Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία(5)

 Συνέχεια από 1 Νοεμβρίου 2023

                                Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 2: Η λογική ενότητα


Η χριστιανική διδασκαλία είναι η εννοιολογική έκφραση χριστιανικού πνεύματος. Το γράμμα δεν κατανοείται χωρίς το πνεύμα. Ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε δια του ζωντανού λόγου, δια της εξωτερικής παραδόσεως. Στην προσπάθεια προσδιορισμού ποια είναι η αληθής διδασκαλία, ο πιστός εξαρτάται από το σύνολο των πιστών. Η γραφή και η παράδοση πάνε μαζί και δεν μπορούν να διαχωριστούν.
Η εσωτερική, η πνευματική ζωή του Χριστιανού, το έργο του θεϊκού πνεύματος που ζωοποιεί τους πιστούς, πρέπει από τη στιγμή που είναι παρούσα (η πνευματική ζωή) να αναζητήσει μια έκφραση, πρέπει να ανοίξει το δρόμο προς τα έξω και να μιλήσει για τον εαυτό της. Έτσι όπως επανειλημμένα, και με τη διαμεσολάβηση του γράμματος, έχει κοινοποιήσει την πίστη που εξέφρασαν άλλοι (Ρωμ. 10, 17: ἄρα ἡ πίστις ἐξ ἀκοῆς, ἡ δὲ ἀκοὴ διὰ ρήματος Θεοῦ.). Το εσωτερικό όμως έπρεπε να αναπαρασταθεί νωρίτερα, εν μέρει διότι η εσωτερική πίστη είναι η ρίζα της εξωτερικής, και εν μέρει διότι όπως ορθά κατανοείται, δίδεται πριν την εξωτερική (πίστη), πριν τη διδασκαλία (1). Ο Χριστός έφερε τη διδασκαλία Του, προτού την εκφράσει με λόγια, μέσα στη συνείδηση Του. Ο Πέτρος ήταν προηγουμένως, δια της θεϊκής επίδρασης, πεπεισμένος για την αξία του Χριστού, όταν έδωσε την απάντηση στην ερώτηση του Ιησού: «Τίνα με λέγουσι οι άνθρωποι είναι;», έστω και αν πρέπει να υποθέσουμε μόνο ένα στιγμιαίο προηγουμένως. Όλοι εν τέλει οι Απόστολοι είχαν λάβει το Άγιο Πνεύμα προηγουμένως, όταν κήρυτταν τις εσωτερικές τους κινήσεις, την εσωτερική τους πίστη, και για μας τους ίδιους, όπως και για τους Αποστόλους, θα πρέπει οπωσδήποτε να πούμε, πως τη διδασκαλία, την κατανοητή έκφραση της νέας, δια του Αγίου Πνεύματος μεταδοθείσης ζωής, δεν την καταλαβαίνουμε προτού δεχθούμε την νέα αρχή ζωής. Αυτό όμως μπορούμε να το θεωρήσουμε χωρίς περαιτέρω έρευνα ως άμεση συνέπεια των μέχρι τώρα εξελίξεων, πως η χριστιανική Εκκλησία δεν θεμελιώθηκε στις ιερές Γραφές. Αν ο Χριστιανισμός ζούσε στην ψυχή του Κυρίου μας και στις ψυχές των Αποστόλων Του, που ήταν πλήρεις Αγίου Πνεύματος, πριν γίνει έννοια, λόγος και γράμμα, τότε πρέπει να υποστηρίξουμε: πριν το γράμμα ήταν το πνεύμα. Όποιος λοιπόν κατέχει το ζωοποιό Πνεύμα, θα καταλάβει το γράμμα, την έκφραση του Πνεύματος: το ίδιο όμως Πνεύμα, που πληρούσε τους Αποστόλους, είναι εκείνο που θα πληρεί αιωνίως την Εκκλησία. Όποιος λοιπόν έχει το Πνεύμα από την Εκκλησία, θα αναγνωρίζει και θα κατανοεί τον εαυτό του με εκείνη τη μορφή: το Πνεύμα συναντά και πάλι μόνο τον εαυτό του. Για τον λόγο αυτό, οι ιερές Γραφές δεν κατανοούνται εκτός της Εκκλησίας. Γιατί αν εκεί που είναι το Πνεύμα, βρίσκεται και η Εκκλησία, και όπου η Εκκλησία εκεί και το Πνεύμα (2§), τότε το Πνεύμα θα έπρεπε να βρίσκεται εκτός του εαυτού του, εάν μπορούσε κανείς να καταλάβει τις Άγιες Γραφές, το έργο Του, εκτός της Εκκλησίας. Για τον λόγο αυτό ισχύει η θεμελιώδης θέση, πως η Εκκλησία εξηγεί την Βίβλο, δηλαδή χρειάζεται το Πνεύμα για το γράμμα, ή αλλιώς, το γράμμα δεν είναι πνεύμα, αλλά είναι μόνο έκφραση του Πνεύματος, και αν έλαβε κανείς το Πνεύμα αυτό μέσα στην εκκλησιαστική ζωή, θα καταλάβει την έκφραση (2). Και οι Απόστολοι κατάλαβαν πλήρως τον λόγο του Χριστού, μόνο όταν τους δίδαξε το Άγιο Πνεύμα (3). Όπως το σύμπαν και η ιστορία είναι αποκαλύψεις του Θεού, αλλά δεν διδάσκουν τον αληθινό Θεό σε εκείνον που δεν φέρει ήδη μέσα του συνείδηση του Θεού, έτσι και οι βιβλικοί λόγοι είναι αποκαλύψεις του Αγίου Πνεύματος, αλλά κατανοητοί μόνο για εκείνον, στον οποίο το Άγιο Πνεύμα μεταδοθεί. Μόνο το Πνεύμα γεννά Πνεύμα, και μόνο η ζωή γεννά ζωή. Ποτέ το γράμμα δεν γεννά το Πνεύμα, και το νεκρό το ζωντανό. Ματαίως θα κοπίαζε κανείς να διδάξει το ανθρώπινο πνεύμα σε όντα κατώτερου είδους, με το να τους δώσει ένα βιβλίο που έγραψαν άνθρωποι: θα έβρισκαν εκεί σκέψεις μόνο του δικού τους είδους και τρόπου. Ο ειδωλολάτρης Κέλσος είχε πει, πως στη Βίβλο δεν βρίσκεται κάτι καλό, που δεν έχει ήδη ειπωθεί από μια πλειάδα φιλοσόφων και ποιητών (4). Ο Ωριγένης αντέτεινε, πως το γράμμα σκοτώνει, το πνεύμα, η δύναμη και η ζωή, είναι αυτό, βάσει του οποίου πρέπει να κρίνει κανείς τον Χριστιανισμό (5). Ο Κέλσος δεν είχε αυτό το Πνεύμα, για το λόγο αυτό βρήκε στην Αγία Γραφή μόνο πράγματα που αντιστοιχούσαν στην κατώτερη θέση του. Όπως αποδεικνύει αυτό που ήδη ειπώθηκε, ο τρόπος της Εκκλησίας, δηλαδή να μη θεμελιώνεται σε λέξεις και γράμματα, βασίζεται στην υψηλή κατανόηση των μελών της, στην τιμή των πιστών της. Τους θεωρεί ως νέα δημιουργία, ως πλήρως αναμορφωμένους ανθρώπους, που χαρακτηρίζονται από μια νέα αρχή ζωή, ένα νέο πνεύμα (6, Κλήμεντος Αλεξανδρείας Στρωματείς: ιδου ποιώ καινά, ο λόγος φησίν, α οφθαλμός ουκ είδεν, ουδέ ους ήκουσεν ουδέ επί καρδίαν ανθρώπου ανέβει. Καινώ οφθλαμό, καινή ακοή, καινή καρδία, όσα ορατά και ακουστά, καταληπτά δια της πίστεως και συνέσεως, πνευματικώς λεγόντων, ακουόντων, πραττόντων των του Κυρίου μαθητών.): αυτό το πνεύμα πρέπει να κατέχει όποιος θέλει να κατανοεί τη γλώσσα του νέου πνεύματος.
§9
Πως όμως τα σκέφτηκε και τα προσδιόρισε αυτά η αρχαία Εκκλησία, πρέπει να το αναπτύξουμε.- Οι Απόστολοι κήρυξαν, αυτό που έλαβαν από τον Κύριο μέσα στον ζωντανό λόγο, εμψυχωμένοι από ένα Πνεύμα, και πάλι με ζωντανό λόγο σε όλους τους τόπους. Όπου ιδρύονταν μια κοινότητα, αφηνόταν η ίδια διδασκαλία, μέσω του ίδιου Αγίου Πνεύματος, γιατί χωρίς Αυτό, δεν είναι δυνατή η ίδρυση μιας χριστιανικής Εκκλησίας. Και έτσι έπρεπε σε ολόκληρη την Εκκλησία, μετά την επέκταση της, να αντηχήσει μια μοναδική διδασκαλία ως έκφραση της μιας εσωτερικής θρησκευτικής ζωής, σαν να ήταν η έκφραση του ενός και του αυτού Πνεύματος. Έτσι συνεχίστηκε αφού οι Απόστολοι είχαν εγκαταλείψει τις νεαρές κοινότητες. Αυτοί μπορούσαν να λείψουν, όχι όμως το Πνεύμα, το οποίο είχε επαγγελθεί και δοθεί και στους μαθητές των Αποστόλων. Σε κάθε Εκκλησία άφησαν διδασκάλους, ως συνέχεια τους και ως όργανα του αυτού Πνεύματος, οι οποίοι ήταν σε θέση να αποδώσουν με πιστότητα αυτό που τους το εμπιστεύτηκαν (β’ Τιμ. 1, 13-14 ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ' ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· 14 τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν. επίσης β’ Τιμ. 2, 1-2: Συ οὖν, τέκνον μου, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ, 2 καὶ ἃ ἤκουσας παρ' ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι όπως και προς Τίτον 1, 5: Τούτου χάριν κατέλιπόν σε ἐν Κρήτῃ, ἵνα τὰ λείποντα ἐπιδιορθώσῃ, καὶ καταστήσῃς κατὰ πόλιν πρεσβυτέρους, ὡς ἐγώ σοι διεταξάμην,).Έτσι διαδόθηκε με τον ζωντανό λόγο η χριστιανική διδασκαλία στη πρώτη και στη δεύτερη σειρά και ούτω καθ’ εξής, ως εξολοκλήρου ίδια διδασκαλία. Οι Εκκλησίες που προήλθαν από την μια αποστολική ήταν το πιστό αντίτυπο αυτής, ως από μια κοινή μητέρα. Έτσι λέει ο Τερτυλλιανός: «Οι Απόστολοι μαρτύρησαν πρώτα στην Ιουδαία την πίστη στον Ιησού Χριστό, ίδρυσαν Εκκλησίες, και ταξίδεψαν σε όλο τον κόσμο: την ίδια διδασκαλία της ίδιας πίστης κήρυτταν στους λαούς. Ίδρυαν αμέσως εκκλησίες σε κάθε πόλη. Από αυτές δανείζονταν οι υπόλοιπες Εκκλησίες τις καταβολάδες της πίστεως και τον σπόρο της διδασκαλίας, και τα δανείζονταν καθημερινά, ώστε να γίνουν Εκκλησίες (1). Με τον τρόπο αυτό γίνονταν αποστολικές Εκκλησίες, καθώς ήταν παράγωγο τους. Κάθε ον, οποιουδήποτε είδους, πρέπει να κριθεί βάσει της καταγωγής του. Οι τόσες πολλές και μεγάλες Εκκλησίες είναι επομένως μια. Εκείνη δηλαδή η πρώτη, η ιδρυθείσα από τους Αποστόλους, από την οποία προέρχονται. Έτσι λοιπόν είναι όλες η πρώτη (πηγαία) και όλες αποστολική, με το να είναι μια. Όλες κηρύττουν την ενότητα» (2). Και για τον λόγο αυτό ο Ειρηναίος μπόρεσε να εκφραστεί ως εξής: «Αυτό το κήρυγμα, αυτή η διδασκαλία, την οποία έλαβε όπως είπαμε η Εκκλησία, την διαφυλάσσει με επιμέλεια, αν και είναι διασκορπισμένη σε όλο τον κόσμο, σαν να κατοικεί σε ένα σπίτι. Την πιστεύει, σαν να κηρύττει με συμφωνία μια ψυχή και μια καρδιά, διδάσκει και την μεταδίδει, σαν να είχε ένα στόμα. Είναι μεν πολλές οι γλώσσες στον κόσμο, αλλά η δύναμη της παραδόσεως είναι μια. Και ούτε οι Εκκλησίες που ιδρύθηκαν Γερμανία πιστεύουν ή παραδίδουν διαφορετικά, ούτε αυτές στην Ιβηρία, ούτε στα μέρη των Κελτών. Ούτε οι Εκκλησίες που ιδρύθηκαν στην Ανατολή, ούτε στην Αίγυπτο, ούτε στη Λιβύη, ούτε αυτές που βρίσκονται στο κέντρο του κόσμου. Αλλά όπως ο Ήλιος είναι ένας και ο αυτός σε όλον τον κόσμο, έτσι λάμπει το κήρυγμα της αληθείας, και φωτίζει όλους τους ανθρώπους, που θέλουν φτάσουν στην γνώση της» (3).

Συνεχιζεται

Ορθόδοξη ταυτότητα και πολεμική στον π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και το μέλλον της Ορθόδοξης θεολογίας - BRANDON GALLAHER

Αυτό πού προτείνουμε είναι ότι, ενδεχομένως, το μέλλον τής Ορθοδοξίας δεν βρίσκεται σε ό,τι έχει καταντήσει μία κορεσμένη αντανακλαστική κίνηση πού επιδιώκει να συλλάβει απεγνωσμένα το αμιγώς ανατολικό (ΣτΜ. ορθόδοξο) φρόνημα, το οποίο είναι διαθέσιμο, κατά κάποιο τρόπο σφραγισμένο ερμητικά εναντι τής μετά το Μέγα Σχίσμα Δύσης, μέσα στους Πατέρες καί τη λειτουργική παράδοση (π.χ. η «οντολογία των Καππαδοκών», η «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» καί «η πατερική εξηγητική»), διαχωρίζοντας την ίδια στιγμή τον εαυτό της από ό,τι διαφορετικό, αλλότριο, δηλαδή δυτικό. Αντίθετα, η εκκλησιαστική ταυτότητα μπορεί να ανακαλυφθεί εάν κατορθώσουμε να κατανοήσουμε καί μέσα σε ό,τι, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει τελείως αλλότριο, ακόμη καί εχθρικό, ποιοί είμαστε. Θα μπορούσαμε τότε να ανακαλύψουμε την ανατολικο-ορθόδοξη ταυτότητά μας μέσα από μία θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δυτικό. Σε αυτό συμπεριλαμβάνεται όχι μόνο η δυτική Χριστιανοσύνη, αλλά κατ’ επέκταση, καί η σύγχρονη φιλοσοφία, οι μη χριστιανικές παραδόσεις καί, πολύ περισσότερο, οι επιστήμες. Συνεπώς, μπορούμε να γνωρίζουμε τον εαυτό ως πράγματι Ανατολικό ή Ορθόδοξο ακριβώς μέσα από τη θετική συνάντηση με ο,τιδήποτε δεν είμαστε καί στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία θα έπραττε συνετά αν αντέστρεφε το παράδειγμα του Φλωρόφσκυ καί μέσα από την αναγνώριση του γεγονότος ότι, αναζητώντας τον εαυτό μας, εξαρτώμαστε από τον άλλο. Μέσα από αυτή την κοινή συνάντηση-αναγνώριση, ανακαλύπτουμε πραγματικά που ανήκει η καρδιά μας. «Η Ανατολή είναι η Δύση -για να παραλλάξουμε τον Kipling-, η Δύση είναι η Ανατολή καί το ζεύγος κάποτε θα σμίξει»215, με συνέπεια τα δύο μέρη να εμπλακούν σέ μία συνεχή καί δημιουργική ένταση, σέ μία ταύτιση των άκρων. Για να λάβουμε ένα παράδειγμα από την Ανατολή, αναγνωρίζουμε τον Φλωρόφκσυ ως έναν όντως ανατολικό θεολόγο, κυρίως στα σημεία που αυτός μεταλλάσσει αριστουργηματικά τον δυτικό θεολόγο Möhler στον τρόπο πού αυτός διαβάζει τούς Πατέρες. Έτσι, ο Φλωρόφσκυ, έστω κι ασυνείδητα, διαποτίζει τη νεοπατερική του σύνθεση με τον Schelling, με αποτέλεσμα να αποτελεί έναν κρυπτο-ρομαντικό, παραμένοντας, εντούτοις, απόλυτα πατερικός. Ή για να χρησιμοποιήσουμε ένα άλλο παράδειγμα, πού υπογραμμίζει τον εξέχοντα ρόλο του Παλαμισμού στην Ορθόδοξη θεολογία μετά απο τη δεκαετία του ’20. Κατανοούμε πληρέστερα τον Γρηγόριο Παλαμά στα σημεία κυρίως όπου χρησιμοποιεί216, το έργο του Αυγουστίνου, De Trinitate;;;. Περαιτέρω, αντιλαμβανόμαστε κατά τον πλέον οξυδερκή τρόπο τον Χρήστο Γιανναρά μόνο όταν διακρίνουμε τον μοναδικό τρόπο που μετάλλαξε τον Heidegger καί τον ρωμαιοκαθολικό περσοναλισμό υπό το πρίσμα του Παλαμά, ώστε ο ίδιος να πλησιάζει, ανεπίγνωστα, τον Αυγουστίνο.

Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία στην Ορθόδοξη Παράδοση - Ζηζιούλας

 ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΡΓΑΜΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ, Ἡ Εὐχαριστιακὴ Ἐκκλησιολογία στὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση [σελ. 5-25]

Πηγή: Περιοδικό Θεολογία, 2009, τ. 4, στήν σ.13 η κήρυξη τού πολέμου εναντίον τής προσευχής καί τής ασκήσεως, τού Ησυχασμού. 

Ο αρχέκακος όφις επιδιώκει πάλι τήν έξοδό μας από τό Σώμα Χριστού, τήν Αγιότητα, τήν Εκκλησία.

Ο Ζηζιούλας καί ο οικουμενισμός έχουν κηρύξει τόν πόλεμο στόν αόρατο πόλεμο προσπαθώντας νά τόν καταργήσουν. Βάζοντας στήν θέση τής μετανοίας καί τής ταπεινοφροσύνης τήν οίηση τού Φαρισαίου, ο οποίος ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙ τόν θεό, δέν τόν ικετεύει, πού δέν τόν έφτιαξε σάν αυτόν τόν ποταπόν, τόν Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμά.

 Από το “Ημερολόγιο” του Αλεξάνδρου Σμέμαν
«Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου, 1980


Γενικά, νιώθω όλο και πιο αποξενωμένος, απομακρυσμένος απ’ όσα έχω να κάνω. Παίζω όλους μου τους ρόλους – Σεμινάριο, θεολογία, Εκκλησία, Ρώσοι εμιγκρέδες, αλλά κυριολεκτικά «ρόλους». Δεν ξέρω πώς ν’ αποτιμήσω αυτούς τους ρόλους, τί είναι. Ίσως απλή τεμπελιά, ίσως κάτι βαθύτερο. Για να είμαι τίμιος, δεν γνωρίζω. Το μόνο που ξέρω είναι πως αυτή η αποξένωση δεν με κάνει δυστυχισμένο. Ουσιαστικά είμαι αρκετά ευχαριστημένος με τη μοίρα μου και δεν θα ήθελα κάποια άλλη. Κατά κάποιο τρόπο, μου αρέσει ο καθένας απ’ αυτούς τους ρόλους, ο καθένας απ’ αυτούς τους κόσμους, και μάλλον θα έπληττα αν τους στερούμουν. Αλλά δεν μπορώ να ταυτιστώ μαζί τους. Σκέφτομαι χονδρικά ως εξής: έχω μια εσωτερική ζωή, αλλά η πνευματική μου κρατιέται χαμηλά. Ναι, έχω πίστη, αλλά με ολοκληρωτική απουσία ενός προσωπικού μαξιμαλισμού, τον όποιο τόσο προφανώς απαιτεί το Ευαγγέλιο.
Απ’ την άλλη πλευρά όλα όσα διαβάζω για την πνευματική ζωή, όλα όσα βλέπω στους ανθρώπους που τη ζουν, κάπως με ερεθίζουν. Τί συμβαίνει; Είναι αυτοάμυνα, είναι φθόνος γι’ αυτούς που τη ζουν, και γι’ αυτό μια επιθυμία να τη δυσφημίσω; Κατόπιν, τυχαία, διάβασα ένα απόσπασμα από τον άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο για την ανάγκη να μισήσεις το σώμα σου, και αμέσως ένιωσα πως όχι μόνο ό,τι χειρότερο υπάρχει μέσα μου, αλλά και κάτι άλλο είναι που δεν συμφωνεί μ’ αυτό, που δεν το δέχεται.
Απλά ερωτήματα για μια απλή επίγεια ανθρώπινη ευτυχίαγια τη χαρά που ξεπερνά τον φόβο του θανάτου• για τη ζωή στην οποία μας έχει καλέσει ο Θεός. για το γιατί και το πώς λάμπει ο ήλιος• για το ποιοι είναι οι ορίζοντες της Λαμπέλ, οι απαλοί λόφοι της που σκεπάζονται από δένδρα, ο απέραντος ουρανός της και οι λαμπρές ακτίνες του ήλιου. Απλά ερωτήματα!»


Αγιος Σιλουανός. Τό ξεχασμένο μυστήριο τής Σωτηρίας.


«Κύριε, βλέπεις ὅτι θέλω νά προσευχηθῶ ἐνώπιόν Σου μέ καθαρό νοῦ, ἀλλά οἱ δαίμονες μέ ἐμποδίζουν. Πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό μένα». Καί ἔλαβα μέσα στήν ψυχή μου αὐτή τήν ἀπάντηση ἀπό τόν Κύριο:
« Οἱ ὑπερήφανοι ὑποφέρουν πάντα ἀπό τούς δαίμονες».

Ἐγώ επα: «Κύριε, Ἐσύ εἶσαι ἐλεήμων· ἡ ψυχή μου Σέ γνωρίζει · πές μου τί πρέπει νά κάνω γιά νά ταπεινωθεῖ ἡ ψυχή μου».

Καί ὁ Κύριος ἀπάντησε στά μύχια τῆς ψυχῆς μου: «Κράτα τόν νοῦ σου στόν Ἅδη καί μήν ἀπελπίζεσαι». 

ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΕΣ ΑΚΟΛΟΥΘΙΕΣ

Ο Γέροντας αγαπούσε πολύ τίς μακρές εκκλησιαστικές ακολουθίες στόν Ναό, μέ τόν απέραντο πλούτο σέ πνευματικό περιεχόμενο. Τιμούσε τό έργο τών ψαλτών καί τών αναγνωστών καί προσευχόταν πολύ γι αυτούς, παρακαλώντας τόν Θεό νά τούς βοηθάει, ιδιαίτερα στίς ολονύχτιες αγρυπνίες. Παρόλη όμως τή αγάπη του γιά τήν μεγαλοπρέπεια, τήν ομορφιά καί την μουσική τών ακολουθιών, έλεγε πώς καθορίστηκαν βέβαια μέ τόν φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά τήν μορφή τους αποτελούν ατελή προσευχή καί δόθηκαν στό λαό γιατί αναλογούν στίς δυνάμεις όλων καί είναι ωφέλιμες γιά όλους.

«Ο Κύριος μάς έδωσε τίς εκκλησιαστικές ακολουθίες μέ τήν ψαλμωδία, γιατί είμαστε αδύνατα παιδιά. Ακόμη δέν ξέρουμε νά προσευχόμαστε όπως πρέπει καί έτσι η ψαλμωδία ωφελεί όλους, όσους ψάλλουν με ταπείνωση. Είναι όμως καλύτερο, όταν η καρδιά μας γίνεται ναός τού Κυρίου καί ο νούς θρόνος Του»

Καί ακόμα έλεγε πώς όλος ο κόσμος μεταβάλλεται σέ ναό τού Θεού, όταν η αδιάλειπτη προσευχή ριζώσει στά βάθη τής καρδιάς.

Σχόλιο: Η "θεολογία" του συγκροτήματος Ζηζιούλα είναι μοντέρνα, σύγχρονη και εισάγει στην Ορθόδοξη Εκκλησία την φιλοσοφία της εικόνος. 
Υπάρχει το τεύχος του περιοδικού θεολογία. τόμος 80, τεύχος 4ο, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, αφιερωμένο στην Θ. Ευχαριστία και Εκκλησία. 
Η εικόνα λοιπόν ανήκει σε μια οικογένεια εννοιών η οποία περιλαμβάνει τις έννοιες: εικών, σύμβολο, σημείο, αναλογία, μεταφορά, αλληγορία. Όλες αυτές οι έννοιες εκφράζουν μια σχέση, έναν σύνδεσμο ομοιότητος. Και η ομοιότης είναι ένα είδος μεσότητος ή αναμίξεως ανάμεσα στο ταυτόσημο και το διαφορετικό
Αυτή η εικόνα είναι και η παγίδα αυτής της θεολογίας. Πχ. για να στηρίξουν την ταυτότητα της Εκκλησίας με την Θ. Ευχαριστία, επικαλούνται τον Ν. Καβάσιλα ο οποίος στην ερμηνεία της Θ. Λειτουργίας γράφει πως: Σημαίνεται η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις!Και εννοούν μόνο το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας, το οποίο ανακεφαλαιώνει τα πάντα για να τα μεταμορφώσει, για την καινή κτίση.Πάντως ο Καβάσιλας συνεχίζει: τα Μυστήρια είναι πράγματος ταυτότης.[Δέν είναι εικόνες τών εσχάτων, διότι η εικόνα παραπέμπει στό πρωτότυπο, δέν είναι πράγματος ταυτότης] Οι ίδιοι δε για να αναδείξουν την εσχατολογία λένε: Το Ιστορικό Είναι της Εκκλησίας καθορίζεται εικονολογικά από την Βασιλεία. Η Ευχαριστιακή Εκκλησιολογία είναι μια εικονολογική δηλαδή εσχατολογική οντολογία. Παρότι δεν ταυτίζεται ακόμη με την Βασιλεία! 

Με απλά λόγια όπως το αποκαλύπτει ο Ασπρούλης, στην σ. 310, του τεύχους της Θεολογίας, η θεολογία αυτή υπηρετεί τον σκοπό της ενώσεώς μας με τους Εβραίους. «Στην Ευχαριστια κυριαρχεί πρωτίστως η βιβλική οριζόντια διάσταση και τα έσχατα εισέρχονται και ανακαινίζουν το εκάστοτε ιστορικό παρόν χωρίς να το καταργούν». 
Στην στέψη του Ζηζιούλα από την Ακαδημία Βόλου, σε Άρχοντα θεολόγο, εκνευρισμένος είπε, πως πρέπει να κρατήσουμε οπωσδήποτε την Μοναρχία του Πατρός, διότι διαφορετικά πως θα ενωθούμε με τους Εβραίους. 
Και έχουμε ήδη τα τρία θεμελιώδη χαρακτηριστικά του Εβραϊσμού. Ο Ένας θεός. Η τριάδα αποτελείται από ετερότητες, οι οποίες δεν καταργούν τον ΕΝΑ. Την οριζόντια Ιστορική πορεία και τα έσχατα, όπου οι Εβραίοι θα βρουν τον Μεσσία που περιμένουν. Διότι τα έσχατα όπως τονίζουν ανακαινίζουν αλλά δεν ταυτίζονται, δεν ήρθαν ακόμη. 

Είναι μια άγαρμπη πολιτική θεολογία, η οποία όμως καταργεί κατ' αρχάς την άφεση των αμαρτιών από το Μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας. Την Αγιότητα η οποία επικρατεί, είναι η ουσία των ευχών, στην προετοιμασία της θείας ευχαριστίας. Και την Ησυχαστική παράδοση, βάζοντας μεγάλα εμπόδια ακόμη και στην προσευχή. Είναι ολοκληρωτικώς άθεη και σήμερα θα λέγαμε με βεβαιότητα Δαιμονική. 

Η ερμηνεία στην Θ. Λειτουργία του Καβάσιλα αναδεικνύει σαν ουσία της Ευχαριστίας την άφεση αμαρτιών. Ο 2ος θεολογικός Λόγος του Αγίου Συμεών του Ν. Θεολόγου, καταργεί βίαια την Μοναρχία του Πατρός και στην περί Αγίου Πνεύματος πραγματεία του ο Μ. Βασίλειος, στην παράγραφο 45, προειδοποιεί ότι η ενότης της Αγίας Τριάδος δεν αφορά ετερότητες. Κια το Ομοούσιο καταργεί την έννοια της κοινωνίας των θείων προσώπων του Ζηζιούλα

Στη σελίδα 309, του περιοδικού θεολογία, ο Ασπρούλης, φανερώνει την εκτρωματική άγνοια της πατερικής θεολογίας. «... τα μέλη της Εκκλησίας καθίστανται πρόσωπα κατά τρόπο ανάλογο με τις τριαδικές υποστάσεις, πραγματώνοντας στο ιστορικό παρόν τη σύμπτωση κοινωνίας και ετερότητας»! Δηλαδή η Αγία Τριάδα ολοκληρώνεται με την οικονομία της Σωτηρίας, οι ίδιες οι Υποστάσεις, έρχονται στην ύπαρξη, ή μάλλον τις φέρνει ο Ζηζιούλας, δεν θυσιάζονται! 

ΣΧΟΛΙΟ: Τήν Σωτηρία λοιπόν επιδιώκει νά καταργήσει ο οικουμενισμός καί η ευχαριστιακή εκκλησιολογία. Θηλυπρεπείς άνθρωποι κρύβονται πίσω από τίς μίτρες τους καί δέν τούς έχουμε πετάξει ακόμη έξω από τούς ναούς μας. 

Αμέθυστος

Ὁ ναός τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνας παράδεισος στήν γῆ, ὅπου τρεφόμαστε μέ ἀθάνατη καί ἄφθαρτη τροφή

                          

  «Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα χωνευτήρι, ὅπου λιώνουν οἱ σκουριασμένες καὶ ἁμαρτωλὲς φύσεις. 
Εἶναι ἕνα λουτρό, ὅπου ξεπλύνεται ἡ ἀκαθαρσία τῆς σάρκας καὶ τοῦ πνεύματος.
 Εἶναι ἕνα σχολεῖο γιὰ ἀκατέργαστες καὶ περιπλανώμενες ψυχές. 
Εἶναι ἕνας ἥλιος, ποὺ φωτίζει καὶ ζωογονεῖ, ὅσους βρίσκονται στὸ σκότος καὶ ἀπονεκρώνει τὶς ἁμαρτίες.
Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα νοσοκομεῖο, ὅπου γιατρεύονται οἱ πνευματικὲς πληγές. Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἁγιαστήριο, ὅπου ἀπομακρύνεται ἡ ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας καὶ καθαγιάζονται οἱ ψυχὲς καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ μὲ τὰ ἅγια Μυστήρια.
Ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνας παράδεισος στὴν γῆ, ὅπου τρεφόμαστε μὲ ἀθάνατη καὶ ἄφθαρτη τροφὴ - τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ»

(Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης)

Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ (3)

 Συνέχεια από Πέμπτη 30 Νοεμβρίου 2023

Η ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΟΥ ΖΗΖΙΟΥΛΑ

Ο κακός ο λύκος λοιπόν, δημιουργεί πολλά προβλήματα στήν κοκκινοσκουφίτσα!
Η αγωνία μας μεγαλώνει, διότι δέν ξέρουμε ακόμη άν θά πέσει στά χέρια του, άν θά τήν φάει! Άς ακούσουμε λοιπόν τήν συνέχεια τού παραμυθιού. Άς σημειώσουμε όμως πώς ακούμε μιά μοντέρνα, νεωτερική εκδοχή τού παραμυθιού καί γιαυτό στή διαπλοκή εμφανίζεται καί μιά φεμινίστρια.
«Σ' αυτό το νέο γεγονός, σ' αυτήν την Χριστολογία, που γέμει (μεγάλος δεξιοτέχνης τής γλώσσας, νέος Καζαντζάκης σχεδόν, πού εξηγεί μέ κάθε λεπτομέρεια πως έφτασε ο Χριστός στόν τελευταίο πειρασμό! Επειδή δέν ήταν Θεός) από την πτώση του Αδάμ, ο Θεός χρησιμοποιεί την Παναγία σαν έναν άνθρωπο που θα μπορούσε να πει και όχι, (Αγκάθα Κρίστι μιλάμε, η αγωνία κορυφούται, κι άν δέν είχαμε σωθεί;) αλλά, αν έλεγε Ναι, θα διευκόλυνε τά πράγματα (διαφορετικά ο Θεός θάπρεπε νά ψάχνει γιά άλλη λύση). Αλλά αυτό το Ναι συνοδεύεται από την εμπειρία της φθοράς και του θανάτου, στην οποία πέφτει πλέον ο ίδιος ο Θεός.»
Μάλλον έκανε λάθος ο άνθρωπος καί γράφει τήν αυτοβιογραφία του.
«Η είσοδος του Θεού στον κόσμο, στην κτίση, γίνεται μόνο από ένα πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, τό οποίο αναλαμβάνει αυτό τό ρόλο της γέφυρας. (Νά καί η αγία πόπη στά πράγματα! Ο ποντίφηκας. Διότι πόντε σημαίνει γέφυρα). Επειδή όμως τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν χωρίζουν ποτέ, είναι πολύ αγαπημένα, επειδή δέν μπορεί νά ενεργήσει από μόνο του τό ένα πρόσωπο (είχε ακούσει ο ευλαβής τήν κοινή ενέργεια τής Αγίας Τριάδος, αλλά δέν πρόφθασε νά μάθει γιά τίς υποστάσεις, διότι τίς κατήργησε, τίς βάφτισε πρόσωπα ή μάλλον ταύτισε τήν υπόσταση μέ τό πρόσωπο, κάτι πού δέν έκαναν ποτέ οι Πατέρες, διότι διέκριναν πάντοτε, αντίθετα από τήν κυρία πόπη, τήν οικονομία από τήν θεολογία) δεν απουσιάζουν απ' αυτήν την ενέργεια του ενός προσώπου και τα άλλα πρόσωπα, και συνεπώς κάθε πρόσωπο πλέον της Αγίας Τριάδος μετέχει σ' αυτό το γεγονός της Χριστολογίας. Προσέξτε, η Χριστολογία δεν είναι υπόθεση μόνον του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, αλλά και των τριών, με μια διαφορά, ότι το κάθε πρόσωπο αναλαμβάνει ιδιαίτερο ρόλο, (τήν γνωστή persona, τό προσωπείο, καί η δογματική του είναι μιά μείωση από τό πρόσωπο στό προσωπείο) που δεν αναλαμβάνουν τα άλλα, και ο ρόλος που αναλαμβάνει ο Υιός είναι ακριβώς η ταύτισή Του με την πεσμένη πραγματικότητα του κτιστού. Η ανάληψη δηλαδή επάνω Του της φθοράς και του θανάτου και όλων των συνεπειών, που είναι ο πόνος, η θλίψη κ.λ.π. Αλλά αυτό δεν θα το έκανε ο Υιός, αν δεν ευδοκούσε ο Πατήρ. Συνεπώς, η Χριστολογία έχει ως αφετηρία όχι τον Χριστό αλλά τον Πατέρα.»
«Ο Πατήρ θέλει, είναι ο πρώτος θέλων, όλα πηγάζουν εκ του Πατρός. Είναι, όπως είναι ο αίτιος της υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος, και όλα πηγάζουν από την ελεύθερη θέληση του Πατρός, η ύπαρξη η ίδια του Θεού, έτσι και στην Οικονομία το σχέδιο της Χριστολογίας πηγάζει από την ελεύθερη θέληση του Πατρός. Ο Πατήρ λοιπόν ευδοκεί. Αυτός θέλει να γίνει αυτό το σχέδιο. Ο Υιός συμφωνεί, λέγει Ναι στην θέληση του Πατρός (περιέργως καί πηγάζει από τήν θέληση καί υπακούει στή θέληση, αλλά σέ μιά άλλη θέληση, ο Θεός διαθέτει δύο θελήσεις) και εισέρχεται Αυτός στην πραγματικότητα του πεσμένου κτιστού και όχι ο Πατήρ. Επομένως, ενώ μετέχει ο Πατήρ δια της ευδοκίας Του στο χριστολογικό γεγονός, δεν μετέχει με τον ίδιο τρόπο που μετέχει ο Υιός. Η διαφορά είναι ότι ο Υιός μόνον σαρκούται, δηλαδή μόνο ο Υιός παίρνει επάνω Του, αναλαμβάνει Αυτός την μοίρα του πεσμένου ανθρώπου. Ο Πατήρ ευδοκεί, ο Υιός συγκατατίθεται, αναλαμβάνει Αυτός την μοίρα του κτιστού επάνω Του, ο Πατήρ δεν αναλαμβάνει επάνω Του αυτήν τη μοίρα. Το Πνεύμα και Αυτό συνεργάζεται σ' όλο αυτό το σχέδιο, χωρίς να αναλαμβάνει επάνω Του τη μοίρα του κτιστού, χωρίς να σαρκούται, μόνο ο Υιός σαρκούται. Τι κάνει το Πνεύμα; Το Πνεύμα συμπαρίσταται στον Υιό κατ' αυτήν την οδυνηρή εμπειρία που έχει,  της ενώσεως, της αναλήψεως της μοίρας του κτιστού, του πεσμένου κτιστού, της φθοράς και του θανάτου. (Τού υπόσχεται ότι υπάρχει ζωή μετά θάνατον) Συμπαρίσταται ως το πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, το οποίο ελευθερώνει τον Υιό από τις συνέπειες της κενώσεως και της αναλήψεως της μοίρας του πεσμένου κτιστού. (Τό Άγιο Πνεύμα φαίνεται πώς από αγάπη συγχωρεί τίς αμαρτίες τού Υϊού)»
Μιά τέλεια αυτοβιογραφία, μιά θεολογία τής ετερότητος, πού θά φανεί πολύτιμη στήν νέα άφυλη κοινωνία πού έρχεται.

Συνεχίζεται
Αμέθυστος

Είναι ο Μπεργκόλιο Πάπας;

Ιστορικά, για το άτομο, μπορεί να είναι αμφίβολο. Θεολογικά για την Εκκλησία είναι βέβαιο

από τον Don Curzio Nitoglia


Εισαγωγή

Πρόσφατα, ένας Αρχιεπίσκοπος (Μονσινιόρ Carlo Maria Viganò), τον οποίο σέβομαι και θαυμάζω, εξέφρασε την άποψή του για την ακυρότητα της εκλογής του Bergoglio που δεν θα ήταν Πάπας, χωρίς, ωστόσο, να επαγγέλεται«σεντεβακαντισμό».[ΟΤΙ Η ΑΓΙΑ ΕΔΡΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΧΗΡΕΙΑΣ]

Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το εκκλησιαστικό περιβάλλον -με την Επανάσταση του Βατικανού Β', που κατέληξε στον «τυφώνα Μπεργκόλιο» - είναι αποπροσανατολισμένο και προσπαθεί να βρει διέξοδο από αυτό το αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα.

Επομένως, είναι θεμιτό να εκφράσει κανείς τη γνώμη του, έχοντας υπόψη το αξίωμα του Αγίου Αυγουστίνου: « In certis,unitas; in dubiis, libertas? στο omnibus, caritas ».

Δυστυχώς, πολλοί σκανδαλίστηκαν από τη δήλωση του Monsignor Viganò και του επιτέθηκαν, ξεχνώντας λίγο πολύ γρήγορα πόσο καλό έχει κάνει για τους χαμένους Καθολικούς αυτά τα τελευταία πολύ θλιβερά χρόνια που ξεκίνησαν με το λεγόμενο lockdown .

Μου φαίνεται ότι η λιγότερο λανθασμένη στάση που θα μπορούσε να έχει κανείς σε αυτήν την κατάσταση είναι η εξής: αποφύγετε 1°) υπερβολικό λάθος, κατηγορώντας τον Monsignor Viganò για «σεντεβακαντισμό». 2°) το λάθος από προεπιλογή, αποδεχόμενοι τον κακόβουλο «Βεργογλισμό» μαζί με την εγκυρότητα της εκλογής του Μπεργκόλιο.

Παίρνω την ελευθερία να προσφέρω τους παρακάτω προβληματισμούς στον αναγνώστη, ελπίζοντας ότι η ειρήνη και η ενότητα μπορούν να επιστρέψουν στο μικρό μας περιβάλλον που χρειάζεται τα πάντα εκτός από περαιτέρω διχασμούς.

Πρόλογος

Προς τα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα έγινε ένα σχίσμα στην Ευρώπη, το οποίο διατάραξε την ειρήνη της Εκκλησίας και υπήρξε, λοιπόν, η συνύπαρξη ενός Πάπα με έναν ή και δύο αντιπάπες.

Μάλιστα, μετά τον Ποντιφίκιο του Γρηγορίου του 1378.

Ιστορική αμφιβολία, κανονική βεβαιότητα

Α - " Ιστορικά "

Ο μεγάλος Γερμανός λόγιος που έζησε προς τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, Franz Xaver Funk έγραψε ότι α) από ιστορική άποψη δεν είναι βέβαιο, και είναι ακόμη συζητήσιμο, εάν ο έγκυρα εκλεγμένος Πάπας ήταν ο Urban VI (της Ρωμαϊκής/Αστικής υπακοής) ή ο Clement VII (της Αβινιόν/Κλημεντινής υπακοής). Σύμφωνα με τον ίδιο και πολλούς άλλους μελετητές (L. Salvatorelli, J. Köheler, KA Fink,) μια απολύτως βέβαιη ιστορική απόφαση δεν θα ήταν δυνατή και μια ελάχιστη αβεβαιότητα θα παρέμενε ακόμη καί σήμερα.

Σκεφτείτε ότι ακόμη και ο μεγάλος εκκλησιολόγος San Vincenzo Ferreri (1350 – 1419) τάχθηκε στο πλευρό του Κλήμη Ζ΄ και, το 1380, έγραψε επίσης μια θεολογική/κανονική πραγματεία ( De modern schismate ), αξιοσημείωτου δογματικού βάθους, για να καταδείξει την εγκυρότητα της εκλογής του Κλήμη Ζ΄. .

Ενώ, η Αγία Αικατερίνη της Σιένα (1347 – 1380) τάχθηκε στο πλευρό του Ουρβανού ΣΤ΄, του οποίου η δράση υπέρ της ρωμαϊκής υπακοής είναι γνωστή σε όλους, τουλάχιστον στην Ιταλία.

Β - " Κανονικά "

Ωστόσο, εάν ιστορικά είναι επιτρεπτό - για τον μεμονωμένο Χριστιανό - να μελετήσει περαιτέρω το ζήτημα για να αποκτήσει μεγαλύτερη σαφήνεια και να συμβουλευτεί νέα έγγραφα, θεωρώντας ότι είναι ακόμη ανοιχτό και αμφισβητούμενο.
β) Θεολογικά, νομικά ή κανονικά, είναι βέβαιο -για την Εκκλησία- ότι εγκύρως εκλεγμένος Πάπας είναι ο Ουρβανός ΣΤ' και όχι ο Κλήμης Ζ'.

Τώρα, ο Urban VI εξελέγη, υπό την απειλή του εξαγριωμένου ρωμαϊκού λαού, από τους τρομαγμένους Καρδινάλιους που συγκεντρώθηκαν στο Conclave του Βατικανού.

Ωστόσο, η εκλογή του Ουρβανού ΣΤ' θεωρείται από την Εκκλησία ως νόμιμη (« Papa indubitatus ») και η ρωμαϊκή διαδοχή των Παπών που τον διαδέχτηκαν επίσης αναγνωρίστηκε ως νόμιμη. Εν τω μεταξύ, η διαδοχή της Αβινιόν δεν αναγνωρίζεται ως έγκυρη από τους επίσημους χρονοταξίες, ακόμα κι αν ορισμένοι μεμονωμένοι ιστορικοί εξακολουθούν να μελετούν το ερώτημα σαν να ήταν ανοιχτό και αμφισβητούμενο.

Ο Κλήμης Ζ' εγκατέστησε την κατοικία του στην Αβινιόν και άνοιξε μια νέα Κουρία αποτελούμενη από 13 Γάλλους καρδινάλιους. Έτσι, ο Χριστιανισμός (όχι η Εκκλησία) χωρίστηκε σε δύο μέρη: το ρωμαϊκό ή το αστικό, κατά της Αβινιόν ή την Κλημεντίνη.

Ο Πάπας Ουρβανός ΣΤ' απάντησε αφορίζοντας τον αντίπαπα Κλήμη Ζ', έτσι ώστε « ονομαστικά όλος ο Χριστιανικός κόσμος βρέθηκε αφορισμένος! » (K. BIHLMEYER - H. TUECHLE, History of the Church , vol. 3, The era of reforms , Brescia, Morcelliana, VII ed., 1983, σελ. 62).
«Nihil sub sole novi», ακόμη και σήμερα οι ποινές αναπηρίας, οι αφορισμοί και οι καταθέσεις ξεχύνονται και από τις δύο πλευρές.

Έτσι γεννήθηκε το Μεγάλο Δυτικό Σχίσμα που θα διαρκέσει σχεδόν 40 χρόνια (1378-1417).

Τα «Δογματικά Γεγονότα» και τα «Αποκαλυφθέντα Δόγματα»

Η Καθολική Θεολογία διδάσκει ότι υπάρχουν ορισμένα γεγονότα (για παράδειγμα, η νομιμότητα και η εγκυρότητα ενός Ποντίφικα) που αν και δεν αποτελούν αντικείμενο άμεσης θείας Αποκάλυψης , δηλαδή ένα θεϊκά Αποκαλυφθέν Δόγμα - όπως, για παράδειγμα, η Γέννηση του Ιησού στη Βηθλεέμ - ωστόσο , συνδέονται στενά με το αποκαλυπτόμενο Δόγμα. Τα δογματικά γεγονότα μπορούν να οριστούν ως: «Ιστορικά γεγονότα, τα οποία δεν αποκαλύπτονται άμεσα , αλλά συνδέονται στενά με τη θεία Αποκάλυψη . για παράδειγμα, η νομιμότητα ενός Πάπα. […]. Τώρα, αν η Εκκλησία μπορούσε να κάνει λάθος στην κρίση της για αυτά τα γεγονότα ή τις αλήθειες, που συνδέονται έμμεσα με την Αποκάλυψη θά προέκυπταν συνέπειες που θα ήταν ασυμβίβαστες με τον θεϊκό της θεσμό και την Αγιότητά της» 

Συγκεκριμένα ιστορικά παραδείγματα

Για παράδειγμα: δεν είναι γεγονός που αποκαλύφθηκε απευθείας από τον Θεό ότι, μετά την παραίτηση του Πάπα Αγίου Κελεστίνου Ε' (Δεκέμβριος 1294) (1 ), ο Βονιφάτιος VIII (1294 - 1303) ήταν ο νόμιμος Ανώτατος Ποντίφικας. Ωστόσο, η ύπαρξή του ως Πάπας είναι γεγονός στενά συνδεδεμένο με το αποκαλυφθέν Δόγμα και, επομένως, για την Εκκλησία είναι αλάνθαστα βέβαιο ότι ο Βονιφάτιος ήταν Πάπας, αφού αυτό το γεγονός (η κανονική εκλογή του στον Ανώτατο Ποντίφικα ασκήθηκε έγκυρα) απαιτείται θεολογικά για τη διατύπωση, τήν υπεράσπιση και τήν εφαρμογή ενός αποκαλυφθέντος και καθορισμένου Δόγματος: η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Ιησού πάνω στον Πέτρο και τους διαδόχους του (τους Πάπες), οι οποίοι είναι το θεμέλιο και οι Ποιμένες ή οι καθολικές Κεφαλές της. Άρα από αυτήν την άμεσα αποκαλυπτόμενη δογματική αρχή (της θείας/καθολικής πίστης) προκύπτει το δογματικό γεγονός (της εκκλησιαστικής πίστης) , που συνδέεται έμμεσα με την άμεση και τυπική θεία Αποκάλυψη , σύμφωνα με την οποία ο βασιλεύων και αποδεκτός Πάπας,μέ τρόπο ηθικά ομόφωνο (2 ), από την Εκκλησία (ιεραρχικός και λόγιος) είναι αληθινά Πάπας, στην πραγματικότητα, αν δεν ήταν θα υπήρχαν τεράστιες θεολογικές και δογματικές συνέπειες, που θα ακύρωναν πρακτικά και έμμεσα τα δόγματα α) τής θείας ιδρύσεως (θεσμού) της Εκκλησίας πάνω στον Πέτρο. , β) του Πρωτείου του Πέτρου και, τέλος, γ) της Αποστολικότητας της Εκκλησίας: γι' αυτό από μια δογματική αρχή (η Εκκλησία ιδρύθηκε από τον Ιησού πάνω στον Πέτρο και τους διαδόχους του, τους Πάπες) προκύπτει αμετάβλητα ένα δογματικό γεγονός ( ο Πάπας που βασιλεύει και γίνεται αποδεκτός από την Εκκλησία είναι πραγματικά Πάπας), κάτι που είναι απαραίτητο για να απεικονίσει την αρχή , να την εφαρμόσει, να την κάνει να ζήσει για τους Χριστιανούς, κάνοντας δυνατή την εκκλησιαστική ζωή.

Αν δεν ήταν « αληθινοί » Πάπες ( δογματικό γεγονός και ιστορική κρίση), που δεν σημαίνει « καλοί » Πάπες (αξιακή κρίση), τι θα είχε συμβεί με το Δόγμα της Αποστολικότητας της Εκκλησίας; δηλαδή η αδιάλειπτη διαδοχή του ενός Πάπα από τον άλλον, από τον Άγιο Πέτρο ως το τέλος του κόσμου; Επιπλέον, στην πράξη, όλες οι πράξεις τους (έναρξη Συνόδου, Αγιοποιήσεις, διορισμοί Καρδιναλίων, εξομολογήσεις και γάμοι που εξαρτώνται από τη δικαιοδοσία που παρέχει ο Πάπας στην οικουμενική Εκκλησία...) θα ήταν άκυρες, άρα πώς θα μπορούσε μιά τέτοια ζημιά διορθωθεί; Θα φαινόταν ανθρωπίνως αδύνατο...

Τώρα, α) αν - από τη μια - το αποκαλυφθέν και καθορισμένο Δόγμα: «Ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία Του στον Πέτρο και τούς διαδόχους του Πάπες» είναι σαφές και ακριβές. β) από την άλλη πλευρά, είναι επίσης απαραίτητο να γνωρίζουμε - με συγκεκριμένους όρους και σε ιστορικά ενδεχόμενα - εάν το γεγονός της εκλογής του "Titius""Caius" ή «Σεμπρόνιος» (Ιωάννης ΧΧΙΙΙ ή Φραγκίσκος) σέ Ανώτατο Ποντίφικα ίσχυε και αν ήταν αληθινά Πάπες ή όχι.

Όλα αυτά δεν αποκαλύφθηκαν απευθείας από τον Θεό, αλλά είναι ένα δογματικό γεγονός που συνδέεται με τη θεία Αποκάλυψη σχετικά με τις δογματικές αρχές α) της θείας θεμελίωσης της Εκκλησίας στόν Πέτρο, β) του Πρωτείου του Πέτρου και των Παπών, ως διαδόχων του Αγίου Πέτρου. και, τέλος, γ) της Αποστολικότητας της Εκκλησίας του Χριστού. Στην πραγματικότητα, η εξήγηση, η υπεράσπιση και η εφαρμογή του αποκαλυφθέντος Δόγματος συνδέεται στενά, έστω και έμμεσα και εξωτερικά, με το δογματικό γεγονός ότι ο Βονιφάτιος VIII (Urban VI / Alexander VI / John XXIII / Francis...) ήταν πραγματικά Πάπες. Διαφορετικά, στην άσκηση της εκκλησιαστικής ζωής, όχι μόνο θα ήταν άκυρες όλες οι πράξεις τους, αλλά, στη δογματική θεωρία , η αποστολική διαδοχή (ή η Αποστολικότητα της Εκκλησίας, που είναι ένα αποκαλυμμένο και καθορισμένο Δόγμα της Πίστεως: «Πιστεύω την Εκκλησία. μία, άγια Καθολική και Αποστολική»), θα είχε διακοπεί και θα είχε πάψει να υπάρχει και, ως εκ τούτου, οι «πύλες της κόλασης» θα είχαν επικρατήσει έναντι της Εκκλησίας και η υπόσχεση του Ιησού («portae inferi non praevalebunt adversus eam”, Mt., XVI, 18) θα ήταν μάταιη… Αλλά αυτό - σύμφωνα με την Αποκάλυψη και την Καθολική Πίστη για την οποία ο Ιησούς είναι Θεός και, επομένως, δεν μπορεί ούτε να μας πλανήσει ούτε να μας εξαπατήσει - είναι αδύνατο.

“ Papa dubius, Papa nullus ”;


Οι θεολόγοι αναρωτιούνται εάν υπήρχε αμφιβολία για την εκλογή ενός Πάπα (για παράδειγμα η εκλογή του καρδινάλιου Μπεργκόλιο μετά την παραίτηση του Βενέδικτου ΙΣΤ') ή για το γεγονός ότι είναι πραγματικά Πάπας επειδή δεν είναι Ορθόδοξος (όπως οι νεομοντερνιστές: Ιωάννης XXIII, Παύλος VI, Ιωάννης Παύλος Β΄, Βενέδικτος XVI και Φραγκίσκος), πώς πρέπει να λυθεί αυτό το ερώτημα;
Λοιπόν, η λύση που συνήθως δίνεται από την ορθή θεολογία είναι ότι « η ειρηνική αποδοχή ενός Πάπα, από ολόκληρη την ηθικά ομόφωνη Εκκλησία (όχι μόνο δάσκαλους, αλλά και μαθητές), είναι το σημάδι και το αλάνθαστο αποτέλεσμα μιας εκλογής και ενός έγκυρου Ποντιφίκιου»4 ). Επομένως, στην περίπτωσή μας, η αποδοχή του Φραγκίσκου -από την πλειοψηφία της Επισκοπής, των Καρδιναλίων, των Ιερέων και των πιστών- καθιστάτην εκλογή του πρακτικά και θεολογικά βέβαιη από την πλευρά της Εκκλησίας . αν και ο μεμονωμένος χριστιανός μπορεί να μελετήσει το πρόβλημα από καθαρά ιστορική σκοπιά σαν να ήταν ακόμα αμφίβολο .

Ο καρδινάλιος Louis Billot (1846 – 1931), ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους και εκκλησιολόγους του εικοστού αιώνα, διδάσκει: «Στην περίπτωση της υπόθεσης της πιθανότητας ένας Πάπας να θεωρείται αιρετικός (5 ), η ηθικά ομόφωνη προσκόλληση της οικουμενικής Εκκλησίας θα είναι πάντα, από μόνη της, το αλάνθαστο σημάδι της νομιμότητας αυτού ή εκείνου του Ποντίφικα» . Επομένως, το ζήτημα λύνεται από την Εκκλησία, κανονικά και δογματικά, με το «θεραπεία στη ρίζα » ενός πιθανού αμφίβολου Παπισμού .

Στην πραγματικότητα, εάν η Εκκλησία, στην ηθική της ολότητα (όχι μαθηματική ή απόλυτη), προσκολλούσε σε έναν ψευδή Ανώτατο Ποντίφικα, «οι πύλες της κόλασης» θα είχαν επικρατήσει εναντίον της, αφού η εσφαλμένη προσκόλληση σε έναν ψευδή Ποντίφικα θα ήταν το ίδιο πράγμα με μια εσφαλμένη προσήλωση σε έναν ψευδή κανόνα της Πίστης. Στην πραγματικότητα, ο Πάπας και το ζωντανό Magisterium στον βασιλεύοντα Πάπα είναι ο εγγύς κανόνας ("Πιστεύω, τα πάντα... και ότι η Αγία Εκκλησία μου προτείνει να πιστέψω ") της πράξης της Πίστης. ενώ η Αρχή του Θεού που αποκαλύπτει («Πιστεύω όλα όσα έχει αποκαλύψει ο Θεός…») είναι ο απομακρυσμένος κανόνας του σύμφωνα με τον οποίο, εάν κάποιος ήταν να προσκολληθεί σε έναν ψεύτικο Πάπα, θα υπάκουε σιωπηρά σε μια ψεύτικη Πίστη.

Ο Θεός μπορεί να επιτρέψει μια ιστορική αμφιβολία εκ μέρους μεμονωμένων πιστών, Ιερέων ή Προκαθημένων για την εκλογή ενός συγκεκριμένου Ποντίφικα, αλλά δεν μπορούσε να επιτρέψει σε ολόκληρη την Εκκλησία (Επισκοπή, Κολλέγιο Καρδιναλίων, Ιερείς και πιστούς) να δεχτεί ως αληθινό Πάπα  αυτόν που δεν  είναι πραγματικά. Επομένως, σήμερα ο μεμονωμένος Χριστιανός (είτε πιστός, ιερέας, Επίσκοπος ή Καρδινάλιος) μπορεί να αμφιβάλλει αν ο Μπεργκόλιο είναι Πάπας, αλλά η Εκκλησία στο σύνολό της , ηθικά ομόφωνη, δεν μπορεί να προσχωρήσει σε έναν ψεύτικο Πάπα .

Τώρα, σήμερα, το πρόβλημα που συζητείται, με πολύ πιο έντονο και πικάντικο τρόπο, είναι ακριβώς αν ο Μπεργκόλιο είναι πραγματικά Πάπας ή όχι.

Ως εκ τούτου, όσον αφορά αυτό το θέμα, πρέπει να ειπωθεί ότι, όχι τόσο η παραίτηση του Βενέδικτου XVI (28 Φεβρουαρίου 2013), αλλά η επινόησή του της μορφής (ανύπαρκτη μέχρι το 2013 στη θεολογία και την πράξη της Εκκλησίας) του Οι «επίτιμοι Πάπες», έχουν δημιουργήσει μια ορισμένη σύγχυση στο εκκλησιαστικό περιβάλλον, που καθιστά κατανοητή, εκ μέρους του μεμονωμένου Χριστιανού, την ιστορικά θετική και καθαρά υποθετική και κερδοσκοπική αμφιβολία σχετικά με την απομακρυσμένη πιθανότητα ότι ο βασιλεύων Πάπας είναι ακόμη ο Βενέδικτος ΙΣΤ'. ; Ωστόσο, αυτή η ιστορικά και κερδοσκοπικά δικαιολογημένη αμφιβολία επιλύεται σε εκκλησιαστικό επίπεδο, από το Κανονικό Δίκαιο και τη Θεολογία που μας δίνει τη βεβαιότητα (της εκκλησιαστικής πίστης) της έγκυρης εκλογής του Καρδινάλιου Μπεργκόλιο στον Ανώτατο Ποντίφικα, χωρίς να ξεχνάμε ότι ο Άννας και ο Καϊάφας θεωρούνταν από τον Ιησού και τους Αποστόλους «Αρχιερείς», όπως ο αγνός Ιούδας Ισκαριώτης είχε κληθεί από τον Ιησού ως Απόστολός Του, παρά το γεγονός ότι ήταν «διάβολος» όσον αφορά τον τρόπο δράσης του ( Ιωάννης , VI, 71).

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, είναι σαφές ότι αυτό το γεγονός («Είναι ο Φραγκίσκος Πάπας;») δεν είναι μόνο ένα καθαρά ανθρώπινο ή ιστορικό γεγονός , δεν είναι καν ένα άμεσα αποκαλυπτόμενο Δόγμα ή θεϊκής πίστης , αλλά είναι, ωστόσο,ένα δογματικά και εκκλησιαστικά εκκλησιολογικά αλάθητο δηλαδή στενά συνδεδεμένο με το Δόγμα του Πρωτείου του Πάπα, της Αποστολικότητας της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της υποταγής της Επισκοπής στον Ρωμαίο Ποντίφικα.

Στην πραγματικότητα, είναι ένα « εκκλησιαστικό γεγονός » (ή εκκλησιολογικά και νομικά σχετικό ) αν υπάρχει Πάπας που κυβερνά την Εκκλησία (είτε «καλός είτε κακός», δεν είναι αυτό το πρόβλημα εδώ, αν μπορεί να υπάρξει χωρίς υφιστάμενος Πάπας αλλά μόνο δυνητικά ή ουσιαστικά . ή αν δεν έχει απομείνει απολύτως τίποτα από την εκκλησιαστική ιεραρχία (Πάπας, Καρδινάλιοι και Επίσκοποι με δικαιοδοσία): δηλαδή αν η Εκκλησία παραμένει σήμερα χωρίς θεμέλιο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί (ολικά ή μόνο τυπικά).

Όλες οι πραγματείες για την Εκκλησιολογία ή τη Δογματική Θεολογία που ασχολούνται με το θέμα της Εκκλησίας που ίδρυσε ο Χριστός (6
), παραδέχονται ότι το δογματικό γεγονός είναι μέρος του δευτερεύοντος αντικειμένου του Αλάθητου της Εκκλησίας, το οποίο - στο Δογματικό Γεγονός - είναι έμμεσα απαλλαγμένο από λάθη και μας δίνει (έμμεσα) μια αλάνθαστη πραγματική βεβαιότητα ( της εκκλησιαστικής πίστης ) (το γεγονός ή γεγονός ότι ο Φραγκίσκος είναι αληθινά και όχι απλώς φαινομενικά Πάπας), αλλά, δεν αποφαίνεται για τη δογματική καλοσύνη και ορθότητα ή όχι αυτών. Απλώς δηλώνει ένα γεγονός και «εναντίον του γεγονότος, το επιχείρημα δεν ισχύει».

ΣΗΜΕΙΩΣΗ


1 - Από ιστορική και νομική/κανονική άποψη, ορισμένοι μεμονωμένοι ειδικοί εξακολουθούν να μελετούν ( θεωρητικά ) σήμερα εάν η παραίτηση του Πάπα Σελεστίνου Ε' την εποχή εκείνη (13 Δεκεμβρίου 1294) ήταν νόμιμη και αυθόρμητη ή αναγκαστική και παράνομη. ή αν η εκλογή του Urban VI (1378) έγινε έγκυρα.
2 - Η ομοφωνία είναι μαθηματική ή συνολική όταν απολύτως όλοι , χωρίς εξαίρεση , συμφωνούν. ενώ είναι ηθικό ότανσυμφωνεί μόνο η πλειοψηφία .
3 - Όπως αποκάλυψε ο ίδιος, κάτω από ηχογράφηση, στον δημοσιογράφο του Βατικανού Benny Lai, το 1987, με την προϋπόθεση ότι θα δημοσιευθεί μόνο μετά το θάνατό του (Γένοβα, 2 Μαΐου 1989).
4 - FX WERNZ – P. VIDAL, Jus canonicum , Rome, Gregoriana, 3 vols. 1923-1938, τόμος Β', σελ. 437, σημ. 170; βλέπω F. SUAREZ, De Fide , επωφεληθείτε. X. Section, V, n. 8, σελ. 315.
5 - Ακόμα κι αν η Εκκλησιολογία θεωρεί αυτή τη γνώμη ως μια καθαρά πιθανή υπόθεση , δηλαδή όχι αποκρουστική, απίθανη και όχι βέβαιη.
6 - Βλ. A. PIOLANTI, Enciclopedia Cattolica, Vatican City, 1953, τομ. Χ, συντ. 6-19, λήμμα « Πρωταρχείο του Αγίου Πέτρου και του Ρωμαίου Ποντίφικα »· επίσης δείτε SAINT THOMAS AQUINES, S. Th ., III, q. 8; ID., Στο Symbolum Apostolorum expositio , αα. 7-8.


ΑΣ ΠΑΡΟΥΜΕ ΜΙΑ ΔΟΣΗ ΤΗΣ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗΣ ΒΛΑΒΗΣ ΤΗΣ ΣΧΙΣΜΑΤΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΜΕ ΤΗΝ ΟΠΟΙΑ ΘΑ ΕΝΩΘΟΥΜΕ ΥΠΟ ΤΗΝ ΣΚΕΠΗ ΤΟΥ ΤΕΚΤΟΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΟΠΟΙΑ ΒΕΒΙΑΣΜΕΝΑ ΒΑΠΤΙΣΤΗΚΕ ΑΔΕΛΦΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.

Η Θρονική Εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου (ΦΩΤΟ)

throniki fanari 21

Ανεγνώσθη Μήνυμα του Πάπα Φραγκίσκου για τη Θρονική εορτή της Πρωτόθρονης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως

Σε πανηγυρική ατμόσφαιρα το Οικουμενικό Πατριαρχείο τίμησε τη μνήμη του ιδρυτού του, Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου.

Κατά τη Θεία Λειτουργία παρέστη και η Αντιπροσωπεία της Εκκλησίας της Ρώμης.

Μετά την απόλυση ο Οικουμενικός Πατριάρχης προσφώνησε την επίσημη Αντιπροσωπεία της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.

“Αι καρδίαι ημών είναι πεπληρωμέναι χαράς, καθώς υποδεχόμεθα και καλωσορίζομεν υμάς και εφέτος εις το Ιερόν Κέντρον της Ορθοδοξίας, την σεπτήν Καθέδραν του Οικουμενικού Πατριαρχείου εν τω ιστορικώ Φαναρίω, επ’ ευκαιρία της εορτής του Αγίου Αποστόλου Ανδρέου του Πρωτοκλήτου, του και ιδρυτού και πάτρωνος της μαρτυρικής Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας. Ευχαριστούμεν εκ μέσης καρδίας τον αγαπητόν αδελφόν Αγιώτατον Πάπαν Ρώμης Φραγκίσκον, ο οποίος ώρισε και απέστειλεν υμάς ως εκπροσώπους Αυτού και κομιστάς του σεπτού εορτίου μηνύματός Του. Η θεμελιωθείσα υπό των προκατόχων υμών και ημών Πάπα Παύλου ΣΤ΄ και Οικουμενικού Πατριάρχου Αθηναγόρου ευλογημένη παράδοσις ανταλλαγής αντιπροσωπειών κατά τας Θρονικάς εορτάς των Εκκλησιών μας, επιτρέπει εις ημάς να αναφωνήσωμεν και πάλιν μετά του Ψαλμωδού: «Ιδού δη τι καλόν ή τι τερπνόν, αλλ’ ή το κατοικείν αδελφούς επί το αυτό;» (Ψαλμ. ρλβ΄, 1).”

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης ανέφερε ότι η εφετεινή χρονιά σφραγίστηκε από δύο σημαντικά γεγονότα για τις σχέσεις των δύο αδελφών Εκκλησιών, Ορθοδόξου και Ρωμαιοκαθολικής, τα οποία αφορούν στο κοινό ενδιαφέρον τους για τη συνοδικότητα και το θέμα του πρωτείου, Το πρώτο, όπως είπε, ήταν η 15η Ολομέλεια της Μεικτής Διεθνούς Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου μεταξύ των δύο Εκκλησιών, η οποία πραγματοποιήθηκε στην Αλεξάνδρεια, τον περασμένο Ιούνιο, και το δεύτερο, η 16η Τακτική Γενική Συνέλευση της Συνόδου των Επισκόπων της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, η οποία συνήλθε στην Ρώμη, τον περασμένο Οκτώβριο. Αφού αναφέρθηκε στο τι συζητήθηκε στα δύο παραπάνω γεγονότα, ο Παναγιώτατος σημείωσε ότι η ενότητα, “την οποίαν επιζητούμεν και διά την οποίαν ειργάσθημεν με ζέσιν περισσότερον από μισόν αιώνα δεν είναι πολυτέλεια” και επεσήμανε τη σημασία και την αξία του ειλικρινούς διαλόγου.

“Ο Κύριος και Σωτήρ ημών Ιησούς Χριστός, προσηυχήθη ολίγον προ του πανσωστικού Πάθους Του: «Ίνα πάντες εν ώσι, καθώς συ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοι, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν, ίνα ο κόσμος πιστεύση ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν. ιζ΄, 21). Αυτή η ενότης καθίσταται μία περισσότερον επείγουσα ανάγκη κατά την τρέχουσαν συνάφειαν ενός όλον και περισσότερον εκκοσμικευομένου κόσμου, σπαρασσομένου λόγω διαφόρων καταστροφικών ιδεολογιών και αντιπαραθέσεων. Μας χαροποιεί ιδιαιτέρως το γεγονός ότι μετά του Αγιωτάτου αδελφού Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου έχομεν κοινάς θέσεις απέναντι εις σύγχρονα φλέγοντα θέματα. Αγωνιζόμεθα αμφότεροι διά τον σεβασμόν των δικαιωμάτων του ανθρώπου, διά την ειρήνην, την καταλλαγήν και την αλληλεγγύην. Ο ανθρώπινος πόνος, αι περιπέτειαι των προσφύγων, η βία του πολέμου και προ πάντων τα δεινά των αμάχων και των παιδίων, μας συγκλονίζουν. Πιστεύομεν εις τον ειλικρινή διάλογον και εις την δύναμίν του ως του προσφορωτέρου μέσου επιλύσεως των διαφορών μεταξύ των λαών και των κρατών. Είμεθα απολύτως πεπεισμένοι ότι η ειρήνευσις και η συνεργασία των θρησκειών συμβάλλει μεγάλως εις την παγκόσμιον ειρήνην και ότι ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός αποτελεί σοβαρώτατον εμπόδιον διά την πορείαν αυτήν. Αι κοιναί ημών προσπάθειαι καρποφορούν εις τον χώρον της προστασίας του περιβάλλοντος, όπου η συμβολή των χριστιανικών Εκκλησιών και της διαθρησκειακής συνεργασίας έχει αξιόλογον απήχησιν. Όλαι αυταί αι παράλληλοι προς τον επίσημον θεολογικόν διάλογον των δύο Εκκλησιών κοιναί πρωτοβουλίαι και συναντήσεις πρόσωπον προς πρόσωπον όχι μόνον στηρίζουν τον διάλογον αυτόν, αλλά αναδεικνύουν την ισχύν της χριστιανικής μαρτυρίας εν τω κόσμω και αποκαλύπτουν τας κοινάς ημών παραδόσεις, αι οποίαι ενσαρκώνουν και εκφράζουν την πιστότητα εις την αδιάσπαστον ενότητα των δύο εντολών της αγάπης προς τον Θεόν και της αγάπης προς τον πλησίον, κατά το Κυριακόν: «εν ταύταις ταίς δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. κβ΄, 40).”

Ο Παναγιώτατος ζήτησε από τον Σεβ. Καρδινάλιo Koch να διαβιβάσει προς τον Αγιώτατο Παπά Φραγκίσκο, “τας προσωπικάς ευχάς και ευχαριστίας της ημών Μετριότητος, μετά των προσευχών ημών προς Κύριον, όπως διαφυλάσση Αυτόν εν υγεία ακλινεί, προς συνέχισιν επί μήκιστον της υψηλής διακονίας Του.”

Ακολούθως, ο Σεβ. Καρδινάλιος κ. Kurt Koch ανέγνωσε θερμό αδελφικό μήνυμα του Αγιωτάτου Πάπα Ρώμης Φραγκίσκου.

Αμέσως μετά, στην αυλή του Πατριαρχείου ο Παναγιώτατος συνάντησε και ευλόγησε όμιλο Ουκρανών κληρικών και πιστών που ταξίδεψαν από την πολύπαθη πατρίδα τους για να βρίσκονται σήμερα στην εορτή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στη συνέχεια, ο Παναγιώτατος δέχθηκε σε ιδιαίτερη ακρόαση, στο Πατριαρχικό Γραφείο, τον Εξοχ. Υφυπουργό Εξωτερικών κ. Γεώργιο Κώτσηρα, με τον οποίο είχε εγκάρδια ανταλλαγή απόψεων.

Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου



ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΧΩΡΙΣ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΧΟΥΝ ΣΤΗΣΕΙ ΕΝΑΝ ΤΡΕΛΛΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΓΕΡΟΝΤΟΠΑΛΛΗΚΑΡΩΝ ΟΠΟΥ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΜΙΑ ΚΟΥΠΑ ΤΣΑΙ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ ΤΑ ΔΥΣΝΟΗΤΑ ΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟΥ.

ΣΕ ΒΑΘΕΙΑ ΚΑΤΑΝΥΞΗ.

ΘΡΟΝΙΑΣΤΗΚΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΝΟΜΙΖΕΙ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΝ ΠΑΡΕΙ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.

GIORGIO AGAMBEN, ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Τα δύο πρόσωπα της εξουσίας


Κάθε έρευνα για την πολιτική μολύνεται από μια προκαταρκτική ασάφεια στήν ορολογία, η οποία καταδικάζει όσους την αναλαμβάνουν σε παρεξήγηση. Ας είναι το απόσπασμα από το τρίτο βιβλίο των Πολιτικών στο οποίο ο Αριστοτέλης, τη στιγμή της «διερεύνησης των πολιτικών, για να διαπιστωθεί ο αριθμός και οι ιδιότητές τους», δηλώνει επιτακτικά: «αφού πολιτεία και πολίτευμα σημαίνουν το ίδιο πράγμα και το πολίτευμα είναι η υπέρτατη δύναμη των πόλεων (το κύριο των πόλεων), είναι απαραίτητο η υπέρτατη δύναμη να είναι η μία ή οι λίγες ή οι πολλές» (1279 a 25-26). Οι τρέχουσες μεταφράσεις λένε: "αφού το σύνταγμα και η κυβέρνηση σημαίνουν το ίδιο πράγμα και η κυβέρνηση είναι η κυρίαρχη εξουσία των πόλεων...". Ακόμη καί άν αυτή η μετάφραση είναι λίγο πολύ σωστή, σε κάθε περίπτωση αυτό που έρχεται στο φως είναι ότι, αυτό που θα μπορούσε να οριστεί ως η αμφιβολία της ίσως θεμελιώδους έννοιας της πολιτικής μας παράδοσης, που παρουσιάζεται τώρα ως «σύνταγμα» και τώρα ως «κυβέρνηση».
 Σε ένα είδος ιλιγγιώδους συστολής, οι δύο έννοιες ταυτίζονται και διακρίνονται ταυτόχρονα και ακριβώς αυτή η ασάφεια ορίζει το κύριο , την κυριαρχία, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη. Ότι η αμφιβολία δεν είναι επεισοδιακή, επιβεβαιώνει αμέσως μέ
μια ανάγνωση του Αθηναίων Πολιτεία , που μεταφράζουμε Σύνταγμα των Αθηναίων. Περιγράφοντας τη «δημαγωγία» του Περικλή (27,1), ο Αριστοτέλης γράφει ότι σε αυτήν δημοτικότερον έτι συνέβει γενέσθαι τήν πολιτείαν, που οι μεταφραστές αποδίδουν με «το σύνταγμα έγινε δημοκρατικότερο». Αμέσως μετά διαβάζουμε ότι οι πολλοί άπασαν τήν πολιτείαν μαλλον άγειν εις αυτούς, «συγκεντρώνουν όλη την κυβέρνηση στα χέρια τους» (προφανώς, η μετάφραση «όλου του συντάγματος», καθώς και η συνοχή τής ορολογίας θά απαιτούσε, δεν φαινόταν δυνατή). Η ασάφεια επιβεβαιώνεται από τα λεξικά, όπου η πολιτική αποδίδεται τόσο με «κράτος, σύνταγμα» όσο και με «κυβέρνηση, διοίκηση».
Είτε το χαρακτηρίζουμε με τήν δυάδα «σύνταγμα/κυβέρνηση» είτε με  τήν «κράτος/διοίκηση», η θεμελιώδης έννοια της δυτικής πολιτικής είναι μια διπλή έννοια, ένα είδος διπρόσωπου Ιανό, που δείχνει τώρα το αυστηρό και επίσημο πρόσωπο του θεσμού τώρα τήν πιο σκιερή και άτυπη της διοικητικής πρακτικής, χωρίς να είναι δυνατός ο εντοπισμός ή ο διαχωρισμός τους.

Στο δοκίμιό του το 1932 για τη Νομιμότητα και τη Συμμόρφωση, ο Carl Schmitt διακρίνει τέσσερις τύπους κράτους. Αφήνοντας κατά μέρος τα δύο ενδιάμεσα στοιχεία του κράτους δικαιοδοσίας, στο οποίο ο τελευταίος λόγος ανήκει στον δικαστή που αποφασίζει μια συγκεκριμένη δικαστική διαφορά και το κυβερνητικό κράτος, το οποίο ο Schmitt ταυτίζει με τη δικτατορία, μας ενδιαφέρουν εδώ οι δύο ακραίοι τύποι, τό νομοθετικό κράτος και το διοικητικό κράτος. Στο πρώτο, το νομοθετικό ή νομικό δηλώνει, «η υψηλότερη και πιο αποφασιστική έκφραση της κοινής βούλησης» αποτελείται από ρυθμίσεις που έχουν χαρακτήρα νόμου. «Η αιτιολόγηση για ένα κρατικό σύστημα αυτού του τύπου βασίζεται στη γενική νομιμότητα κάθε άσκησης εξουσίας από το κράτος». Όποιος ασκεί εδώ την εξουσία ενεργεί βάσει νόμου ή «στο όνομα του νόμου» και η νομοθετική και εκτελεστική εξουσία, ο νόμος και η εφαρμογή του κατά συνέπεια διαχωρίζονται. Οι σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες έχουν ταυτιστεί με αυτόν τον τύπο κράτους, γιά όλο και λιγότερους λόγους.
Ο τύπος που ίσως δεν αποτελεί έκπληξη στην τελευταία θέση στη λίστα, σχεδόν σαν να έτειναν τελικά οι άλλες κρατικές μορφές να συγκλίνουν προς αυτήν, είναι το διοικητικό κράτος. Εδώ «η εντολή και η απόφαση δεν εμφανίζονται με αυταρχικό και προσωπικό τρόπο, αλλά ούτε μπορούν να αναχθούν σε απλές εφαρμογές ανώτερων κανόνων». Μάλλον, λαμβάνουν τη μορφή συγκεκριμένων διατάξεων, που λαμβάνονται κατά καιρούς με βάση την κατάσταση των πραγμάτων σε σχέση με πρακτικούς σκοπούς ή ανάγκες. Κάτι που μπορεί επίσης να εκφραστεί λέγοντας ότι στο διοικητικό κράτος «ούτε οι άνθρωποι κυβερνούν, ούτε οι νόρμες μετρούν ως κάτι ανώτερο, αλλά, σύμφωνα με την περίφημη έκφραση, «τα πράγματα κυβερνούν μόνα τους».

Όπως είναι απολύτως προφανές σήμερα, αλλά όπως καί ο Schmitt μπορούσε ήδη να συμπεράνει εκείνα τα χρόνια από την εμφάνιση ολοκληρωτικών κρατών στην Ευρώπη, το νομοθετικό κράτος τείνει σταδιακά να μετασχηματιστεί σε διοικητικό κράτος. «Το πολιτειακό μας σύστημα βρίσκεται σε φάση μετασχηματισμού και «η τάση προς το συνολικό κράτος» χαρακτηριστικό της παρούσας στιγμής… σήμερα εμφανίζεται τυπικά ως τάση προς το διοικητικό κράτος». Ενώ οι πολιτικοί επιστήμονες φαίνεται να το έχουν ξεχάσει σήμερα, ο Schmitt δηλώνει ανεπιφύλακτα ως «ένα γενικά αναγνωρισμένο γεγονός» ότι ένα «οικονομικό κράτος» δεν μπορεί να λειτουργήσει με τη μορφή κοινοβουλευτικού νομοθετικού κράτους και πρέπει απαραίτητα να μετατραπεί σε διοικητικό κράτος, στο οποίο ο νόμος δίνει τη θέση του σε διατάγματα και επιταγές.
Για εμάς που έχουμε γίνει μάρτυρες της πλήρους ολοκλήρωσης αυτής της διαδικασίας, είναι το νόημα αυτής της μεταμόρφωσης -αν πρόκειται για μεταμόρφωση με την αυστηρή έννοια- που πρέπει να αμφισβητήσουμε. Η ιδέα του μετασχηματισμού υπονοεί, στην πραγματικότητα, ότι τα δύο μοντέλα είναι τυπικά και χρονικά διακριτά. Ο Schmitt γνωρίζει πολύ καλά ότι «στην ιστορική πραγματικότητα, οι προσμίξεις και οι συνδυασμοί συμβαίνουν συνεχώς» και ότι η νομοθεσία, η διοίκηση και η κυβέρνηση ανήκουν σε κάθε κράτος. Είναι, ωστόσο, πιθανό - και αυτή είναι η υπόθεσή μας - ότι το μείγμα είναι ακόμη πιο οικείο και ότι το νομοθετικό και το διοικητικό κράτος, η νομοθεσία και η διοίκηση, το σύνταγμα και η κυβέρνηση είναι ουσιαστικά και αναπόσπαστα μέρη ενός ενιαίου συστήματος, που είναι το σύγχρονο κράτος πού γνωρίζουμε. Εάν είναι επομένως εφικτό τακτικά να παίξουμε ένα από τα δύο στοιχεία εναντίον του άλλου, θα ήταν εντελώς παραπλανητικό να πιστεύουμε ότι μπορούμε να απομονώσουμε οριστικά αυτό που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του ίδιου διπολικού συστήματος.
Κάτι σαν μια άλλη πολιτική θα είναι δυνατή μόνο με αφετηρία τη συνείδηση ​​ότι κράτος και διοίκηση, σύνταγμα και κυβέρνηση είναι τα δύο πρόσωπα της ίδιας πραγματικότητας, η οποία πρέπει να αμφισβητηθεί ριζικά. Δεν υπάρχει εξουσία που να νομιμοποιεί την άσκησή της με νόμους, χωρίς να προϋποθέτει εξωδικαστική τάξη που τη θεμελιώνει, ούτε καθαρή διοικητική πρακτική που να ισχυρίζεται ότι παραμένει νόμιμη βάσει διαταγμάτων που εκδίδονται εν όψει ανάγκης. Αυτοί είναι, όπως προτείνει ο ίδιος ο Schmitt, δύο διαφορετικοί τρόποι για να γίνει υποχρεωτική η υπακοή. Όπως βλέπουμε ξεκάθαρα σήμερα, η αλήθεια και των δύο είναι στην πραγματικότητα η κατάσταση εξαίρεσης. Είτε ενεργώντας στο όνομα του νόμου είτε στο όνομα της διοίκησης, τελικά το ζήτημα θα είναι πάντα η κυριαρχική άσκηση του μονοπωλίου στη βία. Και αυτός είναι ο κύριος, ο κρυφός κυρίαρχος που, σύμφωνα με τα λόγια του Αριστοτέλη, συγκεντρώνει σε ένα σύστημα τα δύο ορατά πρόσωπα της κρατικής εξουσίας.

8 Μαρτίου 2023
Giorgio Agamben


ΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΟΥΝ ΛΙΓΗ ΣΚΕΨΗ ΣΤΟ ΘΕΜΑ,ΕΑΝ ΜΠΟΡΟΥΝ, ΟΙ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΕΝΤΕΙΧΙΣΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΔΥΣΤΥΧΗΣ ΣΗΜΕΡΙΝΗΣ ΑΚΕΦΑΛΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ.

Ποιος ευνοεί τη μετανάστευση από τον Τρίτο Κόσμο στις ευρωπαϊκές χώρες; Matteo D'Amico

Η υποδειγματική περίπτωση της Ιρλανδίας



Μια ακτή της Ιρλανδίας

Δημοσιεύουμε ένα διαφωτιστικό άρθρο που χρονολογείται πριν από δέκα χρόνια, αλλά εξαιρετικά επίκαιρο. Δείχνει πώς οι πολίτες των ευρωπαϊκών κρατών εβραϊκής καταγωγής μπορούν να εργαστούν ενάντια στα συμφέροντα της χώρας τους, ενθαρρύνοντας το άνοιγμα στην αδιάκριτη μετανάστευση από χώρες του τρίτου κόσμου πάντα υπό το πρόσχημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτή η παράξενη τάση να διαλύεται η εθνοτική, θρησκευτική και πολιτιστική συνοχή μιας χώρας φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πεποίθηση των ευρωπαίων πολιτών εβραϊκής καταγωγής ότι οι ίδιοι θα είναι πιο ασφαλείς σε χώρες που έχουν γίνει πολυφυλετικές και πολυθρησκειακές, κατοικημένες από τις πιο διαφορετικές εθνοτικές ομάδες.
Εν ολίγοις, τουλάχιστον μερικοί από τους ανθρώπους εβραϊκής καταγωγής φαίνεται να φοβούνται τα μονολιθικά λευκά κράτη που συνδέονται σταθερά με τις αξίες και τις θρησκευτικές παραδόσεις που τους προέρχονται από την ιστορία τους. Επιπλέον, είναι πιθανό ότι μια δυτική χώρα θρυμματισμένη και εξατμισμένη σε χίλιες ομάδες που μάχονται περισσότερο ή λιγότερο μεταξύ τους φαίνεται πιο εύκολα να κυριαρχείται από μια οργανωμένη μειονότητα όπως η εβραϊκή.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα εκείνου του τμήματος της εβραϊκής μειονότητας στην Ευρώπη που αποκτά θέσεις εξουσίας είναι ότι στην εξωτερική πολιτική, πολύ συχνά, στην πραγματικότητα λειτουργεί κατάφωρα στην υπηρεσία του Ισραήλ και των ισραηλινών συμφερόντων και όχι στην υπηρεσία των συμφερόντων της χώρας στην οποία ανήκει.

Το τρίτο γεγονός που προκύπτει ακριβώς από την υπόθεση Shatter που πραγματεύεται το άρθρο είναι ότι στις ευρωπαϊκές χώρες μέλη της μειονότητας εβραϊκής καταγωγής ήταν συχνά πολύ ενεργά μέρη της ομάδας υπέρ της εισαγωγής νομικών διατάξεων που αντιτίθενται στο φυσικό δίκαιο, όπως οι υπέρ του διαζυγίου, της αντισύλληψης, της άμβλωσης, της αναγνώρισης του ομοφυλοφιλικού «γάμου».
Γιατί αυτή η υποστήριξη για κάθε πιθανή μορφή ηθικής διάλυσης; Ακόμη και σε αυτή την περίπτωση η απάντηση φαίνεται απλή: λαοί χριστιανικής καταγωγής που βρίσκονται σε κατάσταση βαθιάς γνωστικής ασυμφωνίας με τις δικές τους ηθικές και θρησκευτικές παραδόσεις θα υποστούν μια ορισμένη παρακμή και δεν θα μπορούν πλέον να αμυνθούν από οποιαδήποτε καταστροφική ιδέα ή πρακτική της ταυτότητάς τους.
Στο άρθρο που επισυνάπτουμε βρίσκουμε ότι αυτό που ειπώθηκε ισχύει κυριολεκτικά σε μια χώρα με ισχυρή καθολική ταυτότητα και ισχυρή εθνική ενότητα: την Ιρλανδία. Αυτό το μικρό κράτος έπρεπε να διαλυθεί και να κομματιαστεί επίσης επειδή είχε ένα σοβαρό ελάττωμα: ήταν (και είναι) ένα από τα κράτη με τό μεγαλύτερο θάρρος και τήν σθεναρή ικανότητα να καταγγείλει τα εγκλήματα του Ισραήλ που διαπράττονται επί εβδομήντα χρόνια στα κατεχόμενα κατά των Παλαιστινίων.

Εδώ είναι το άρθρο:


Τα τελευταία δύο χρόνια η πολιτική μετανάστευσης της Ιρλανδίας βρίσκεται στα χέρια του Άλαν Σάτερ, ενός Εβραίου και ειλικρινούς υποστηρικτή του Ισραήλ. Ο Άλαν Σάτερ, γεννημένος και μεγαλωμένος στο Δουβλίνο από Εβραίους μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη, έχει προσανατολίσει την ιρλανδική πολιτική προς την αύξηση της μετανάστευσης του Τρίτου Κόσμου στο Σμαραγδένιο Νησί. Ως υπουργός Δικαιοσύνης, Ισότητας και Άμυνας, ο Shatter ασκεί τη σημαντική επιρροή του για να διαστρεβλώσει την πολιτική της Δημοκρατίας στη Μέση Ανατολή, που προηγουμένως ήταν φιλοπαλαιστινιακή και επικριτική προς το Ισραήλ, και να την ωθήσει υπέρ των Σιωνιστικών στόχων.

Πριν από το Shatter, η ιρλανδική κυβέρνηση είχε λάβει μέτρα για τη μείωση της μη ευρωπαϊκής μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένης της κατάργησης της αυτόματης υπηκοότητας για τα παιδιά που γεννήθηκαν από αλλοδαπούς στην Ιρλανδία και της δραματικής μείωσης της εισδοχής αιτούντων άσυλο.
Από την ανάληψη των καθηκόντων του στις αρχές του 2011, αφού το κόμμα του Fine Gael ανέτρεψε την κυβερνώσα Fianna Fail εν μέσω των συνεχιζόμενων οικονομικών προβλημάτων της Ιρλανδίας, ο Shatter εργάστηκε για να αυξήσει τον αριθμό των Αφρικανών και των Ασιατών που ζουν στην Ιρλανδία.

Η μετανάστευση στην Ιρλανδία από μη ευρωπαϊκές χώρες το 2011 ήταν διπλάσια από εκείνη του προηγούμενου έτους. Πέρυσι, η Ιρλανδική Υπηρεσία Πολιτογράφησης και Μετανάστευσης χορήγησε βίζα στο 91% των 88.000 μη Ευρωπαίων που υπέβαλαν αίτηση (οι πολίτες των άλλων είκοσι έξι κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορούν να ταξιδέψουν στην Ιρλανδία χωρίς να χρειάζεται να λάβουν βίζα). Το 2012, σε άλλους 115.000 μετανάστες από μη ευρωπαϊκές χώρες δόθηκε άδεια να παραμείνουν στην Ιρλανδία, με την Ινδία, την Κίνα, τη Νιγηρία, την Τουρκία και τις Φιλιππίνες μεταξύ των κορυφαίων έξι χωρών προέλευσης. Σίγουρα, ο αριθμός των ιρλανδικών αδειών παραμονής που χορηγούνται σε μη Ευρωπαίους έχει μειωθεί τα τελευταία δύο χρόνια, αλλά μόνο επειδή το υπουργείο Shatter τους έχει χορηγήσει υπηκοότητα, με πολύ υψηλότερο ρυθμό από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια.

Ο Shatter προωθεί επιθετικά νέα μέτρα για την περαιτέρω αύξηση της μη ευρωπαϊκής μετανάστευσης, συμπεριλαμβανομένης της διευκόλυνσης της μετανάστευσης για τους επενδυτές, τους επιχειρηματίες και τις οικογένειές τους. Ακόμη πιο δυσοίωνο, εργάζεται σκληρά για να αντικαταστήσει την υπάρχουσα ιρλανδική νομοθεσία για την ξένη μετανάστευση, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων ασύλου, με ένα νομοσχέδιο που, σύμφωνα με τις προτεραιότητες του Shatter για το τρέχον έτος, θα «μεταρρυθμίσει και θα εκσυγχρονίσει θεμελιωδώς».

Ο Shatter προσπάθησε να κρύψει τις μεταναστευτικές του πολιτικές υπό το πρόσχημα του εξορθολογισμού των διοικητικών διαδικασιών. Εξάλλου, παρά το γεγονός ότι είναι εκτεθειμένη στην ίδια παγκοσμιοποιητική προπαγάνδα και πιέσεις με την Αμερική, η Δημοκρατία της Ιρλανδίας είναι ένα μικρό και σε μεγάλο βαθμό ακόμη ομοιογενές έθνος. Είναι επίσης μια χώρα όπου η συζήτηση για «έθνος μεταναστών» δεν πουλάει: μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες, η Ιρλανδία ήταν ένα έθνος μεταναστών. Και σήμερα, η ανεργία στην Ιρλανδία συνεχίζει να κυμαίνεται γύρω στο 15%, διπλάσιο από το αναφερόμενο ποσοστό στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Τι έπρεπε να κάνει ο Shatter; Γιατί να μην παίξετε το ατού του Ολοκαυτώματος, φυσικά!

Τώρα, η Ιρλανδία δεν είναι γνωστή για τον ρόλο της στα αντιεβραϊκά μέτρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Όπως οι περισσότερες χώρες της εποχής, ωστόσο, συμπεριλαμβανομένων των πιο ένθερμων αντιπάλων της Γερμανίας, η Ιρλανδία ήταν απρόθυμη να δεχτεί μεγάλο αριθμό Εβραίων μεταναστών.

Έτσι, το περασμένο φθινόπωρο, σε μια ομιλία προς τιμήν του Ραούλ Βάλενμπεργκ, του Σουηδού επιχειρηματία που πήγε στην Ουγγαρία με αμερικανική παρότρυνση το 1944 για να αποτρέψει την απέλαση Εβραίων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, ο Ιρλανδός τσάρος γιά τήν  μετανάστευση τών  Εβραίων προσπάθησε να δικαιολογήσει την πλημμύρα της πατρίδας του. με μετανάστες από τον Τρίτο Κόσμο. επιτηθέμενος στη μεταναστευτική πολιτική της Ιρλανδίας κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου:

Πολλοί δεν έκαναν τίποτα μπροστά στη βιομηχανοποιημένη γενοκτονία και την καταστροφή του ευρωπαϊκού εβραϊκού πολιτισμού. Στην πραγματικότητα, η ιρλανδική κυβέρνηση της εποχής έμεινε αδρανής. Και ακόμη και μετά την απελευθέρωση των στρατοπέδων θανάτου, η ιρλανδική κυβέρνηση αρνήθηκε στους Εβραίους να καταφύγουν στην Ιρλανδία.

Δεν θα εκπλήξει τους αναγνώστες να μάθουν ότι, παρ' όλες τις προσπάθειές του να παρουσιαστεί ως υπέρμαχος της οικουμενικής ηθικής ("Δεν αρκεί να δίνουμε μαρτυρία. Πρέπει επίσης να τιμήσουμε τη θεμελιώδη ηθική μας υποχρέωση να προστατεύσουμε την κοινή μας ανθρωπότητα από την απανθρωπιά") ο Σάτερ δεν ήταν ένας προστάτης της παλαιστινιακής ανθρωπότητας.
Αυτό που μπορεί να προκαλεί έκπληξη είναι ότι, σε ένα έθνος που ουσιαστικά στερείται Εβραίων, και το οποίο ήταν πιο φιλοπαλαιστινιακό από τις περισσότερες δυτικές χώρες, ο βαθμός στον οποίο ο Shatter υπήρξε μια έντονη φωνή για την υπεράσπιση των αδίστακτων πολιτικών του Ισραήλ, στη Λωρίδα της Γάζας ή στη δυτική όχθη.

Ως μέλος του ιρλανδικού νομοθετικού σώματος, ο Shatter υπερασπίστηκε τη βάναυση εισβολή του Ισραήλ στη Γάζα το 2009. Αντιτάχθηκε στους «στολίσκους ελευθερίας» που οργανώθηκαν το 2010 και το 2011 για να παραβιάσουν τον αποκλεισμό του Ισραήλ στην ήδη φτωχή Λωρίδα της Γάζας, αν και κάθε αποστολή βοήθειας περιελάμβανε ένα σκάφος από την Ιρλανδία (αν και ο Σάτερ έκανε μια σύντομη στροφή αφού Ισραηλινοί κομάντος σκότωσαν εννέα άνδρες επιβιβαζόμενοι σε πλοίο του πρώτου στόλου). Αντιτάχθηκε στη χορήγηση βίζας για μέλη οργανώσεων που είναι εχθρικές προς τις ισραηλινές πολιτικές και καταδίκασε απερίφραστα τις εκκλήσεις προς τους Ιρλανδούς να μποϊκοτάρουν παραστάσεις στο Ισραήλ ως «πολιτιστικό φασισμό».

Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθουμε τι πιστεύει ο Ιρλανδός Υπουργός Δικαιοσύνης για τα πρόσφατα αυστηρά ισραηλινά μέτρα για τον έλεγχο και τη μείωση της μετανάστευσης στον Τρίτο Κόσμο, αλλά φαίνεται να έχει διατηρήσει μια συνετή σιωπή για το θέμα.

Ο Σάτερ δεν παπαγάλισε απλώς τις δικαιολογίες του Ισραήλ για καταπιεστικές πολιτικές που στόχευαν στη διατήρηση του Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους για έναν εβραϊκό λαό, αλλά στην πραγματικότητα υπηρέτησε ως ο δεύτερος πρεσβευτής του Ισραήλ στην Ιρλανδία, λειτουργώντας χωρίς τους διπλωματικούς περιορισμούς του πρώτου.

Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε ότι ο Ιρλανδός Εβραίος υπουργός Δικαιοσύνης υποκινείται από κάτι άλλο εκτός από μια αφηρημένη αίσθηση δικαιοσύνης, η οποία, όσο άστοχη κι αν είναι, προσκαλεί τούς «δυστυχείς αποκλεισμένους» του κόσμου (όπως τούς αποκαλούσε κάποτε ένα ισχυρό βήμα της αδιάκριτης μετανάστευσης) στην ακτή της Ιρλανδίας. Λαμβάνοντας υπόψη την αφοσίωσή του σε ένα δόγμα που κάποτε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών κήρυξε ρατσιστικό, η προώθηση της μετανάστευσης από τον Τρίτο Κόσμο από τον Shatter, καθώς και η μακρά καριέρα του ως δικηγόρου που προωθεί τον έλεγχο των γεννήσεων, τις αμβλώσεις και τους γάμους ομοφυλοφίλων, αποκτά έναν πιο απαίσιο τόνο, όπως και οι πρόσφατες πρωτοβουλίες όπως η καταδίκη του εθνικού τηλεοπτικού δικτύου της Ιρλανδίας επειδή δεν εκπροσωπεί τη «διαπολιτισμική Ιρλανδία» του σήμερα παρά τον ομοιογενή Ιρλανδικό λαό των περασμένων δεκαετιών.

Με άλλα λόγια, ο Shatter έχει διπλή πίστη στην καλύτερη περίπτωση, αλλά το διπλό του μέτρο απέναντι στο Ισραήλ και την Ιρλανδία φαίνεται να δείχνει ότι η πίστη του είναι πρωτίστως, αν όχι αποκλειστικά, στο Σιωνιστικό κράτος και όχι στο Σμαραγδένιο Νησί. Ποιος παράγοντας παίζει τήν εβραϊκή του πίστη στην προώθηση της μετανάστευσης που είναι το πολύ ελάχιστα εβραϊκή, αλλά όλο και περισσότερο μη λευκή, προς την πατρίδα του, παραμένει ένα αναπάντητο, αν και προκλητικό, ερώτημα.
Ωστόσο, οι στάσεις του Shatter συμβαδίζουν πλήρως με εκείνες των οργανωμένων εβραϊκών κοινοτήτων της διασποράς σε όλη τη Δύση. Όπως σημειώνεται συχνά στο TOO (βλ. επίσης εδώ , σελ. 241 επ.), οι εβραϊκές στάσεις σχετικά με τη μετανάστευση στη Δύση εξηγούνται καλύτερα ως εβραϊκές εθνοτικές στρατηγικές που υποκινούνται από την εχθρότητα προς τους παραδοσιακούς ανθρώπους και τον πολιτισμό της Δύσης λόγω ιστορικού αντισημιτισμού (π.χ. Η οικοδόμηση του Shatter για τον ρόλο της Ιρλανδίας στο Ολοκαύτωμα), σε συνδυασμό με τον φόβο ότι εθνοτικά ομοιογενείς πληθυσμοί θα μπορούσαν τελικά να ξεσηκωθούν εναντίον των Εβραίων.

Όπως σημειώνεται, ο Άλαν Σάτερ είναι και υπουργός Άμυνας της Ιρλανδίας. Σε αυτόν τον ρόλο, ανακοίνωσε ότι η Ιρλανδία θα συνεχίσει να αγοράζει όπλα από το Ισραήλ. Όπως σημείωσε ένας από τους επικριτές του, «Δεν είναι ασυνήθιστο για έναν υπουργό Άμυνας να είναι βουτηγμένος στον εθνικισμό, αλλά το εν λόγω «έθνος» να είναι ένα ξένο κράτος, και μάλιστα ένα κράτος απατεώνας, πρέπει να είναι άνευ προηγουμένου».

Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τον καθρέφτη του Άλαν Σάτερ στο Ισραήλ. Φανταστείτε έναν Alan O'Slattery, αφιερωμένο στην προώθηση της μη Εβραϊκής μετανάστευσης στο Σιωνιστικό κράτος και στην τοποθέτηση των στρατιωτικών και διπλωματικών αναγκών της Ιρλανδίας πάνω από εκείνες του έθνους που υπηρετεί, έχοντας ανάλογη ισχύ στο Ισραήλ!

Αλλά δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστεί κανείς τον Άλαν Σάτερ να βρίσκει υπουργικό ρόλο σε άλλη χώρα. Στα μάτια του John McCain και της Lindsay Graham, ο Shatter μπορεί να έχει πολύ περισσότερα προσόντα από τον Chuck Hagel για να υπηρετήσει ως Υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ. Άλλωστε, ο Hagel έχει λάθος αφοσίωση και ο Shatter έχει τις σωστές.


Άρθρο από: Camillus
Ημερομηνία: 2 Μαρτίου 2013

Πηγή : https://www.theoccidentalobserver.net/2013/03/02/the-misplaced-minister-ireland-and-israels-alan-shatter/