Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2026

Χριστολογική ή Αναλογική Πρωτοκαθεδρία 1



Χριστολογική ή Αναλογική Πρωτοκαθεδρία 1
Εκκλησιαστική Ενότητα και Καθολική Πρωτοκαθεδρία στην Ορθόδοξη Εκκλησία


άρθρο στον Τόμο 10 – Ecclesial Dialogues: East and West II
του Νικολάου Λουδοβίκου

Καθηγητή Δογματικής και Φιλοσοφίας, Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης·
Επισκέπτη Καθηγητή, Institute for Orthodox Christian Studies, Cambridge·
Ερευνητικού Εταίρου, University of Winchester


https://www.analogiajournal.com/article/christological-or-analogical-primacy-ecclesial-unity-and-universal-primacy-in-the-orthodox-church/

Τι είναι λοιπόν η πρωτοκαθεδρία στην Εκκλησία, αν όχι ακριβώς η έναρξη και η προστασία αυτής της σταδιακής ομοούσιας ενοποίησης των πάντων εν Χριστῷ, μέσα στην οποία συνίσταται το ίδιο το εκκλησιαστικό Είναι; Και εφόσον ο ίδιος ο Χριστός δεν είναι μόνον το οντολογικό/υποστατικό γεγονός αυτής της ομοούσιας ενοποίησης, αλλά και ο κατ’ εξοχήν διδάσκαλος και εγκαινιαστής της, διά του μυστηρίου του Σταυρού και εν Πνεύματι, είναι πράγματι ο μόνος κεφαλή και ηγέτης της Εκκλησίας Του· είναι ο πρωταρχικός και έσχατος Πρώτος. Αυτό όμως σημαίνει ότι, όταν μιλούμε για πρωτοκαθεδρία στην Εκκλησία, εννοούμε πάντοτε μια χριστοειδή πρωτοκαθεδρία (δηλαδή μια αναλογική πρωτοκαθεδρία). Δηλαδή, μια πρωτοκαθεδρία εν μετοχή στην μοναδική πρωτοκαθεδρία του Χριστού. Και ο τρόπος αυτής της μετοχής είναι, σύμφωνα με την ελληνική πατερική θεολογία, η αναλογία, η οποία ταυτίζεται —στα Αρεοπαγιτικά κείμενα, για παράδειγμα— με τη συνέργεια, που σημαίνει ακριβώς τη μετοχή στη θεία ενέργεια, όπως αυτή φανερώνεται στον Χριστό ως Πρώτο. Πώς μπορεί να συζητηθεί αυτό στο πλαίσιο των σύγχρονων εκκλησιολογικών διαλόγων;[ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΕΝΣΑΡΚΩΣΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ  ΚΑΙ ΤΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ ΜΙΑ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ, ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΣΤΑ ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ. Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΜΕΤΟΧΗΣ Η ΑΝΑΛΟΓΙΑ; ΤΟ ΑΝΑΛΟΓΙΟ;]

1

Οι εκκλησιολογικοί διάλογοι μεταξύ Ανατολής και Δύσης κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια, και ιδίως εκείνοι μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων θεολόγων, οδήγησαν ορισμένους θεολόγους και από τις δύο πλευρές στο να συνειδητοποιήσουν ότι το βασικό υποκείμενο πρόβλημα είναι πως, κατά τη διάρκεια των αιώνων —ακόμη και πριν από το Μεγάλο Σχίσμα, και βεβαίως με πιο αποφασιστικό τρόπο μετά από αυτό— διαμορφώθηκαν σταδιακά δύο διαφορετικές εκκλησιολογίες, οι οποίες αποξενώθηκαν ολοένα και περισσότερο μεταξύ τους. Νομίζω ότι το βιβλίο του Edward Siecienski The Papacy and the Orthodox: Sources and History of a Debate είναι μακράν το καλύτερο βιβλίο που έχει γραφεί ποτέ από Ορθόδοξο θεολόγο πάνω στο ζήτημα αυτό, ακριβώς επειδή κατορθώνει —χρησιμοποιώντας μια εξαιρετικά αντικειμενική επιστημονική μέθοδο προσέγγισης των κειμένων και των προβλημάτων (είναι αποκαλυπτικό ότι ένας από τους εξέχοντες Ρωμαιοκαθολικούς κριτικούς του βιβλίου έγραψε πως είναι αδύνατο να ανακαλύψει κανείς το δόγμα του συγγραφέα διαβάζοντάς το)— να καταστήσει αυτή την αποξένωση απολύτως σαφή.
Έτσι, σύμφωνα με το βιβλίο, μια σταδιακή υπερ-εξύψωση του θεϊκού δικαιώματος του διαδόχου του Πέτρου να αξιώνει απόλυτη πρωτοκαθεδρία —μια αξίωση που ξεκίνησε βήμα προς βήμα αιώνες πριν από το Σχίσμα—, μια πρωτοκαθεδρία που γινόταν ολοένα και πιο αυστηρά δικαιοδοτική και απαιτητική απόλυτης υποταγής και τιμής, αντιμετωπίστηκε από την Ανατολή με αυξανόμενο θεολογικό σκεπτικισμό. Αυτό δεν συνέβη επειδή απορριπτόταν εξαρχής ρητά κάθε μορφή ρωμαϊκής πρωτοκαθεδρίας, αλλά επειδή τα βιβλικά της θεμέλια νοούνταν διαφορετικά και θεωρούνταν προνόμιο που αποδόθηκε στους επισκόπους της Παλαιάς Ρώμης «από τους αγίους Πατέρες και τις Συνόδους», κυρίως για πολιτικούς λόγους, και χωρίς καμία καθολική δικαιοδοτική διάσταση. Επρόκειτο κυρίως για μια πνευματική πρωτοκαθεδρία, η οποία εξέφραζε την ενότητα της χριστιανικής Εκκλησίας, μαζί με το δικαίωμα προσφυγής προς τους Πάπες για την τελική επίλυση δύσκολων εκκλησιαστικών ζητημάτων.[ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΚΑΘΕΔΡΙΑ ΓΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ;ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΕΝΕΧΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟ ΟΜΟΟΥΣΙΟ;ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΜΕ ΣΤΗΝ  ΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ ΤΗΣ ΟΡΟΘΕΣΙΑΣ; ΜΙΑ ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΓΙΑ ΟΡΟΘΕΤΙΚΟΥΣ; ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ;]

Βεβαίως, όταν το Filioque προστέθηκε αποφασιστικά στο Σύμβολο της Πίστεως, οι Πάπες, κατά τους ανατολικούς θεολόγους, κατέστησαν αιρετικοί, και καμία πρωτοκαθεδρία δεν μπορούσε πλέον να τους αποδοθεί. Τα πράγματα έγιναν δραματικά χειρότερα μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς Σταυροφόρους το 1204 και την αμείλικτη καταστροφή της πόλης, μαζί με τη μακρά κατοχή που ακολούθησε. Οι μόνοι λόγοι για ένωση των δύο χωρισμένων Εκκλησιών στους επόμενους αιώνες ήταν σαφώς και αποκλειστικά πολιτικοί, προερχόμενοι από τις απεγνωσμένες προσπάθειες ορισμένων Βυζαντινών αυτοκρατόρων να σώσουν τα ερείπια της καταρρέουσας αυτοκρατορίας τους.

Στη γραμμή σκέψης των Βυζαντινών θεολόγων των τελευταίων βυζαντινών αιώνων (όπως ο Νικήτας Σειδής, ο Νικήτας Νικομηδείας, ο Νείλος Δοξαπατρής, ο Γεώργιος Τορνίκης, ο Βασίλειος Αχρίδος, ο Ανδρόνικος Καματηρός, ο Θεόδωρος Βαλσαμών, ο Πατριάρχης Ιωάννης Ι΄ Καματηρός, ο Συμεών Θεσσαλονίκης, ο Γρηγόριος Παλαμάς, ο Πατριάρχης Φιλόθεος Κόκκινος, ο Νικόλαος Καβάσιλας και άλλοι), ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, όλοι οι Απόστολοι είναι πνευματικά ίσοι, και «οι αυτοκράτορες έκαναν τους πρωτεύοντες, όχι το αντίστροφο». Ακόμη και η ρωμαϊκή πρωτοκαθεδρία «τιμής» τίθεται πλέον για πρώτη φορά υπό αμφισβήτηση εξαιτίας των «δυτικών αιρέσεων».[ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΠΟΙΟ ΕΙΝΑΙ; Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ; Ο ΚΛΗΡΟΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΕΙ Ή ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΟΥ ΤΗΝ ΔΟΞΑΖΟΥΝ;]

Όμως αυτό που μας απασχολεί περισσότερο στο παρόν άρθρο είναι η υποκείμενη διαφορά μεταξύ των δύο εκκλησιολογιών που κρυσταλλώθηκαν βήμα προς βήμα κατά την περίοδο αυτή· και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, ακόμη και παραμονές της αναχώρησης της βυζαντινής αντιπροσωπείας για τη Φερράρα, ορισμένα από τα πλέον εξέχοντα μέλη της θα προτιμούσαν ρητώς να μεταβούν στο Συνοδικό Συμβούλιο της Βασιλείας. Και η διαφορά αυτή δεν σημαίνει απλώς ότι υπήρχε, ας πούμε, ένα δήθεν συμπαγές «παποκεντρικό» κόμμα απέναντι σε ένα δήθεν πεπεισμένο «συνοδικό». Πρόκειται μάλλον για μια αυξανόμενη απόκλιση μεταξύ δύο διαφορετικών «οντολογιών» της ενότητας της Εκκλησίας: η μία θα μπορούσε ίσως να ονομαστεί «θεσμική», ενώ η άλλη «υπαρξιακή» ή, πολύ καλύτερα, «μετοχική».[ΜΙΑ ΑΠΟΚΛΙΣΗ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙΣΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΛΕΟΝ ΤΗΝ ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΤΟΥΤΟΥ; ΑΝΘΡΩΠΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΥ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ; ΑΥΤΟ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΝΤΟΛΟΓΙΑ]

Αν και αυτές οι διαφορετικές «οντολογίες» της Εκκλησίας αντιπροσώπευαν τάσεις μάλλον παρά μια διαλεκτική αντιπαράθεση —και (αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί) συνυπήρχαν, πάνω–κάτω, επί αιώνες μετά το Μεγάλο Σχίσμα (και ακόμη περισσότερο μετά τον δέκατο τρίτο αιώνα)—, εντούτοις κατέληξαν σε δύο διακριτές εκκλησιολογικές προσεγγίσεις, οι οποίες, για τη Δύση, κορυφώθηκαν στην Α΄ Βατικανή Σύνοδο.

Ας αφήσουμε όμως προς το παρόν τη ιστορική μας αφήγηση για να περάσουμε σε ορισμένο συστηματικό στοχασμό, όπως άλλωστε είναι και ο σκοπός του παρόντος άρθρου. Είναι πράγματι λυπηρό ότι στις εκκλησιολογικές μας συζητήσεις, επίσημες ή ακαδημαϊκές, σχεδόν ποτέ δεν ξεκινούμε ρωτώντας πρώτα τους εαυτούς μας και έπειτα τους συνομιλητές μας ποιον ορισμό της Εκκλησίας έχουμε εμείς ή εκείνοι κατά νου, όταν συζητούμε λεπτά ζητήματα όπως αυτό της πρωτοκαθεδρίας. Ή, ίσως καλύτερα, ποιο είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό στην εικόνα της Εκκλησίας που έχει ο καθένας μας στο μυαλό του: είναι το θεσμικό-ως-μυστηριακό ή το μυστηριακό-ως-θεσμικό;[ΟΡΙΖΕΤΑΙ Η ΑΓΙΟΤΗΣ ΝΕΟ ΟΡΘΟΔΟΞΕ;]

Για την πλειονότητα των Ρωμαιοκαθολικών θεολόγων υπερισχύει το πρώτο, ενώ για τη συντριπτική πλειονότητα των Ορθοδόξων θεολόγων προέχει το δεύτερο. Με απλά λόγια, η πρώτη προσέγγιση κατανοεί την Εκκλησία ως μυστήριο υπό το φως της λειτουργικής/θεσμικής/κανονικής της δομής και αποτελεσματικότητας· εδώ ακόμη και η Ευχαριστία τείνει συνήθως να νοείται σε υποταγή και διακονία προς αυτή τη δομή. Η δεύτερη κατανοεί το μυστήριο ως την ίδια την ουσία της εκκλησιαστικής δομής· πρόκειται για μια εκκλησιολογία της μετοχής, όπως την έχω ονομάσει, η οποία αντιλαμβάνεται την Εκκλησία ως προσανατολισμένη στο να μετέχει διαλογικά και αναλογικά, διά του Χριστού, στον ίδιο τον τρόπο υπάρξεως του Θεού.[Ο ΘΕΟΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΟΞΑΣΤΗΚΕ ΣΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ. ΔΕΝ ΕΧΟΥΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΘΕΟ. Η ΠΡΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΛΕΞΙΛΑΓΝΕΙΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΑΔΙΑΦΟΡΗ] 

Στην πρώτη περίπτωση μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν η ενότητα της Εκκλησίας είναι πρωτίστως μυστηριακή ή κανονική/ηθική και συνίσταται σε λίγο–πολύ κοινές ιδέες και απόψεις, ή αν είναι οντολογική· και, τελικά, αν συνεπάγεται κάποια οντολογική μεταβολή του τρόπου της υπάρξεώς μας ή όχι (δηλαδή αν πρόκειται απλώς για μια ηθική/κανονική συμμόρφωση). Στη δεύτερη περίπτωση, μπορεί κανείς κατά καιρούς να αναζητήσει τη κανονική διάσταση της Εκκλησίας, όχι επειδή αυτή δεν υπάρχει, αλλά επειδή είναι σαφώς δευτερεύουσας σημασίας.

Για έναν Ορθόδοξο Χριστιανό, το ίδιο το Είναι της Εκκλησίας συνδέεται βαθύτατα με τη θεολογία της Μεταμορφώσεως. Διότι αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο χρειαζόμαστε την Ενανθρώπηση: για να υπάρξει έγχυση της θείας ζωής μέσα στην κτιστή ζωή. Αυτό είναι το νόημα της σωτηρίας σε οντολογικούς όρους: πλέον ο τρόπος υπάρξεως της κτιστής φύσεως μπορεί, κατά χάριν, να μεταβληθεί σε θείο, ώστε αυτή η φύση να μπορεί να ενεργεί, ή να ενεργείται, πέρα από τα όριά της, για να χρησιμοποιήσουμε την αξιοσημείωτη διατύπωση του Μαξίμου του Ομολογητή. Η Ανάσταση, η οποία προεικονίζεται στη Μεταμόρφωση, αντιπροσωπεύει την έσχατη μεταβολή αυτού του κτιστού τρόπου υπάρξεως των όντων· και καθώς αυτή παρατείνεται διά των μυστηρίων, η Εκκλησία αποκαλύπτεται ως ένα θεμελιώδες γεγονός αναλογικής μετοχής στη θεία ζωή, αφού τα χαρακτηριστικά της θείας ζωής μπορούν να μεταφερθούν στην κτιστή ζωή, ακριβώς κατά αναλογία, διά του Χριστού, εν Πνεύματι. Και, σύμφωνα με την πατερική παράδοση που κορυφώνεται, κατά τη γνώμη μου, στον Αρεοπαγίτη όπως διαβάστηκε από τον Μάξιμο τον Ομολογητή, το θεμελιώδες χαρακτηριστικό του θείου τρόπου υπάρξεως που πρέπει να μεταφερθεί αναλογικά στην κτίση είναι ακριβώς το ομοούσιο.[ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ΚΑΙ Ο ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΣ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΟΧΗ; ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ;]

2

Έτσι, ο μοναδικός λόγος ύπαρξης της Εκκλησίας του Χριστού πάνω στη γη είναι να μας εισαγάγει στη Βασιλεία του Θεού, ως μετοχή στον ομοούσιο τρόπο της τριαδικής, τριπροσωπικής ενότητας του Θεού· κάτι που, όπως θα δούμε, κατά έναν τρόπο αρχίζει ήδη από τώρα, μέσα στην ιστορία. Η Εκκλησία, βεβαίως, δεν αποτελεί ένα αντίγραφο της Αγίας Τριάδας, όπως ισχυρίζονται σήμερα ορισμένοι Ορθόδοξοι θεολόγοι (οι οποίοι συνήθως, ταυτόχρονα, υποβαθμίζουν την τριαδική έννοια της ομοουσιότητας, προκειμένου να εξυψώσουν τη «μοναρχία» του Πατρός και, κατ’ επέκταση, του Πρώτου), αλλά είναι ένα κατεξοχήν Χριστολογικό γεγονός, το οποίο γίνεται τριαδικό μόνο διά του Χριστού και εν Χριστῷ.

Αυτό σημαίνει ότι εδράζεται στη διαλογική/αναλογική ενότητα μεταξύ θείας και ανθρώπινης φύσεως στη μία υπόσταση του Χριστού, διά του Πνεύματος[ΔΕΝ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ ΑΚΟΜΗ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ;]. Η ενότητα αυτή είναι διαλογική και αναλογική, διότι εκφράζει την ενότητα όλων των θείων λόγων και ενεργειών με όλους τους αποκρινόμενους ανθρώπινους λόγους και ενέργειες στη μία υπόσταση του Χριστού. Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού, το οποίο αυξάνει πνευματικά μέσω μιας σταδιακής μιμητικής/μιμησιολογικής μετοχής στην αγαπητική υπακοή του Χριστού προς την αγάπη του Πατρός, εν Πνεύματι, διά του μυστηρίου του Σταυρού· δηλαδή διά της ανιδιοτελούς αγάπης, η οποία ενοποιεί όλα τα κτιστά όντα μεταξύ τους και, ταυτόχρονα, με τη θεότητα.

Βεβαίως, η Εκκλησία δεν αντιπροσωπεύει μια ήδη πλήρως πραγματοποιημένη ομοούσια ενότητα όλων των όντων· αυτή έχει επιτευχθεί προαιωνίως, με τη μορφή ακριβώς μιας άχρονης, διαλογικής αλληλο-προσφοράς της ουσίας εντός της Αγίας Τριάδας.[ΝΑ ΚΑΙ Η ΗΔΗ ΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΠΡΟΑΙΩΝΙΩΣ . Η ΓΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΜΑ] Η Εκκλησία είναι ένα γεγονός σταδιακής, αναλογικής μίμησης και μετοχής σε αυτή τη θεία αλληλο-προσφορά, μέσα στα όρια της ιστορίας, καθώς η αλληλο-προσφορά αυτή πραγματοποιείται ως ενοποιητική —ή, ακριβέστερα, ομοουσιοποιητική— ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, το οποίο, μέσω της ανθρώπινης συνεργικής ανταπόκρισης, επεκτείνει αυτό το Χριστολογικό γεγονός της ομοούσιας, εκκλησιαστικής παγ-ενότητας μέσα στην κτίση.[ΜΕΤΑ ΤΟ ΦΙΛΙΟΚΒΕ ΕΡΧΕΤΑΙ ΤΟ BISHOPOQUE TΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΟΡΟΔΟΞΟΥ ΠΑΠΆ ΝΑ ΔΙΑΤΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ] (Και όταν χρησιμοποιούμε εδώ τους όρους ομοούσιο, ομοουσιότητα κ.λπ. σε σχέση με την κτίση, δεν εννοούμε καμία κατάργηση των διαφορών μεταξύ των κτιστών όντων, αλλά τη μεταξύ τους ένωση χωρίς σύγχυση, μέσα σε μια αρμονική και αδιαίρετη ολοκληρωτική «ταυτότητα» εν Θεώ — δηλαδή μέσα στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, ήτοι στην Εκκλησία.)[ΚΑΙ ΜΕΤΑ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΑΝΑΣΤΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΚΑΤΗΡΓΗΣΕ ΤΟ ΑΣΥΓΧΥΤΩΣ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΩΣ. ΚΑΘΟΤΙ Ο ΑΝΑΣΤΗΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΓΙΑΖΕΙ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΟΥ ΟΧΙ ΤΟΝ ΚΑΘΕ ΕΠΙΛΟΧΙΑ]

Τι είναι, λοιπόν, η πρωτοκαθεδρία μέσα στην Εκκλησία, αν όχι ακριβώς η έναρξη και η προστασία αυτής της σταδιακής ομοουσιακής ενοποίησης των πάντων εν Χριστῷ, μέσα στην οποία ακριβώς συνίσταται το ίδιο το εκκλησιαστικό είναι; Και αφού ο ίδιος ο Χριστός δεν είναι μόνο το οντολογικό/υποστατικό γεγονός αυτής της ομοουσιακής ενοποίησης, αλλά και ο κατεξοχήν διδάσκαλος και θεμελιωτής της, διά του μυστηρίου του Σταυρού και εν Πνεύματι, Αυτός είναι πράγματι η μόνη κεφαλή και ο μόνος ηγέτης της Εκκλησίας Του· είναι ο πρωταρχικός και έσχατος Πρώτος της.[ΚΑΛΩΣΥΝΗ ΣΟΥ ΟΜΟΟΥΣΙΕ!!]

Αυτό όμως σημαίνει ότι, όταν μιλούμε για πρωτοκαθεδρία στην Εκκλησία, εννοούμε πάντοτε μια χριστοειδή πρωτοκαθεδρία (δηλαδή μια αναλογική πρωτοκαθεδρία). Δηλαδή, μια πρωτοκαθεδρία-κατά-μετοχήν στη μοναδική πρωτοκαθεδρία του Χριστού. Και ο τρόπος αυτής της μετοχής είναι, σύμφωνα με την ελληνική πατερική θεολογία, η αναλογία, η οποία ταυτίζεται, για παράδειγμα στα Αρεοπαγιτικά κείμενα, με τη συνέργεια· και αυτό σημαίνει ακριβώς μετοχή στη θεία ενέργεια, όπως αυτή φανερώνεται στον Χριστό-ως-Πρώτο.[Η ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ ΑΝΑΛΟΓΙΑ; ΚΑΙ ΤΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ, Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ; ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΤΗΣ; ΤΟ ΟΣΤΙΣ ΘΕΛΕΙ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ; ΤΟ ΘΕΛΗΜΑ ΜΑΣ ΣΥΝΕΡΓΕΙΑ; ΠΟΙΟΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΥΕΙΣ; ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΔΕΧΕΤΑΙ ΠΟΙΟΝ;] 

Μέσα σε μια τέτοια προοπτική, η πρωτοκαθεδρία εμφανίζεται ως πρωτοκαθεδρία αγαπητικής θυσίας και περιχώρησης των πάντων· μια χριστολογική/αναλογική/συνεργική πρωτοκαθεδρία, ως μετοχή στη μοναδική πρωτοκαθεδρία του Χριστού, η οποία έλαβε τη μορφή μιας ριζικά ανιδιοτελούς αυτοπροσφοράς «ὑπὲρ τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς». Αυτή είναι η μόνη θεόδοτη «εξουσία» που παραδίδεται στους μαθητές του Χριστού· και υπάρχει πλήθος πατερικών κειμένων που, ακολουθώντας τον Παύλο, συνδέουν όλα τα εκκλησιαστικά χαρίσματα ακριβώς με αυτή τη θεία σοφία της ομοουσιοποιούσας αγάπης, η οποία τελικά συγκροτεί την ίδια την ουσία του εκκλησιαστικού είναι.[ΣΤΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ; ΟΠΩΣ ΙΣΧΤΡΙΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΑΤΙΝΟΙ; Η ΑΝΑΠΝΟΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ; Η ΠΡΟΥΠΑΡΧΟΥΣΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΔΕΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙ ΤΗΝ ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ; ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΙΝΩ;]

Η ιδέα ότι η μοναρχία του Θεού Πατρός αποτελεί την άμεση εικόνα του εκκλησιαστικού χαρίσματος της πρωτοκαθεδρίας είναι ξένη προς την πατερική παράδοση τόσο της Ανατολής όσο και της Δύσης. Όλα τα ποικίλα εκκλησιαστικά χαρίσματα είναι επιμέρους άκτιστες ενέργειες και είναι κατ’ ανάγκην χριστολογικά, αφού η οντολογική ένωση της θεότητας με την ανθρωπότητα εν Χριστῷ αποτελεί τη μόνη τους πηγή· και θα ήταν συνεπώς παράλογο το χάρισμα της πρωτοκαθεδρίας να αποτελεί εξαίρεση.[ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΕΝΩΣΗ ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΨΥΧΗ ΕΙΝΑΙ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ Η ΟΠΟΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟΡΡΟΙΑ ΤΗΣ ΟΝΤΟΛΟΓΙΚΗΣ ΕΝΩΣΕΩΣ]

Αυτό συμβαίνει διότι η ζωή της Εκκλησίας οικοδομείται πάνω στο μυστήριο του Χριστού, διά του Πνεύματος, ως έναν αναλογικό και συνεργικό, σταδιακό ασκητικό αγώνα προς την επίτευξη της ομοουσιότητας· δηλαδή προς την ενοποίηση της κατακερματισμένης κτιστής φύσεως, η οποία έχει κατακερματισθεί εξαιτίας της εχθρικής, ναρκισσιστικής απόκλισης των θελήσεών μας. [ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΠΟΥ ΛΙΜΠΙΖΕΣΑΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΙΣΑΙ ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΠΙΣΤΗ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ. ΠΩΣ; ΔΙΑ ΤΗΣ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑΣ; ΑΛΛΗ ΧΕΙΡΟΤΟΝΙΑ ΧΡΕΙΑΖΕΣΑΙ ΠΟΝΕΜΕΝΕ]Και είναι εξαιρετικά σημαντικό να σημειωθεί ότι (όπως προσπάθησα να δείξω στην πρώτη μελέτη του έργου μου Η Εκκλησία εν Γίγνεσθαι) όλα αυτά τα επιμέρους χριστολογικά χαρίσματα/ενέργειες είναι πράγματι τρόποι επίτευξης της ομοουσιότητας, σύμφωνα με τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τον Μάξιμο τον Ομολογητή — και όχι μόνο εκείνο του επισκόπου. Καθένα από αυτά, όταν ασκείται ορθά, ενοποιεί όλα τα άλλα μέσα του, ενώ το χάρισμα του επισκόπου διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο όλα τα χαρίσματα λειτουργούν ομοουσιακά και, τελικά, εκφράζει αυτή την παγ-ενότητα σε προσωπικό επίπεδο.

Έτσι, η άμεση προβολή της Τριάδος πάνω στο εκκλησιαστικό εἶναι μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνη, διότι στην πράξη τείνει να υποβαθμίζει την ιστορία (αφού η ιστορία είναι πλέον ιστορία σωτηρίας, άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ενανθρώπηση)· δηλαδή να υποβαθμίζει την υπαρξιακή διάσταση του γίγνεσθαί μας μέλη της Εκκλησίας μέσω του αγώνα μας για διαλογική αμοιβαιότητα εν Χριστῷ.[ΑΛΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ Η ΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΕΣΧΑΤΟΛΟΓΙΑ Η ΑΛΛΗ ΚΑΘΕΤΗ]

Επιπλέον, φαίνεται να υπονοεί —συνειδητά ή και ασυνείδητα— ένα εκκλησιολογικό πρότυπο άκαμπτου κανονικού, θεσμικού υπερβατισμού, μιας υπεριστορικής τελειότητας (δηλαδή μιας ecclesia perennis με θεόδοτες δομές και τέλεια θεσμική ενότητα). Έτσι, αυτή η, τρόπον τινά, τριαδολογική προσέγγιση στο πρόβλημα της πρωτοκαθεδρίας τείνει να αγνοεί τη χριστολογική ιδιαιτερότητα της εκκλησιολογίας· είτε επειδή —είτε ακριβώς επειδή— οι εκφραστές της θεωρούν ότι μπορούν να κατέλθουν άμεσα από μια τριαδολογική θεώρηση της σχέσης «ενός και πολλών» στη χριστολογική, παραβλέποντας έτσι τη μεγάλη διαφορά μεταξύ της τριαδικής και της χριστολογικής ομοουσιότητας (δηλαδή ότι η πρώτη έχει επιτευχθεί προαιωνίως, ενώ η δεύτερη πρέπει να επιτευχθεί κοπιωδώς, βήμα προς βήμα, μέσα στην ιστορία, εν Πνεύματι).

Με αυτόν τον τρόπο, διαλύεται πρακτικά το σημαντικότερο μέρος της εκκλησιολογίας μέσα σε μια ασαφή τριαδολογική προβολή. Επιπλέον, εάν στη συνέχεια προβάλλουμε και πάλι άμεσα τη σχέση του Θεού Πατρός/του Θείου Του Τέκνου πάνω στη σχέση Χριστού/των μελών Του και κατόπιν σε εκείνη του επισκόπου και των πιστών, τότε χάνουμε εκ νέου όχι μόνο τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ θείας και κτιστής ομοουσιότητας, αλλά και ένα ακόμη καίριο στοιχείο της χριστολογικής ιδιαιτερότητας της εκκλησιολογίας. Διότι αγνοούμε το γεγονός ότι ο Χριστός είναι κεφαλή και του επισκόπου, ο οποίος δεν είναι κεφαλή της τοπικής του Εκκλησίας παρά μόνον κατά το μέτρο που συμμετέχει αναλογικά και συνεργικά στην άκτιστη ενέργεια/ενέργηση του Χριστού-ως-Επισκόπου· ή, με άλλα λόγια, του Χριστού ως Κεφαλής της Εκκλησίας Του.[ΜΕΤΕΧΕΙ ΤΟΥ ΠΟΙΜΝΙΟΥ ΤΟΥ]

Γι’ αυτό και ο πρωτεύων στην Ορθόδοξη Λειτουργία αφαιρεί το ωμοφόριό του κατά την ανάγνωση του Ευαγγελίου, σύμφωνα με τον άγιο Συμεών Θεσσαλονίκης, για να δηλωθεί ότι είναι ο ίδιος ο Χριστός που είναι τώρα παρών εκεί. Το ίδιο δηλώνεται και με την κάθοδο του επισκόπου από τον θρόνο του για να ενδυθεί τα άμφιά του πριν από τη Λειτουργία.[ΑΥΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥΣ]

Έτσι, η πραγματικότητα του χαρίσματος του πρωτεύοντος είναι μια πραγματικότητα διαρκούς αναφοράς και μίμησης ή μετοχής στον Χριστό ως τη μόνη Κεφαλή της Εκκλησίας Του, διά του επισκόπου· διότι ο Χριστός είναι ο μόνος θεμελιωτής των ομοουσιοποιών ενεργειών, οι οποίες είναι τα διάφορα μέλη/χαρίσματα του Σώματός Του εν Πνεύματι. Με αυτόν τον τρόπο, μόνον η χριστολογική προσέγγιση της εκκλησιολογίας αποκαλύπτει την πραγματικότητα και τη λειτουργία του Αγίου Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία και, μέσω αυτής, την ευδοκία του Πατρός για τη σωτηρία του κόσμου εν Υἱῷ.

Η Τριάδα δεν χρειάζεται να προβληθεί άμεσα πάνω στην Εκκλησία, διότι φθάνεται υπαρξιακά μόνο διά του Χριστού, ο οποίος είναι ακριβώς Εκείνος που «ἐξηγήσατο» (κατά το πρώτο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου) σε εμάς —όχι βεβαίως την ουσία του Θεού— αλλά τον ομοούσιο τρόπο της υπάρξεώς Του, ο οποίος καθίσταται κατόπιν ο ίδιος ο πυρήνας του εκκλησιαστικού γεγονότος.[ΝΑ ΤΟ ΗΞΕΡΕ ΚΑΙ Ο ΧΑΙΝΤΕΓΚΕΡ! ΔΕΝ ΤΟΝ ΠΡΟΦΤΑΣΕΣ]

Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: