Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

Νίκος Αυγελής - ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ (1β)

 Συνέχεια από: Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

 ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

I. H ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΟΡΟΥ “ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ” ΚΑΙ Η ΣΗMΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

1. Ο επικουρισμός

Για τον Επίκουρο (341-270 π.Χ.) το κεντρικό φιλοσοφικό πρόβλημα είναι ηθικό και αφορά στην ευδαιμονία του ατόμου. Όλα τα άλλα προβλήματα από τον χώρο της Λογικής, της γνωσιολογίας και της φυσικής συναρτώνται άμεσα, όπως και στους Στωικούς, με το μείζον αυτό πρόβλημα της αρχαίας ηθικής φιλοσοφίας. Έτσι, η γνώση της αληθινής φύσης των πραγμάτων δεν αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση και μέσο για την επίτευξη της ανθρώπινης ευδαιμονίας. «Αυτός που δεν γνωρίζει ποια είναι η φύση του σύμπαντος, αλλά ζει με τον φόβο που προξενούν οι μύθοι, δεν μπορεί να απαλλαγεί από τους φόβους του για τα πιο σημαντικά πράγματα. Γι' αυτό δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνουμε ακέραιες τις ηδονές χωρίς την έρευνα της φύσης»[33]. Η γνώση που μας παρέχει η φυσική αποτελεί τη θεωρητική βάση για την απελευθέρωσή μας από τις ψευδείς δοξασίες, οι οποίες μας προκαλούν φόβο, όπως είναι ο φόβος για τα φυσικά φαινόμενα, όταν αυτά μένουν ανεξήγητα, ο φόβος για τους θεούς οι οποίοι τιμωρούν, ο φόβος για τον θάνατο. «Αν δεν μας παίδευαν οι ανησυχίες για τα ουράνια φαινόμενα και για τον θάνατο, μήπως τυχόν έχουν κάποια σχέση μ' εμάς, και επιπλέον η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τα όρια του πόνου και των επιθυμιών, τότε δεν θα χρειαζόμασταν τη μελέτη της φύσης» (Κύριαι δόξαι, XI). Αποστολή της επικούρειας φιλοσοφίας είναι να πείσει τους ανθρώπους ότι: α) δεν υπάρχει λόγος να φοβούνται τους θεούς (άφοβον ὁ θεὸς)· β) δεν υπάρχει λόγους να φοβούνται τον θάνατο (ἀνύποπτον ὁ θάνατος)· (γ) είναι εφικτή η ευδαιμονία (καὶ τἀγαθὸν μὲν εὔκτητον) και δ) είναι εύκολο να υπομένουν τον πόνο (τὁ δὲ δεινὸν εὐεκκαρτέρητον).

α) Η αντίληψη ότι οι θεοί τιμωρούν τους ανθρώπους στη ζωή και μετά τον θάνατο είναι μια μυθική δοξασία των πολλών. Οι θεοί δεν παρεμβαίνουν στις ανθρώπινες υποθέσεις «Το μακάριον καὶ ἄφθαρτον οὔτε αὐτὸ πράγματα ἔχει οὔτε ἄλλῳ παρέχει· ὥστε οὔτε ὀργαῖς οὔτε χάρισι συνέχεται· ἐν ἀσθενεῖ γὰρ πᾶν τὸ τοιοῦτον»(Κύριαι δόξαι, Ι).

Το ον που είναι μακάριο και άφθαρτο δεν έχει δικά του προβλήματα ούτε και δημιουργεί σε οποιοδήποτε άλλο. Έτσι δεν υπόκειται ούτε σε οργή ούτε σε μεροληψία. Αυτά τα προβλήματα υπάρχουν στα αδύνατα όντα (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης)

Ο Επίκουρος αντιλαμβάνεται τους θεούς ως υπέρτατη ύπαρξη στην οποία προσιδιάζει η ευδαιμονία, η ομορφιά, η αφθαρσία και η γαλήνη. Ο σοφός προβάλλει στους θεούς το ιδεώδες της δικής του ελευθερίας και αυτάρκειας. Η φιλοσοφική θεώρηση της ζωής των θεών αποτελεί την ύψιστη δραστηριότητα του ανθρώπου, καθότι του αποκαλύπτει την αλήθεια και τον σκοπό της δικής του ζωής.

β) Ο θάνατος φοβίζει μόνον εκείνους που δεν γνωρίζουν την αληθινή φιλοσοφία της φύσης:

«Ὁ θάνατος οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς· τὸ γὰρ διαλυθὲν ἀναισθητεῖ· τὸ δ' ἀναισθητοῦν οὐδὲν πρὸς ἡμᾶς» (Κύριαι Δόξαι, ΙΙ)

Ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας. Γιατί αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται δεν είναι τίποτε για μας (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

Τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδήπερ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν, ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ' ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. Οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευκότας, ἐπειδήπερ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν, οἱ δ' οὐκέτι εἰσίν (Επιστολή προς Μενοικέα, 125).

Το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτε για μας - στο βαθμό που όσο υπάρχουμε, δεν είναι παρών κι όταν πάλι είναι παρών, τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Άρα, ο θάνατος δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους πεθαμένους - εφόσον για τους πρώτους δεν υπάρχει, ενώ οι άλλοι δεν υπάρχουν πια (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

Ο Επίκουρος ανατρέχει στην ατομική θεωρία του Δημόκριτου και
την τροποποιεί, για να στηρίξει το επιχείρημά του. Το σύμπαν είναι αιώνιο, άπειρο και αμετάβλητο. Ό,τι υπάρχει συνίσταται από άτομα, τα οποία καθώς κινούνται στον κενό χώρο, συγκρούονται, όταν αποκλίνουν από την πορεία τους, και σχηματίζουν σύνθετα σώματα. Τα ίδια τα άτομα είναι αμετάβλητα, αυτό που μεταβάλλεται είναι η σύνθεσή τους. Στη φυσική του Επίκουρου αντιστοιχεί μια ανθρωπολογία: ο ανθρώπινος οργανισμός αποτελείται από άτομα. Η ανθρώπινη ψυχή είναι και αυτή σωματική με τη διαφορά ότι αυτή αποτελείται από πολύ λεπτά άτομα. Με την αποσύνθεση του σώματος, που επιφέρει ο θάνατος, η ψυχή, η έδρα της αίσθησης, διαλύεται μαζί με το σώμα και παύει να υπάρχει. Από τη σκοπιά αυτή ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας, αφού αυτό που έχει αποσυντεθεί δεν αισθάνεται και αυτό που δεν αισθάνεται, δεν είναι τίποτε. Έτσι, η φυσική καθίσταται η βάση της ηθικής φιλοσοφίας του Επίκουρου. Αν εξαλειφθεί ο φόβος του θανάτου, τότε το πρόβλημα του θανάτου γίνεται πρόβλημα συμφιλίωσης του ανθρώπου με το πεπερασμένο της ύπαρξής του.

«Πρὸς μὲν τἆλλα δυνατὸν ἀσφάλειαν πορίσασθαι, χάριν δὲ θανάτου πάντες ἄνθρωποι πόλιν ἀτείχιστον οἰκοῦμεν» (Επικούρου προ αφωνήσεις, 31).

Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ως προς όλα τα άλλα, όμως εξαιτίας του θανάτου όλοι οι άνθρωποι ζούμε σε μια πόλη ανοχύρωτη (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

Η απάντηση αυτή στο πρόβλημα του θανάτου εμπεριέχει βασικές προκείμενες της επικούρειας θεωρίας περί ευδαιμονίας του ανθρώπου.

Ὅθεν γνῶσις ὀρθή τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπο λαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον, ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελομένη πόθον (Επιστολή προς Μενοικέα, 124-25).

Γι' αυτό η γνώση του γεγονότος ότι ο θάνατος δεν είναι τίποτε για μας μάς κάνει ικανούς να απολαμβάνουμε την πρόσκαιρη ζωή μας, όχι γιατί προσθέτει άπειρο χρόνο σ' αυτήν, αλλά γιατί απομακρύνει τον πόθο της αθανασίας (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

Η γνώση του πεπερασμένου της ύπαρξής μας καταλαγιάζει τον ασίγαστο και ανόητο πόθο της αθανασίας, ο οποίος καταπιέζει τη ζωή μας και δεν μας αφήνει να την χαρούμε, καθώς υποκαθιστά το εφικτό στο εκάστοτε παρόν με κάτι το μελλοντικό στον χώρο της φαντασίας. Με την απελευθέρωσή μας από τον φόβο του θανάτου και της μετέπειτα ζωής επανακτά η ζωή μας τη σημασία της. Η σκέψη του θανάτου αναδεικνύει τη μοναδικότητα και την απόλυτη αξία της ύπαρξής μας και μας προτρέπει να ζήσουμε κάθε στιγμή της σαν να ήταν η τελευταία.

Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη και η αιωνιότητα κατ' ανάγκη δεν έχει επέκεινα. Όμως, εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

«Γεγόναμεν ἅπαξ, δὶς δὲ οὐκ ἔστι γενέσθαι· δεῖ δὲ τὸν αἰῶνα μηκέτι εἶναι σὺ δὲ οὐκ ὢν τῆς αὔριον κύριος ἀναβάλλῃ τὸ χαῖρον ὁ δὲ βίος μελλησμῷ παραπόλλυται καὶ εἰς ἕκαστος ἡμῶν ἀσχολούμενος ἀποθνῄσκει» (Επικούρου προσφωνήσεις, 14).

Γεννηθήκαμε μια φορά και δεν γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη και η αιωνιότητα κατ' ανάγκη δεν έχει επέκεινα. Όμως, εσύ, που δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία σου και η ζωή σπαταλιέται στις αναβολές κι ο καθένας μας πεθαίνει γεμάτος ασχολίες (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης). 

γ) Ο Επίκουρος θεωρεί υπέρτατο αγαθό την ηδονή («τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν τοῦ μακαρίως ζήν») και διακρίνει την «ἡδονὴ ἐν τῇ σαρκὶ» από την «ἡδονὴ τῆς διανοίας». Η ηδονή ορίζεται ως η «παντὸς τοῦ ἀλγοῦντος ὑπεξαίρεσις». Η ηδονή είναι η ευχαρίστηση που νιώθουμε, όταν λείψει κάθε ενόχληση, όπως, για παράδειγμα, η πείνα, η δίψα κ.ά. Ο Επίκουρος αναγνωρίζει ότι η επιδίωξη της ηδονής οδηγεί στην εξάρτηση του ανθρώπου από τις φυσικές ορμές, αλλά θεωρεί ότι η εξάρτηση αυτή μπορεί με τη βοήθεια της φρόνησης να μετριασθεί: «Κακόν», γράφει, «ἡ ἀνάγκη, ἀλλὰ οὐδεμία ἀνάγκη ζῆν μετ' ἀνάγκης» (Επικούρου προσφωνήσεις, 9). Οι αχαλίνωτες επιθυμίες μας δεν οφείλονται στη φύση, αλλά στην ανθρώπινη αυταπάτη, στην κενοδοξία μας που τις ελευθερώνει.

Ο Επίκουρος διακρίνει τρία είδη επιθυμιών: 1) ορισμένες επιθυμίες μας είναι φυσικές και αναγκαίες (η επιθυμία της τροφής), 2) ορισμένες επιθυμίες είναι φυσικές, αλλά όχι αναγκαίες (π.χ. για πολυτελή εδέσματα) και 3) ορισμένες επιθυμίες δεν είναι ούτε φυσικές ούτε αναγκαίες, αλλά τις γεννά η κενοδοξία μας (π.χ. για την ανέγερση ανδριάντων). Ο σοφός μπορεί να παραιτηθεί από τις δύο τελευταίες και να επιδιώξει τις πνευματικές απολαύσεις που είναι ανώτερες από τις φυσικές οι οποίες συναρτώνται με τη διέγερση των παθών. Ο Επίκουρος προτείνει έναν καλαίσθητο, εκλεπτυσμένο τρόπο ζωής. Την ευδαιμονία δεν μπορούμε να την ορίσουμε θετικά, δεν μπορούμε δηλαδή να πούμε σε κανέναν τι χρειάζεται για να είναι ευτυχής, μπορούμε όμως να την ορίσουμε αρνητικά. Ο υπέρτατος σκοπός της ζωής είναι η αποφυγή των πόνων, η ηρεμία και η γαλήνη της ψυχής (αταραξία). Ο φιλοσοφημένος άνθρωπος δεν θα παραδοθεί τυφλά στο κυνήγι των ηδονών, των υλικών απολαύσεων, αλλά θα σταθμίσει τις καταστάσεις συνυπολογίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά, ώστε να περιορίσει στο ελάχιστο το ενδεχόμενο σωματικών και ψυχικών οχλήσεων μόνον έτσι μπορεί να διασφαλίσει την ευτυχία. «Την ηδονή», γράφει, «την χρειαζόμαστε, όταν η στέρησή της μας προξενεί πόνο. Όταν δεν αισθανόμαστε πόνο, δεν χρειαζόμαστε πια την ηδονή». Το όριο της ηδονής είναι η αποφυγή των πόνων. Η αντίληψη αυτή, που αναγορεύει σε ηθικό κριτήριο την απονία, βρήκε απήχηση στους νεότερους χρόνους και μάλιστα επέδρασε και στη νομοθεσία μας, η οποία θεωρεί κολάσιμο τον βασανισμό των ζώων. Μπορεί να μην γνωρίζουμε τι χρειάζονται τα ζώα για να ζουν ευχάριστα, αλλά μπορούμε να γνωρίζουμε αν πονούν, και αυτό πρέπει να αποφευχθεί. Μπορούμε, συνεπώς, να αναγνωρίσουμε και στα πλάσματα αυτά το δικαίωμα να ζουν όσο το δυνατόν δίχως πόνο.

Η κριτική που ασκήθηκε στην Ηθική του Επίκουρου από την αρχαιότητα έως σήμερα επικεντρώνεται στα εξής σημεία[
34]:

1. Ο Επίκουρος πρεσβεύει τον «απολαυστικό βία», διδάσκει δηλαδή έναν ακραίο ηδονισμό.

2. Η θεωρία του περί ευδαιμονίας αποτελεί, από τη σκοπιά του χριστιανικού τρόπου ζωής, ύβρη με την έννοια ότι ο άνθρωπος θεωρεί το εαυτόν ισάξιο με τη θεότητα και χλευάζει την ειμαρμένη και τη θεία πρόνοια.

3. Η Ηθική του Επίκουρου είναι μια Ηθική δίχως ηθικές αξίες.


Ως προς το τελευταίο σημείο, που αφορά στην προβληματική της σχέσης αρετής και ευδαιμονίας, η κριτική αυτή δεν ευσταθεί. Προς το τέλος της Επιστολής προς Μενοικέα ο Επίκουρος αναφέρεται σε εκείνους που παρερμηνεύουν τη διδασκαλία του, χωρίς να τους κατονομάζει, και διευκρινίζει ότι, όταν λέει ότι ο τελικός σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοεί «τις αισθησιακές ηδονές, αλλά την απουσία σωματικού πόνου και ψυχικής ταραχής. Γιατί την ευχάριστη ζωή δεν την κάνουν ούτε οι συνεχείς οινοποσίες και οι διασκεδάσεις... αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, ο οποίος αναζητεί τις αιτίες κάθε προτίμησης και κάθε αποστροφής και απομακρύνει τις δοξασίες που προκαλούν μεγάλη σύγχυση στην ψυχή». Η φρόνηση, από όπου απορρέουν όλες οι άλλες αρετές, είναι το «μέγιστο αγαθό», «πολυτιμότερη ακόμη και από τη φιλοσοφία» [τη θεωρητική γνώση], γιατί «μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζούμε ευχάριστα, δίχως να ζούμε συνετά, ηθικά και δίκαια», και αντίστροφα. «Γιατί οι αρετές συγγενεύουν εκ φύσεως με την ευχάριστη ζωή και η ευχάριστη ζωή είναι αχώριστη από αυτές» (μετάφρ. Γιώργος Ζωγραφίδης).

Είναι φανερό ότι δεν έχουμε εδώ να κάνουμε με έναν ακραίο ηδονισμό ούτε με μια Ηθική δίχως ηθικές αξίες, αλλά με μια Ηθική του «λογισμού»: «Τα όρια της ηδονής πρέπει να τα μετρήσουμε με το λογικό» (Κύριαι δόξαι, XIX). «Η σάρκα έχει άπειρα τα όρια της ηδονής», αλλά ο νους κατανοεί ότι για την κατάκτηση της ευδαιμονίας πρέπει να θέσει όρια στις απαιτήσεις της σάρκας (Κύριαι δόξαι, ΧΧ). Το ζητούμενο είναι η αυτάρκεια, την οποία ο Επίκουρος χαρακτηρίζει ως τη μέγιστη αρετή. Με το να συνηθίζει κανείς στην απλή και όχι στην πολυτελή διατροφή δεν βελτιώνει μόνον την υγεία του, αλλά προετοιμάζεται και για την αντιμετώπιση των μεταστροφών της τύχης. Η αυτάρκεια δεν αφορά μόνον στα υλικά αλλά σε άλλα αγαθά, όπως είναι η τιμή, τα δημόσια αξιώματα κ.λπ. Ο σοφός προτιμά να ζει απαρατήρητος (λάθε βιώσας) μακριά από τους περισπασμούς της καθημερινής ζωής.

Η ύψιστη αρετή βρίσκεται στην ανιδιοτελή εκείνη σχέση που ονομάζεται φιλία «Από τα αγαθά που παρέχει η σοφία για τη μακαριότητα της ζωής στο σύνολο της το μέγιστο είναι η απόκτηση της φιλίας [φιλίας κτήσις]» (Κύριαι δόξαι, XXVII).

Στη βάση των κριτηρίων του ο Επίκουρος ορίζει και τον ηθικό «τόπο
» της δικαιοσύνης και του νόμου, δίχως να ανατρέχει στις πλατωνικές ιδέες ή στον κοσμικό νόμο των Στωικών. Ο Επίκουρος θεωρεί το δίκαιο ως ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου που συνάπτουν οι άνθρωποι με στόχο την κοινή ωφέλεια. Πρόκειται για κοινωνικές συμβάσεις που ποικίλλουν από κοινωνία σε κοινωνία και μπορούν να αλλάζουν στο πέρασμα του χρόνου, όταν αυτές δεν υπηρετούν πια το κοινό συμφέρον.

Η ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΚΟΥΡΟΥ | Philosophy Project: Ο Επίκουρος και η φιλοσοφία του

Σημειώσεις

[33]. Βλ. Επίκουρος, Ηθική: κύριαι δόξαι (εισαγωγή-μετάφραση-σχόλια: Γιώργος Ζωγραφίδης), Αθήνα 1992, σελ. 103.
[34]. Βλ. Maximilian Forschner, Über das Glück des Menschen, Darmstadt 1994, σελ. 41-2.

Δεν υπάρχουν σχόλια: