Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (15)


Συνέχεια από:Tετάρτη 7 Ιανουαρίου 2025

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ' 4


Ἡ κίνηση μακριά ἀπό τούς ἀνθρώπους


Μακριά καί ἀπό τὸν ἑαυτό τους


Κάτι πού ἐπιβάλλεται να κάνουμε

Θὰ ἀναφερθοῦμε καί σήμερα σ' αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἀπομακρύνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Στα χρόνια μας, στὴν ἐποχή που ζοῦμε, ἡ ζωή -ὁ τρόπος τῆς ζωῆς, ἡ κοινωνία, ἡ νοοτροπία, το πνεῦμα ποὺ ὑπάρχει και γενικότερα ὁ πολιτισμός- εἶναι τέτοια, πού κάθε ἄνθρωπο τον βγάζει ἀπό τὸν ἑαυτό του, τον κάνει να διαχέεται πρός τά ἔξω, τον διασκορπίζει, τον κάνει να περισπᾶται. Γι' αὐτό, περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη φορά, σήμερα, στα χρόνια μας, στὴν ἐποχή μας εἶναι ἀνάγκη οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀπομακρύνονται πότε-πότε ἀπό τοὺς ἄλλους, να μένουν μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ νὰ συζητοῦν, να κάνουν διάλογο με τον ἑαυτό τους.

Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἀρκετοί το κάνουν αὐτό. Ὄχι μόνο ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι πιστεύουν στον Χριστό καὶ ἀγωνίζονται νὰ εἶναι καλοί χριστιανοί συχνά πυκνά προσπαθοῦν νὰ ἀποσυρθούν κατενώπιον Θεοῦ καὶ νὰ κάνουν αὐτὸν τὸν διάλογο με τον ἑαυτό τους, ἀλλά καί ἄλλοι, κινούμενοι ἁπλῶς ἀπό μια φιλοσοφική διάθεση, το κάνουν αὐτό γιὰ τὴν ἀνασυγκρότηση τοῦ ἑαυτοῦ τους, για να βοηθήσουν τὸν ἑαυτό τους νὰ ὁδηγηθεί σε μια πληρότητα ἑσωτερική. Καί δέν εἶναι κακό. Μᾶλλον ἐπιβάλλεται νὰ γίνεται, ἰδίως –ἐπαναλαμβάνω– στα χρόνια μας.

Ἀποξενωμένοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους

Παρ' ὅλο ὅμως που οἱ ἄνθρωποι σήμερα εἶναι συνέχεια μαζί μὲ τοὺς ἄλλους, ὡστόσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ζοῦν διαρκῶς μακριά ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἄσχετα ἄν εἶναι ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἄσχετα ἄν ζοῦν μέσα σε μιὰ οἰκογένεια πού ἔχει καὶ ἄλλα μέλη ἤ ἄν ἐργάζονται σὲ μιὰ ἐργασία -σε ἕνα ἐργοστάσιο ἤ στήν ἀγορά- καὶ ἔχουν συνεργάτες, ὑπαλλήλους, συναδέλφους. Εἶναι μέν ἀνάμεσα σὲ ἄλλους ἀνθρώπους, συγκατοικοῦν μὲ ἄλλους, ὡστόσο ὅμως ζοῦν μακριά ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀποξενωμένοι ἀπό τούς ἄλλους. Καὶ μάλιστα, αὐτοί ποτέ ἴσως δέν ἔσκυψαν βαθύτερα στον ἑαυτό τους, για να κάνουν ἀληθινό διάλογο μὲ τὸν ἑαυτό τους. Μολονότι συνεχῶς εἶναι μὲ τὸν ἑαυτό τους, καθώς συνεχῶς ἀποφεύγουν τοὺς ἄλλους καί συνεχῶς εἶναι χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους, τελικά ὅμως δέν ἐμβαθύνουν στη γνώση τοῦ ἑαυτοῦ τους καὶ δὲν κάνουν αὐτὸν τὸν διάλογο μὲ τὸν ἑαυτό τους.

Ὅμως, χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους δὲν εἶναι μόνο αὐτοί οἱ ὁποῖοι κατὰ ἕναν ἀρρωστημένο, βέβαια, τρόπο ἀγαποῦν αὐτὴ τὴν ἀπομάκρυνση, αὐτὴ τὴν ἀποξένωση. Χωρισμένοι ἀπὸ τοὺς ἄλλους εἶναι καὶ οἱ ἄλλες δύο κατηγορίες ἀνθρώπων γιὰ τίς ὁποῖες μιλήσαμε.

Ὅταν δηλαδή ἕνας προσκολλάται στούς ἀνθρώπους, ὅπως λέγαμε, σε τελευταία ἀνάλυση δέν ἔχει ἀληθινή κοινωνία καὶ δὲν βρίσκεται σὲ ἀληθινή σχέση μὲ αὐτοὺς, δὲν ἔχει ἀληθινή ἀγάπη πρός αὐτοὺς. Καὶ ἐκεῖνος ἐπίσης ὁ ὁποῖος παίρνει ἐχθρικὴ στάση ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων καί συνέχεια μαλώνει, συγχύζεται, συγκρούεται μαζί τους, ἔχει βέβαια κάποια σχέση μαζί τους –δέν εἶναι ἀποξενωμένος ἀπὸ αὐτούς– ὅμως οὐσιαστικά εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους.

Ἰδιαίτερα ὅμως ὁ τύπος αὐτός ὁ ὁποῖος, ὅπως είπαμε, κινείται μακριά ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, ἰδιαίτερα αὐτός, τελικά κινείται μακριά ἀκόμη καί ἀπό τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Ὁ τύπος αὐτός δέν ξέρει ποιός εἶναι ὁ ἑαυτός του. Μολονότι εἶναι συνέχεια μὲ τὸν ἑαυτό του, μολονότι εἶναι κλεισμένος, ταμπουρωμένος, περιχαρακωμένος στον ἑαυτό του καί λαμβάνει ὅλα τὰ μέτρα μήν τυχόν οἱ ἄλλοι τόν ἀγγίξουν ψυχικά, μήν τυχόν δηλαδή ἔλθει σε ψυχική ἐπαφὴ μὲ τοὺς ἀνθρώπους, τελικά δέν ξέρει ποιός εἶναι, τί πιστεύει, τί ἐλπίζει, τί φοβάται. Βρίσκεται σε μια κατάσταση τέτοια, που ὄχι ἁπλῶς εἶναι ἀποξενωμένος ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἀλλά εἶναι ἀποξενωμένος ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τελικά δέν γνωρίζει τὸν ἑαυτό του. Φυσικά, καί οἱ ἄλλοι τύποι -ἀπό ἄλλη πλευρά ἐκεῖνοι- δέν γνωρίζουν τὸν ἑαυτό τους.

Ἀνάγκη γιὰ αὐτάρκεια

Αὐτός λοιπόν ὁ τύπος λέτε καὶ φτιάχνει γύρω του ἕνα κυκλικό τείχος καὶ ὡς ἕνα σημεῖο μέχρι τὸ τεῖχος αὐτό, μέχρι το περιχαράκωμα αὐτό ἀφήνει τοὺς ἄλλους νὰ τὸν πλησιάσουν. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα θα κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μὴν μπορέσει να μπεῖ κανείς λίγο πιο μέσα στὴν ὕπαρξή του, ὥστε νὰ ὑπάρξει ἐπικοινωνία.

Ἔτσι, ἡ πρώτη-πρώτη ἀνάγκη που αἰσθάνεται αὐτός ὁ ἄνθρωπος, αὐτός ὁ ἀρρωστημένος τύπος, εἶναι τὸ νὰ ἔχει κάποια αὐτάρκεια. Ἀφοῦ εἶναι ἀπομονωμένος, ἀφοῦ δὲν συνεργάζεται, δὲν συγκοινωνεί με τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ δὲν ἔχει δοῦναι λαβεῖν μὲ τοὺς ἄλλους, εἶναι φυσικό να κάνει τὸ πᾶν, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὰ βγάλει πέρα μόνος του. Έπομένως, κάνει το πᾶν, γιὰ νὰ εἶναι αὐτάρκης, νὰ ἔχει αὐτάρκεια. Ἕνας τέτοιος τύπος καταπλήσσει καμιά φορά μέ τὴν ἐφευρετικότητά του. Καταπλήσσει δηλαδή μὲ τὴν ἱκανότητα ποὺ ἔχει νὰ ἐφευρίσκει λύσεις μέσα στη συνηθισμένη καθημερινή του ζωή ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Οἱ συνηθισμένοι ἄνθρωποι, οἱ μὴ ἀρρωστημένοι –ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ὑπάρχουν σήμερα ἄνθρωποι μὴ ἀρρωστημένοι, γιατί, ὅπως ἔχουμε πεῖ, λίγο πολύ ὅλοι εἶναι προσβεβλημένοι ἀπό αὐτὴ τὴν ἀσθένεια, γιὰ τὴν ὁποία μιλοῦμε, ἢ ἀπό τίς ἄλλες– ἐν πάση περιπτώσει, οἱ κάπως μὴ ἀρρωστημένοι, τρόπον τινά, δὲν μποροῦν νὰ σκεφθούν ὁρισμένα πράγματα, δὲν μποροῦν νὰ συλλάβουν ὁρισμένα πράγματα, ποὺ θὰ τὰ σκεφθεί, θὰ τὰ συλλάβει, θά τὰ ἐπινοήσει αὐτός ὁ ὁποῖος ἔχει ἀκριβῶς αὐτή τὴν ἀνάγκη νὰ εἶναι αὐτάρκης, νὰ ἔχει αὐτάρκεια. Τι θὰ πεῖ νὰ ἔχει αὐτάρκεια; Θὰ πεῖ νὰ μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος να ζήσει μόνος του.

Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λίγο πολύ ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ένας νορμάλ ἄνθρωπος δὲν δυσκολεύεται να ζητήσει τη βοήθεια τῶν ἄλλων, να ἐξαρτηθεῖ λίγο καί ἀπό αὐτούς. Ἕνας νορμάλ ἄνθρωπος δὲν δυσκολεύεται να βοηθήσει και να τον βοηθήσουν, νὰ ὑποχρεώσει με τον τρόπο του καί νὰ ὑποχρεωθεῖ. Ὁ μή νορμάλ ὅμως ἄνθρωπος, ὁ τύπος αὐτός, μόλις δεῖ ὅτι κάτι πάει να γίνει πού θα τον πιέσει, τρόπον τινά, νὰ ἔχει ἀνάγκη ἀπό κάποιο πρόσωπο, ποὺ θὰ τὸν ἀναγκάσει νὰ ὑποχρεωθεί σ' αὐτό το πρόσωπο, νὰ ἔχει ἐξάρτηση ἀπό αὐτό, ἀμέσως μαζεύεται μέσα στο καβούκι του καὶ μένει ἐκεῖ μόνος.

Κλειστός καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ

Ὁ τύπος αὐτός εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος συνέχεια ἔχει ἀνάγκη ἀπό τή μοναξιά. Τόσο πολύ ἔχει ἀνάγκη ἀπό τή μοναξιά, ὥστε ἀκόμη καί ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ -καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξουμε ἰδιαιτέρως αὐτό- φοβάται νά ἀνοιχθεῖ. Δηλαδή, καὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ θέλει να μείνει μόνος. Τόν τρομάζει ἡ ἀλήθεια ὅτι ὁ Θεός ὅλα τὰ βλέπει, ὅλα τὰ ξέρει ὅτι ἀπό τόν Θεό, ἀπὸ τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ τίποτε δέν ξεφεύγει. Αὐτή ἡ πραγματικότητα, αὐτή ἡ ἀλήθεια τὸν τρομάζει, ὅτι δηλαδή μέσα στην κρυψώνα του, μέσα στη μοναξιά του, μέσα στο καβούκι του, μέσα στην κλεισούρα του αὐτή εἶναι δυνατό να πέφτει το μάτι τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶναι δυνατὸν ὁ Θεός να ξέρει τοῦτο, να ξέρει ἐκεῖνο.

Θέλετε να προχωρήσουμε λίγο περισσότερο; Ὄχι ἁπλῶς τὸν τρομάζει το ὅτι τὸ μάτι τοῦ Θεοῦ βλέπει τα πάντα, τὸ ὅτι ὁ νοῦς τοῦ Θεοῦ ξέρει καὶ τοῦτο κι ἐκεῖνο, ἀλλά, καθώς εἶναι κλειστή ἡ ὕπαρξή του, δέν θέλει κάν μέσα ἀπό τὸ κλείσιμο αὐτό, μέσα ἀπὸ τὸ τεῖχος αὐτό, να περάσει κάποιος ἄλλος πού δέν εἶναι ὁ ἑαυτός του. Αὐτό εἶναι φοβερό, εἶναι φρικτό, ἐὰν ἀληθεύει καὶ ἀληθεύει. Καί μπορεῖ να συμβαίνει σε πολλούς ἀνθρώπους, σὲ ἀνθρώπους μάλιστα οἱ ὁποῖοι εἶναι χριστιανοί, σε ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν σχέση με τον Θεό, μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἔχουν σχέση με τοὺς ἀνθρώπους, μὲ τοὺς ἄλλους χριστιανούς· ἀλλά ὡς ἕνα σημεῖο ὅλα αὐτά. Ἀπό ἕνα σημεῖο καὶ πέρα μήν τυχόν εἴτε κάποιος χριστιανός ἡ εἰδικότερα κάποιος ἱερέας ἀλλά ἀκόμη καί αὐτός ὁ Θεός προχωρήσει πιο μέσα στην ψυχή τους.

Ὁ τύπος αὐτός λοιπόν εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν μπορεῖ νὰ ἀνοιχθεῖ στὸν Θεό, δέν μπορεῖ νὰ ἐμπιστευθεῖ στὸν Θεό. Εἶναι τελικά ὁ χριστιανός ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ὅλα καλά, ὅλα καλά, ἀλλά στο βάθος –το συναισθάνεται, το βλέπει, ὅταν τὸ προσέξει δέν ἔχει ἀκόμη κοινωνία μὲ τὸν Θεό, δέν ἔχει ἀκόμη ἐπαφὴ μὲ τὸν Θεό. Δὲν μπῆκε τὸ φῶς τοῦ Θεοῦ στο μυστικό αὐτό σκοτάδι που ὑπάρχει μέσα του, στο διπλοκλειδωμένο αυτό καβούκι του. Καὶ ἔχει συνείδηση αὐτῆς τῆς πραγματικότητος –ἂν βέβαια ἔχει μπορεῖ καὶ νὰ μὴν ἔχει. Και καμιά φορά διερωτάται κανείς: Γιατί, τέλος πάντων, ἐνῶ πιστεύει ὡς ἕνα σημεῖο, ἐνῶ ἀγωνίζεται νὰ εἶναι χριστιανός, ἐνῶ κάνει πολλά καθήκοντα χριστιανικά και θέλει νὰ ἔχει κοινωνία με τον Θεό, τελικά δὲν ἔχει; Ἀπορεῖ κανείς γιατί. Ἢ ἀπορεῖ γιατί δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἄλλους χριστιανούς, γιατί δὲν ἀγαπᾶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Μπορεῖ ἡ ὅλη σχέση τοῦ «καλοῦ» αὐτοῦ χριστιανοῦ μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους να φαίνεται ὅτι εἶναι καλή, μπορεῖ νὰ εἶναι συνεχής, ἀλλά κατά βάθος ὅμως ή ὕπαρξή του δέν ἔχει κοινωνία με τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους, καὶ δὲν νιώθει ὁ χριστιανός αὐτός να περνοῦν οἱ ἄλλες ὑπάρξεις μέσα του, καί ἡ δική του στις ἄλλες ὑπάρξεις. Δὲν αἰσθάνεται δηλαδή αὐτὸς ἀνοικτή την ψυχή του, ὥστε νὰ ἔλθει μέσα του ἡ ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν, τῶν συν-χριστιανῶν καὶ πρωτίστως καὶ κυρίως ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Μιά κατάσταση που δύσκολα φεύγει


Η κατάσταση αὐτή εἶναι μια ἀρρωστημένη κατάσταση, καί, ξέρετε, εἶναι δύσκολο να φύγει. Μπορεῖ νὰ τὸ λέμε, να το ξαναλέμε ὅτι πρέπει να φύγει, μπορεῖ νὰ θέλουμε να φύγει και να προσπαθούμε να φύγει, καὶ νὰ μὴ φεύγει.

Νὰ πῶ ἕνα παράδειγμα, γιὰ νὰ τὸ καταλάβετε. Ἂν μπορεῖ νὰ λιώσει από μια συνηθισμένη φωτιά ὁ γρανίτης, τότε μπορεῖ νὰ φύγει καὶ ἡ κατάσταση αὐτή με συνηθισμένες προσπάθειες. Ὁ γρανίτης, για να λιώσει, θέλει πολλῶν βαθμῶν θερμοκρασία. Καί γιά να φύγει αὐτή ἡ κατάσταση, για να λιώσει αὐτὸ τὸ τεῖχος καὶ νὰ ἀνοίξει ἡ ψυχή, χρειάζεται ὁπωσδήποτε μεγάλη θερμοκρασία πίστεως.

Ἐκεῖνο, νομίζω, πού πρωτίστως χρειάζεται εἶναι νὰ τὰ καταλάβει κανείς ἔτσι τὰ πράγματα, νὰ τὰ δεῖ ἔτσι, να τα παραδεχθεῖ ὅτι ἔτσι εἶναι, καί νὰ ἀποφασίσει αὐτόν τον γρανίτη, αὐτή την πέτρα, αὐτή τή σκληράδα, πού θρονιάστηκε μέσα του και ἀπομακρύνει την ψυχή καί ἀπό τόν Θεό καί ἀπό τοὺς ἀνθρώπους, νὰ τὴν ἀποθέσει στη φωτιά τοῦ Θεοῦ. Ὅμως, αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο πού δέν θέλει να κάνει ὁ τύπος αὐτός.

Ἀλλά μόλις το καταλάβει κανείς, πρέπει να πεῖ: «Θέλω δέν θέλω, πρέπει να γίνει». Καί ἐάν ἀρχίσει νὰ ἐνεργεῖ ἔτσι, ἀργά ή γρήγορα ἡ φωτιά τοῦ Θεοῦ θὰ διαλύσει αὐτή τη σκληράδα, ὁ Θεός θὰ μπεῖ μέσα στην ψυχή, θὰ ἀνοίξει ὁ οὐρανός, καὶ θα γίνει κανείς χριστιανός καί θά δοκιμάσει αὐτή τη νέα ζωή. Τότε, δὲν θὰ ἀκούει ἁπλῶς για χριστιανούς καί για χριστιανική ζωή, ἀλλά θα ξέρει μέσα του πλέον τί θὰ πεῖ χριστιανός καὶ πῶς ζεῖ ὁ χριστιανός.

14-11-1971

Δεν υπάρχουν σχόλια: