Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Η ευρωπαϊκή τραγωδία συνεχίζεται

Η Ευρωζώνη, αθεράπευτα υπερχρεωμένη πλέον, με ένα θνησιγενές τραπεζικό σύστημα, καθώς επίσης με μία ανυποχώρητη Γερμανία στο εσωτερικό της, έχει μετατρέψει το ευρώ σε έναν «χρυσό ζουρλομανδύα» –  στον οποίο έχουν υποχρεωθεί όλα τα μέλη της. Αν και με την έννοια αυτή είχαν χαρακτηρισθεί οι χώρες που αποτελούσαν τη Σοβιετική Ένωση, επειδή προσπαθούσε να συνδεθεί η οικονομική ολοκλήρωση με τα εθνικά κράτη, η Ευρωζώνη είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση – επειδή γίνεται προσπάθεια επίτευξης του αδιανόητου: της σύνδεσης της Δημοκρατίας, με την οικονομική ολοκλήρωση και με τα εθνικά κράτη μαζί, υπό την απολυταρχική ηγεσία της Γερμανίας! Πρόκειται λοιπόν για ένα καταδικασμένο εγχείρημα, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να λειτουργήσει – πόσο μάλλον όταν τα περισσότερα κράτη της Ευρωζώνης είναι σε τέτοιο βαθμό υπερχρεωμένα και μη ανταγωνιστικά, ώστε μόνο η ονομαστική διαγραφή μέρους των χρεών τους, θα μπορούσε να τα διασώσει. Στα πλαίσια αυτά, τα προγράμματα που ανακοινώνονται με αφορμή την πανδημία απλά μεταθέτουν το πρόβλημα διογκούμενο στο μέλλον – λειτουργώντας ως παγίδα για τα κράτη του Νότου, ειδικά για την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία.  

Ανάλυση

Σε σχέση με την απόφαση του φιλελεύθερου κόμματος της Ιταλίας να υποβάλει πρόταση νόμου για την έξοδο από την ΕΕ (άρθρο), οφείλει κανείς να εξετάσει  τις οικονομικές επιδόσεις των διαφόρων κρατών της Ευρωζώνης, πριν και μετά την υιοθέτηση του ευρώ – λαμβάνοντας υπ’ όψιν το «Ταμείο Ανασυγκρότησης» των 750 δις € που ανακοινώθηκε από το γαλλογερμανικό άξονα και υιοθετήθηκε από την Κομισιόν, καθώς επίσης την αύξηση του έκτακτου QE λόγω της πανδημίας (pandemic emergency purchase program, PEPP) που ανέφερε σήμερα η ΕΚΤ, στο 1,35 τρις € από 750 δις € προηγουμένως.
Στα πλαίσια αυτά, το πρώτο διάγραμμα που ακολουθεί απεικονίζει την οικονομική τους απόδοση, με κριτήριο τη βιομηχανική τους παραγωγή – κατά τη διάρκεια της δεκαετίας πριν από την υιοθέτηση του ευρώ.
Από το γράφημα διαπιστώνεται πως η Ισπανία ήταν στην καλύτερη θέση, ακολουθούμενη από την Ελλάδα και την Ιταλία – ενώ τόσο η Γαλλία, όσο και η Γερμανία, ήταν στο τέλος, «ουραγοί» στην ανάπτυξη. Παραδόξως λοιπόν η βιομηχανική παραγωγή ανθούσε στον ευρωπαϊκό Νότο τη δεκαετία του 1990, ενώ όλα τα κράτη είχαν θετικές τάσεις, μετά το 1993.
Συνεχίζοντας, οφείλει να εξετάσει κανείς τις επιδόσεις των ίδιων παραπάνω χωρών, μετά την υιοθέτηση του ευρώ – λαμβάνοντας βέβαια υπ’ όψιν το γεγονός ότι, το νόμισμα δεν είναι η μοναδική μεταβλητή όσο αφορά τις οικονομικές επιδόσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι πάρα πολύ σημαντικό.
Πρέπει να λάβουμε επίσης υπ’ όψιν μας το γεγονός ότι, η Γερμανία εφάρμοσε μία πολύ αυστηρή πολιτική εσωτερικής υποτίμησης, ακριβώς την εποχή που υιοθέτησε το ευρώ, εις βάρος φυσικά των υπολοίπων – ενώ κυρίως οι χώρες του Νότου έκαναν ακριβώς το αντίθετο, επειδή ήταν πολύ πιο εύκολος ο δανεισμός τους με χαμηλά επιτόκια, σε σχέση με το παρελθόν.
Στο γράφημα που ακολουθεί φαίνεται η εξέλιξη της βιομηχανικής παραγωγής των ίδιων χωρών, τη δεκαετία μετά την υιοθέτηση του ευρώ – οδηγώντας μας σε εύλογα συμπεράσματα για τα αποτελέσματα της.
Όπως φαίνεται από το διάγραμμα η Γερμανία, η οποία ήταν στην τελευταία θέση τα χρόνια που προηγήθηκαν της υιοθέτησης του ευρώ, βρέθηκε ξαφνικά στην πρώτη, με πολύ μεγάλη απόσταση από όλες τις χώρες του Νότου – ενώ μόνο η βιομηχανική παραγωγή της Γαλλίας, μετά από μία απότομη πτώση, σταθεροποιήθηκε σε κάποιο αρνητικό μεν (-10%), αλλά σχετικά βιώσιμο επίπεδο.
Συμπερασματικά λοιπόν, το ευρώ ήταν πολύ θετικό για τη Γερμανία, καθώς επίσης για τις χώρες του Βορά, αλλά πολύ αρνητικό για το Νότο – γεγονός που οφείλεται πιθανότατα στη διαφορά νοοτροπίας μεταξύ των δύο περιοχών. Ειδικότερα, οι μεν Βόρειοι είναι πολύ πειθαρχικοί, υπακούοντας στα οικονομικά προγράμματα των κυβερνήσεων τους, ενώ οι Νότιοι έχουν αδύναμο χαρακτήρα – ο οποίος απαιτεί μία διαφορετική προσέγγιση (ονομαστική υποτίμηση του νομίσματος αντί εσωτερική, αυξημένα επιτόκια για να μην διευκολύνεται ο καταναλωτικός δανεισμός κοκ.).
Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι το ότι, απαιτείται διαφορετική μακροοικονομική και νομισματική πολιτική στις δύο περιοχές της Ευρώπης, στο Βορά και στο Νότο, με κριτήριο την εντελώς αντίθετη νοοτροπία των Πολιτών τους – κάτι που είναι αδύνατον, εάν η Ευρωζώνη παραμείνει ως έχει.
Προφανώς το πρόβλημα δεν θα λυθεί, όσο και αν προσπαθήσει η ΕΚΤ, η οποία πράγματι κάνει ότι καλύτερο μπορεί για να επιλύσει το θέμα της υπερχρέωσης, μέσω της νομισματικής επέκτασης και του πληθωρισμού – αν και δεν μπορεί να είναι κανείς σίγουρος για τις πραγματικές της προθέσεις.

Οι θεωρητικές λύσεις

Με βάση τα παραπάνω ο πλεονασματικός Βοράς, υπό την ηγεσία της Γερμανίας, προσπαθεί να επιβάλλει στο Νότο, με πρώτη την Ελλάδα, μία περιοριστική πολιτική εσωτερικής υποτίμησης και δημοσιονομικής πειθαρχίας – όμοια με αυτήν που εφάρμοσε η ίδια, όταν υιοθέτησε το ευρώ.
Εν τούτοις, δεν κατανοεί ότι οι εποχές έχουν αλλάξει, αφού ο πλανήτης έχει βυθιστεί στην ύφεση και στα χρέη, ενώ η ίδια τα κατάφερε εκμεταλλευόμενη τους εταίρους της – αφού τα πλεονάσματα που αποκτάει (εμπορικό ισοζύγιο) θα ήταν αδύνατα, εάν δεν δημιουργούσε στις άλλες χώρες ελλείμματα (γράφημα), επειδή ο «λογαριασμός» είναι μηδενικού αθροίσματος (Πλεονάσματα – ελλείμματα = μηδέν).
Με δεδομένο δε το ότι, τα ελλείμματα οδηγούν στην αύξηση των χρεών (το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στην αύξηση του ιδιωτικού κυρίως χρέους, ο ελλειμματικός προϋπολογισμός στην αύξηση του δημοσίου χρέους), λόγω των οποίων περιορίζεται η ζήτηση, οπότε οι επενδύσεις και η ανάπτυξη, ολόκληρος ο Νότος βιώνει μία «ύφεση ισολογισμών» (ανάλυση) – από την οποία είναι αδύνατον να ξεφύγει με τη συγκεκριμένη οικονομική πολιτική.
Για να μπορέσουν τώρα να υπάρξουν βιώσιμες λύσεις, χωρίς να χρεοκοπήσει το ένα κράτος μετά το άλλο, εκούσια ή ακούσια, στα πλαίσια μίας αλυσιδωτής αντίδρασης που πιθανότατα θα ξεκινούσε από την Ελλάδα, υπάρχουν οι εξής τουλάχιστον εναλλακτικές δυνατότητες:
(α)  Επίλυση του προβλήματος της υπερχρέωσης με τη βοήθεια της ΕΚΤ – οπότε με την αύξηση της ποσότητας χρήματος, με τον πληθωρισμό, καθώς επίσης με το πάγωμα μέρους των χρεών (ανάλυση), παράλληλα με μία ήπια πολιτική λιτότητας, εμπλουτισμένη με αλληλέγγυα αναπτυξιακά μέτρα.
(β)  Επιτάχυνση της τραπεζικής, δημοσιονομικής και πολιτικής ένωσης της Ευρωζώνης, με την αμοιβαιοποίηση των δημοσίων χρεών (Ευρωομόλογα κλπ.) – έτσι ώστε να ιδρυθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης.
(γ)  Επιστροφή όλων των χωρών μαζί στην προ ευρώ εποχή (ανάλυση), όπου όμως θα απαιτηθούν ευρείες διαγραφές χρεών εκ μέρους τόσο των πλεονασματικών χωρών, όσο και των διεθνών επενδυτών, ανάλογα με τη δομή των δανείων της κάθε χώρας.
Εάν δεν συμβεί τίποτα από τα παραπάνω, ή εάν υιοθετηθούν άλλες πρόχειρες λύσεις, όπως κατά την άποψη μας οι σημερινές, η ήπειρος μας θα απειληθεί με το χάος – για τρίτη φορά εντός ενός αιώνα με ευθύνη της Γερμανίας, η οποία αδυνατεί να κατανοήσει πως είναι αδύνατον να ζήσει με άνεση σε μία γειτονιά, όπου όλοι οι υπόλοιποι πεθαίνουν από την πείνα.
Σε μία τέτοια περίπτωση, είναι δεδομένη η εισβολή τους στο μοναδικό πλούσιο σπίτι της περιοχής, όσο καλά και αν προστατεύεται, παρά το ότι οι ίδιοι δεν είναι εγκληματίες – αφού το αίσθημα της επιβίωσης είναι το ισχυρότερο όλων, ακόμη και από την ίδια τη λογική ή από την έμφυτη ηθική των ανθρώπων.

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως η Ευρωζώνη, αθεράπευτα υπερχρεωμένη πλέον, με ένα θνησιγενές τραπεζικό σύστημα, καθώς επίσης με μία ανυποχώρητη Γερμανία στο εσωτερικό της, έχει μετατρέψει το ευρώ σε έναν «χρυσό ζουρλομανδύα» –  στον οποίο έχουν υποχρεωθεί όλα τα μέλη της.
Αν και με την έννοια αυτή είχαν χαρακτηρισθεί οι χώρες που αποτελούσαν τη Σοβιετική Ένωση, επειδή προσπαθούσε να συνδεθεί η οικονομική ολοκλήρωση με τα εθνικά κράτη (άρθρο), η Ευρωζώνη είναι σε πολύ χειρότερη κατάσταση – επειδή γίνεται προσπάθεια επίτευξης του αδιανόητου: της σύνδεσης της Δημοκρατίας, με την οικονομική ολοκλήρωση και με τα εθνικά κράτη μαζί, υπό την απολυταρχική ηγεσία της Γερμανίας!
Πρόκειται λοιπόν για ένα καταδικασμένο εγχείρημα, το οποίο δεν πρόκειται ποτέ να λειτουργήσει – πόσο μάλλον όταν τα περισσότερα κράτη της Ευρωζώνης είναι σε τέτοιο βαθμό υπερχρεωμένα και μη ανταγωνιστικά, ώστε μόνο η ονομαστική διαγραφή μέρους των χρεών τους, θα μπορούσε να τα διασώσει.
Κάτι τέτοιο απαιτεί μεν μία πανευρωπαϊκή διάσκεψη χρέους, πριν είναι ακόμη πολύ αργά για ολόκληρη την Ευρωζώνη, καθώς επίσης για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα – ενώ τα μέτρα που λαμβάνονται σήμερα απλά θα μεταθέσουν διογκωμένο το πρόβλημα στο μέλλον, όπως ακριβώς συνέβη στο παρελθόν. Το γεγονός αυτό τεκμηριώνεται από το ότι, τα κράτη του βορά συνέχισαν μεν να αναπτύσσονται μετά το 2010, εις βάρος όμως των χωρών του Νότου που ευρίσκονται σήμερα σε χειρότερη κατάσταση.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Είναι παράξενο (;) που η Γερμανία αποτελεί συνεχώς και αδιαλείπτως ένα σοβαρώτατο πρόβλημα, επί αιώνες (!) μέσα στην ιστορία των λαών... Η δύναμή της είναι άμετρη, και θα μπορούσε να πη κανείς, και ακαλλιέργητη, αμόρφωτη! Ένας βαθύς πόθος να πάρουν τη θέση της αρχαίας Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο, όπως ακριβώς ο πόθος του Μάρτιν Χλαιντεγγερ να πάρη τη θέση του Αριστοτέλη! (Βλ. σχετικές αναρτήσεις στον Αμέθυστο). Οι μόνοι "φυσιολογικοί" Γερμανοί είναι εκείνοι που διάλεξαν πραγματικά ως πνευματική τους πατρίδα σ' αυτόν τον κόσμο την Ελλάδα! Κατέλαβαν τη δυτική Ρωμαική Αυτοκρατορία και ίδρυσαν το κράτος του Βατικανού. Εχθρεύτηκαν μέχρι τέλους την Κωνσταντινούπολη, την οποία και λεηλάτησαν ανηλεώς επί μήνες το 1204. (Ο Μωάμεθ ο Πορθητής επέτρεψε μόνο για τρεις μέρες στους στρατιώτες του το πλιάτσικο το 1453). Τα έργα τους είναι όλα δίκοπα μαχαίρια και έχουν τρομερή υπερηφάνεια ενάντια σε όλους τους άλλους! Μαζί τους χάθηκε η ελευθερία και ο έρως της αλήθειας, που είχαν τόσο καλλιεργηθή και ευδοκιμήσει στην αρχαία Ελλάδα και στο "Βυζάντιο". (Ονόμασαν έτσι την Ανατολική, χιλιετή Αυτοκρατορία, για να την υποτιμήσουν με το όνομα μιας αρχαίας αποικίας των Μεγαρέων). Ο Β' παγκόσμιος πόλεμος ήταν το επιστέγασμα της παράνοιας και της βαρβαρότητας, γι' αυτό και στην πατρίδα μας έχει ένα απόλυτο όνομα: Κατοχή. Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν με πολύ σοβαρά επιχειρήματα, ότι κι ο πόλεμος αυτός υπήρξε στην πραγματικότητα ένας εμφύλιος πόλεμος της Δύσης, των Γερμανών ενάντια στους Αγγλο-Αμερικάνους για την παγκόσμια ηγεμονία... Πώς είναι δυνατόν τώρα να αλλάξουν τα πράγματα, αν δεν παραδεχόμαστε ένθεν και ένθεν τίποτα ή αμυδρά μόνον κάτι απ' τα παραπάνω, μήπως, λέω μήπως και βοηθήσουμε πραγματικά ο ένας τον άλλον;