Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Πεπερασμένο και αιώνιο Είναι 2

Η 1η ανάρτηση μέ τά περιεχόμενα στήν συνέχεια.

Πεπερασμένο και αιώνιο Είναι 2

Δοκίμιο μιας ανόδου προς το νόημα του Είναι

Edith Stein / Sr. Teresia Benedicta a Cruce


Πρόλογος

Το βιβλίο αυτό γράφτηκε από μια μαθητευόμενη για συνασκούμενους μαθητευόμενους. Η συγγραφέας, σε μια ηλικία κατά την οποία άλλοι μπορούν ήδη να τολμήσουν να αποκαλούν τον εαυτό τους διδάσκαλο, αναγκάστηκε να αρχίσει τον δρόμο της από την αρχή. Είχε διαμορφωθεί στη σχολή του Edmund Husserl και είχε γράψει μια σειρά από εργασίες σύμφωνα με τη φαινομενολογική μέθοδο. Αυτές οι πραγματείες είχαν δημοσιευθεί στο Jahrbuch του Husserl και έτσι το όνομά της έγινε γνωστό ακριβώς σε μια εποχή κατά την οποία είχε πάψει να εργάζεται φιλοσοφικά και δεν σκεφτόταν τίποτε λιγότερο από μια δημόσια δραστηριότητα. Είχε βρει τον δρόμο προς τον Χριστό και την Εκκλησία Του και ήταν απασχολημένη με το να αντλήσει από αυτό τις πρακτικές συνέπειες. Ως δασκάλα στο ίδρυμα εκπαίδευσης διδασκαλισσών των Dominikanerinnen στο Speyer της δόθηκε η δυνατότητα να γίνει οικεία με τον πραγματικό καθολικό κόσμο. Πολύ σύντομα έπρεπε να γεννηθεί η επιθυμία να γνωρίσει τα διανοητικά θεμέλια αυτού του κόσμου. Ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι στράφηκε πρώτα στα συγγράμματα του αγίου Θωμά von Aquino. Η μετάφραση των Quaestiones disputatae de veritate άνοιξε τον δρόμο για την επιστροφή της στη φιλοσοφική εργασία.

Ο άγιος Θωμάς βρήκε σε αυτήν μια ευλαβική και πρόθυμη μαθήτρια — αλλά ο νους της δεν ήταν tabula rasa· είχε ήδη μια πολύ σταθερή διαμόρφωση που δεν μπορούσε να αρνηθεί τον εαυτό της. Οι δύο φιλοσοφικοί κόσμοι που συναντήθηκαν μέσα της απαιτούσαν μια αντιπαράθεση. Η πρώτη έκφραση αυτής της ανάγκης ήταν η μικρή συμβολή στον τιμητικό τόμο για τον Husserl: «Husserls Phänomenologie und die Philosophie des hl. Θωμά von Aquino», γραμμένη ακόμη κατά τη διάρκεια της εργασίας πάνω στις «Untersuchungen über die Wahrheit». Όταν η μετάφραση ολοκληρώθηκε και βρισκόταν στο τυπογραφείο, η απόπειρα μιας τέτοιας αντιπαράθεσης επιχειρήθηκε εκ νέου, αυτή τη φορά πάνω σε ευρύτερη αντικειμενική βάση. Το 1931 προέκυψε ένα εκτενές σχέδιο. Στο κέντρο βρισκόταν η διερεύνηση των εννοιών «Akt» και «Potenz»· σύμφωνα με αυτές επρόκειτο να ονομαστεί και το σύνολο του έργου. Μια διεξοδική αναθεώρηση — που ήδη τότε αναγνωρίστηκε ως αναγκαία — έπρεπε να αναβληθεί υπέρ άλλης επαγγελματικής εργασίας διαφορετικής φύσεως.

Αφού η συγγραφέας έγινε δεκτή στο τάγμα των Unbeschuhten Karmeliten (ξυπόλυτων Κερμελιτών) και ολοκλήρωσε το έτος του δοκιμαστικού της χρόνου, το 1935 έλαβε κατά το παρελθόν έτος από τους ανωτέρους της την εντολή να προετοιμάσει το παλαιό σχέδιο για εκτύπωση. Προέκυψε μια εντελώς νέα μορφή· από την παλαιά διατηρήθηκαν μόνο λίγα φύλλα (η αρχή του πρώτου μέρους). Η αφετηρία από τη θωμιστική διδασκαλία περί Akt–Potenz διατηρήθηκε — αλλά μόνο ως αφετηρία. Στο κέντρο βρίσκεται το ερώτημα περί του Sein. Η αντιπαράθεση μεταξύ της θωμιστικής και της φαινομενολογικής σκέψης πραγματοποιείται μέσα στην αντικειμενική επεξεργασία αυτού του ερωτήματος. Και επειδή και τα δύο — η αναζήτηση του νοήματος του Sein και η προσπάθεια για συγχώνευση της μεσαιωνικής σκέψης με τη ζωντανή σκέψη του παρόντος — δεν αποτελούν μόνο προσωπικό της μέλημα αλλά κυριαρχούν στη φιλοσοφική ζωή και γίνονται αισθητά από πολλούς ως εσωτερική ανάγκη, θεωρεί πιθανό ότι η δική της προσπάθεια θα μπορούσε να βοηθήσει και άλλους, όσο ανεπαρκής κι αν είναι.

Για αυτή την ανεπάρκεια έχει πλήρη επίγνωση. Είναι νεοεισερχόμενη στον σχολαστικισμό και μπορεί να προσπαθεί να αποκτήσει όσα της λείπουν σε γνώσεις μόνο πολύ σταδιακά και αποσπασματικά. Γι’ αυτό δεν θα μπορούσε να της περάσει από το νου να δώσει μια ιστορική παρουσίαση των ζητημάτων που εξετάζονται. Η αναφορά σε ήδη υπάρχουσες λύσεις αποτελεί πάντοτε μόνο αφετηρία για μια αντικειμενική διερεύνηση. Και αυτό δεν είναι μόνο ο δρόμος προς μεγαλύτερη αντικειμενική σαφήνεια — κανένα ανθρώπινο σύστημα σκέψης δεν θα είναι ποτέ τόσο τέλειο ώστε να μη χρειαζόμαστε πλέον άλλα — αλλά και ο δρόμος προς μια ζωντανή επαφή με τα πνεύματα του παρελθόντος και προς τη συνείδηση ότι, πέρα από όλους τους χρόνους και τα όρια των λαών και των σχολών, υπάρχει κάτι που είναι κοινό σε όλους όσοι αναζητούν ειλικρινά την αλήθεια. Αν αυτή η προσπάθεια συμβάλει κάπως στο να αφυπνίσει το θάρρος για μια τέτοια ζωντανή φιλοσοφική και θεολογική σκέψη, τότε δεν θα έχει υπάρξει μάταιη.

Ίσως από ορισμένες πλευρές τεθεί το ερώτημα σε ποια σχέση βρίσκεται το βιβλίο αυτό προς την Analogia entis του Pater Erich Przywara S.J. Πρόκειται πράγματι εδώ και εκεί για το ίδιο ζήτημα, και ο P. E. Przywara έχει επισημάνει στον πρόλογό του ότι οι πρώτες προσπάθειες της συγγραφέως για μια αντιπαράθεση μεταξύ Θωμά και Husserl υπήρξαν για εκείνον σημαντικές. Η πρώτη μορφή του βιβλίου της συγγραφέως και η οριστική μορφή της Analogia entis γράφτηκαν περίπου ταυτόχρονα· ωστόσο, της δόθηκε η δυνατότητα να δει τα προγενέστερα σχέδια της Analogia entis, και γενικότερα στα έτη 1925–1931 βρισκόταν σε ζωηρή ανταλλαγή σκέψεων με τον P. E. Przywara. Αυτή η ανταλλαγή άσκησε ασφαλώς καθοριστική επίδραση τόσο στη δική του όσο και στη δική της διατύπωση των ερωτημάτων. (Για την ίδια, επιπλέον, σήμαινε μια ισχυρή ώθηση για την επανάληψη της φιλοσοφικής εργασίας).

Από άποψη περιεχομένου, ο πρώτος τόμος της Analogia entis που δημοσιεύθηκε αποτελεί μια μεθοδικο-κριτική προεργασία για την επεξεργασία των ζητημάτων που αναλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο και τα οποία ο P. E. Przywara είχε προορίσει για τον δεύτερο τόμο του (Bewußtsein – Sein – Welt: συνείδηση-Είναι-κόσμος). Ωστόσο υπάρχει μια ορισμένη επικάλυψη, καθώς από τη μία πλευρά η αναλογία παρουσιάζεται ως ο θεμελιώδης νόμος που διέπει κάθε ον και γι’ αυτό πρέπει να είναι καθοριστικός και για τη μέθοδο, ενώ από την άλλη πλευρά η αντικειμενική έρευνα του όντος με κατεύθυνση προς το νόημα του είναι οδηγεί στην αποκάλυψη του ίδιου αυτού θεμελιώδους νόμου.

Οι έρευνες που διεξάγονται εδώ δεν καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού όπως αυτό αναπτύσσεται στην Analogia entis I. Η συνείδηση (Bewußtsein) αντιμετωπίζεται ως οδός πρόσβασης προς το ον και ως ιδιαίτερο γένος του είναι, αλλά δεν λαμβάνεται ως βάση σε όλη την έκταση η αμοιβαία αναφορά μεταξύ συνείδησης και αντικειμενικού κόσμου, ούτε εξετάζονται οι μορφές της συνείδησης που αντιστοιχούν στη συγκρότηση του αντικειμενικού κόσμου. Κατά τον ίδιο τρόπο, το νοητικό (Gedankliche) εισάγεται μόνο ως ένα γένος του όντος και η αμοιβαία αναφορά μεταξύ όντος και εννοιακής σύλληψης εξετάζεται μόνο περιστασιακά και όχι συστηματικά ως κύριο θέμα. Αυτό έγινε μέσα σε μια συνειδητή αυτοπεριοριστική στάση: αυτό που επιχειρείται εδώ είναι το περίγραμμα μιας διδασκαλίας περί του είναι (Seinslehre), όχι ένα σύστημα φιλοσοφίας. Το ότι η διδασκαλία περί του είναι εξετάζεται καθ’ εαυτήν προϋποθέτει ασφαλώς μια ορισμένη αντίληψη για τη σχέση της προς τη διδασκαλία των συγκροτητικών μορφών της συνείδησης (Bewußtsein) και προς τη λογική, η οποία θα μπορούσε να θεμελιωθεί επαρκώς μόνο μέσα σε μια πλήρη θεωρία της γνώσης και της επιστήμης.

Αν συγκρίνει κανείς τη μέθοδο που ακολουθήθηκε πράγματι σε αυτό το βιβλίο με εκείνη που απαιτείται στην Analogia entis I, τότε φαίνεται ότι εδώ η «ενδοϊστορική» σκέψη υποχωρεί μπροστά στην επιδίωξη της «υπεριστορικής αλήθειας». Υπάρχει όμως για την οδό που επέλεξε η συγγραφέας μια δικαιολόγηση σε αυτό που ο P. E. Przywara ονομάζει «κτιστή σκέψη»: διαφορετικός πνευματικός χαρακτήρας συνεπάγεται και διαφορετικότητα στην επιστημονική μέθοδο, και από την αμοιβαία συμπλήρωση των συμβολών που διαφορετικά πνεύματα μπορούν να προσφέρουν βάσει της μονομέρειας των χαρισμάτων τους προκύπτει η πρόοδος στην προσέγγιση της «υπεριστορικής αλήθειας».

Σε αυτές τις φυσικά καθορισμένες μονομέρειες ανήκει το γεγονός ότι για έναν στοχαστή ο προδιαγεγραμμένος δρόμος είναι να βρει την πρόσβαση στα «πράγματα» μέσω της εννοιακής μορφής που τους έχουν ήδη δώσει άλλα πνεύματα — η δύναμή του είναι η «κατανόηση» και η αποκάλυψη των ιστορικών συνάφειών· ενώ ένας άλλος, λόγω του πνευματικού του χαρακτήρα, καλείται σε άμεση έρευνα των πραγμάτων και φθάνει στην κατανόηση της ξένης πνευματικής εργασίας μόνο μέσω εκείνου που μπορεί να επεξεργαστεί ο ίδιος — αυτά τα πνεύματα καθορίζουν (ως μεγάλοι δάσκαλοι ή μικροί εργάτες) την «πρωτοϊστορία», δηλαδή το γεγονός στο οποίο αναφέρεται κάθε ιστορία του πνεύματος. Ο δεύτερος αυτός τύπος πνεύματος είναι εκείνος όλων των γεννημένων φαινομενολόγων. Σύμφωνα με αυτό, είναι αναμενόμενο ότι ο δεύτερος τόμος της Analogia entis, όταν κάποτε δημοσιευθεί, με την ευρεία του «ενδοϊστορικότητα» θα προσφέρει μια ουσιαστική συμπλήρωση στις έρευνες αυτού του βιβλίου, όπως ήδη ο πρώτος τόμος παρέχει σε ορισμένα ερωτήματα.

Θεμελιώδης συμφωνία υπάρχει στην αντίληψη της σχέσης μεταξύ Schöpfer και Geschöpf, καθώς και στη σχέση μεταξύ φιλοσοφίας και θεολογίας· για το δεύτερο ζήτημα θα πρέπει πάντως να γίνει αργότερα μια ακόμη παρατήρηση. Κοινή και στα δύο βιβλία είναι επίσης μια στάση απέναντι στον Aristoteles και τον Plato που δεν αποδέχεται ένα Entweder – Oder, αλλά επιχειρεί μια λύση που αποδίδει δικαιοσύνη και στους δύο· παρόμοια και για τον αγ. Αυγουστίνο και τον αγ. Θωμά.

Ίσως, μπροστά σε ορισμένα συμπεράσματα αυτού του βιβλίου, προκύψει το ερώτημα γιατί η συγγραφέας δεν προσκολλήθηκε, αντί στον Aristoteles και τον Θωμά, στον Πλάτωνα, στον Αυγουστίνο και στον Duns Scotus. Σε αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο ότι πράγματι ξεκίνησε από τον Θωμά και τον Aristoteles. Αν η αντικειμενική διερεύνηση οδήγησε σε ορισμένους στόχους που ίσως θα μπορούσε να επιτύχει γρηγορότερα και ευκολότερα από μια άλλη αφετηρία, αυτό δεν αποτελεί λόγο να αρνηθεί εκ των υστέρων τον δρόμο που ακολούθησε. Μπορεί μάλιστα να συμβεί ώστε ακριβώς τα εμπόδια και οι δυσκολίες μέσα από τα οποία χρειάστηκε να αγωνιστεί σε αυτή την πορεία να αποδειχθούν χρήσιμα και για άλλους.

Τέλος, πρέπει να ειπωθεί ακόμη μια λέξη για τη σχέση αυτού του βιβλίου με τις σημαντικότερες προσπάθειες θεμελίωσης της μεταφυσικής που πραγματοποιήθηκαν στην εποχή μας: με την υπαρξιακή φιλοσοφία του Martin Heidegger και με το αντίστοιχό της, τη διδασκαλία περί του είναι που συναντούμε στα έργα της Hedwig Conrad-Martius. Την εποχή που η συγγραφέας ήταν βοηθός του Husserl στο Freiburg (1916–18), πραγματοποιήθηκε η προσέγγιση του Heidegger προς τη φαινομενολογία. Αυτό οδήγησε σε προσωπική γνωριμία και σε μια πρώτη αντικειμενική επαφή, η οποία όμως σύντομα διακόπηκε λόγω της χωρικής απόστασης και της διαφορετικότητας των πορειών της ζωής τους. Το Sein und Zeit του Heidegger το διάβασε η συγγραφέας λίγο μετά την έκδοσή του και δέχθηκε από αυτό ισχυρή εντύπωση, χωρίς όμως τότε να μπορέσει να φθάσει σε μια αντικειμενική αντιπαράθεση.

Οι αναμνήσεις που απέμειναν από εκείνη την πρώτη ενασχόληση με το μεγάλο έργο του Heidegger, η οποία ανάγεται πολλά χρόνια πίσω, εμφανίστηκαν ίσως κατά διαστήματα κατά την εργασία πάνω στο παρόν βιβλίο. Μόνο όμως μετά την ολοκλήρωσή του προέκυψε η ανάγκη να τεθούν απέναντι αυτές οι δύο τόσο διαφορετικές προσπάθειες για την κατανόηση του νοήματος του Sein. Έτσι προέκυψε το παράρτημα για την υπαρξιακή φιλοσοφία του Heidegger.

Από τη Hedwig Conrad-Martius η συγγραφέας έλαβε καθοριστικές πνευματικές παρορμήσεις μέσω μιας στενής συμβίωσης σε μια περίοδο που βρίσκεται τώρα μακριά στο παρελθόν, αλλά υπήρξε αποφασιστική και για τις δύο. Την επίδραση των συγγραμμάτων της θα τη συναντήσει κανείς επανειλημμένα σε αυτό το βιβλίο.

Σε όλους όσοι συνέβαλαν στην επιτυχία του έργου εκφράζω τις εγκάρδιες ευχαριστίες μου.

Köln-Lindenthal, 1 Σεπτεμβρίου 1936
Η συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια: