Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2020

Γιατί ο Θεός έγινε Άνθρωπος; (Άγιος Μάξιμος Ομολογητής)

"Τοῦτό ἐστι τὸ μακάριον, δι᾿ ὃ τὰ πάντα συνέστησαν τέλος"
«᾿Αλλὰ μὲ τὸ πολύτιμο αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θυσιάστηκε σὰν ἀμνὸς ἄμωμος καὶ ἄσπιλος, κι ἦταν βέβαια προορισμένος πρὶν ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, ἀλλὰ φανερώθηκε γιὰ χάρη μας αὐτὰ τὰ τελευταῖα χρόνια»1. 

Προορισμένος ἀπὸ ποιόν;
ΑΠΟΚΡΙΣΗ
Τὸ μυστήριο τοῦ Χριστοῦ ὁ λόγος τῆς Γραφῆς τὸ ὀνόμασε Χριστὸ καὶ τὸ βεβαιώνει μὲ σαφήνεια ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «τὸ μυστικὸ σχέδιο, ποὺ ἦταν κρυμμένο ἀπὸ ὅλες τὶς γενεές, φανερώθηκε τώρα»2, ἐννοώντας δηλαδὴ ὡς τὸν Χριστό, τὸ μυστικὸ σχέδιο μὲ τὸν Χριστό. Αὐτὸ εἶναι ὁλοφάνερα ἡ ἄρρητη καὶ ἀκατάληπτη ὑποστασιακὴ ἕνωση τῆς θεότητας καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ταυτότητα πλήρη τὴν ἀνθρωπότητα μὲ τὴ θεότητα ἐξαιτίας τῆς ὑπόστασης καί, κάνοντας μία τὴν ὑπόσταση τὴ σύνθετη ἀπὸ τὰ δύο, χωρὶς ἡ φυσικὴ διαφορὰ τῆς οὐσίας τους νὰ προκαλέσει σ᾿ αὐτὴν καμμιὰ μείωση σὲ ὁτιδήποτε. ῞Ωστε καὶ ἡ ὑπόστασή τους νὰ γίνει, ὅπως εἶπα, μία, καὶ ἡ φυσικὴ διαφορὰ νὰ μείνει ἀπαθής, στὴν ὁποία ὑπόσταση καὶ μετὰ τὴν ἕνωση ἡ κατὰ φύση ποιότητά τους διασώζεται ἀμείωτη καὶ ὅταν ἑνωθοῦν. Γιατί, ὅπου κατὰ τὴν ἕνωση δὲ συνοδεύει τὰ ἑνωμένα καμμιὰ ἀπολύτως τροπὴ καὶ καμμιὰ ἀλλοίωση, ὁ λόγος τῆς οὐσίας καθενὸς παραμένει γνήσιος κι ἀληθινός. Κι ὅποιων ὁ λόγος παραμένει γνήσιος κι ἀληθινὸς καὶ μετὰ τὴν ἕνωση, αὐτῶν οἱ φύσεις παραμένουν ἄθικτες μὲ κάθε τρόπο χωρὶς νὰ ἀρνηθεῖ καμμιὰ ἀπὸ αὐτὲς τὰ δικά της στοιχεῖα γιὰ χάρη τῆς ἕνωσης.
Γιατὶ ὁ Ποιητὴς τῶν ὅλων, αὐτὸς ποὺ ἔγινε κατ᾿ οἰκονομία αὐτὸ ποὺ δὲν ἦταν,ἔπρεπε νὰ διασώσει ἀμετάβλητο καὶ τὸν ἑαυτό Του σὲ αὐτὸ ποὺ ἦταν ἀπὸ τὴ φύση Του καὶ σὲ αὐτὸ ποὺ ἔγινε στὴ φύση κατ᾿ οἰκονομία· γιατὶ στὸν Θεὸ δὲν εἶναι φυσικὸ νὰ βλέπουμε μεταβολή, γιὰ τὸν ὁποῖο δὲν μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε καμμιὰ ἀπολύτως κίνηση σχετικὰ μὲ τὴν ὁποία γίνεται ἡ μεταβολὴ σὲ ὅσα κινοῦνται. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγάλο κι ἀπόκρυφο μυστήριο. Αὐτὸ εἶναι τὸ μακάριο τέλος γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχουν γίνει ὅλα. Αὐτὸς εἶναι ὁ θεῖος σκοπὸς ποὺ προεπινοήθηκε πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τῶν ὄντων, ποὺ ὁρίζοντάς τον, μποροῦμε νὰ τὸν ποῦμε «προεπινοούμενο τέλος», γιὰ χάρη τοῦ ὁποίου ἔγιναν τὰ πάντα κι αὐτὸ γιὰ χάρη κανενός. Σ᾿ αὐτὸ τὸ τέλος ἀτενίζοντας δημιούργησε ὁ Θεὸς τὶς οὐσίες τῶν ὄντων. Αὐτὸ εἶναι κυρίως τὸ πέρας τῆς πρόνοιας καὶ ἐκείνων ποὺ ἡ πρόνοια προνοεῖ, σύμφωνα μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ ἐπανασυναγωγὴ στὸ Θεὸ ὅλων τῶν ποιημάτων Του. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστήριο ποὺ περικλείει ὅλους τοὺς αἰῶνες καὶ φανερώνει τὴν ὑπεράπειρη καὶ ποὺ ἄπειρες φορὲς ἀπείρως προϋπάρχει ἀπὸ τοὺς αἰῶνες μεγάλη βουλὴ τοῦ Θεοῦ3, τῆς ὁποίας βουλῆς ἀγγελιοφόρος ἔγινε ὁ ἴδιος ὁ σύμφωνος μὲ τὴν οὐσία τοῦ Θεοῦ Λόγος ὅταν ἔγινε ἄνθρωπος4, καὶ φανέρωσε, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται νὰ πῶ, τὸν ἴδιο τὸ βαθύτερο πυθμένα τῆς Πατρικῆς ἀγαθότητας κι ἔδειξε μέσα σ᾿ αὐτὸν τὸ τέλος, ποὺ γιὰ χάρη Του τὰ δημιουργήματα ἔλαβαν σαφῶς τὴν ἀρχὴ τῆς ὕπαρξής τους.
Γιατὶ γιὰ τὸν Χριστό, δηλαδὴ γιὰ τὸ μυστήριο κατὰ Χριστόν, ὅλοι οἱ αἰῶνες καὶ ὅλα ὅσα περιέχουν, ἔχουν λάβει τὴν ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τοῦ εἶναι τους. Γιατὶ πιὸ πρὶν ἀπὸ τοὺς αἰῶνες προϋπονοήθηκε ἡ ἕνωση, τοῦ ὅριου καὶ τῆς ἀοριστίας, τοῦ μέτρου καὶ τῆς ἀμετρίας, τοῦ πέρατος καὶ τῆς ἀπειρίας, τοῦ δημιουργοῦ καὶ τῆς δημιουργίας, τῆς στάσης καὶ τῆς κίνησης, καὶ ἡ ἕνωση αὐτὴ ἔγινε στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὅταν φανερώθηκε στὸ τέλος τῶν χρόνων καὶ πραγματοποίησε τὴν πρόγνωση τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ σταματήσουν γύρω στὸ τελείως ἀκίνητο κατὰ τὴν οὐσία ὅσα κινοῦνται ἀπὸ τὴ φύση τους, ξεφεύγοντας τελείως ἀπὸ τὴν κίνηση πρὸς τὸν ἑαυτό τους καὶ πρὸς τὰ ἄλλα καὶ νὰ λάβουν πείρα τῆς κατ᾿ ἐνέργειαν γνώσης ἐκείνου ὅπου ἀξιώθηκαν νὰ σταματήσουν, γνώσης ἀναλλοίωτης ποὺ παραμένει πάντοτε ἴδια, παρέχοντας σ᾿ αὐτοὺς τὴν ἀπόλαυση ἐκείνου ποὺ γνώρισαν.
Γιατὶ ὁ λόγος ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ γνώση τῶν θείων εἶναι διπλή· ἡ σχετική, ποὺ βρίσκεται μόνο στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες καὶ ποὺ δὲν ἔχει κατὰ τὴν πράξη μὲ τὴν πείρα αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ μ᾿ αὐτὴν οἰκονομοῦμε τὴν παρούσα ζωή· καὶ ἡ πραγματικὴ ἀληθινὴ γνώση, ποὺ μὲ τὴν πείρα μόνο κατὰ τὴν πράξη χωρὶς λόγο καὶ ἔννοιες παρέχει ὅλη τὴν αἴσθηση ἐκείνου ποὺ ἔγινε γνωστὸ, μετέχοντάς το κατὰ χάρη, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ γνώση ὑποδεχόμαστε κατὰ τὴ μελλοντικὴ κατάπαυση τὴν πάνω ἀπὸ τὴ φύση θέωση ποὺ πραγματοποιεῖται ἀδιάκοπα. Καὶ ἡ σχετικὴ βέβαια γνώση, ἐπειδὴ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες, λένε ὅτι κινεῖ τὴν ἐπιθυμία πρὸς τὴν μεθεκτικὴ κατὰ τὴν πράξη γνώση. ᾿Ενῶ ἡ γνώση μὲ τὴν ἐνέργεια ποὺ ἀπὸ τὴν πείρα καὶ μὲ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ παρέχει τὴν αἴσθηση, ἀπωθεῖ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ τὶς ἔννοιες.
Γιατὶ εἶναι ἀδύνατο, λένε οἱ σοφοί, νὰ συνυπάρχουν ἡ ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ λόγος περὶ Θεοῦ ἢ ἡ αἴσθηση τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ νόηση γι᾿ Αὐτόν. Καὶ λόγο περὶ Θεοῦ ἀποκαλῶ τὴν γνωστικὴ θεωρία γι᾿ αὐτὸν ποὺ ἀναλογεῖ στὰ ὄντα, αἴσθηση τὴν μεθεκτικὴ πείρα τῶν πέρα ἀπὸ τὴ φύση ἀγαθῶν, καὶ νόηση τὴν ἁπλὴ καὶ ἑνιαία γνώση περὶ Θεοῦ μέσῳ τῶν ὄντων. Τὸ ἴδιο ἴσως μπορεῖ νὰ διαπιστωθεῖ καὶ σὲ κάθε ἄλλο πράγμα, ἂν ἡ ἐμπειρία αὐτοῦ τοῦ πράγματος σταματᾶ τὸ λόγο γι᾿ αὐτὸν καὶ ἡ αἴσθηση αὐτοῦ τοῦ πράγματος κάνει ἀργὴ τὴν νόηση περὶ αὐτοῦ. Πείρα λέγω τὴν ἴδια τὴ γνώση ἀπὸ τὴν ἐνέργεια, ποὺ πραγματοποιεῖται ἔπειτα ἀπὸ κάθε λόγο, καὶ αἴσθηση, τὴν ἴδια τὴ μέθεξη αὐτοῦ ποὺ ἔγινε γνωστὸ καὶ ποὺ ἐκδηλώνεται ἔπειτα ἀπὸ ὅλη τὴ νοητικὴ διαδικασία. Κι ἴσως αὐτὸ διδάσκει μυστικὰ ὁ μέγας ᾿Απόστολος λέγοντας, «εἴτε προφητεῖες εἶναι θὰ καταργηθοῦν, εἴτε ὁμιλίες σὲ διάφορες γλῶσσες θὰ πάψουν, εἴτε γνώσεις θὰ καταργηθοῦν»5, ἐννοώντας ὁλοφάνερα γιὰ τὴ γνώση ποὺ βρίσκεται στὸ λόγο καὶ στὶς ἔννοιες.
***
(῾Αγίου Μαξίμου ῾Ομολογητοῦ, Πρὸς Θαλάσσιον Περὶ Διαφόρων ᾿Απόρων τῆς ῾Αγίας Γραφῆς, ᾿Ερώτησις Ξʹ. Τὸ ἀρχαῖο κείμενο: PG τ. 90, στλ. 620Β-625Β. Νεοελληνικὴ ἀπόδοσις: Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καὶ ᾿Ασκητικῶν, Ε.Π.Ε. τ. 14Γ, σελ. 186-195, Θεσσαλονίκη 1992)

Η αποκάλυψη του Θεού με άρρητα ρήματα

Η εμπειρία υπερβαίνει τα ρήματα και τα νοήματα

Όταν ο θεούμενος φθάση στην αποκαλυπτική εμπειρία, βλέπει το άκτιστο Φως, βρίσκεται μέσα στο άκτιστο Φως, και «εκεί» δεν υπάρχουν κτιστά ρήματα και νοήματα, δηλαδή κατηγορήματα της ανθρώπινης σκέψεως, που εκφράζονται και διατυπώνονται με την λογική επεξεργασία. Η εμπειρία του δοξασμού υπερβαίνει όλα τα ρήματα και τα νοήματα. Όμως στην συνέχεια η εμπειρία του δοξασμού δημιουργεί θεόπνευστα νοήματα.
 π. Ι. Ρωμανίδης
«Στην εμπειρία της Θεώσεως ο Θεός υπερβαίνει τα νοήματα και στην εμπειρία αυτή το νόημα υπερπηδάται, δεν υπάρχει νόημα στην εμπειρία αυτή, αλλά αποτέλεσμα της εμπειρίας αυτής είναι τα θεόπνευστα νοήματα από τα οποία αποτελούνται η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη.
Η αποκάλυψη υπερβαίνει παν νόημα και ρήμα, και είναι υπέρ λόγον, υπέρ νόηση κλπ, διότι δεν υπάρχει καμιά ομοιότης μεταξύ του Θεού και του κτίσματος. Συμμετέχει η λογική αυτή στην εμπειρία της αποκαλύψεως, αλλά η ίδια η δόξα του Θεού υπερβαίνει την λογική, που έχει κτισθή για να κατανοή κτιστά πράγματα, κι όχι τα άκτιστα κ.ο.κ.
Αλλά, η εμπειρία αυτή δημιουργεί μια θεόπνευστη κατάσταση μέσα στον άνθρωπο, επειδή ο άνθρωπος έχει φθάσει στην θεοπτία και τα νοήματα που έχει εξ αυτής της εμπειρίας, αυτά τα νοήματα είναι θεόπνευστα, αν και η εμπειρία υπερβαίνη το νόημα».
Κατά την διάρκεια του δοξασμού και της θέας της δόξης του Χριστού δεν χρειάζονται τα ρήματα και τα νοήματα περί Χριστού. Καταργείται και αυτή η ίδια η νοερά προσευχή.
Όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται σε μια κατώτερη βαθμίδα πνευματικής ζωής, τα ρήματα και τα νοήματα χρειάζονται για την καθοδήγηση, όταν όμως έλθη το τέλειον, ο δοξασμός, δεν χρειάζονται τα κτιστά ρήματα, νοήματα και εικονίσματα.
«Επειδή η εμπειρία αυτή υπερβαίνει τα ρήματα και τα νοήματα, γι’ αυτό λέγει ο Χριστός ου δύνασθε βαστάζειν… (Ιωάννης ιστ', 12). Δηλαδή μέχρι τώρα σας έχω διδάξει με ρήματα που φέρουν νοήματα. Οπότε, έχετε μία νοηματική γνώση περί των μυστηρίων της βασιλείας του Θεού, η οποία νοηματική γνώση έχει μεταδοθή με ρήματα, τα οποία ρήματα συνοδεύονται από την φώτιση του νοός και γι’ αυτό τα ρήματα αυτά είναι κατανοητά στην λογική του ανθρώπου, εξ αιτίας του φωτισμού του νοός, οπότε κανείς βλέπει πλέον γιατί αυτά τα πράγματα είναι αληθή κ.ο.κ.
Αλλά όταν ο άνθρωπος ευρίσκεται στο στάδιο του φωτισμού, τα περαιτέρω δεν ημπορεί πλέον. Τα περαιτέρω δεν διδάσκονται με ρήματα και νοήματα. Γι’ αυτό, ο άνθρωπος, που έχει φθάσει μέχρι αυτό το στάδιο, δεν ημπορεί να «βαστάξη» τα περαιτέρω, διότι τα περαιτέρω, που είναι η ίδια η εμπειρία της Θεώσεως, υπερβαίνουν πλέον τα ρήματα και τα νοήματα.
Γι’ αυτό δεν διδάσκονται με ρήματα και νοήματα. Διότι, η εμπειρία δεν είναι ρήματα και νοήματα πλέον. Τα ρήματα και νοήματα είναι κτιστά. Ενώ, η θέωση είναι μια κατάσταση, κατά την οποία ο άνθρωπος, κατά χάριν βέβαια, γίνεται ο ίδιος άκτιστος, δηλαδή κατά Χάριν Θεός. Και μόνον σε αυτή την κατάσταση ημπορεί να βαστάξη την ίδια την θέωση».
Ενώ αυτή είναι η Ορθόδοξη διδασκαλία, στην παπική παράδοση ταυτίζεται η αποκάλυψη του Θεού με τα κτιστά ρήματα και νοήματα.

«Στην παπική παράδοση που ακολούθησε τον Αυγουστίνο, η αποκάλυψη είναι αποκάλυψη νοημάτων, αλλά όχι μόνον νοημάτων, αλλά και των ρητών που συνοδεύουν τα νοήματα.

Άπαξ κανείς ταυτίσει την αποκάλυψη με αποκάλυψη νοημάτων και προχωρήσει ακόμα παραπέρα και με τα ρητά που εκφράζουν νοήματα, τότε έχουμε την λεγομένη «κατά γράμμα» θεοπνευστία της Αγίας Γραφής, οπότε ο Θεός στους συγγραφείς της Αγίας Γραφής υπαγόρευσε αυτά τα ρητά και τα νοήματα. Αν ακολουθηθή αυτή η γραμμή, τότε ο συγγραφεύς της Αγίας Γραφής ουσιαστικά δεν είναι ο Μωυσής, ο Ηλίας, ο Σολομών κλπ, αλλά ο ίδιος ο Θεός. Αυτός είναι ο πραγματικός συγγραφεύς της Αγίας Γραφής».
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ταυτισθή στην Δύση η αποκάλυψη του Θεού με την Αγία Γραφή.
«Εφ’ όσον η αποκάλυψη ταυτίζεται στην Δύση με την Αγία Γραφή, σημαίνει ότι ο Θεός αποκαλύπτει στους ανθρώπους ρήματα και νοήματα. Οπότε, η αποκάλυψη ουσιαστικά είναι ρήματα και νοήματα που σημαίνει ότι η ουσία της θεολογίας είναι να ασχολήται κανείς με νοήματα και ορολογία περί Θεού. Και πέρα των νοημάτων και των ρημάτων δεν υπάρχει άλλη αποκάλυψη. Οπότε, σε αυτόν τον κόσμο μένουμε με τα λόγια της Αγίας Γραφής και τίποτε πάρα πάνω.
Η δυτική θεολογία του Μεσαίωνος οδηγήθηκε προς αυτήν την κατεύθυνση και κατ' αυτόν τον τρόπο ταυτίσθηκε η Αγία Γραφή με την αποκάλυψη, οπότε αποκάλυψη είναι τα λόγια της Αγίας Γραφής».
Αλλά η Ορθόδοξη παράδοση, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, τονίζει την αλήθεια ότι «τα ρήματα και τα νοήματα είναι περί του Θεού», «είναι περί της αποκαλύψεως» και όχι ο Θεός και η αποκάλυψη.
«Οι Πατέρες της Εκκλησίας αρνούνται να ταυτίσουν τον Θεόν με τα ρήματα και τα νοήματα της ανθρώπινης σκέψεως».

 Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις του π. Ιωάννου Ρωμανίδη". Τόμος Α'


ΕΧΟΥΜΕ ΛΟΙΠΟΝ ΜΠΡΟΣΤΑ ΜΑΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ. ΛΕΝΕ ΤΑ ΙΔΙΑ; ΔΕΝ ΛΕΝΕ ΤΑ ΙΔΙΑ ΚΑΙ Η ΜΕΓΑΛΗ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΟΤΙ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΓΙΑ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΕΝΩ Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ. Ο ΑΓΙΟΣ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΗΝ ΜΕΘΕΞΗ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΝΥΠΟΣΤΑΤΗ ΥΙΟΘΕΣΙΑ. ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΎΓΧΥΣΗ Η ΟΠΟΙΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΟΔΗΓΗΣΕΙ ΤΟΥΣ ΔΙΑΦΟΡΟΥΣ ΚΑΡΑΛΗΔΕΣ, ΠΙΣΤΟΥΣ ΤΟΥ ΡΩΜΑΝΙΔΗ, ΣΤΟΥΣ ΠΑΡΑΛΟΓΙΣΜΟΥΣ ΠΟΥ ΓΡΑΦΕΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΩΦΡΟΝΙΟΥ. ΣΙΓΑ-ΣΙΓΑ ΘΑ ΤΟ ΔΟΥΜΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ.




Τού Αγίου Μαξίμου
Ευεργετινού Δ, σελ 586

Διακόνου λόγον επέχει ο πρός τούς ιερούς αγώνας αλείφων τόν νούν, καί τούς εμπαθείς λογισμούς απελεύνων απ`αυτού. Πρεσβυτέρου δέ ο εις τήν γνώσιν τών όντων φωτίζων. Επισκόπου δέ,  ο τώ αγίω μύρω τελειών τής γνώσεως τής προσκυνητής καί Αγίας Τριάδος.

Ερμηνεία

Εκείνος, πού προετοιμάζει τόν νούν του εις πνευματικούς αγώνας καί αποδιώκει από τήν ψυχή του τούς αισχρούς λογισμούς, είναι ως Διάκονος κατά τήν θείαν λατρείαν. Εκείνος, πού διά τής γνώσεως τών όντων φωτίζει τόν νούν του μέ τήν σκέψιν τού Δημιουργού, είναι ώς ο Πρεσβύτερος. Καί τέλος ώς ο Επίσκοπος είναι εκείνος, πού ανάγεται εις τό ύψος τής μυστικής γνώσεως τής προσκυνητής Αγίας Τριάδος, επιστεγάζων ούτω πάσαν γνώσιν καί κατευωδιάζων τήν ψυχήν του μέ τό άγιον μύρον τής τοιαύτης 

Προς θαλάσσιον, Περί αποριών, ερώτησις ΝΕ, Σχόλιο 34.

Τόμος 14 Γ, Μερετάκης.
«Όποιος παρέχει, κατασκευάζει, γιά τήν περί εαυτού γνώσιν, πρόληψιν, φήμην, σ’αυτούς πού τόν θεωρούν, τόν ακούνε, μέ τήν προφορά δηλ. μέ τήν επανάληψη καί μόνον τών λέξεων από τούς λόγους πού έχει κλεψει από τούς Πατέρες, παραπείθοντας τίς ακοές τών ασυνέτων καί μιαίνοντας μέ συνουσία, σάν να είναι γυναίκες, αυτές οι αμύητες ακοές, τίς καλές καί θεοφιλείς θεωρίες τού πρώτου διδάξαντος, αυτός ελέγχεται δοξομανών, αφού παρατάσσεται μέ αυθάδεια, μαζί μέ τό ανώτερο επίπεδο τών φυσικών θεωρημάτων. Αφού δέν έχει αγγίξει τήν αληθινά υψηλή γνώση καί τήν έξη αυτής. Καί πεθαίνει χτυπημένος στήν καρδιά από τά βέλη πού αντιπροσωπεύουν : τήν θύμηση τής παρανομίας του έναντι τών Πατέρων, τήν ντροπή από τήν έπαρσή του (τήν οίηση), γιά τήν γνώση πού δέν είχε καί τήν αναπόφευκτη αναμονή τής μελλούσης κρίσεως. Διότι συλληφθείς από αυτά τά βέλη ο κενόδοξος, πεθαίνει χτυπημένος από τίς αιχμές τους.»
Η ΚΑΘΑΡΣΗ ΛΟΙΠΟΝ Ο ΦΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΩΣΗ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΟΥΡΑΝΙΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΔΙΔΑΞΕ Ο ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΤΗΝ ΥΙΟΘΕΣΙΑ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΟΠΩΣ ΝΟΜΙΖΕΙ Ο ΡΩΜΑΝΙΔΗΣ Ή Ο ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΒΛΑΧΟΣ ΔΙΑΛΥΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΜΑΣ, ΟΥΤΕ Η ΙΕΡΑΡΧΙΑ ΕΧΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΝΑΦΕΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΔΑ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΠΛΑΝΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΖΗΣΗ ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΤΟΥΣ ΝΑ ΒΑΠΤΙΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΛΗΡΟ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ.
"«Όποιος παρέχει, κατασκευάζει, γιά τήν περί εαυτού γνώσιν, πρόληψιν, φήμην, σ’αυτούς πού τόν θεωρούν, τόν ακούνε, μέ τήν προφορά δηλ. μέ τήν επανάληψη καί μόνον τών λέξεων από τούς λόγους πού έχει κλεψει από τούς Πατέρες, παραπείθοντας τίς ακοές τών ασυνέτων καί μιαίνοντας μέ συνουσία, σάν να είναι γυναίκες, αυτές οι αμύητες ακοές, τίς καλές καί θεοφιλείς θεωρίες τού πρώτου διδάξαντος, αυτός ελέγχεται δοξομανών, αφού παρατάσσεται μέ αυθάδεια, μαζί μέ τό ανώτερο επίπεδο τών φυσικών θεωρημάτων. Αφού δέν έχει αγγίξει τήν αληθινά υψηλή γνώση καί τήν έξη αυτής." 
Αμέθυστος 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Εξαιρετικά κείμενα του Αγίου Μαξίμου. Πολύ σωστό το σχόλιο του Αμέθυστου.
Μέθεξη, είναι ο ορθός πατερικός όρος, η ουσία των πραγμάτων.
Ούτε σχέση, ούτε βίωμα. Μέθεξη.