Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

Ν. Γ. ΑΥΓΕΛΗΣ - Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ (7)

 Συνέχεια από Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2021


2. Η Μεταφυσική ως υπέρβαση της Φυσικής.


1. Η αποκάλυψη του όντος στην αίσθηση ή στο λόγο;

Ο Αριστοτέλης διερευνώντας τη φύση ως αιτία —σε μια προσπάθεια να θεμελιώση τη φυσική επιστήμη— οδηγείται αναγκαστικά σε μιαν υπέρβαση της, αφού, καθώς είδαμε, η πρώτη αρχή και αιτία των φύσει όντων είναι ήδη «μεταφυσική». Έτσι η φύση δεν αποτελεί το όντως ον, αλλά παρουσιάζεται σαν ένας τρόπος που υπάρχει το ον. Αλλά τότε εύλογα τίθεται, μ’ όλη του τη σημασία, το ερώτημα : τί είναι το ον;

Ο Αριστοτέλης θέτει το ερώτημα για το ον και εννοεί βασικά την ουσία, αv και το ον δεν είναι μονάχα η ουσία, αλλά και οι άλλες κατηγορίες : ποιότητα, ποσότητα κλπ. Υπάρχουν όμως βασικοί λόγοι που εξηγούν την αριστοτελική θεώρηση του όντος ως ουσίας. Πρώτα-πρώτα, αν συνέβαινε να είναι οι άλλες κατηγορίες ον με την αυστηρή σημασία, τότε δεν θα μπορούσε να γίνη καμιά διάκριση ανάμεσα στο ον και το μη ον (Μετά τα Φυσ. 1069 a 22-24). Εξ άλλου καμιά από τις κατηγορίες αυτές δεν υπάρχει ξεχωριστά από την ουσία (1069 a 24-25). Το βασικότερο οντολογικό χαρακτηριστικό είναι ακριβώς αυτό : η ουσία υπάρχει καθ’ εαυτήν και όχι δυνάμει κάποιου άλλου, όπως τα άλλα όντα. Δεν ρωτάει λοιπόν η Πρώτη φιλοσοφία, η Μεταφυσική, για τις πρώτες αρχές και αιτίες των φύσει όντων, αλλά για τις αρχές και αιτίες του ὄντως ᾖ ὅν, δηλαδή της καθαρής ουσίας (1069 a 18-19). Αν γνωρίσωμε τις αρχές αυτές και τα αίτια, τότε γνωρίζομε μαζί και τις αρχές των άλλων όντων που οφείλουν την ύπαρξή τους στην ουσία. Αλλά με ποιόν τρόπο θα φτάσωμε στις πρώτες αρχές και αι­τίες του ὄντως ᾖ ὅν;

Για τον Αριστοτέλη ανοίγονται δυο δρόμοι : ο ένας οδηγεί στο ον μέσα από την αίσθηση, ο άλλος μέσα από τον λόγο. Η αίσθηση μας αποκαλύπτει το ον ως αυτό εδώ η εκείνο εκεί το συγκεκριμένο όν, ενώ ο λόγος μας αποκαλύπτει το ον ως γένος καθόλου (1069 a 27-29). Είναι ενδιαφέρουσα η παρατήρηση του Αριστοτέλη στο σημείο αυτό. Οι πρώτοι φιλόσοφοι πλησιάζουν το ον μέσα από την αίσθηση, γι’ αυτό και ως όντως ον παίρνουν κάτι το συγκεκριμένο, το νερό, το πυρ κλπ., αλλ’ όχι το σώμα εν γένει. Από τον Πλάτωνα και ύστερα το ον αποκαλύπτεται μέσα από τον λόγο ως το καθόλου, που είναι η ιδέα ή το είδος, απ’ όπου προέρχονται τα συγκεκριμένα όντα. Ο Αριστοτέλης ακολουθεί τον δικό του δρόμο, που δικαιώνει, κατά κάποιο τρόπο, και την αίσθηση και το λόγο.

2. Οι τρεις περιοχές τού όντος

Ο Αριστοτέλης διαιρεί σε τρεις τις περιοχές του όντος. Η πρώτη είναι η περιοχή της αισθητής ουσίας, η περιοχή δηλαδή των φύσει όντων, όπως μας δίνονται μέσα από τις αισθήσεις (1069 a 30-34). Αλλά στην περιοχή αυτή, που μας αποκαλύπτουν οι αισθήσεις, ανήκει και η περιοχή των ουρανίων σωμάτων που δεν υπόκεινται στη φθορά, αλλά είναι ουσία αΐδιος. Τέλος, υπάρχει πέρα από την περιοχή αυτή το ον που δεν γνωρίζουν οι αισθήσεις, αλλά μονάχα ο λόγος. Το ον αυτό είναι ακίνητο. Αλλά εύλογα τίθεται εδώ το ερώτημα : πώς είναι δυνατόν η ακίνητη αυτή ουσία, που δεν είναι αντικείμενο των αισθήσεων, να υπάρχη;

Αν στον Πλάτωνα το ὂν ᾖ ὂν αποκαλύπτεται αποκλειστικά στο λόγο και είναι η ιδέα ή το είδος, κατά τον Αριστοτέλη συλλαμβάνομε το ον καθόλου με οδηγό και την αίσθηση. Οι δυο πρώτες περιοχές του όντος είναι αντικείμενο της φυσικής επιστήμης, γιατί ο βασικός χαρακτήρας των φύσει όντων είναι η κίνηση, ενώ η τρίτη περιοχή του όντος είναι αντικείμενο μιας άλλης επιστήμης. Η επιστήμη βέβαια αυτή είναι η Μεταφυσική (1069 a 37-1069 b 2). Η ακίνητη ουσία έχει διαφορετική αρχή και επομένως είναι αντικείμενο διαφορετικής επιστήμης. Ο Αριστοτέλης προχωρεί πρώτα στη θεώρηση της αισθητής ουσίας, με σκοπό να περάση ύστερα στη μη αισθητή ουσία που είναι ακίνητη και που θα αποτελέση το αντικείμενο της Μεταφυσικής. Η υπέρβαση αυτή είναι αναγκαία για να θεμελιωθή η ίδια η Φυσική ως γνώση του φύσει όντος[8]. Εἰ µὲν οὖν µὴ ἔστι τις ἑτέρα οὐσία παρὰ τὰς φύσει συνεστηκυίας, ἡ φυσικὴ ἂν εἴη πρώτη ἐπιστήµη· εἰ δ' ἔστι τις οὐσία ἀκίνητος, αὕτη προτέρα καὶ φιλοσοφία πρώτη, καὶ καθόλου οὕτως ὅτι πρώτη· καὶ περὶ τοῦ ὄντος ᾗ ὂν ταύτης ἂν εἴη θεωρῆσαι, καὶ τί ἐστι καὶ τὰ ὑπάρχοντα ᾗ ὄν (1026 a 27-33)[9]. [Μετ.: Αν όµως υπάρχει κάποια ουσία ακίνητη, αυτή η ουσία θα προηγείται, και η επιστήµη που την µελετά θα είναι η Πρώτη φιλοσοφία· και θα είναι καθολική επιστήµη, ακριβώς γιατί είναι πρωταρχική. Σ’ αυτήν αρµόζει η µελέτη του όντος ως ον, σ’ αυτήν το «τι είναι» και οι ιδιότητες που συνάδουν στο ον ως ον]. Αν δεν υπήρχε καμιά ουσία πέρα από το φύσει oν, τότε η Φυσική θα ήταν η Πρώτη φιλοσοφία και όχι η Θεολογία. Όμως η Φυσική πραγματεύεται το εν κινήσει φύσει ον και δεν μπορεί να θεμελιωθή χωρίς την υπέρβαση που αποτελεί τη Μεταφυσική. Αλλιώς δεν θα γνωρίζαμε σε τί συνίσταται πραγματικά το «είναι» του φύσει όντος[10].

Σημειώσεις

[8] Βλ. Aubenque 422

[9] Βλ. σχετικά Bröcker 272 επ.

[10] Βλ. Volkmann-Schluck 46 επ.


Δεν υπάρχουν σχόλια: