ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β
ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
Γνωρίζεις τον εαυτό σου;
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση
Ἡ κίνηση μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους
Κλειστός κατά ἕναν καταναγκαστικό τρόπο
Το θέμα μας εἶναι ὁ τύπος ἐκεῖνος ποὺ ζητάει ἀνεξαρτησία, ἀπομόνωση, πού ζητάει τη μοναξιά.
Προσωπικῶς πιστεύω ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὅ,τι εἶναι ἀπό τή γέννησή του, ἀλλά καί γίνεται ὅ,τι γίνεται, καθώς ζεῖ μέσα στην κοινωνία. Το ἔχουμε πεῖ τόσες φορές καί πρέπει να το τονίσουμε ἀκόμη μιά φορά, ὅτι ὁ καθένας μας ἀπό τή γέννησή του ἔχει μιὰ ἄλφα προδιάθεση, τέτοια ή τέτοια, ἔχει ὁρισμένες καταβολές, ἔχει μια συγκεκριμένη προσωπικότητα· καί ἔρχονται ἔπειτα οἱ γονεῖς μας, οἱ δάσκαλοί μας, ἡ γειτονιά, γενικότερα το περιβάλλον, τα γεγονότα τῆς ζωῆς, οἱ ἀντιξοότητες τῆς ζωῆς, καὶ συντελοῦν ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ διαμορφωθεί τελικά ὁ χαρακτήρας μας καὶ νὰ ἀνήκουμε ἔτσι σε κάποιον τύπο.
Καὶ ἄλλοι μέν μπορεῖ νὰ ἀνήκουν στον τύπο ἐκεῖνο τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος προσκολλάται στούς ἄλλους, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρίς αὐτὴ τὴν ἐξάρτηση. Χάνεται το πᾶν γι' αὐτὸν, ἐὰν, ὑποθέσουμε, μείνει ἄνευ ἐξαρτήσεως. Ἄλλοι μπορεῖ νὰ ἀνήκουν στον τύπο ἐκεῖνο ποὺ ὅλους τοὺς θεωρεῖ ἐχθρούς. Μὲ ὅλους τα βάζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ διακρίνει σε κανέναν ἄνθρωπο μιά διάθεση καλοσύνης, ἀγάπης, μια διάθεση συνεργασίας. Ὅλοι εἶναι ἐχθροί του, ὅλοι εἶναι ἐπικίνδυνοι καὶ πρὸς ὅλους πρέπει να πάρει στάση αμύνης. Ἄλλοι μπορεῖ νὰ ἀνήκουν στον τρίτο τύπο, ποὺ ἀναζητεῖ τὴν ἀνεξαρτησία, τὴν ἀπομόνωση, τη μοναξιά. Μπορεί, βέβαια, να πέφτω ἔξω, ἔτσι ὅπως τὰ λέω, ἀλλὰ μοῦ φαίνεται πώς αὐτά εἶναι ἀλήθεια.
Φοβάται νὰ ἀνοιχθεῖ
Ἐξ ὅσων γνωρίζω, ἀπὸ τὴ λίγη πείρα ποὺ ἔχω, ὁ τύπος αὐτὸς ποὺ ἀπομακρύνεται ἀπό τούς ἀνθρώπους μπορεῖ νὰ εἶναι θρησκευτικός ἄνθρωπος να διαβάζει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ ἐκκλησιάζεται, να συμμετέχει στα μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας - μπορεῖ νὰ φαίνεται εὐσεβής, καμιά φορά νὰ θεωρεῖται καὶ ἅγιος, καὶ ὅμως στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του καθόλου νὰ μὴν ἔχει πλησιάσει ἀκόμη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του νὰ μὴν ἔχει φανεῖ ἀκόμη μιὰ ἀκτίνα τοῦ φωτὸς τοῦ Θεοῦ. Καί αὐτό, διότι εἶναι πολύ κλειστός, πολύ περιφραγμένος· γι' αὐτὸν είναι καταστροφή τὸ νὰ ἀνοιχθεῖ. Αὐτός, θα μπορούσαμε νὰ ποῦμε, μια λέξη ξέρει: κλειστός. Τὸ ἄνοιγμα τὸν φοβίζει ἀκόμη καὶ τὸ ἄνοιγμα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.
Γι' αὐτό καμιά φορά λέμε σε κηρύγματα καὶ σὲ ἄλλες ὁμιλίες ὅτι ὅλο τὸ θέμα εἶναι νὰ ἀνοιχθεῖ ὁ ἄνθρωπος στη χάρη τοῦ Θεοῦ, νὰ ἀνοιχθεί στο φῶς τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος παραδίνεται πλέον στον Θεό, αὐτό σημαίνει ὅτι δέχεται ἐπισκέπτη μέσα του παύει νὰ εἶναι περιφραγμένος καὶ κλειστός. Ὁ ἀρρωστημένος τύπος όμως δὲν μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό. Διότι αὐτὸς ἀναζητεῖ τὴ μοναξιά, καταφεύγει στη μοναξιὰ κατὰ ἕναν καταναγκαστικό τρόπο.
Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μεγάλο πρόβλημα. Γι' αὐτό, μπορεί κανείς κατά τὰ ἄλλα νὰ εἶναι θρησκευτικότατος, εὐσεβέστατος, μπορεῖ νὰ μελετά πάρα πολύ τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ εἶναι ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἂν ὅμως ἀνήκει σ' αὐτὸν τὸν ἀρρωστημένο τύπο, θέλει δέν θέλει, το καταλαβαίνει δὲν τὸ καταλαβαίνει, κατὰ ἕναν καταναγκαστικό τρόπο μένει κλειστός. Καί δημιουργείται ἔξω ἀπό τὸ κλείσιμο αὐτό, ἔξω ἀπό τὸ βάθος αὐτό τῆς ὑπάρξεώς του, τρόπον τινά, μια ὑπερευαισθησία, σὰν ἕνας ἁμυντικός μηχανισμός, ὁ ὁποῖος τίθεται ἀμέσως σε κίνηση, σε λειτουργία, σε ἐνέργεια, μόλις κάτι πάει νὰ ἐπηρεάσει την ψυχή αὐτή στο βάθος της, μόλις πάει, τρόπον τινά, νὰ τὴν ὑποχρεώσει να κάνει κάτι (παρά τη θέλησή της) ή μόλις φανεῖ πώς θέλει νὰ τὴν καταπιέσει.
Κάποια χαρακτηριστικά τοῦ ἀνθρώπου που ἀπομονώνεται
Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὅπως λένε οἱ εἰδικοί, ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἔχουν περί πολλοῦ αὐτὴ τὴν ἐσωτερική ἐλευθερία, καὶ τὸ νὰ μὴ χάσουν τὴν ἐλευθερία τους, τὴν ἀνεξαρτησία τους, τη μοναξιά τους, φθάνουν μέχρι του σημείου ἀκόμη καὶ ἐντελῶς ἔξωτερικά πράγματα να τους πειράζουν. Ἂν π.χ. τους σφίγγουν τὰ παπούτσια, η ζώνη, η γραβάτα, αυτά τους πειράζουν. Αν βρίσκονται σε ένα μέρος που είναι κλειστό τρόπον τινά μπροστά, και δεν μποροῦν νὰ δοῦν καὶ αὐτὸ τοὺς πειράζει. Ή, αν βρεθούν σε ἕναν κλειστό χώρο, σε ένα τούνελ, σε μια γαλαρία, σε ἕναν ὑπόγειο δρόμο, δεν μπορούν να τὸ ὑποφέρουν. Ή, τους πειράζει πάρα πολύ, τους ἐνοχλεῖ, ὅταν πρόκειται να αναλάβουν μακροπρόθεσμη υποχρέωση (π.χ. όταν πρόκειται να κάνουν ἕνα συμβόλαιο, ὅταν πρόκειται να παντρευτούν).
Πολλοί ἄνθρωποι που μένουν άγαμοι, δὲν ξέρουμε κατά πόσο δεν προχωρούν στον γάμο, έπει δὴ ὁ Θεός τους καλεῖ σὲ μιὰ ἄλλη ζωή. Μπορεί να μένουν ἀνύπανδροι, γιατί φοβούνται τὸν γάμο. Νομίζουν ότι θα χάσουν αὐτὴ τὴν ἐλευθερία, την ἀρρωστημένη ὅμως ἐλευθερία. Φοβούνται ότι θα χάσουν αὐτὴ τὴν ἀνεξαρτησία τὴν ἀρρωστημένη φυσικά ἀνεξαρτησία. Φοβοῦνται ἀκριβῶς μήπως κάποιος άλλος μπεῖ στὸ βάθος τῆς ὑπάρξεώς τους, καὶ αὐτὸ δὲν το θέλουν καθόλου. Βέβαια, ὑπάρχουν ἄλλες ἀνάγκες, που τους κάνουν τελικά να παντρευτούν. Π.χ. μια γυναίκα ποὺ ἀναζητεί προστασία, στοργή, τελικά θα παντρευτεί, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχει το μειονέκτημα αὐτὸ. Πῶς εἶναι δυνατόν ἔπειτα νὰ ὑπάρξει κοινωνία ψυχῶν καὶ προσώπων σ' αὐτὸν τὸν γάμο. Όπως καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ, ἀπὸ τὴν πλευρά τῶν ἀνδρῶν, μπορεῖ νὰ συμβαίνει αὐτό, ὁπότε δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἔπειτα κοινωνία ψυχῶν.
Οἱ ἀρρωστημένοι αὐτοί τύποι, μπορεῖ νὰ κάνουν μερικά πράγματα πού ἐκ πρώτης όψεως φαίνονται μικρά καί σὰν νὰ μὴν ἔχουν μεγάλη σημασία, ἀλλὰ γι' αὐτοὺς εἶναι τὰ μέτρα ἐκεῖνα που λαμβάνουν, για να περισωθεῖ ἡ ἐλευθερία τους. Ἐάν, π.χ., εἶναι κανείς ὑποχρεωμένος να πηγαίνει στη δουλειά του στο κατάστημα ἢ στο γραφεῖο πού εἶναι ὑπάλληλος – στις ὀκτώ, νομίζει πώς κάποια ζημιά γίνεται μέσα του, ἄν πάει ἀκριβῶς στις ὀκτώ. Θά πάει ὀκτώ καὶ ἕνα λεπτό, καί δύο λεπτά, καὶ πέντε λεπτά. Καὶ τὸ κάνει αὐτό, για να νιώσει ἔτσι ὅτι περισώζει τὴν ἐλευθερία του. Ὁ ἄνθρωπος αὐτός μπορεῖ νὰ προσφέρει πολλά στοὺς ἄλλους, μπορεῖ νὰ ἐξυπηρετεῖ καὶ νὰ βοηθάει τοὺς ἄλλους, ἀλλά ἀπό τη στιγμή που οἱ ἄλλοι θὰ τοῦ ζητήσουν κάτι συγκεκριμένο, δέν το κάνει. Καί αὐτό, γιατί νιώθει σάν να δένεται, σαν να δεσμεύεται, σὰν νὰ ἐξαρτᾶται. Μπορεί, π.χ., να πάει κάποιο δώρο σε ἕναν συνάνθρωπό του, σὲ ἕνα γνωστό του, ἐὰν δὲν τὸ περιμένει ὁ ἄλλος. Εάν το περιμένει, δὲν τοῦ τὸ πάει.
Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θέλει να ἀποτελεῖ ἐξαίρεση μέσα στη ζωή. Δὲν ζεῖ ὅπως ζοῦν καὶ οἱ ἄλλοι. Θέλει να κάνει κάτι ἰδιαίτερο, κάτι διαφορετικό. Αἰσθάνεται ὅτι χάνεται, μόλις μπεί μέσα στη συνηθισμένη ζωή που ζοῦν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Νομίζει δηλαδή ὅτι χάνει ἀκριβῶς αὐτὴ τὴν ἐλευθερία του, τὴν ἀνεξαρτησία του Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἰδιαιτέρως ἐπιδιώκει τὴν ὑπεροχή. Καὶ ὁ πρῶτος τύπος, ὁ συμμορφούμενος, ὁ προσκολλώμενος, ἀναζητεῖ τὴν ὑπεροχή, καὶ ὁ ἄλλος ποὺ τὰ βάζει μὲ ὅλους ἐπίσης, ἀλλά, θα λέγαμε, ἀκόμη πιο πολύ αὐτός ὁ τελευταῖος τύπος. Αὐτός εἶναι πού, περισσότερο από ὅλους τοὺς ἄλλους, ἀναπαύεται στην αἴσθηση αὐτὴ τῆς ὑπεροχής, γιατί εἶναι πάντοτε μόνος, άνεξάρτητος, εἶναι πάντοτε κλεισμένος στὸν ἑαυτό του. Πῶς μπορεί να σταθεί στα πόδια του, πῶς μπορεί κάπως να στηριχθεί, κάπως νὰ αἰσθάνεται ἄνετα, ἐὰν δὲν ἔχει τὴν ἰδέα ὅτι εἶναι ἰδιοφυΐα, ὅτι ὁ ἑαυτός του ἔχει μια ἰδιαίτερη ἀξία, ὅτι εἶναι κάτι μεγάλος Αὐτὸ τὸν τρέφει, τὸν ἱκανοποιεί, τὸν ἀναπαύει, τὸν εὐχαριστεί. Γελοιοποιείται ὅμως πέρα για πέρα, ὅταν τα γεγονότα και οἱ καταστάσεις τῆς ζωῆς τὸν διαψεύσουν.
Γιατί, ξέρετε, δὲν ἔχει σημασία τί ἰδέα, τί γνώμη ἔχουμε ἐμεῖς γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τί νομίζουμε ὅτι εἶμαστε. Ἡ ζωὴ εἶναι μια πραγματικότητα και, θέλουμε δέν θέλουμε, κάποια στιγμή μᾶς ἀναγκάζει να προσγειωθοῦμε. Πάνω στα πράγματα αὐτὸς βλέπει πλέον ὅτι δὲν εἶναι καθόλου μια ιδιοφυΐα, δὲν ἔχει μιὰ ἰδιαίτερη αξία, δὲν εἶναι ὁ ἑαυτός του κάτι πάνω στὸ ὁποῖο μπορεί να στηριχθεί. Καὶ σὲ τέτοιες περιπτώσεις, σὰν νὰ γίνεται ἀγνώριστος, σὰν νὰ μὴν εἶναι πλέον ἐκεῖνος ποὺ φαινόταν ότι είναι. Καταφεύγει γελοιοποιούμενος φυσικά στοὺς ἄλλους καὶ ζητάει προστασία, στοργή, ἀγάπη. Λαμβάνει βέβαια πάλι τα μέτρα του νὰ μὴν μπεῖ κανείς μέσα στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του, ὥστε τελικά να μείνει πάλι μόνος. Γιατί ἐκεῖνο εἶναι ὁ μεγαλύτερος κίνδυνος καὶ ἡ μεγαλύτερη καταστροφή γι' αὐτόν: μὴν τυχόν μπεῖ κάποιος μέσα στον περιφραγμένο αὐτόν πύργο, στο ἀσφαλές αὐτό καταφύγιο.
Ἐνῶ ζητάει ὑπεροχή, δὲν κάνει ἀγώνα μαζί με τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, δὲν συναγωνίζεται μέ αὐτούς. Πιστεύει ὅμως ὅτι ὅλη ἡ ὕπαρξή του στο βάθος εἶναι ἕνας μεγάλος θησαυρός, και περιμένει οἱ ἄλλοι νὰ δοῦν αὐτὸν τὸν θησαυρό και να τον ἀναγνωρίσουν· περιμένει νὰ δοῦν τὴν ἀξία του. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅπως λέει ἡ Κάρεν Χόρνεῦ, ὁ ὁποῖος φαντάζεται τὸν ἑαυτό του σάν ἕνα μοναχικό δένδρο ἐπάνω στην κορυφή κάποιου λόφου, καί ὅλους τοὺς ἄλλους σάν νὰ εἶναι δένδρα στις πλαγιές του λόφου, ἀπὸ τὰ ὁποῖα κανένα δέν προεξέχει. Εἶναι ὅλα ἴδια. Αὐτός εἶναι τὸ μοναδικό δένδρο που προεξέχει καὶ που βρίσκεται πάνω στον λόφο.
Μὲ ἐμπιστοσύνη στα χέρια τοῦ Θεοῦ
Πῶς εἶναι δυνατόν, ἀδελφοί μου, σε μια τέτοια ψυχή νὰ ἔλθει ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ, τη στιγμή που ζεῖ κατά ἀρρωστημένο τρόπο; Κατά ἀρρωστημένο τρόπο σημαίνει, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ὅτι, θέλει δὲν θέλει κανείς, κάπως ἔτσι ζεῖ μέσα στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του. Πῶς εἶναι δυνατό μια τέτοια ψυχή νὰ χαριτωθεί; Πῶς εἶναι δυνατό σε μια τέτοια ψυχή νὰ ἔλθει τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ; Δὲν εἶναι δυνατόν. Καί ὁ ἄνθρωπος αὐτός μπορεῖ μια ζωή ὁλόκληρη νὰ εἶναι θρησκευτικός, μπορεῖ νὰ ἀγωνίζεται, ὅπως νομίζει ὁ ἴδιος, καὶ τελικά στο βάθος ὁ ἑαυτὸς του νὰ εἶναι τελείως ἀκατέργαστος καὶ ἀρρωστημένος, καὶ καθόλου νὰ μὴν τὸν ἔχει ἐπισκεφθεῖ ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὅμως, ὅπως κι ἂν ἔχει τὸ πράγμα, ἄν λίγο-λίγο ὁ ἄνθρωπος ἀρχίσει να καταλαβαίνει τί τοῦ συμβαίνει, καὶ πάρει τὴν ἀπόφαση να αρχίσει να ταπεινώνεται ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ προσπαθεί να κάνει λίγο κουράγιο νὰ ἀφεθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη στα χέρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεός θὰ βρεῖ τρόπο να μπεί και στο δικό του σκοτεινό ὑπόγειο, καὶ στη δική του σκοτεινή καί σκληρή ψυχή, καὶ νὰ μεταμορφώσει τὴν ὕπαρξή του καὶ νὰ τὸν κάνει ἀληθινό ἄνθρωπο, ἀληθινό χριστιανό.
Καὶ τότε θὰ δεῖ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους ὡς ἀληθινούς ἀνθρώπους καὶ θὰ ἔχει ἀληθινὴ ἐπαφὴ καὶ ἀληθινή κοινωνία μαζί τους. Και φυσικά θά ἔχει μπεῖ κανείς στον δρόμο τῆς σωτηρίας καὶ θὰ προχωρεῖ ἀπὸ πρόοδο σε πρόοδο, ἀπό χάρη σε χάρη, ἕως ὅτου νὰ τελειωθεῖ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.
21-11-1971
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου