τριαδικὲς διακοσμήσεις, αὐτὴν τῶν συνδεδεμένων μὲ τὰ Μυστήρια ὑπαρξιακῶν και ταστάσεων καὶ αὐτὴν τῶν τάξεων τῶν πιστῶν, ἐμφανίζεται ἐνδεικτικὰ ἡ ἴδια εἰκόνα τῆς βαθειᾶς κοινωνίας τῶν χαρισμάτων μέσα σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Ἔτσι στὴν κάθαρ ση ἐνυπάρχει δυνάμει ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ τελείωση, στὸν φωτισμὸ ἡ κάθαρση καὶ ἡ τελείωση, στὴν τελείωση συνυπάρχει καὶ ὁλοκληρώνεται ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός κάθε κατάσταση ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο τόπο κοινωνίας τῶν ἄλλων δύο. Παρομοίως συμβαίνει καὶ μὲ τὰ Μυστήρια: τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη Μυστήρια – Βάπτισμα, Χρίσμα, Εὐχαριστία- ἀποτελεῖ τόπο συγκλίσεως τῶν ἄλλων δύο. Τὸ Βάπτισμα ὑπάρχει γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ στὸ Χρίσμα καὶ νὰ τελειωθεῖ στὴν Εὐχαριστία, τὸ Χρίσμα εἶναι πλήρωση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τρόπος δεξιώσεως τῆς Εὐχαριστίας, ἡ Εὐχαριστία ἀποτελεῖ, τέλος, τὴν τελείωση ὅλων τῶν ἄλλων Μυστηρίων «τῶν καθ' ἕκαστα τελουμένων τὴν ἐπὶ τὸ ἓν τοῦ τελεσθέντος ἱερουργοῦσα συναγωγήν» (Ε.Ι., 3).
Μποροῦμε ἴσως στὸ σημεῖο αὐτὸ μάλιστα νὰ τονίσουμε πὼς αὐτὴν τὴν ἐγκατάσταση τῶν χαρισμάτων ἑκάστης διακοσμήσεως μέσα στὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ ἐνισχύει ἡ ἀμοι-βαίως δωροληπτικὴ ὑπαρξιακὴ ἐσωτερικὴ δομὴ τῶν διακο-σμήσεων. Κάθε δῶρο χάριτος ποὺ λαμβάνεται ἀπὸ κάθε μιὰ τάξη τῶν διακοσμήσεων αὐτῶν δὲν λαμβάνεται εἰμὴ μόνον γιὰ νὰ προσφερθεῖ ἐκ νέου στὶς ἄλλες. Μὲ τὸ κάθε δῶρο τῆς χάριτος ἡ καθεμιὰ λογική τάξη λαμβάνει τὴν ἴδια τὴν κενωτικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ὅλον Θεὸ ὡς δωρεά, ἡ ὁποία διατηρεῖται μόνον ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι θὰ δοθεῖ ἐκ νέου καὶ μάλιστα ὡς καθολικὴ αὐτοπροσφορὰ τῆς κάθε μιᾶς τάξεως στὶς ἄλλες τάξεις καὶ διακοσμήσεις. Αὐτὴ ἡ δωροληπτική ἀμοιβαιότητα καταλήγει εὐχαριστιακὰ καὶ πάλι στὸν ἀρχικὸ δωρεοδότη, τὸν Θεό, δημιουργώντας, μποροῦμε ἴσως νὰ ποῦμε, τὸ θεμελιακὸ σχῆμα μιᾶς «εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας» τῶν ἱεραρχιῶν καὶ διακοσμήσεων.
Ἐπειδὴ κάθε δωροληπτική τάξη δέχεται εὐχαριστιακὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν πληρότητα τῆς θείας ἀγάπης ποὺ δωρίζει κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της, δωρίζοντας συνάμα καὶ τὸν ἑαυτό της στὶς ἄλλες τάξεις. Κάθε τάξη ἔτσι καθίσταται δῶρο γιὰ τὶς ἄλλες στὸ βαθμὸ ποὺ δέχεται εὐχαριστιακὰ τὸ χαρισματικό της εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντάς το σ' Αὐτὸν καὶ δι' Αὐτοῦ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἡ θεία Εὐχαριστία καθίσταται ἔτσι ὁ κατεξοχὴν τόπος τῆς δωροληπτικῆς αὐτῆς ἀμοιβαιότητας ὑπὸ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς πώς, ὡς θεμελιώδης Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὸν κατεξοχὴν τρόπο ὅπου τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνει τὰ χαρισθέντα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἕναν, συνάγοντας καὶ ἀντιπροσφέροντάς τα ὡς πληρότητα θείας ζωῆς (ὡς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ) στὸν καθένα, ἐργαζόμενο ἔτσι στὴν ἐγκατοίκη ση ὅλων στὸν καθένα καὶ καθενὸς σὲ ὅλους. Αὐτὴ ἡ ἀμοι-βαία περιχώρηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν τάξεων ἡ χαρισμά-των μ' εὐχαριστιακὴ μάλιστα βάση ἐμφανίζεται στὸν ᾿Αρεοπαγίτη σὲ σπερματική θεολογικὴ ἢ θεωρητική μορ φή, ἀναδεικνύεται δὲ κυρίως στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Όμο λογητή, ὅπως θὰ δοῦμε στὰ ἑπόμενα.
Αἰτία τῆς μὴ ὁλοκληρώσεως αὐτῆς τῆς εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας τῶν ἱεραρχιῶν καὶ διακοσμήσεων στὸ ἀρεοπα-γιτικὸ ἔργο δὲν εἶναι ἡ προτίμηση τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη νὰ και τανοεῖ τὴν Εὐχαριστία ὡς μετοχὴ στὸ Ἔν, τὴν Θεαρχία, τὰ θεῖα Πρόσωπα καὶ μάλιστα αὐτὸ τοῦ Λόγου, περισσότερο, καὶ λιγότερο ὡς μετοχὴ στὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ Roques 41. Μια προσεκτική μελέτη λόγου χάρη τῆς ΧΙΙ παραγράφου τοῦ τρίτου κεφα λαίου τῆς Ε.Ι. καθιστᾶ ἐμφανὲς τὸ πράγμα: ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου γίνεται ἀκριβῶς μὲ τὸν σκοπὸ τῆς μυστηριακῆς μετοχῆς στὴν ἀνθρωπότητά Του «εἴπερ καὶ ἡμεῖς ὡς μέλη σώματι συναρμολογηθῶμεν αὐτῷ, κατὰ τὸ ταὐτὸν τῆς ἀλωβήτου καὶ θείας ζωῆς, καὶ μὴ τοῖς φθοροποιοῖς πάθεσι κατανεκρωθέντες ἀνάρμοστοι καὶ ἀκόλλητοι καὶ ἀσύζωοι γενώμεθα πρὸς τὰ θεῖα μέλη καὶ ὑγιέστατα [...]». Ἡ ἀν-θρωπότητα λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ μετέχεται πλήρως. Πρόκειται μάλιστα ἴσως γιὰ κάποιο εἶδος «θεσμοποιήσεως τῆς ὠριγενικῆς ἀναγωγῆς» ὅπως παρατηρήθηκε, ὑπὸ τὴν ἔν-νοια πὼς ἡ μετοχὴ στὸ “Εν δὲν ἐπιτυγχάνεται πλέον μὲ τὴν ἐκστατικὴ θεωρία ἁπλῶς, ὅπως στὸν Ωριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, ἀλλὰ θεμελιώνεται στὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Λατρεία. Ἐπιπλέον ἡ ὑπαρξιακὴ πλευρὰ τοῦ νομοκανονι-κοῦ καὶ λατρευτικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ ἢ δομῆς ἢ διακοσμήσεως τονίζεται ὑπερβολικὰ ἀπ᾿ τὸν ᾿Αρεοπαγίτη, εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς κατ᾿ οὐσίαν ἄκυρο τὸ Μυ-στήριο ποὺ ἔχει τελεσθεῖ ἀπὸ κληρικὸ ποὺ δὲν κατέχει, πα-ράλληλα πρὸς τὴν χειροτονία του, τὸν βαθμὸ φωτισμοῦ ἢ ἁγιότητας ποὺ ἐπιβάλλει ἡ τάξη του· ἔκπληκτοι, αἴφνης, διαβάζουμε στὴν Ἐπιστ. VIII: «παντελῶς ἀποπέπτωκε τῆς ἱερατικῆς τάξεως καὶ δυνάμεως ὁ μὴ φωτιστικός» (10923). ᾿Απομνημειώνοντας καὶ ταυτόχρονα ἐπιχειρώντας νὰ ὑπερβεῖ ἕναν μακρὺ ἐνδοχριστιανικό διχασμό ὁ ὁποῖος διαρκεῖ μέχρι τις μέρες μας, θεωρεῖ ὁ Διονύσιος διττῶς τὸ κάθε Μυστήριο: ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸ συνιστᾶ μιὰ «ἀντικειμενικὴ» εἰσαγωγὴ στὴν ἐκκλησιαστική Ιεραρχία, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως ἀπαιτεῖ πρὸς τοῦτο ἀπολύτως τὴν προ σωπικὴ ἁγιότητα τόσο αὐτοῦ ποὺ τὸ τελεῖ ὅσο καὶ αὐτοῦ ποὺ τὸ δέχεται 43.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτῆς τῆς ριζικῆς ὑπαρξικοποιήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν ὁ ᾿Αρεοπαγίτης ἀποφεύγει τόσο τὸν σκόπελο τῆς ἀρνήσεως μιᾶς ἀντικειμενικῆς δομῆς στὴν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας (δομὴ ποὺ ἡ φιλοσοφική καὶ μάλιστα πρόκλεια αὐτοσυνειδησία του ἀπαιτεῖ ἀπολύ τως) ὅσο καὶ τὸν μεγάλο κίνδυνο τῆς ταυτίσεως τῆς δομῆς αὐτῆς, κατ᾿ ἀπόλυτο τρόπο, πρὸς τὰ ἔσχατα, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐδῶ καὶ τώρα. Μόνον λοιπὸν μὲ τὴν προσωπική τους «ἐπιστήμην» καὶ «ἐνέργειαν» οἱ μέτοχοι τῶν ἀντικει μενικῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν ἢ διακοσμήσεων εἶναι δυ νατὸν νὰ ἐπαληθεύσουν τὴν θέση τους στὴν ἱεραρχία. Ισχύει τὸ ἀντίστροφο; Μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ προσωπι κὴ πνευματική κατάσταση ἑνὸς οἰουδήποτε μέλους τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μὲ τὴν ἀντικειμενικὴ τάξη στὴν ὁποία βρίσκεται; Ἡ ἀπάντηση δὲν ὑπάρχει σαφῶς καταφα-τικὴ στὸ ἀρεοπαγιτικὸ ἔργο καὶ εἶναι ἐδῶ ἀκριβῶς ποὺ ἀρ-χίζουν οἱ ἀπορίες ἢ τὰ προβλήματα. Ἡ δομὴ ἢ ἱεραρχία δὲν εἶναι δυνατὸν ὅπως φαίνεται νὰ ὑπαρξικοποιηθεῖ ἀπολύτως καὶ ἐντελῶς καὶ αὐτὸ σημαίνει πὼς ὑπάρχει ἕνα σημαντι-κὸ τμῆμα τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς δομικῆς ὀντολογίας ποὺ παραμένει ὑπαρξιακῶς «ἀνεξέλεγκτο», παρὰ τὴν ἀντίθετη ἐπιθυμία τοῦ Διονυσίου... Ἡ τελικὴ «ταυτότητα» τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἔτσι ἡ δομή της, προσφερόμενη ὡς τοιαύτη πρὸς ὑπαρξικοποίηση· αὐτὴ ἡ τελευταία ὡστόσο δὲν χρησιμεύει εἰμὴ ὡς ἐπαλήθευση τῆς πρώτης ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως δεδομένη καὶ ἀπολύτως ἄκαμπτη. Ἡ ἰσορ-ροπία λοιπὸν δομικοῦ ὑπαρξιακοῦ κλίνει σαφῶς, ὅπως δια-πιστώνει τελικὰ ὁ προσεκτικὸς μελετητὴς τοῦ ἀρεοπαγιτι κοῦ ἔργου, πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ πρώτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαρτυρεῖ ἀκριβῶς τὴν δυσκολία ἀρθρώσεως ἑνὸς θεο-λογικοῦ θεωρητικοῦ σχήματος ποὺ θὰ ἐξέφραζε τὴν ἀρ-μονία ποὺ ἡ ἀρχέγονη Ἐκκλησία ἐβίωνε στὸ σημεῖο ἀκριβῶς αὐτό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πού, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἐμποδίζει τὴν ὁλοκλήρωση τῆς «εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας» τῶν ἱεραρχιῶν μ' ἕναν τρόπο καθολικῆς συμπεριλήψεως τοῦ θεσμικοῦ καὶ τοῦ ὑπαρξιακοῦ ταυτόχρονα στὸ ὀντολογικό. Τὸ δομικό-θεσμικό λοιπὸν στὸν ᾿Αρεοπαγίτη φαίνεται στὸ τέλος νὰ κυριαρχεῖ, δημιουργώντας ἔτσι μιὰ δυσκολία στὴν ἄρθρωση τοῦ ἴδιου τοῦ θεολογικοῦ ἀποφατι-σμοῦ στὸ ἐκκλησιολογικό τουλάχιστον ἐπίπεδο. Ξέρουμε δηλαδὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἐντέλει πολλὰ σὲ σχέση μ᾽ ὅ,τι θὰ περιμέναμε ὅλοι ὅσοι ἀγαπήσαμε τὸν ἀποφατισμὸ τῆς Μ.Θ. Ἡ πιθανή κυριαρχία αὐτὴ τοῦ δομικοῦ δίνει τὸ ἔναυσμα, ὅπως θὰ δοῦμε, γιὰ ἕναν ἐκκλησιολογικό θεσμικὸ ὑπερβατισμὸ στὴν νεώτερη καὶ τὴ σύγχρονη ἐκκλησιολογία, ἰδίως μάλιστα τὴν ὀρθόδοξη. Λέγοντας θεσμικὸ ὑπερβα-τισμό, ἐννοῦ ταυτόχρονα καὶ νεοπλατωνίζοντα πειρασμό στὴν ἐκκλησιολογία, μιᾶς καὶ ὁ νεοπλατωνισμὸς δὲν πε-ριορίζεται μονάχα στὴν ἀποθέωση τῆς ἐσωτερικότητας ἀλλὰ ἐνασμενίζεται ἐπίσης καὶ στὴν ὑπερυποκειμενικὴ ὑ-πέρβαση πρὸς τὸ Ἕν. Θεσμικὸ ὑπερβατισμὸ ἔχουμε κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἐκκλησιαστική δομὴ γίνεται ὑπερβαλλόντως «ἀντικειμενική» καὶ αὐτονοήτως ὅσο καὶ ἀδιαπεράστως «ἱεραρχική», ἀσχέτως ἂν αὐτὸ τὸ ταυτίζουν μερικοὶ μὲ τὴν ἐνάργεια τῆς ἐσχατολογικῆς της ταυτότητας. Είδαμε πὼς ὁ ᾿Αρεοπαγίτης ἀγωνίσθηκε ν' ἀποφύγει τόσο τὸν νεοπλα τωνίζοντα αὐτὸν ὑπερβατικὸ θεσμοκεντρικό δομισμό ὅσο καὶ τὴν ὠριγενικοῦ τύπου ἐξίσου νεοπλατωνική «γνωστι κὴ» ἐσωτερίκευση τῶν πάντων – χωρὶς ὅμως τὸ ἰδιοφυές θεωρητικό του σχῆμα νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐφάμιλλο τῶν ἀ-γαθῶν καὶ βαθιὰ χριστιανικῶν του στόχων.
Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ βιώνουμε τὴν ἀλήθεια, πρέπει νὰ τὴν ἐκφράζουμε καὶ μὲ τὴν ἀνάλογη δύναμη στοχασμοῦ καὶ λόγου – ὅσο εἶναι αὐτὸ δυνατόν. Τόσο οἱ ἀρχαῖοι Πατέ-ρες ὅσο καὶ οἱ νεώτατοι μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ἅγιοι Πατέρες, ἐβίωναν καὶ βιώνουν παραδειγματικὰ τὸ μέγα καὶ ἐν πολλοῖς ἀνέκφραστο μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λό γου, στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ θεωρητικὴ ὅμως ἔκφραση τοῦ μυστηρίου δὲν ἐπακολουθεῖ πάντοτε μὲ τὴν ἴδια βαθύτητα· αἰτία δὲν εἶναι ἡ μὴ κοινότης τοῦ βιώματος ἐν Πνεύ-ματι, ἀλλὰ καθαρῶς καὶ μόνον ἡ διαφορὰ τῶν διανοητικῶν καὶ ἐκφραστικῶν ἢ χαρακτηρολογικῶν καὶ μορφωτικῶν δεξιοτήτων μεταξύ τους. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ διαφορὲς βάθους βιώματος, τόσον μεταξὺ ἐναρέτων ἀσκητῶν τῆς πίστεως, ὅσο καί, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, στὴν ἴδια τὴ ζωὴ ἑνὸς καὶ μόνον Πατρός, ἀνάμεσα στὴν νεανικὴ φέρ᾽ εἰπεῖν καὶ τὴν γεροντική του ἡλικία. Πλὴν ὅμως ἐπειδή, κατὰ τὴν φιλοκαλική μας παράδοση, ἡ χάρις συνεργεῖ μὲ τὴν ἑκάστοτε συγκεκριμένη ἀνθρώπινη φύση χωρὶς οὔτε νὰ τὴν κολοβώνει οὔτε νὰ τὴν ἀλλοιώνει οὔτε νὰ τὴν «διογκώνει», ἡ θεολογικὴ ἔκφραση εἶναι πάντοτε ἰσχυρῶς συνδεδεμένη μὲ ἰδιοσυγκρασίες, δεξιότητες, προτι μήσεις καὶ χαρακτῆρες. Αὐτὸς εἶναι ὁ περιορισμός της, αὐτὸ ἀκριβῶς ὅμως εἶναι καὶ τὸ μεγαλεῖο της!...
Πιστεύω λοιπὸν πὼς αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, τρόπο ὅμως ποὺ μέχρι σήμερα παραμένει ἐν μέρει δυσδιά-γνωστος, μᾶς ἔδωσε ἕνα ἕναυσμα λύσεως θεολογικῆς τῶν παραπάνω δυσκολιῶν, εἶναι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.
Συνεχίζεται με:
3. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Στὸν Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου
κ. Ιωάννη Ζηζιούλα, τὸν μύστη καὶ διδάσκαλο τῶν ἐκκλησιολογικῶν ἀπορρήτων...
2. ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΚΟ ΜΕΓΑΚΟΣΜΟ
᾿Αντιλαμβανόμαστε, μετὰ τὴν προηγηθεῖσα ἔκθεση, τὸ βάθος τοῦ τοῦ προβλήματος μὲ τὸ ὁποῖο στέκει ἀντιμέτωπος ὁ μεγαλοφυὴς καὶ ἅγιος συγγραφέας τῶν ἀρεοπαγιτικῶν πραγματειῶν. Τὸ ὡριγενικό νεοπλατωνικὸ τόλμημα ἔχει ἀνοίξει ἤδη τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου: ἡ ἐκκλησιολογία δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραμείνει, ὡς πρὸς τὴν θεολογική ἔκφρασή της, στὰ ἀρχέγονα ὅριά της. Οὔτε ὁ ἅγιος Ἰγνά-τιος οὔτε οἱ ἀπολογητές Πατέρες, ἢ ὁ Κυπριανός, ἢ ὁ Ἱππόλυτος, οὔτε ἀκόμη ὁ Μακάριος προσφέρουν ἐπαρκῆ ἐν-νοιολογικά μέσα προκειμένου τὸ ὠριγένειο ἐγχείρημα νὰ ἀφομοιωθεῖ ἐντελῶς καὶ ἀνωδύνως ἀλλὰ καὶ γόνιμα ἀπὸ τὴν παράδοση. Μὲ ἄκρα τόλμη καὶ πολλὴν ἔμπνευση, ὅσο καὶ μὲ ἀπαράμιλλο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος, ὁ ἄγνωστος συγ-γραφέας ποὺ μᾶς αὐτοπαραδόθηκε ψευδωνύμως ὡς ὁ ᾿Αρεοπαγίτης Διονύσιος ἐπιχειρεῖ λοιπὸν γιὰ πρώτη φορά ν' ἀρθρώσει τὴν ἐκκλησιολογία ὡς ὀντολογία. Ἡ ἴδια ἡ φιλοσοφική παράδοση μὲ κορυφὴ τὸν πρόκλειο νεοπλατωνισμό θὰ χρησιμεύσει πρὸς τοῦτο: θ' ἀκολουθήσουν ἀπαρόμοιαστες τομὲς ἐκχριστιανισμοῦ ὅλου αὐτοῦ τοῦ ὕστερου ἑλλη νικοῦ φιλοσοφικοῦ διαλογισμοῦ, ποὺ θὰ σημαδέψουν ὁλόκληρη τὴν ἐνιαία χριστιανική παράδοση στὴ συνέχεια καὶ μέχρι τὶς ἡμέρες μας. Ταυτόχρονα, ἡ θεολογικὴ ἐκφορὰ τῆς ἐκκλησιολογίας θὰ ἐξελληνισθεῖ, θὰ λάβει δηλαδὴ τὴν μορφὴ μὲ τὴν ὁποία εἶναι δυνατὸν ν' ἀπαντηθεῖ τὸ ὀντολογικὸ ἐρώτημα σ' ἕναν πνευματικά ἐξελληνισμένο κόσμο. Τὰ ἴχνη αὐτῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς ὀντολογίας θὰ ἐπι χειρήσουμε ν' ἀκολουθήσουμε τώρα, ἀρχίζοντας φυσικά ἀπ' τὴ θεμελιώδη πραγματικότητα τῆς «Οὐράνιας Ἱεραρχίας»33. Στὸ τρίτο κεφάλαιο λοιπὸν τῆς πραγματείας παρα-κολουθοῦμε τὴν ἱεραρχία ὁριζόμενη ὡς τάξιν ἱερὰν καὶ ἐ πιστήμην καὶ ἐνέργειαν (1) μὲ σκοπὸ τὴν «πρὸς τὸν Θεὸν ὡς ἐφικτὸν ἀφομοίωσίν τε καὶ ἕνωσιν» (2). Η γενικότερη ὀνομασία τῆς ἱεραρχίας παρέχεται μὲ τὸν στωικὸ ὅρο «διακόσμησις» λέξη που, όπως καὶ καὶ στὴν φιλοσοφική της προέλευση, σημαίνει τὴν διευθέτηση, τὴν ταξιθέτηση ὄντων – καὶ ἐν προκειμένῳ τῶν ἐπιμέρους ὁμάδων ἐντὸς τῆς Ιεραρχίας. Ἔτσι ἡ πρώτη διακόσμησις περιλαμβάνει τρεῖς (δ.π.) τάξεις, ὅπως καὶ ἡ δεύτερη καὶ ἡ τρίτη. Ἔχουμε λοιπόν μιὰ σειρὰ τριῶν διακοσμήσεων ποὺ μὲ τὴν τάξη, τὴν ἐπι-στήμη καὶ τὴν ἐνέργειά τους ἀνατείνονται πρὸς τὴν ἀφο μοίωση καὶ ἕνωσή τους μετὰ τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μπο-ροῦμε συνεπῶς νὰ παρατηρήσουμε ἀμέσως εἶναι πὼς ἡ ὀν-τολογικὴ πραγματικότητα τῆς «διακοσμήσεως» εἶναι ἄ-κρως σύνθετη. Διότι δὲν ἐκφράζεται μόνον ὡς τάξις, ὡς ἀν-τικειμενικὸ εἶναι, δομικὴ δηλαδὴ καὶ παγιωμένη ἔκφραση/εἰκόνα τῶν θείων πραγματικοτήτων, ἀλλὰ καὶ ὡς γι-γνόμενο, ὑπαρξιακὸ γεγονὸς διὰ τῆς «ἐπιστήμης» καὶ τῆς «ἐνεργείας» τῶν τάξεων ποὺ τὴν κατοικοῦν. Ἔτσι, λοιπόν, κάθε ἱεραρχικὴ τάξη εἶναι καταρχὴν σαφῶς ἕνα γε γονὸς ἀντικειμενικό, μὲ τὰ πλαίσια καὶ τοὺς νόμους του, ποὺ θυμίζει, λέγει ὁ R. Roques, τὴν πλατωνικὴ πολιτεία· ἡ ὑποταγὴ τῶν κατώτερων τάξεων καθὼς καὶ τῶν μεσαί ων στὶς ἀνώτερες εἶναι φανερὴ σὲ κάθε σελίδα τῆς Ο.Ι. Συνίσταται ἔτσι ἕνας «ἱεραρχικός θεσμός», ὁ «τῆς ἁγίας ἱεραρχίας θεσμός» 36, μιὰ «ἱερὰ θεσμοθεσία» 37 πού, ὡς δο-μή, εἶναι ἀπόλυτη καὶ ἀδιατάρακτη. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μιὰ «ἐσωτερικὴ» διάσταση στὶς ἱεραρχίες, ἐκφραζόμενη ἀκριβῶς μὲ τὴν «ἐπιστήμη» καὶ τὴν «ἐνέργειά» τους ποὺ «ἐσωτερικοποιεῖ» τὸ ἐξωτερικὸ ἀντικειμενικό δομικό στοι-χεῖο, δημιουργώντας μιὰ πραγματικότητα τελικά δυναμι-κὴ καὶ στατική, κοινωνιολογικὴ καὶ πνευματική, νομική καὶ μυστική, ταυτόχρονα.
Εἶναι φυσικά σαφές πὼς ὁλόκληρο αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα έχει νεοπλατωνικές συνάφειες. Ωστόσο ὅλη αὐτὴ ἡ ζων τανὴ δομὴ μαζὶ μὲ τὸ γεγονὸς βεβαίως τῆς ἐνοποιήσεως τῶν διαφόρων τάξεων ἀπὸ τὶς ἀνώτερές τους, ὅπως τὸ συν αντᾶμε στὸν Διονύσιο (πράγμα ποὺ ἀποτελεῖ ἐπίσης ἕνα κλασσικό νεοπλατωνικό θέμα), ἀφομοιώνονται στην προ οπτικὴ τοῦ μετασχηματισμοῦ τοῦ ὑπαρξιακοῦ τους περιε-χομένου μὲ τὴν χαρακτηριστικά χριστιανικὴ κίνηση τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη νὰ ἀπο-θεοποιήσει τὶς ἐνδιάμεσες τάξεις τῆς ἱεραρχίας. Δὲν ὑπάρχει δηλαδὴ μετάδοση τοῦ εἶναι ἀπὸ τὰ-ξη σὲ τάξη, ὅπως π.χ. στὸν Πρόκλο, ἀλλά, ὅπως τὸ παρα-τήρησε ὁ Ivanka, ὅλες οἱ τάξεις ἔχουν τὸ εἶναι κατὰ τὴν μετοχή τους στὴν μία «θεαρχικὴ ἀγαθότητα» τοῦ Θεοῦ. Τὸ ἴδιο μετασχηματίζεται καὶ ἡ νεοπλατωνικὴ ἐπιστήμη σὲ ἀνοικτὴ μέθεξη στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ τοῦ Ἴδιου παύοντας νὰ λειτουργεῖ ὡς μετοχὴ στὶς ἐνδιάμεσες τάξεις, ὅπως συμβαίνει στὸ νεοπλατωνισμό. Ἡ ἀγγελικὴ ἱεραρχία εἶναι (κατὰ πλατωνικὸ ἐπίσης τρόπο) ἡ νοητὴ ἱεραρχία – ἂν καὶ ἐδῶ ξανὰ ἡ καινοδιαθηκικὴ καὶ ἡ πατερικὴ ἀγγελολογία προστίθενται καὶ συναιροῦνται. Πλὴν αὐτῆς ὅμως ὑπῆρξε καὶ ἡ νομικὴ ἱεραρχία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης πού, δημιουργημένη κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν ἀγγελική, προτυπώνει καὶ προετοιμάζει τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, ὀφειλόμενη πλέον στὴν ἴδια τὴν Οἰκονομία τῆς Ἐνσαρκώσεως τοῦ Λόγου. Ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἱεραρχία, εἰκὼν ἀπα-ράλλακτος τῆς νοητῆς, ἀποτελεῖ τὸ κοσμικὸ εἶναι ὡς Ἐκ-κλησία, τὸ εἶναι ἐκκλησιαζόμενο, τὴν ἐκτεταμένη πραγμάτωση τῆς Ἐνσαρκώσεως. Εξαιρετικά σημαντικό εἰ ναι τὸ γεγονὸς πὼς τὸ εἶναι αὐτὸ γίνεται ἀντιληπτὸ ἀπὸ τὸν Διονύσιο καταρχὴν ὡς εἰκονικὴ καὶ συνάμα ἀντικειμε νικὴ δομή. Βρισκόμαστε ἐδῶ στὰ ἄδυτα τῆς ἀρεοπαγιτικῆς θεολογικῆς ἰδιοφυΐας: ἡ μεγαλειώδης σύλληψη τοῦ μεγά λου αὐτοῦ Πατρὸς εἶναι ἀκριβῶς τὸ ὅτι ἡ ἐκκλησιαστική ἱεραρχικὴ δομὴ ἀφορᾶ στὸ εἶναι, ἀποτελεῖ ὀντολογία, τρό πον ὑπάρξεως τοῦ καθόλου κτιστοῦ εἶναι. Συντελεῖται τοιουτοτρόπως μιὰ μεγαλοφυής χριστιανικὴ ἀφομοίωση τοῦ νεοπλατωνικοῦ τρόπου κατανοήσεως τῶν ὄντων· ἀπ᾿ τὴν φιλοσοφία καὶ διορθώνοντάς την ἀντλεῖ ὁ Διονύσιος τὸ δικαίωμα νὰ μιλήσει πλέον γιὰ τὸ ὄντως –ἐν Χριστῷ εἶναι ὡς ὄντως ἱεραρχική, καὶ δὴ τριαδική, δομή. Ἡ ἐκκλησιολογία γίνεται ἐδῶ εἰκονική, δομικὴ καὶ ἀντικειμενικὴ ὀντολογία μ' ἕναν τρόπο ποὺ θὰ παραμείνει, εἰδικὰ γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ἐκκλησιολογικὴ παράδοση ἔκτοτε, ὄχι μόνον κλασσικὸς ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας.
Φυσικὰ καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἐπίσης ἱεραρχία αὐτὴ δὲν εἶναι βεβαίως μόνον δομὴ ἢ τάξη ἀλλὰ καὶ ἐπιστήμη ἢ γνώση καὶ ἐνέργεια. Πρὶν ὅμως ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ δεύτερο αὐτὸ μέρος, τὸ ὁποῖο, ἀναπόσπαστο ἀπ᾿ τὸ ἤδη ἐκτεθέν πρῶτο, ἐμφαίνει τὴν προσπάθεια τοῦ συγγραφέα τῶν ἀρεο-παγιτικῶν νὰ ὁλοκληρώσει τὴν μεγαλειώδη θεολογική του σύλληψη, ἂς δοῦμε δι' ὀλίγων τὴν σύνθεση τῆς σταθερῆς αὐτῆς ἐκκλησιαστικῆς δομῆς ποὺ ἐκφράζει τὸ ἐκκλησια στικὸ εἶναι. Πρόκειται ξανά, ὅπως διαβάζουμε στὸ πέμπτο κεφάλαιο τῆς Ε.Ι., γιὰ μιὰ τριπλὴ ἱεραρχικὴ διαίρεση, «τὰς ἁγιωτάτας τῶν τελετῶν τελετουργίας», τοὺς «θεοειδεῖς τῶν ἱερῶν ὑπηρέτας» καὶ τοὺς «ὑπ᾿ αὐτῶν ἀναλόγως ἐπὶ τὰ ἱερὰ προσαγομένους». Στην πρώτη τάξη τριπλὴ εἶναι ἐπίσης ἡ διαίρεση πρώτη ὑπάρχει «ἡ τῶν ἀτελέστων κάθαρσις», δεύτερη ἔρχεται ἡ «τῶν καθαρθέντων φωτιστική μύησις» συντελούμενες μὲ τὴν «ἱερὰν θεογενεσίαν» ἤγουν τὸ Βάπτισμα καὶ τρίτη συμβαίνει ἡ «τελείωσις» τῶν μυηθέντων, συνδεόμενη μὲ τὴν Θ. Εὐχαριστία («σύναξιν») καὶ τὴν τελετὴν τοῦ Μύρου. Στὴν δεύτερη τάξη ἢ διακόσμηση συναντοῦμε τὴν τριάδα τῶν ἐκκλησιαστικῶν βαθμῶν: ὁ διάκονος («λειτουργός» κατὰ τὴν νεοπλατωνική θεουργικὴ παράδοση), ὁ πρεσβύτερος («ἱερεὺς» σύμφωνα μὲ τὴν ἴδια παράδοση) μὲ ἔργο του νὰ «φωταγωγεῖ» τοὺς καθαρθέντες ὑπὸ τοῦ διακόνου καὶ ὁ ἐπίσκοπος («ἱεράρχης» και τὰ τὴν ἑλληνιστική μυστηριακή γλώσσα τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη) ποὺ τελειοποιεῖ ὅσους ἔχουν ἤδη καθαρθεῖ καὶ φωτισθεῖ. Στὴν πρώτη διακόσμηση ἢ τάξη, αὐτὴ τῶν «μυουμένων» ἢ «τελουμένων» ἑλληνιστικῶς, ἢ κοινῶς τῶν πιστῶν, ἀνήκουν οἱ καθαιρόμενοι, οἱ φωτισμένοι καὶ οἱ τελειούμενοι (ποὺ εἶναι κατὰ Διονύσιο οἱ μοναχοί, ἢ καλύτερα, στὴν νεοπλατωνική γλώσσα του, οἱ «θεραπευταί»).
“Ας ἔλθουμε τώρα εἰδικὰ στὴν ἱερατικὴ διακόσμηση ή τάξη, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἀπ᾿ τὸν Διονύσιο καὶ «θεοπτική τάξη». Κορυφή της ἀδιαμφισβήτητη, «ἀόρατη καὶ ἔσχα-τη» (Ε.Ι., 5), ὁ «ἱεράρχης», ὡς τύπος τοῦ Χριστοῦ. Ἡ τάξη τῶν ἀρχιερέων εἶναι ἡ «τῆς τελειωτικῆς δυνάμεως άναπεπλησμένη», αὐτὴ ποὺ ὁλοκληρώνει τὴν τελειωτική μύηση τῶν «τελουμένων» στὰ ἱερὰ μυστήρια· ἀπὸ αὐτὴν πηγάζουν οἱ ὑπόλοιπες ἱερατικές δραστηριότητες καθὼς δι' αὐτῆς καθαγιάζεται τὸ μύρο καὶ καθιερώνεται τὸ θυσιαστήριο. Ἔπεται στὴ συνέχεια ἡ «τῶν ἱερέων φωταγωγική τάξις» ποὺ καθιστᾶ θεωρητικοὺς τοῦ βάθους τῶν μυστηρίων τοὺς πιστοὺς, ἐνῶ ἡ «τῶν λειτουργῶν τάξις» εἶναι αὐ τὴ ποὺ καθαίρει τοὺς προσερχομένους ἀπ' ὅ,τι ἀντιβαίνει στὰ θεῖα πράγματα, παραπέμποντάς τους γιὰ τὰ ἀνώτερα στὶς δύο ὑψηλότερες τάξεις.
Ὀφείλουμε στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ συγκρίνουμε τὴ φωτιστικὴ αὐτὴ καὶ μυητικὴ ἱεραρχία μὲ ἀνάλογες θέσεις νεο-πλατωνικῶν φιλοσόφων, ἰδίως δὲ τοῦ Πρόκλου. Ὑπάρχει ἐδῶ ὡστόσο μιὰ θεμελιώδης διαφορὰ ποὺ θὰ τὴν ὁριοθετούσαμε ὡς ἑξῆς: ἐνῶ στὸν Πρόκλο ἡ ἁγιαστικὴ δύναμη τῶν ἱερατικῶν τάξεων ἐξαρτᾶται, παγανιστικὰ καὶ νατουραλι στικά, ἀπὸ τὸ ὀντολογικὸ ἐπίπεδο ποὺ κατέχουν, στὸν ᾿Α-ρεοπαγίτη ἡ καθαρτικὴ καὶ φωτιστικὴ δράση τῶν τάξεων αὐτῶν ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν μετοχή τους στὸν Θεό, ἢ μᾶλλον εἶναι Αὐτὸς ὁ Ἴδιος ποὺ μέσῳ τῶν ἱερατι-κῶν τάξεων ἐνεργεῖ τὰ τῆς καθάρσεως, φωτισμοῦ καὶ τε-λειώσεως στοὺς πιστούς. Οἱ ἱερατικές τάξεις λοιπὸν συνεργάζονται, παραθέτουν γιὰ τὴν ἀκρίβεια ὅλη τὴ ζωή τους στὸν «τελετάρχη Θεό»: ἡ χειροτονία τους ἡ ἴδια ὡς «ἐπὶ τὸ θεῖον θυσιαστήριον προσαγωγὴ καὶ ὑπόπτωσις αἰνίσσεται πᾶσι τοῖς ἱερατικῶς τελουμένοις ὑποτιθέναι καθόλου τῷ τελετάρχη Θεῷ τὴν οἰκείαν ζωὴν καὶ τὴν ἑαυτῶν ὁλότητα πάναγνον αὐτῷ καὶ καθιερωμένην προσαγαγεῖν [...]». Ὁ ἴδιος ὁ τρόπος τῆς διὰ ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν χειροτονίας «διδάσκει [...] πάσας τελεῖν τὰς ἱεραρχικὰς ἐνεργείας, ὡς ὑπὸ Θεοῦ πράττοντας, τοὺς τελειωθέντας καὶ τῶν οἰκείων ἐνεργειῶν αὐτὸν ἔχοντας ἐν παντὶ καθηγεμόνα» (ὅ.π.). Διὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ἐν τῷ Θεῷ κάθε ἱερατικὸς βαθμὸς ἰσχύει ὡς ἀναφορὰ στὸ καθόλου – κάθε ἱερατικὸς βαθμὸς ὑφίσταται καὶ δρᾶ μετὰ τοῦ Θεοῦ, ὡς ἑνιαία ἔκφανση δηλαδὴ τῆς και θολικοποιητικῆς τῶν ἐπὶ μέρους χαρισμάτων θείας ἐνεργείας. Κάθε ἱερατικός βαθμὸς ἔτσι παρουσιάζει, ὑπὸ μιὰ ὁρισμένη του μορφή, τὸ ὅλον τῆς καθολικοποιούσας ἐνέρ γειας τοῦ Θεοῦ: ὁ ἱεράρχης, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνεργείας ὡς τελειωτικῆς, ὁ ἱερεύς, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνεργείας ὡς φωταγωγικῆς, ὁ διάκονος, τὸ ὅλον τῆς θείας ἐνέργειας ὡς φωτιστικῆς. Ἔτσι ὁ ὅλος Θεὸς ἐμφαίνεται κατὰ χάρη σὲ κάθε ἕνα ἐπὶ μέρους βαθμὸ τῆς ἱερατικῆς διακοσμήσεως, καθολικοποιώντας τον, καθιστώντας τον δηλαδὴ μὲ τὴν σειρά του περιεκτικὸ τοῦ ὅλου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ εἶναι σὲ μιὰν ὁρισμένη ἔκφανση ἢ καλύτερα χάρισμα, ἀπὸ αὐτὰ ποὺ τὸ συγκροτοῦν. Κάθε ἱερατικό χάρισμα λοιπὸν εἶναι μιὰ ὄψη τοῦ ὅλου ἐκκλησιαστικοῦ εἶναι, γεγονὸς ποὺ δὲν σημαίνει βεβαίως ἀνεπάρκεια τῶν χαρισμάτων ἀλλὰ τὸ ἀντίθετο, βαθειὰ κοινωνία ὅλων στὸ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Αὐτὴ ἡ βαθειὰ τάση πρὸς κοινωνία τῶν χαρισμάτων σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά (ποὺ θὰ φανεῖ στὴν πληρότητά της μό νον στὴν θεολογικὴ σκέψη τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολο γητή) δημιουργεῖ τὸ ἔναυσμα, ὅπως θὰ δοῦμε γιὰ μιὰ ὁλό κληρη ἑρμηνεία τοῦ τρόπου θεμελιώσεως τῆς ἐκκλησιολο γικῆς αὐτῆς ὀντολογίας, ἡ ὁποία μὲ τὸ ἀρεοπαγιτικὸ ἔργο κάνει τὴν πρώτη της ἐμφάνιση ὡς σύνοψη καὶ ἑρμηνεία τῆς ἀρχέγονης ἐκκλησιολογικῆς πείρας τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει στὸ σημεῖο αὐτὸ νὰ προσθέσουμε εἶναι τὸ ὅτι καὶ στὶς δύο ἄλλες ἐπίσης τριαδικὲς διακοσμήσεις, αὐτὴν τῶν συνδεδεμένων μὲ τὰ Μυστήρια ὑπαρξιακῶν και ταστάσεων καὶ αὐτὴν τῶν τάξεων τῶν πιστῶν, ἐμφανίζεται ἐνδεικτικὰ ἡ ἴδια εἰκόνα τῆς βαθειᾶς κοινωνίας τῶν χαρισμάτων μέσα σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ αὐτά. Ἔτσι στὴν κάθαρ ση ἐνυπάρχει δυνάμει ὁ φωτισμὸς καὶ ἡ τελείωση, στὸν φωτισμὸ ἡ κάθαρση καὶ ἡ τελείωση, στὴν τελείωση συνυπάρχει καὶ ὁλοκληρώνεται ἡ κάθαρση καὶ ὁ φωτισμός κάθε κατάσταση ἀποτελεῖ ἰδιαίτερο τόπο κοινωνίας τῶν ἄλλων δύο. Παρομοίως συμβαίνει καὶ μὲ τὰ Μυστήρια: τὸ κάθε ἕνα ἀπὸ τὰ θεμελιώδη Μυστήρια – Βάπτισμα, Χρίσμα, Εὐχαριστία- ἀποτελεῖ τόπο συγκλίσεως τῶν ἄλλων δύο. Τὸ Βάπτισμα ὑπάρχει γιὰ νὰ ὁλοκληρωθεῖ στὸ Χρίσμα καὶ νὰ τελειωθεῖ στὴν Εὐχαριστία, τὸ Χρίσμα εἶναι πλήρωση τοῦ Βαπτίσματος καὶ τρόπος δεξιώσεως τῆς Εὐχαριστίας, ἡ Εὐχαριστία ἀποτελεῖ, τέλος, τὴν τελείωση ὅλων τῶν ἄλλων Μυστηρίων «τῶν καθ' ἕκαστα τελουμένων τὴν ἐπὶ τὸ ἓν τοῦ τελεσθέντος ἱερουργοῦσα συναγωγήν» (Ε.Ι., 3).
Μποροῦμε ἴσως στὸ σημεῖο αὐτὸ μάλιστα νὰ τονίσουμε πὼς αὐτὴν τὴν ἐγκατάσταση τῶν χαρισμάτων ἑκάστης διακοσμήσεως μέσα στὸ καθένα ἀπὸ αὐτὰ ἐνισχύει ἡ ἀμοι-βαίως δωροληπτικὴ ὑπαρξιακὴ ἐσωτερικὴ δομὴ τῶν διακο-σμήσεων. Κάθε δῶρο χάριτος ποὺ λαμβάνεται ἀπὸ κάθε μιὰ τάξη τῶν διακοσμήσεων αὐτῶν δὲν λαμβάνεται εἰμὴ μόνον γιὰ νὰ προσφερθεῖ ἐκ νέου στὶς ἄλλες. Μὲ τὸ κάθε δῶρο τῆς χάριτος ἡ καθεμιὰ λογική τάξη λαμβάνει τὴν ἴδια τὴν κενωτικὴ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὸν ὅλον Θεὸ ὡς δωρεά, ἡ ὁποία διατηρεῖται μόνον ὑπὸ τὸν ὅρο ὅτι θὰ δοθεῖ ἐκ νέου καὶ μάλιστα ὡς καθολικὴ αὐτοπροσφορὰ τῆς κάθε μιᾶς τάξεως στὶς ἄλλες τάξεις καὶ διακοσμήσεις. Αὐτὴ ἡ δωροληπτική ἀμοιβαιότητα καταλήγει εὐχαριστιακὰ καὶ πάλι στὸν ἀρχικὸ δωρεοδότη, τὸν Θεό, δημιουργώντας, μποροῦμε ἴσως νὰ ποῦμε, τὸ θεμελιακὸ σχῆμα μιᾶς «εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας» τῶν ἱεραρχιῶν καὶ διακοσμήσεων.
Ἐπειδὴ κάθε δωροληπτική τάξη δέχεται εὐχαριστιακὰ τὴν πληρότητα τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, εἶναι αὐτὴν τὴν ἴδια τὴν πληρότητα τῆς θείας ἀγάπης ποὺ δωρίζει κι αὐτὴ μὲ τὴ σειρά της, δωρίζοντας συνάμα καὶ τὸν ἑαυτό της στὶς ἄλλες τάξεις. Κάθε τάξη ἔτσι καθίσταται δῶρο γιὰ τὶς ἄλλες στὸ βαθμὸ ποὺ δέχεται εὐχαριστιακὰ τὸ χαρισματικό της εἶναι ἀπὸ τὸ Θεό, ἀντιπροσφέροντάς το σ' Αὐτὸν καὶ δι' Αὐτοῦ σὲ ὅλους τοὺς ἄλλους. Ἡ θεία Εὐχαριστία καθίσταται ἔτσι ὁ κατεξοχὴν τόπος τῆς δωροληπτικῆς αὐτῆς ἀμοιβαιότητας ὑπὸ τὴν ἔννοια ἀκριβῶς πώς, ὡς θεμελιώδης Λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας, ἀποτελεῖ τὸν κατεξοχὴν τρόπο ὅπου τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνει τὰ χαρισθέντα ὑπὸ τοῦ Θεοῦ σὲ κάθε ἕναν, συνάγοντας καὶ ἀντιπροσφέροντάς τα ὡς πληρότητα θείας ζωῆς (ὡς Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ) στὸν καθένα, ἐργαζόμενο ἔτσι στὴν ἐγκατοίκη ση ὅλων στὸν καθένα καὶ καθενὸς σὲ ὅλους. Αὐτὴ ἡ ἀμοι-βαία περιχώρηση τῶν ἐκκλησιαστικῶν τάξεων ἡ χαρισμά-των μ' εὐχαριστιακὴ μάλιστα βάση ἐμφανίζεται στὸν ᾿Αρεοπαγίτη σὲ σπερματική θεολογικὴ ἢ θεωρητική μορ φή, ἀναδεικνύεται δὲ κυρίως στὸν ἅγιο Μάξιμο τὸν Όμο λογητή, ὅπως θὰ δοῦμε στὰ ἑπόμενα.
Αἰτία τῆς μὴ ὁλοκληρώσεως αὐτῆς τῆς εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας τῶν ἱεραρχιῶν καὶ διακοσμήσεων στὸ ἀρεοπα-γιτικὸ ἔργο δὲν εἶναι ἡ προτίμηση τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη νὰ και τανοεῖ τὴν Εὐχαριστία ὡς μετοχὴ στὸ Ἔν, τὴν Θεαρχία, τὰ θεῖα Πρόσωπα καὶ μάλιστα αὐτὸ τοῦ Λόγου, περισσότερο, καὶ λιγότερο ὡς μετοχὴ στὴν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἐπιχειρηματολογεῖ ὁ Roques 41. Μια προσεκτική μελέτη λόγου χάρη τῆς ΧΙΙ παραγράφου τοῦ τρίτου κεφα λαίου τῆς Ε.Ι. καθιστᾶ ἐμφανὲς τὸ πράγμα: ἡ ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου γίνεται ἀκριβῶς μὲ τὸν σκοπὸ τῆς μυστηριακῆς μετοχῆς στὴν ἀνθρωπότητά Του «εἴπερ καὶ ἡμεῖς ὡς μέλη σώματι συναρμολογηθῶμεν αὐτῷ, κατὰ τὸ ταὐτὸν τῆς ἀλωβήτου καὶ θείας ζωῆς, καὶ μὴ τοῖς φθοροποιοῖς πάθεσι κατανεκρωθέντες ἀνάρμοστοι καὶ ἀκόλλητοι καὶ ἀσύζωοι γενώμεθα πρὸς τὰ θεῖα μέλη καὶ ὑγιέστατα [...]». Ἡ ἀν-θρωπότητα λοιπὸν τοῦ Χριστοῦ μετέχεται πλήρως. Πρόκειται μάλιστα ἴσως γιὰ κάποιο εἶδος «θεσμοποιήσεως τῆς ὠριγενικῆς ἀναγωγῆς» ὅπως παρατηρήθηκε, ὑπὸ τὴν ἔν-νοια πὼς ἡ μετοχὴ στὸ “Εν δὲν ἐπιτυγχάνεται πλέον μὲ τὴν ἐκστατικὴ θεωρία ἁπλῶς, ὅπως στὸν Ωριγένη καὶ τὸν Εὐάγριο, ἀλλὰ θεμελιώνεται στὴν κοινὴ ἐκκλησιαστικὴ Λατρεία. Ἐπιπλέον ἡ ὑπαρξιακὴ πλευρὰ τοῦ νομοκανονι-κοῦ καὶ λατρευτικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θεσμοῦ ἢ δομῆς ἢ διακοσμήσεως τονίζεται ὑπερβολικὰ ἀπ᾿ τὸν ᾿Αρεοπαγίτη, εἰς τρόπον ὥστε νὰ θεωρεῖται ὡς κατ᾿ οὐσίαν ἄκυρο τὸ Μυ-στήριο ποὺ ἔχει τελεσθεῖ ἀπὸ κληρικὸ ποὺ δὲν κατέχει, πα-ράλληλα πρὸς τὴν χειροτονία του, τὸν βαθμὸ φωτισμοῦ ἢ ἁγιότητας ποὺ ἐπιβάλλει ἡ τάξη του· ἔκπληκτοι, αἴφνης, διαβάζουμε στὴν Ἐπιστ. VIII: «παντελῶς ἀποπέπτωκε τῆς ἱερατικῆς τάξεως καὶ δυνάμεως ὁ μὴ φωτιστικός» (10923). ᾿Απομνημειώνοντας καὶ ταυτόχρονα ἐπιχειρώντας νὰ ὑπερβεῖ ἕναν μακρὺ ἐνδοχριστιανικό διχασμό ὁ ὁποῖος διαρκεῖ μέχρι τις μέρες μας, θεωρεῖ ὁ Διονύσιος διττῶς τὸ κάθε Μυστήριο: ἀπὸ τὴ μιὰ αὐτὸ συνιστᾶ μιὰ «ἀντικειμενικὴ» εἰσαγωγὴ στὴν ἐκκλησιαστική Ιεραρχία, ἀπὸ τὴν ἄλλη ὅμως ἀπαιτεῖ πρὸς τοῦτο ἀπολύτως τὴν προ σωπικὴ ἁγιότητα τόσο αὐτοῦ ποὺ τὸ τελεῖ ὅσο καὶ αὐτοῦ ποὺ τὸ δέχεται 43.
Μὲ τὸν τρόπο αὐτῆς τῆς ριζικῆς ὑπαρξικοποιήσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν ὁ ᾿Αρεοπαγίτης ἀποφεύγει τόσο τὸν σκόπελο τῆς ἀρνήσεως μιᾶς ἀντικειμενικῆς δομῆς στὴν ὀντολογία τῆς Ἐκκλησίας (δομὴ ποὺ ἡ φιλοσοφική καὶ μάλιστα πρόκλεια αὐτοσυνειδησία του ἀπαιτεῖ ἀπολύ τως) ὅσο καὶ τὸν μεγάλο κίνδυνο τῆς ταυτίσεως τῆς δομῆς αὐτῆς, κατ᾿ ἀπόλυτο τρόπο, πρὸς τὰ ἔσχατα, τὴν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐδῶ καὶ τώρα. Μόνον λοιπὸν μὲ τὴν προσωπική τους «ἐπιστήμην» καὶ «ἐνέργειαν» οἱ μέτοχοι τῶν ἀντικει μενικῶν ἐκκλησιαστικῶν δομῶν ἢ διακοσμήσεων εἶναι δυ νατὸν νὰ ἐπαληθεύσουν τὴν θέση τους στὴν ἱεραρχία. Ισχύει τὸ ἀντίστροφο; Μποροῦμε νὰ ποῦμε πὼς ἡ προσωπι κὴ πνευματική κατάσταση ἑνὸς οἰουδήποτε μέλους τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζεται μὲ τὴν ἀντικειμενικὴ τάξη στὴν ὁποία βρίσκεται; Ἡ ἀπάντηση δὲν ὑπάρχει σαφῶς καταφα-τικὴ στὸ ἀρεοπαγιτικὸ ἔργο καὶ εἶναι ἐδῶ ἀκριβῶς ποὺ ἀρ-χίζουν οἱ ἀπορίες ἢ τὰ προβλήματα. Ἡ δομὴ ἢ ἱεραρχία δὲν εἶναι δυνατὸν ὅπως φαίνεται νὰ ὑπαρξικοποιηθεῖ ἀπολύτως καὶ ἐντελῶς καὶ αὐτὸ σημαίνει πὼς ὑπάρχει ἕνα σημαντι-κὸ τμῆμα τῆς ἐκκλησιολογικῆς αὐτῆς δομικῆς ὀντολογίας ποὺ παραμένει ὑπαρξιακῶς «ἀνεξέλεγκτο», παρὰ τὴν ἀντίθετη ἐπιθυμία τοῦ Διονυσίου... Ἡ τελικὴ «ταυτότητα» τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἔτσι ἡ δομή της, προσφερόμενη ὡς τοιαύτη πρὸς ὑπαρξικοποίηση· αὐτὴ ἡ τελευταία ὡστόσο δὲν χρησιμεύει εἰμὴ ὡς ἐπαλήθευση τῆς πρώτης ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως δεδομένη καὶ ἀπολύτως ἄκαμπτη. Ἡ ἰσορ-ροπία λοιπὸν δομικοῦ ὑπαρξιακοῦ κλίνει σαφῶς, ὅπως δια-πιστώνει τελικὰ ὁ προσεκτικὸς μελετητὴς τοῦ ἀρεοπαγιτι κοῦ ἔργου, πρὸς τὴν πλευρὰ τοῦ πρώτου καὶ τὸ γεγονὸς αὐτὸ μαρτυρεῖ ἀκριβῶς τὴν δυσκολία ἀρθρώσεως ἑνὸς θεο-λογικοῦ θεωρητικοῦ σχήματος ποὺ θὰ ἐξέφραζε τὴν ἀρ-μονία ποὺ ἡ ἀρχέγονη Ἐκκλησία ἐβίωνε στὸ σημεῖο ἀκριβῶς αὐτό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι πού, κατὰ τὴν γνώμη μου, ἐμποδίζει τὴν ὁλοκλήρωση τῆς «εὐχαριστιακῆς ὀντολογίας» τῶν ἱεραρχιῶν μ' ἕναν τρόπο καθολικῆς συμπεριλήψεως τοῦ θεσμικοῦ καὶ τοῦ ὑπαρξιακοῦ ταυτόχρονα στὸ ὀντολογικό. Τὸ δομικό-θεσμικό λοιπὸν στὸν ᾿Αρεοπαγίτη φαίνεται στὸ τέλος νὰ κυριαρχεῖ, δημιουργώντας ἔτσι μιὰ δυσκολία στὴν ἄρθρωση τοῦ ἴδιου τοῦ θεολογικοῦ ἀποφατι-σμοῦ στὸ ἐκκλησιολογικό τουλάχιστον ἐπίπεδο. Ξέρουμε δηλαδὴ γιὰ τὴν Ἐκκλησία ἐντέλει πολλὰ σὲ σχέση μ᾽ ὅ,τι θὰ περιμέναμε ὅλοι ὅσοι ἀγαπήσαμε τὸν ἀποφατισμὸ τῆς Μ.Θ. Ἡ πιθανή κυριαρχία αὐτὴ τοῦ δομικοῦ δίνει τὸ ἔναυσμα, ὅπως θὰ δοῦμε, γιὰ ἕναν ἐκκλησιολογικό θεσμικὸ ὑπερβατισμὸ στὴν νεώτερη καὶ τὴ σύγχρονη ἐκκλησιολογία, ἰδίως μάλιστα τὴν ὀρθόδοξη. Λέγοντας θεσμικὸ ὑπερβα-τισμό, ἐννοῦ ταυτόχρονα καὶ νεοπλατωνίζοντα πειρασμό στὴν ἐκκλησιολογία, μιᾶς καὶ ὁ νεοπλατωνισμὸς δὲν πε-ριορίζεται μονάχα στὴν ἀποθέωση τῆς ἐσωτερικότητας ἀλλὰ ἐνασμενίζεται ἐπίσης καὶ στὴν ὑπερυποκειμενικὴ ὑ-πέρβαση πρὸς τὸ Ἕν. Θεσμικὸ ὑπερβατισμὸ ἔχουμε κάθε φορὰ ποὺ ἡ ἐκκλησιαστική δομὴ γίνεται ὑπερβαλλόντως «ἀντικειμενική» καὶ αὐτονοήτως ὅσο καὶ ἀδιαπεράστως «ἱεραρχική», ἀσχέτως ἂν αὐτὸ τὸ ταυτίζουν μερικοὶ μὲ τὴν ἐνάργεια τῆς ἐσχατολογικῆς της ταυτότητας. Είδαμε πὼς ὁ ᾿Αρεοπαγίτης ἀγωνίσθηκε ν' ἀποφύγει τόσο τὸν νεοπλα τωνίζοντα αὐτὸν ὑπερβατικὸ θεσμοκεντρικό δομισμό ὅσο καὶ τὴν ὠριγενικοῦ τύπου ἐξίσου νεοπλατωνική «γνωστι κὴ» ἐσωτερίκευση τῶν πάντων – χωρὶς ὅμως τὸ ἰδιοφυές θεωρητικό του σχῆμα νὰ εἶναι ἀπολύτως ἐφάμιλλο τῶν ἀ-γαθῶν καὶ βαθιὰ χριστιανικῶν του στόχων.
Δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ βιώνουμε τὴν ἀλήθεια, πρέπει νὰ τὴν ἐκφράζουμε καὶ μὲ τὴν ἀνάλογη δύναμη στοχασμοῦ καὶ λόγου – ὅσο εἶναι αὐτὸ δυνατόν. Τόσο οἱ ἀρχαῖοι Πατέ-ρες ὅσο καὶ οἱ νεώτατοι μέχρι τῶν ἡμερῶν μας ἅγιοι Πατέρες, ἐβίωναν καὶ βιώνουν παραδειγματικὰ τὸ μέγα καὶ ἐν πολλοῖς ἀνέκφραστο μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Λό γου, στὴν Ἐκκλησία Του. Ἡ θεωρητικὴ ὅμως ἔκφραση τοῦ μυστηρίου δὲν ἐπακολουθεῖ πάντοτε μὲ τὴν ἴδια βαθύτητα· αἰτία δὲν εἶναι ἡ μὴ κοινότης τοῦ βιώματος ἐν Πνεύ-ματι, ἀλλὰ καθαρῶς καὶ μόνον ἡ διαφορὰ τῶν διανοητικῶν καὶ ἐκφραστικῶν ἢ χαρακτηρολογικῶν καὶ μορφωτικῶν δεξιοτήτων μεταξύ τους. Βεβαίως ὑπάρχουν καὶ διαφορὲς βάθους βιώματος, τόσον μεταξὺ ἐναρέτων ἀσκητῶν τῆς πίστεως, ὅσο καί, ὅπως ἔλεγε ὁ π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ, στὴν ἴδια τὴ ζωὴ ἑνὸς καὶ μόνον Πατρός, ἀνάμεσα στὴν νεανικὴ φέρ᾽ εἰπεῖν καὶ τὴν γεροντική του ἡλικία. Πλὴν ὅμως ἐπειδή, κατὰ τὴν φιλοκαλική μας παράδοση, ἡ χάρις συνεργεῖ μὲ τὴν ἑκάστοτε συγκεκριμένη ἀνθρώπινη φύση χωρὶς οὔτε νὰ τὴν κολοβώνει οὔτε νὰ τὴν ἀλλοιώνει οὔτε νὰ τὴν «διογκώνει», ἡ θεολογικὴ ἔκφραση εἶναι πάντοτε ἰσχυρῶς συνδεδεμένη μὲ ἰδιοσυγκρασίες, δεξιότητες, προτι μήσεις καὶ χαρακτῆρες. Αὐτὸς εἶναι ὁ περιορισμός της, αὐτὸ ἀκριβῶς ὅμως εἶναι καὶ τὸ μεγαλεῖο της!...
Πιστεύω λοιπὸν πὼς αὐτὸς ποὺ μὲ τὸν καλύτερο τρόπο, τρόπο ὅμως ποὺ μέχρι σήμερα παραμένει ἐν μέρει δυσδιά-γνωστος, μᾶς ἔδωσε ἕνα ἕναυσμα λύσεως θεολογικῆς τῶν παραπάνω δυσκολιῶν, εἶναι ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής.
Συνεχίζεται με:
3. Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΑΠΟΦΑΤΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΟΥ
Σημειώσεις:
33. Οἱ συντμήσεις τῶν τίτλων τῶν πραγματειών: ΟΙ (Περὶ Οὐρανίας Ἱεραρχίας), ΕΙ (Περί Εκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας), ΜΘ (Περί Μυστι κῆς Θεολογίας). Έπιστ. (Επιστολαί). Θεμελιώδη έργα ποὺ προϋποτί θενται στὴν ἐρμηνευτική μας προσέγγιση αὐτὴ τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη (τῆς ὁποίας τὰ οὐσιώδη συμπεράσματα παραμένουν προσωπικά) εἶναι τὰ ἑξῆς: R. Roques, L' Univers dionysien. Structure hiérarchique du monde selon le Pseudo-Dénys, Cerf, Paris 1983 (1954). E. von Ivanka, Plato Christianus, J. Verlag. Einsiedeln 1964 PUF, Paris 1990. W. Volker, Kontemplation und Ekstase bei Pseudo-Dionysius Areopagita, Wiesba-den, 1958. A. Louth, The Origins of the Christian Mystical Tradition from Plato to Denys, Oxford 1981. H. U. von Balthasar, Herrlichkeit: eine theologische Aesthetik II, Einsiedeln 1962. R.F. Hathaway. Hierarchy and the Definition of Order in the Letters of Pseudo-Dionysius, The Hage 1969. H. Goltz, Hiera Mesiteia: Zur Theorie der hierarchischen Sozietät im Corpus Areopagiticum, Erlangen 1974. K. Ruh, Die Mystische Gotteslehre des Dionysius Areopagita, München
1987. A. H. Armstrong, An Introduction to Ancient Philosophy, London 1965. A. Golitzin, Et introibo ad Altare Dei. The Mystagogy of Dionysius Areopagita with special reference to its predecessors in the Eastern Christian Tradition, ΠΙΠΜ, Θεσ/νίκη 1994. J.L. Marion, L' idole et la distance, Grasset, Paris 1977, σσ. 177-243.
34. ᾿Αντιστοίχως, Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι, στη συνέχεια Κυτ ριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες καὶ τέλος ᾿Αρχαί, ᾿Αρχάγγελοι, "Αγγελοι,
35. R. Roques, δ.π., σ. 81.
36. OI (PG 3) 377B, 432C.
37. δ.π., 4454.
38. Π.χ. Ιάμβλιχος, Περί Μυστ. 1. 19.
39. E. von Ivanka, ό.π., σ. 244.
40. Βλ. Jean Luc Marion, ὅ.π., σ. 205: Recevoir le don revient à recevoir l' acte donateur, car Dieu ne donne rien que le mouvement d' infinie kénose de la charité, c'est-à-dire tout l' homme donc ne reçoit comme tel le don qu' en acceuillant l' acte de donner, c'est-à-dire par ré-pétition en donnant lui-même.
41. R. Roques, ό.π., σ. 269.
42. A. Golitzin, ὅ.π., σ. 346: In a curious sense, Dionysius has <«in-stitutionalized the Origenist ἀναγωγή...
43. R. Roques, δ.π., σ. 298.
33. Οἱ συντμήσεις τῶν τίτλων τῶν πραγματειών: ΟΙ (Περὶ Οὐρανίας Ἱεραρχίας), ΕΙ (Περί Εκκλησιαστικῆς Ἱεραρχίας), ΜΘ (Περί Μυστι κῆς Θεολογίας). Έπιστ. (Επιστολαί). Θεμελιώδη έργα ποὺ προϋποτί θενται στὴν ἐρμηνευτική μας προσέγγιση αὐτὴ τοῦ ᾿Αρεοπαγίτη (τῆς ὁποίας τὰ οὐσιώδη συμπεράσματα παραμένουν προσωπικά) εἶναι τὰ ἑξῆς: R. Roques, L' Univers dionysien. Structure hiérarchique du monde selon le Pseudo-Dénys, Cerf, Paris 1983 (1954). E. von Ivanka, Plato Christianus, J. Verlag. Einsiedeln 1964 PUF, Paris 1990. W. Volker, Kontemplation und Ekstase bei Pseudo-Dionysius Areopagita, Wiesba-den, 1958. A. Louth, The Origins of the Christian Mystical Tradition from Plato to Denys, Oxford 1981. H. U. von Balthasar, Herrlichkeit: eine theologische Aesthetik II, Einsiedeln 1962. R.F. Hathaway. Hierarchy and the Definition of Order in the Letters of Pseudo-Dionysius, The Hage 1969. H. Goltz, Hiera Mesiteia: Zur Theorie der hierarchischen Sozietät im Corpus Areopagiticum, Erlangen 1974. K. Ruh, Die Mystische Gotteslehre des Dionysius Areopagita, München
1987. A. H. Armstrong, An Introduction to Ancient Philosophy, London 1965. A. Golitzin, Et introibo ad Altare Dei. The Mystagogy of Dionysius Areopagita with special reference to its predecessors in the Eastern Christian Tradition, ΠΙΠΜ, Θεσ/νίκη 1994. J.L. Marion, L' idole et la distance, Grasset, Paris 1977, σσ. 177-243.
34. ᾿Αντιστοίχως, Σεραφείμ, Χερουβείμ, Θρόνοι, στη συνέχεια Κυτ ριότητες, Δυνάμεις, Εξουσίες καὶ τέλος ᾿Αρχαί, ᾿Αρχάγγελοι, "Αγγελοι,
35. R. Roques, δ.π., σ. 81.
36. OI (PG 3) 377B, 432C.
37. δ.π., 4454.
38. Π.χ. Ιάμβλιχος, Περί Μυστ. 1. 19.
39. E. von Ivanka, ό.π., σ. 244.
40. Βλ. Jean Luc Marion, ὅ.π., σ. 205: Recevoir le don revient à recevoir l' acte donateur, car Dieu ne donne rien que le mouvement d' infinie kénose de la charité, c'est-à-dire tout l' homme donc ne reçoit comme tel le don qu' en acceuillant l' acte de donner, c'est-à-dire par ré-pétition en donnant lui-même.
41. R. Roques, ό.π., σ. 269.
42. A. Golitzin, ὅ.π., σ. 346: In a curious sense, Dionysius has <«in-stitutionalized the Origenist ἀναγωγή...
43. R. Roques, δ.π., σ. 298.
ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΝΑΡΤΗΣΗ ΟΙ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ ΜΑΣ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου