Εἴπαμε ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Θεοῦ εἶναι μία ἐλευθερία
………………… Εἴπαμε, ἐπιπλέον, ὅτι τὸ θέλημα δὲν καταργεῖται, ἀλλὰ ἔχει ἁπλῶς νὰ διαλέξει ἂν θὰ γίνει θέλημα —ἐξουσία, κλείσιμο ἑπομένως στὸν ἑαυτό–, ἢ θὰ γίνει ἐλευθερία ὅπως κάνει ὁ Θεός, ἀναλογικὴ δηλαδὴ σχέση.
Εἴπαμε ὅτι μέσα στὴν ἐλευθερία αὐτὴ ὡς κοινωνία ὁ ἄνθρωπος βρίσκει ἀκριβῶς τὸν ἑαυτό του , καὶ βρίσκει πραγματικὰ τὰ μέγιστα ἀγαθά , ἀκόμα καὶ θεοπτία. Τί εἶναι ὅμως ἡ θεοπτία ; Λέμε μερικὲς φορὲς «θεόπτης!», λέμε «εἶδε τὸ ἄκτιστο φῶς» !
Κάποτε μοῦ συνέβη ἕνα γεγονὸς μὲ τὸ ὁποῖο θὰ κλείσω. Ημουν νεαρὸς πρεσβύτερος καὶ διακονοῦσα σὲ κάποια χωριὰ ἔξω ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη καὶ ταυτόχρονα ἤμουν βοηθὸς ἑνὸς πολὺ μεγάλου θεολόγου στὴν Θεολογικὴ Σχολή.
Ζοῦσα τότε μία φοβερὴ ἀντίθεση. Ἀπὸ τὴ μία στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ εἶχα ἐπαφὴ μὲ τὰ μεγάλα τῆς θεολογίας καὶ παράδοξα καὶ τὰ δυσνόητα καὶ τὰ βαθυνόητα καὶ ἀπὸτὴν ἄλλη πήγαινα σὲ δέκα χωριά, ποὺ μοῦ εἶχε ἀναθέσει ὁ τότε ἐπίσκοπός μου, ὡς ἱεροκήρυκας. Ενιωθα φοβερὴ μοναξιά, διότι δὲν μὲ καταλαβαίνανε, ἢ μᾶλλον ἐγὼ εὐθυνόμουνα ποὺ δὲν μὲ καταλαβαίνανε.
Ἔλεγα λοιπὸν πέντε πράγματα, ἔβλεπα ὅτι ὁ κόσμος ἄκουγε ὅ,τι ἄκουγε , γύρναγε , ἔσκυβε τὸ κεφάλι καὶ συνέχιζε κανονικὰ τὴν ζωή του , σὰν νὰ μὴ συνέβαινε τίποτα. Ἡ μοναξιά αὐτὴ ἤτανε βαρὺ αἴσθημα.
Ελεγα «μὰ τί κάνω ἐγὼ σὰν παπὰς αὐτὴ τὴν στιγμή, τί νόημα ἔχει νὰ ξαναπάω τὴν Κυριακή καὶ νὰ ξαναμιλήσω στὸ τάδε χωριὸ καὶ πάλι» ; Λοιπόν, κάποια στιγμὴ μοῦ συνέβη τὸ ἑξῆς θαυμαστὸ γεγονός, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Θεὸς μοῦ ἔμαθε μερικὰ πράγματα.
Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς Κυριακές, τελείωσε ἡ θεία Λειτουργία καὶ μοῦ λέει ὁ παπάς, ἕνας ἁπλὸς παπὰς καὶ δύο ἁπλοί , ἁπλούστατοι ἐπίτροποι , ἀγράμματοι ἄνθρωποι : « Πᾶμε νὰπιοῦμε, πάτερ, ἕναν καφέ, προτοῦ φύγεις». Τελειώνει ἡ Λειτουργία , ἐγὼ πάντα μέσα στὴν μοναξιὰ κ.λπ.
Καὶ πᾶμε νὰπιοῦμε τὸν καφὲ στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ . Ἐκεῖ λοιπὸν ποὺπίναμε τὸν καφέ, ξαφνικὰ γυρίζει ὁ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιτρόπους, μὲ κοιτάζει καὶ μοῦ λέει :
«Λοιπόν, πάτερ, ἐγὼ μὲ τὸν κυρ-Γιάννη ἀπὸ ἐδῶ (κυρ-Γιάννης ἦταν ὁ ἄλλος ἐπίτροπος) εἴχαμε μία ἀπορία. Ὁ ναός μας ἐδῶ δὲν ἦταν καθαγιασμένος (δὲν εἶχαν γίνει ἐγκαίνια) καὶ εἴχαμε τὴν ἀπορία μήπως, μὴὄντας καθαγιασμένος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο, τὰ Μυστήρια καὶἡ θεία Λειτουργία δὲν ἦταν κανονικά».
Μία τέτοια ἀπορία μοῦ ἔκανε πολλὴν ἐντύπωση.
«Καί», συνέχισε ὁ ἄνθρωπος,«ξέρεις τί κάναμε ; Εἴπαμε νὰ κάνουμε τρεῖς ἑβδομάδες νηστεία, γιὰ νὰ μᾶς δείξει ὁ Θεός. Καὶ κάναμε, λέει, καὶ πραγματικὰ μιὰ Κυριακή, προτοῦ ἔλθει ὁ Δεσπότης, εἴδαμε τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας ξανὰ αὐτὸ τὸ φῶς». Ἐγὼ ἄρχισα νὰ θορυβοῦμαι: «Ποιό φῶς, τί φῶς»; «Ἐκεῖνο τὸ φῶς τὸ ἀείφωτο, ποὺ βλέπεις μετὰ τὸν ἥλιο καὶ νομίζεις ὅτι εἶναι σκοτάδι, ἕνα φῶς τὸ ὁποῖο κατεβαίνει καὶ βλέπεις πράγματα, πολλὰ πράγματα, καταστάσεις, παρόν, παρελθόν, τὸ μέλλον ἐχει μέσα κλπ.»,
Ἄρχισα νὰ συγκλονίζομαι, εἶχα νὰ κάνω μὲ ἀνθρώπους ποὺ εἶχαν τὴν ἐμπειρία τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ τοῦ ἁγίου Συμεώνος τοῦ Νέου Θεολόγου, καὶ βέβαια καὶ ὁ ἁπλὸς ὁ παπὰς ἔλεγε κι αὐτὸς « ναί , ναί », καὶ φαίνονταν ὅλοι τους νὰ νομίζουν ὅτι εἶχα κι ἐγὼ πολλὲς παρόμοιες ἐμπειρίες. Ἦταν συγκλονιστικἡ ἐμπειρία αὐτὴ γιὰ μένα ἀλλὰ δὲν σταμάτησα ἐκεῖ καὶ ἄρχισα νὰ τὸν ψάχνω αὐτὸν τὸν ἐπίτροπο, αὐτὸν τὸν ἁπλὸ ἄνθρωπο.
« Πῶς ζεῖς ἐσύ»;
« Ε, πῶς ζῶ ἐγώ, φτωχά ».
« Τί κάνεις, πῶς ἀκριβῶς περνᾶς τὴν μέρα σου , τί ἀκριβῶς κάνεις στὴν διάρκεια τῆς μέρας » ;
« Δὲν κάνω ἀπολύτως τίποτα , ἀγαπῶ τὸν Θεό, ἀλλὰ λίγη ὑπομονή, μοῦ λέει, κάνω ».
Λίγη ὑπομονὴ κάνω. Εἶχε ὑπομονὴ αὐτός. Καὶ τί θὰ πεῖ ὑπομονή ; Ὑπομονὴ εἶναι αὐτὸς ὁ σταυρὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ ὁμοουσίου ποὺ ἀγκαλιάζει τοὺς ἄλλους. Ἐκεῖ μέσα ἀποκαλύπτεται ὁ Θεός .
Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλειῶδες δίδαγμα . Ἄλλωστε καὶ ὁ ἡσυχασμὸς ὁ ἴδιος εἶναι βιωμένη ἐκκλησιολογία , μὴν νομίζετε ὅτι ὁ ἡσυχασμὸς εἶναι ἀτομικὴ ἐπίδοση ὑπέρβασης τῆς φύσης πρὸς ἀναζήτηση θεαμάτων καὶ ὁραμάτων.
Εἶναι αὐτὸ τὸ ἄνοιγμα στὸ ὁμοούσιο, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν γίνονται μεγάλες ἀποκαλύψεις, τὶς ὁποῖες ἐγὼ φυσικά, ὡς ὑποψήφιος τότε διδάκτωρ, δὲν ἀξιώθηκα, οὔτε ἀξιώθηκα ἔκτοτε.
ΠΡΟΤΟΥ ΕΛΘΕΙ Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ!
Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΒΙΩΜΕΝΗ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ. ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΟ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ; ΥΙΟΘΕΣΙΑ!!! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΘΕΩΣΗ!!!
Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, περί αποριών
Ερώτηση 1
Τα πάθη είναι κακά καθεαυτά ή ανάλογα με τη χρήση τους; Εννοώ την ηδονή και τη λύπη, την επιθυμία και το φόβο και όσα ακολουθούν.
Απόκριση
Αυτά τα πάθη, όπως και τα λοιπά, δεν συνδημιουργήθηκαν μαζί με την φύση των ανθρώπων, γιατί θα συντελούσαν και στον ορισμό της φύσης του ανθρώπου.
Υποστηρίζω αντίθετα, αυτό που έμαθα από το μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήλθαν μετά την έκπτωση από την τελειότητα και προσκολλήθηκαν στο αλογότερο μέρος του ανθρώπου, με τα οποία, αντί της θείας και μακάριας εικόνας, ευθύς αμέσως μετά την παράβαση έγινε φανερή κι ευδιάκριτη στον άνθρωπο η ομοίωσή του με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού κατακαλύφθηκε η αξία του λόγου από τα γνωρίσματα της αλογίας που με τη γνώμη του τράβηξε στον εαυτό του, δίκαια να τιμωρείται η ανθρώπινη φύση, οικονομώντας σοφά έτσι ο Θεός να συναισθανθεί ο άνθρωπος το λογικό μεγαλείο του νου του.
Ωστόσο γίνονται καλά και τα πάθη στους σπουδαίους ανθρώπους, όταν, αποχωρίζοντάς τα σοφά από το σώμα, τα μεταχειρίζονται προς απόκτηση του ουρανού.
Για παράδειγμα: την επιθυμία θα τη μετατρέψουν σε κίνηση που ορέγεται τη νοερή έφεση των θείων, ενώ την ηδονή θα την κάνουν αγαθή ευφροσύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεϊκά χαρίσματα.
Επίσης το φόβο θα τον κάνουν φροντίδα που προφυλάγει από τη μελλοντική τιμωρία εξαιτίας πλημμελημάτων, ενώ τη λύπη, μεταμέλεια που διορθώνει ένα υπάρχον κακό, και μ’ ένα λόγο, σύμφωνα με τους σοφούς γιατρούς που αφαιρούν με το δηλητηριώδες σώμα του ερπετού της έχιδνας τη λέπρα που πράγματι υπάρχει ή υποθέτουν, χρησιμοποιούν αυτά τα πάθη για την αναίρεση μιας παρούσας ή αναμενόμενης κακίας για την απόκτηση και τη φύλαξη της αρετής και της γνώσης.
Είναι λοιπόν αυτά τα πάθη καλά, όπως είπα, σύμφωνα με τη χρήση τους σε εκείνους “που αιχμαλωτίζουν κάθε σκέψη και την κάνουν να υπακούει στο Χριστό” (Β΄ Κορ. 10, 5).
Αν κάτι από αυτά λέγεται και για το Θεό από τη Γραφή ή για τους αγίους, για το Θεό για χάρη μας, επειδή κατάλληλα με τα δικά μας πάθη αποκαλύπτει τις σωτήριες για μας κι αγαθοποιές εκδηλώσεις της πρόνοιας, και για τους άλλους, επειδή δεν μπορούν μ’ άλλο τρόπο να προσφέρουν τις νοερές σχέσεις τους και διαθέσεις προς το Θεό με σωματική ζωή, χωρίς τα γνωστά πάθη της φύσης μας.
Τα πάθη είναι κακά καθεαυτά ή ανάλογα με τη χρήση τους; Εννοώ την ηδονή και τη λύπη, την επιθυμία και το φόβο και όσα ακολουθούν.
Απόκριση
Αυτά τα πάθη, όπως και τα λοιπά, δεν συνδημιουργήθηκαν μαζί με την φύση των ανθρώπων, γιατί θα συντελούσαν και στον ορισμό της φύσης του ανθρώπου.
Υποστηρίζω αντίθετα, αυτό που έμαθα από το μεγάλο Γρηγόριο Νύσσης, ότι εισήλθαν μετά την έκπτωση από την τελειότητα και προσκολλήθηκαν στο αλογότερο μέρος του ανθρώπου, με τα οποία, αντί της θείας και μακάριας εικόνας, ευθύς αμέσως μετά την παράβαση έγινε φανερή κι ευδιάκριτη στον άνθρωπο η ομοίωσή του με τα άλογα ζώα. Γιατί έπρεπε, αφού κατακαλύφθηκε η αξία του λόγου από τα γνωρίσματα της αλογίας που με τη γνώμη του τράβηξε στον εαυτό του, δίκαια να τιμωρείται η ανθρώπινη φύση, οικονομώντας σοφά έτσι ο Θεός να συναισθανθεί ο άνθρωπος το λογικό μεγαλείο του νου του.
Ωστόσο γίνονται καλά και τα πάθη στους σπουδαίους ανθρώπους, όταν, αποχωρίζοντάς τα σοφά από το σώμα, τα μεταχειρίζονται προς απόκτηση του ουρανού.
Για παράδειγμα: την επιθυμία θα τη μετατρέψουν σε κίνηση που ορέγεται τη νοερή έφεση των θείων, ενώ την ηδονή θα την κάνουν αγαθή ευφροσύνη της θελητικής ενέργειας του νου για τα θεϊκά χαρίσματα.
Επίσης το φόβο θα τον κάνουν φροντίδα που προφυλάγει από τη μελλοντική τιμωρία εξαιτίας πλημμελημάτων, ενώ τη λύπη, μεταμέλεια που διορθώνει ένα υπάρχον κακό, και μ’ ένα λόγο, σύμφωνα με τους σοφούς γιατρούς που αφαιρούν με το δηλητηριώδες σώμα του ερπετού της έχιδνας τη λέπρα που πράγματι υπάρχει ή υποθέτουν, χρησιμοποιούν αυτά τα πάθη για την αναίρεση μιας παρούσας ή αναμενόμενης κακίας για την απόκτηση και τη φύλαξη της αρετής και της γνώσης.
Είναι λοιπόν αυτά τα πάθη καλά, όπως είπα, σύμφωνα με τη χρήση τους σε εκείνους “που αιχμαλωτίζουν κάθε σκέψη και την κάνουν να υπακούει στο Χριστό” (Β΄ Κορ. 10, 5).
Αν κάτι από αυτά λέγεται και για το Θεό από τη Γραφή ή για τους αγίους, για το Θεό για χάρη μας, επειδή κατάλληλα με τα δικά μας πάθη αποκαλύπτει τις σωτήριες για μας κι αγαθοποιές εκδηλώσεις της πρόνοιας, και για τους άλλους, επειδή δεν μπορούν μ’ άλλο τρόπο να προσφέρουν τις νοερές σχέσεις τους και διαθέσεις προς το Θεό με σωματική ζωή, χωρίς τα γνωστά πάθη της φύσης μας.
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…) Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν. Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο .
(Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον… περί διαφόρων απόρων της Αγίας Γραφής - Απ’ την εισαγωγή…)
Ἡ χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος δέν ἐνεργεῖ σοφία στούς ἁγίους, χωρίς τό νοῦ πού δέχεται τήν σοφία· οὔτε γνώση, χωρίς τήν δύναμιν τοῦ λογικοῦ πού δέχεται τήν γνώση· οὔτε πίστη χωρίς τήν πληροφορία τοῦ νοῦ καί τοῦ λογικοῦ περί τῶν μελλόντων, πού ἦταν ὡς τότε ἄδηλα σέ ὅλους· οὔτε χαρίσματα ἰμάτων, χωρίς φυσική φιλανθρωπία· οὔτε κανένα ἄλλο ἀπό τά λοιπά χαρίσματα, χωρίς τήν δεκτική ἱκανότητα καί δύναμη τοῦ καθενός. Οὔτε πάλι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νά ἀποκτήσει ἀπό φυσική του δύναμιν ἕνα ἀπό τά χαρίσματα πού ἀριθμήσαμε, χωρίς τήν θεία δύναμη πού τά χορηγεῖ. Τό φανερώνουν αὐτό ὅλοι οἱ Ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι ὕστερα ἀπό τίς ἀποκαλύψεις τῶν θείων ζητοῦν τούς λόγους ὅσων τούς ἀποκαλύφθηκαν.
Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής – Σύντομη ερμηνεία στην προσευχή «Πάτερ ημών» σταλμένη προς κάποιον φιλόχριστο .
Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. 6, 15). Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο(Ιω. 16, 33), ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση.
Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).
Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Για την κενοδοξία (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)
Κι εμείς λοιπόν —για να επαναλάβω συνοπτικά το νόημα όσων είπα— αν θέλομε να λυτρωθούμε από τον πονηρό και να μην μπούμε σε πειρασμό, ας πιστέψομε στο Θεό και ας συγχωρήσομε όσους μας έφταιξαν. «Γιατί αν δεν συγχωρήσετε, λέει, στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε τα δικά σας θα συγχωρήσει ο Πατέρας σας ο ουράνιος»(Ματθ. 6, 15). Έτσι όχι μόνο θα πάρομε την άφεση των αμαρτιών μας, αλλά και το νόμο της αμαρτίας θα νικήσομε, και δε θα εγκαταλειφθούμε ώστε να τον δοκιμάσομε, και θα πατήσομε τον γεννήτορα αυτού του νόμου, το πονηρό φίδι, από το οποίο παρακαλούμε να σωθούμε. Στρατηγός θα είναι ο Χριστός που νίκησε τον κόσμο(Ιω. 16, 33), ο Οποίος μας οπλίζει με τους νόμους των εντολών Του και με την αποβολή των παθών συνδέει νόμιμα την ανθρώπινη φύση με τον εαυτό της μέσω της αγάπης· και κινεί ακόρεστα την όρεξή μας προς τον εαυτό Του που είναι άρτος ζωής, σοφίας, γνώσεως και δικαιοσύνης. Και με την εκπλήρωση του πατρικού θελήματος μας κάνει μετόχους της λατρείας των αγγέλων, που θα δείχνομε με τον τρόπο της ζωής μας, κατά πιστή μίμηση των αγγέλων, την επουράνια ευαρέστηση.
Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).
Κι από εκεί πάλι μας ανεβάζει στην ακρότατη κορυφή των θείων, στον Πατέρα των φώτων, και μας κάνει κοινωνούς της θείας φύσεως(Β΄Πετρ. 1, 4) με την κατά χάρη μέθεξη του Πνεύματος. Στην κατάσταση αυτή θα είμαστε τέκνα Θεού, έχοντας μέσα μας όλοι χωρίς περιορισμό, με άκρα καθαρότητα, όλο τον κατά φύση Υιό του Πατέρα και χορηγό αυτής της χάρης, από τον οποίο και μέσω του Οποίου και μέσα στον οποίο έχομε και θα έχομε την ύπαρξη, την κίνηση και τη ζωή(Πραξ. 17, 28).
Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Ευεργετινού Δ, σελ 586
Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ, ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.
Ερμηνεία
Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης
Για την κενοδοξία (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)
Όταν νικήσεις κάποιο από τα πιο ατιμωτικά πάθη, τη γαστριμαργία, ας πούμε, ή την πορνεία ή την οργή ή την πλεονεξία, αμέσως σου έρχεται ο λογισμός της κενοδοξίας. Αν και αυτόν τον νικήσεις, τον διαδέχεται ο λογισμός της υπερηφάνειας.
Όλα τα ατιμωτικά πάθη της ψυχής διώχνουν τον λογισμό της κενοδοξίας. Όταν όμως όλα αυτά που είπαμε νικηθούν, τον ξαναφέρνουν στην ψυχή.
Την κενοδοξία τη θανατώνει η κρυφή εργασία, ενώ την υπερηφάνεια το να αποδίδει κανείς τα κατορθώματά του στον Θεό.
Εκείνος που καλλιεργεί τις αρετές για την κενοδοξία, είναι φανερό ότι και την πνευματική γνώση για την κενοδοξία την καλλιεργεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος τίποτε δεν κάνει και τίποτε δεν λέει για την ωφέλεια των άλλων, αλλά σε όλα κυνηγά τη δόξα από αυτούς που τον βλέπουν ή τον ακούν. Το πάθος του ωστόσο φανερώνεται, όταν μερικοί από αυτούς που είπαμε κατηγορήσουν σε κάτι τα έργα ή τα λόγια του. Αυτό τον κάνει να λυπηθεί πάρα πολύ, όχι επειδή εκείνοι δεν ωφελήθηκαν –άλλωστε δεν είχε τέτοιον σκοπό–, αλλά επειδή ο ίδιος ντροπιάστηκε.
Η κενοδοξία και η φιλαργυρία γεννούν η μία την άλλη· γιατί εκείνοι που είναι κενόδοξοι φροντίζουν να πλουτίσουν, και εκείνοι που είναι πλούσιοι είναι κενόδοξοι. Αυτό βέβαια ισχύει για τους κοσμικούς· γιατί ο μοναχός γίνεται περισσότερο κενόδοξος όταν είναι ακτήμων, ενώ όταν έχει χρήματα τα κρύβει, επειδή ντρέπεται να έχει κάτι που δεν ταιριάζει στο μοναχικό σχήμα.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κενοδοξίας του μοναχού είναι να καμαρώνει για την αρετή και όσα τη συνοδεύουν· της υπερηφάνειάς του χαρακτηριστικό είναι να υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του, να περιφρονεί τους άλλους και να τα αποδίδει στον εαυτό του και όχι στον Θεό. Το χαρακτηριστικό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού είναι να υπερηφανεύεται και να καμαρώνει για την ομορφιά, τον πλούτο, την εξουσία ή την εξυπνάδα του.
Χρειάζεται μεγάλος αγώνας για να απαλλαγεί κανείς από την κενοδοξία. Και απαλλάσσεται με την κρυφή εργασία των αρετών και με τη συνεχή προσευχή. Το σημάδι της απαλλαγής είναι να μη νιώθει πλέον μνησικακία για εκείνον που τον κακολόγησε ή τον κακολογεί.
(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΚΣΤ’ (26), σελ. 194. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006)
Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς,
Β Πε. 1,3 Και τούτο, διότι η θεία δύναμις του Κυρίου Ιησού μας έχει δωρήσει όλα όσα οδηγούν και υποβοηθον προς την πνευματικήν ζωήν και την ευσέβειαν. Μας τα εδώρησε δε δια της ακριβούς και βαθείας γνώσεως του αληθινού Θεού, ο οποίος μας εκάλεσεν από την πλάνην και την ενόχην, χάρις εις την ιδικήν του άπειρον δόξαν και την αρετήν.
Β Πε. 1,4 δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς.
Β Πε. 1,4 Δια μέσου δε αυτών των απείρων τελειοτήτων του έχουν δωρηθή εις ημάς αι ανεκτίμητοι και μέγισται υποσχέσεις, ίνα ελκυόμενοι και ενισχυόμενοι από αυτάς γίνετε συμμέτοχοι θείας φύσεως, αποφεύγοντες και ελευθερούμενοι από την φαυλότητα και την διαφθοράν του κόσμου, προς την οποίαν ωθεί και υποδουλώνει η αμαρτωλή επιθυμία.
Β Πε. 1,5 καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲ σπουδὴν πᾶσαν παρεισενέγκαντες ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν, ἐν δὲ τῇ ἀρετῇ τὴν γνῶσιν,
Β Πε. 1,5 Δι' αυτό τούτο δε και σεις καταβάλατε από τον ευατόν σας κάθε επιμέλειαν και δραστηριότητα και προσθέσατε εις την πίστιν σας την αρετήν· εις δε την αρετήν προσθέσατε (και υπό της προσωπικής σας πείρας βοηθούμενοι) την ακριβή γνώσιν του θείου θελήματος.
Β Πε. 1,6 ἐν δὲ τῇ γνώσει τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τῇ ἐγκρατείᾳ τὴν ὑπομονήν, ἐν δὲ τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν,
Β Πε. 1,6 Εις δε την ακριβή γνώσιν προσθέσατε την αυτοκυριαρχίαν και σωφροσύνην, εις δε την αυτοκυριαρχίαν και σωφροσύνην την υπομονήν κατά τας διαφόρους περιπετείας και θλίψεις· εις δε την υπομονήν την ευσέβειαν.
Β Πε. 1,7 ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ τὴν φιλαδελφίαν, ἐν δὲ τῇ φιλαδελφίᾳ τὴν ἀγάπην.
Β Πε. 1,7 Εις δε την ευσέβειαν προσθέσατε την ειλικρινή αγάπην προς τους αδελφούς· εις αυτήν δε την φιλαδελφίαν προσθέσατε την αγάπην προς τον Θεόν και προς όλους.
Β Πε. 1,8 ταῦτα γὰρ ὑμῖν ὑπάρχοντα καὶ πλεονάζοντα οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους καθίστησιν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπίγνωσιν·
Β Πε. 1,8 Διότι, όταν όλα αυτά τα υπέροχα πλεονεκτήματα υπάρχουν και πλεονάζουν εις σας, δεν θα σας κάμουν αμελείς και ακάρπους, αλλά τουναντίον δραστηρίους και πλήρεις πνευματικών καρπών, δια να προχωρήσετε έτσι και ολοκληρώσετε, μέσω και της προσωπικής αυτής πείρας σας, την τελείαν γνώσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΟΤΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ. ΟΥΤΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΞΙΩΘΗΚΕ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΘΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ. ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ. ΕΜΕΙΣ ΜΕΝΟΥΜΕ ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ
Όταν νικήσεις κάποιο από τα πιο ατιμωτικά πάθη, τη γαστριμαργία, ας πούμε, ή την πορνεία ή την οργή ή την πλεονεξία, αμέσως σου έρχεται ο λογισμός της κενοδοξίας. Αν και αυτόν τον νικήσεις, τον διαδέχεται ο λογισμός της υπερηφάνειας.
Όλα τα ατιμωτικά πάθη της ψυχής διώχνουν τον λογισμό της κενοδοξίας. Όταν όμως όλα αυτά που είπαμε νικηθούν, τον ξαναφέρνουν στην ψυχή.
Την κενοδοξία τη θανατώνει η κρυφή εργασία, ενώ την υπερηφάνεια το να αποδίδει κανείς τα κατορθώματά του στον Θεό.
Εκείνος που καλλιεργεί τις αρετές για την κενοδοξία, είναι φανερό ότι και την πνευματική γνώση για την κενοδοξία την καλλιεργεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος τίποτε δεν κάνει και τίποτε δεν λέει για την ωφέλεια των άλλων, αλλά σε όλα κυνηγά τη δόξα από αυτούς που τον βλέπουν ή τον ακούν. Το πάθος του ωστόσο φανερώνεται, όταν μερικοί από αυτούς που είπαμε κατηγορήσουν σε κάτι τα έργα ή τα λόγια του. Αυτό τον κάνει να λυπηθεί πάρα πολύ, όχι επειδή εκείνοι δεν ωφελήθηκαν –άλλωστε δεν είχε τέτοιον σκοπό–, αλλά επειδή ο ίδιος ντροπιάστηκε.
Η κενοδοξία και η φιλαργυρία γεννούν η μία την άλλη· γιατί εκείνοι που είναι κενόδοξοι φροντίζουν να πλουτίσουν, και εκείνοι που είναι πλούσιοι είναι κενόδοξοι. Αυτό βέβαια ισχύει για τους κοσμικούς· γιατί ο μοναχός γίνεται περισσότερο κενόδοξος όταν είναι ακτήμων, ενώ όταν έχει χρήματα τα κρύβει, επειδή ντρέπεται να έχει κάτι που δεν ταιριάζει στο μοναχικό σχήμα.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κενοδοξίας του μοναχού είναι να καμαρώνει για την αρετή και όσα τη συνοδεύουν· της υπερηφάνειάς του χαρακτηριστικό είναι να υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του, να περιφρονεί τους άλλους και να τα αποδίδει στον εαυτό του και όχι στον Θεό. Το χαρακτηριστικό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού είναι να υπερηφανεύεται και να καμαρώνει για την ομορφιά, τον πλούτο, την εξουσία ή την εξυπνάδα του.
Χρειάζεται μεγάλος αγώνας για να απαλλαγεί κανείς από την κενοδοξία. Και απαλλάσσεται με την κρυφή εργασία των αρετών και με τη συνεχή προσευχή. Το σημάδι της απαλλαγής είναι να μη νιώθει πλέον μνησικακία για εκείνον που τον κακολόγησε ή τον κακολογεί.
(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΚΣΤ’ (26), σελ. 194. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006)
Όλα τα ατιμωτικά πάθη της ψυχής διώχνουν τον λογισμό της κενοδοξίας. Όταν όμως όλα αυτά που είπαμε νικηθούν, τον ξαναφέρνουν στην ψυχή.
Την κενοδοξία τη θανατώνει η κρυφή εργασία, ενώ την υπερηφάνεια το να αποδίδει κανείς τα κατορθώματά του στον Θεό.
Εκείνος που καλλιεργεί τις αρετές για την κενοδοξία, είναι φανερό ότι και την πνευματική γνώση για την κενοδοξία την καλλιεργεί. Ένας τέτοιος άνθρωπος τίποτε δεν κάνει και τίποτε δεν λέει για την ωφέλεια των άλλων, αλλά σε όλα κυνηγά τη δόξα από αυτούς που τον βλέπουν ή τον ακούν. Το πάθος του ωστόσο φανερώνεται, όταν μερικοί από αυτούς που είπαμε κατηγορήσουν σε κάτι τα έργα ή τα λόγια του. Αυτό τον κάνει να λυπηθεί πάρα πολύ, όχι επειδή εκείνοι δεν ωφελήθηκαν –άλλωστε δεν είχε τέτοιον σκοπό–, αλλά επειδή ο ίδιος ντροπιάστηκε.
Η κενοδοξία και η φιλαργυρία γεννούν η μία την άλλη· γιατί εκείνοι που είναι κενόδοξοι φροντίζουν να πλουτίσουν, και εκείνοι που είναι πλούσιοι είναι κενόδοξοι. Αυτό βέβαια ισχύει για τους κοσμικούς· γιατί ο μοναχός γίνεται περισσότερο κενόδοξος όταν είναι ακτήμων, ενώ όταν έχει χρήματα τα κρύβει, επειδή ντρέπεται να έχει κάτι που δεν ταιριάζει στο μοναχικό σχήμα.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της κενοδοξίας του μοναχού είναι να καμαρώνει για την αρετή και όσα τη συνοδεύουν· της υπερηφάνειάς του χαρακτηριστικό είναι να υπερηφανεύεται για τα κατορθώματά του, να περιφρονεί τους άλλους και να τα αποδίδει στον εαυτό του και όχι στον Θεό. Το χαρακτηριστικό της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας του κοσμικού είναι να υπερηφανεύεται και να καμαρώνει για την ομορφιά, τον πλούτο, την εξουσία ή την εξυπνάδα του.
Χρειάζεται μεγάλος αγώνας για να απαλλαγεί κανείς από την κενοδοξία. Και απαλλάσσεται με την κρυφή εργασία των αρετών και με τη συνεχή προσευχή. Το σημάδι της απαλλαγής είναι να μη νιώθει πλέον μνησικακία για εκείνον που τον κακολόγησε ή τον κακολογεί.
(Από το βιβλίο: ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, τόμος Γ’, Υπόθεση ΚΣΤ’ (26), σελ. 194. Εκδόσεις “Το Περιβόλι της Παναγίας”, Θεσσαλονίκη 2006)
Ὡς πάντα ἡμῖν τῆς θείας δυνάμεως αὐτοῦ τὰ πρὸς ζωὴν καὶ εὐσέβειαν δεδωρημένης διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ καλέσαντος ἡμᾶς διὰ δόξης καὶ ἀρετῆς,
Β Πε. 1,3 Και τούτο, διότι η θεία δύναμις του Κυρίου Ιησού μας έχει δωρήσει όλα όσα οδηγούν και υποβοηθον προς την πνευματικήν ζωήν και την ευσέβειαν. Μας τα εδώρησε δε δια της ακριβούς και βαθείας γνώσεως του αληθινού Θεού, ο οποίος μας εκάλεσεν από την πλάνην και την ενόχην, χάρις εις την ιδικήν του άπειρον δόξαν και την αρετήν.
Β Πε. 1,4 δι᾿ ὧν τὰ τίμια ἡμῖν καὶ μέγιστα ἐπαγγέλματα δεδώρηται, ἵνα διὰ τούτων γένησθε θείας κοινωνοὶ φύσεως ἀποφυγόντες τῆς ἐν κόσμῳ ἐν ἐπιθυμίᾳ φθορᾶς.
Β Πε. 1,4 Δια μέσου δε αυτών των απείρων τελειοτήτων του έχουν δωρηθή εις ημάς αι ανεκτίμητοι και μέγισται υποσχέσεις, ίνα ελκυόμενοι και ενισχυόμενοι από αυτάς γίνετε συμμέτοχοι θείας φύσεως, αποφεύγοντες και ελευθερούμενοι από την φαυλότητα και την διαφθοράν του κόσμου, προς την οποίαν ωθεί και υποδουλώνει η αμαρτωλή επιθυμία.
Β Πε. 1,5 καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲ σπουδὴν πᾶσαν παρεισενέγκαντες ἐπιχορηγήσατε ἐν τῇ πίστει ὑμῶν τὴν ἀρετήν, ἐν δὲ τῇ ἀρετῇ τὴν γνῶσιν,
Β Πε. 1,5 Δι' αυτό τούτο δε και σεις καταβάλατε από τον ευατόν σας κάθε επιμέλειαν και δραστηριότητα και προσθέσατε εις την πίστιν σας την αρετήν· εις δε την αρετήν προσθέσατε (και υπό της προσωπικής σας πείρας βοηθούμενοι) την ακριβή γνώσιν του θείου θελήματος.
Β Πε. 1,6 ἐν δὲ τῇ γνώσει τὴν ἐγκράτειαν, ἐν δὲ τῇ ἐγκρατείᾳ τὴν ὑπομονήν, ἐν δὲ τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν,
Β Πε. 1,6 Εις δε την ακριβή γνώσιν προσθέσατε την αυτοκυριαρχίαν και σωφροσύνην, εις δε την αυτοκυριαρχίαν και σωφροσύνην την υπομονήν κατά τας διαφόρους περιπετείας και θλίψεις· εις δε την υπομονήν την ευσέβειαν.
Β Πε. 1,7 ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ τὴν φιλαδελφίαν, ἐν δὲ τῇ φιλαδελφίᾳ τὴν ἀγάπην.
Β Πε. 1,7 Εις δε την ευσέβειαν προσθέσατε την ειλικρινή αγάπην προς τους αδελφούς· εις αυτήν δε την φιλαδελφίαν προσθέσατε την αγάπην προς τον Θεόν και προς όλους.
Β Πε. 1,8 ταῦτα γὰρ ὑμῖν ὑπάρχοντα καὶ πλεονάζοντα οὐκ ἀργοὺς οὐδὲ ἀκάρπους καθίστησιν εἰς τὴν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐπίγνωσιν·
Β Πε. 1,8 Διότι, όταν όλα αυτά τα υπέροχα πλεονεκτήματα υπάρχουν και πλεονάζουν εις σας, δεν θα σας κάμουν αμελείς και ακάρπους, αλλά τουναντίον δραστηρίους και πλήρεις πνευματικών καρπών, δια να προχωρήσετε έτσι και ολοκληρώσετε, μέσω και της προσωπικής αυτής πείρας σας, την τελείαν γνώσιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΟΜΟΛΟΓΗΣΕ ΟΤΙ Ο ΗΣΥΧΑΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΕΧΘΡΟΣ ΤΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ. ΟΥΤΕ Ο ΖΗΖΙΟΥΛΑΣ ΑΞΙΩΘΗΚΕ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΓΙΟΤΗΤΑ. ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥΣ. ΔΕΝ ΘΑ ΘΥΣΙΑΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥΣ. ΟΠΟΙΟΣ ΘΕΛΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ. ΕΜΕΙΣ ΜΕΝΟΥΜΕ ΠΙΣΤΟΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΜΑΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου