Συνέχεια από Τρίτη 17 Μαρτίου 2026
Του John Rist
Cambridge University Press, 1996
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ
Βεβαιότητα, πίστη και κατανόηση
«Συγκατάθεση πρέπει να δίνεται στην αλήθεια· αλλά ποιος θα μας δείξει την αλήθεια;»
(Αυγουστίνος, Κατά των Σκεπτικιστών 3.5.13)
«Ο Θεός δεν αποφάσισε να σώσει τον λαό Του μέσω (Στωικής) λογικής.»
(Αμβρόσιος)
ΤΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ ΤΟΥ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΕΠΤΙΚΙΣΤΙΚΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΑ
Είναι αναγκαίο να εξετάσουμε την αντιμετώπιση του σκεπτικισμού από τον Αυγουστίνο για δύο λόγους: ιστορικά, μας επιτρέπει να αξιολογήσουμε μια σημαντική και διαρκή πλευρά της πνευματικής του εξέλιξης· φιλοσοφικά, μας βοηθά να κατανοήσουμε τους ισχυρισμούς που θέλει να διατυπώσει σχετικά με τη σημασία της πίστης σε διάκριση από τη γνώση, καθώς και την προτεραιότητα της κατανόησης έναντι και των δύο.
Τα γραπτά του Αυγουστίνου για τον σκεπτικισμό, και γενικότερα για τη γνωσιολογία, βασίζονται κυρίως στους Ακαδημαϊκούς του Κικέρωνα. Τέτοιο υλικό δεν ήταν διαθέσιμο στα νεοπλατωνικά κείμενα με τα οποία είχε εξοικειωθεί. Η γνώση του για τον Μένωνα και τον Θεαίτητο του Πλάτωνα ήταν έμμεση, ενώ δεν γνώριζε τίποτε από τα Αναλυτικά του Αριστοτέλη ούτε από ελληνικά στωικά ή σκεπτικιστικά γνωσιολογικά κείμενα.
Αποκτούμε γνώση, τουλάχιστον εν μέρει, μέσω της επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους. Η ανάλυση του Αυγουστίνου για τα δοθέντα σημεία δείχνει ότι θεωρούσε αυτή την επικοινωνία ελλιπή, αλλά όχι αδύνατη, στη μεταπτωτική μας κατάσταση. Οι ομιλητές είναι σε θέση να εκφράσουν τουλάχιστον ένα μέρος από αυτό που επιθυμούν να εκφράσουν, αν και οι ακροατές δεν είναι κατ’ ανάγκην σε θέση να τους κατανοήσουν.
Αν θέλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο, πρέπει να εξετάσουμε τις ικανότητες μάθησης του ακροατή — ή μάλλον όχι μόνο τις ικανότητές του ως ακροατή (ή αναγνώστη), αλλά γενικότερα τον τρόπο με τον οποίο, κατά τον Αυγουστίνο, αποκτά πεποιθήσεις, πληροφορίες και κατανόηση σε διάφορα πεδία.
Στην πραγματικότητα, σε όλη σχεδόν τη διάρκεια της καθολικής του ζωής, ο Αυγουστίνος υποστήριζε ότι, αυστηρά μιλώντας, κανείς εκτός από τον Θεό δεν είναι σε θέση να μας διδάξει οτιδήποτε. Υποστήριζε την εξάρτηση της μάθησής μας από τον Θεό — εν μέρει σε πλατωνική και εν μέρει σε θεολογική βάση — ακόμη πριν διατυπώσει τις πιο χαρακτηριστικές του ιδέες για την εξάρτηση του ανθρώπου από τον Θεό ως προς τη δυνατότητα της ηθικής συμπεριφοράς.
Το γεγονός αυτό είναι φιλοσοφικά σημαντικό καθαυτό. Παράλληλα, αποτελεί ένα συχνά μη αναγνωριζόμενο σημάδι της κατεύθυνσης προς την οποία θα αναπτυχθούν οι σκέψεις του Αυγουστίνου σχετικά με τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, σε πεδία πολύ πέρα από τη γνωσιολογία.
Στο προηγούμενο κεφάλαιο επισημάναμε τη σταθερή έμφαση του Αυγουστίνου στην ανεπάρκεια της γλώσσας και στην αποτυχία των χρηστών της να μεταδώσουν τις σκέψεις τους ή ακόμη και να τις διατυπώσουν. Τέλος, συναντήσαμε έναν ισχυρισμό που θυμίζει εκείνον του Πλάτωνα στον Κρατύλο: ότι, μολονότι οι λέξεις είναι σημεία «πραγμάτων», είναι κατανοητές μόνο εφόσον γνωρίζουμε τα ίδια τα πράγματα.
Περνώντας άμεσα στη γνωσιολογία, συναντούμε έναν ακόμη πιο ριζικό και ανησυχητικό ισχυρισμό: ότι, κατά μία έννοια, κανείς δεν μπορεί να διδάξει τίποτε σε κανέναν άλλον. Η απλή διατύπωση και αποδοχή λέξεων ή προτάσεων δεν αποτελεί ένδειξη μετάδοσης γνώσης ούτε ότι κάποιος διδάχθηκε «ως άνθρωπος»· διότι, λέει ο Αυγουστίνος, και οι παπαγάλοι μπορούν να κάνουν το ίδιο, ενώ εμείς δεν είμαστε παπαγάλοι ούτε οποιοδήποτε άλλο απλό ζώο.
Δεν έχει καμία αμφιβολία ούτε αυταπάτη για την πραγματικότητα και τη σημασία της διαφοράς μεταξύ ανθρώπων και ζώων:
«Αυτή δεν είναι η δύναμη με την οποία βρίσκω τον Θεό μου· διότι αν ήταν, τότε και το άλογο και ο ημίονος, τα άλογα όντα (Ψαλμ. 31:9), θα μπορούσαν να Τον βρουν» (Εξομολογήσεις 10.7.11).
Έτσι, ακόμη κι αν γνωρίζουμε, μπορεί να μην μπορούμε να το εκθέσουμε· ακόμη κι αν έχουμε έναν εσωτερικό λόγο, αυτός δεν είναι κατ’ ανάγκην εκφράσιμος με κατανοητό τρόπο. Αλλά διαθέτουμε άραγε έστω αυτόν;
Σε αντίθεση με σχεδόν κάθε άλλον στοχαστή της ύστερης αρχαιότητας, ο Αυγουστίνος έλαβε σοβαρά υπόψη τον ριζικό σκεπτικισμό και, ωθούμενος από τις δικές του εμπειρίες, επιχείρησε να δώσει απαντήσεις σε αυτόν.
Όταν έφθασε στην Ιταλία απογοητευμένος από τους Μανιχαίους (Η χρησιμότητα της πίστης 8.20), κατέφυγε στη σοφία του παλαιού του δασκάλου Κικέρωνα και άρχισε να αναρωτιέται αν οι λεγόμενοι Ακαδημαϊκοί — οι Σκεπτικιστές της σχολής του Αρκεσίλαου (περ. 315–241 π.Χ.) και του Καρνεάδη (214–129 π.Χ.) — δεν ήταν οι πιο συνετοί ή οι λιγότερο πλανημένοι από τους φιλοσόφους· διότι αυτοί υποστήριζαν ότι πρέπει να αμφιβάλλουμε για τα πάντα και ότι καμία αλήθεια δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή (Εξομολογήσεις 5.10.19).
Στις Αναθεωρήσεις (1.1.1) Ο Αυγουστίνος λέει ότι τέτοιοι ισχυρισμοί αναστάτωσαν πολλούς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου· τα διαθέσιμα στοιχεία για την περίοδο στο σύνολό της υποδηλώνουν ότι, εν πάση περιπτώσει, αναστάτωσαν τον Αυγουστίνο και τους φίλους του. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, λίγο πριν από το βάπτισμά του θέλησε να παρουσιάσει δημοσίως τα επιχειρήματά του κατά του σκεπτικισμού, και το πρώτο αποτέλεσμα ήταν το έργο Κατά των Σκεπτικιστών, ένα έργο σχετικά περιορισμένης εμβέλειας, με το οποίο — εντός των ορίων του — ο Αυγουστίνος παρέμεινε λίγο-πολύ ικανοποιημένος σε όλη του τη ζωή. Το επικαλείται ακόμη με επιδοκιμασία στο έργο Περί Τριάδος (15.12.21), κείμενο που ολοκλήρωσε σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα.
Αυτό ίσως φαίνεται παράδοξο· ας μη λησμονούμε όμως ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του αρχαίου σκεπτικισμού: ήταν συνήθως «καθολικός», αμφισβητώντας κάθε αξίωση γνώσης. Ένας σύγχρονος σκεπτικιστής, που θα υποστήριζε ότι οι αντικειμενικές αλήθειες στην ηθική είναι «παράξενες» επειδή εκφράζονται με προτάσεις διαφορετικής λογικής δομής από εκείνες της φυσικής — όπου πράγματι υπάρχουν αντικειμενικές αλήθειες — θα φαινόταν στους αρχαίους Σκεπτικούς αποκλίνων και μεθοδολογικά εσφαλμένος.
Η πιο ακραία αρχαία θέση δεν είναι μόνο δυσκολότερο να δικαιολογηθεί από την πιο περιορισμένη εκδοχή (και οι περισσότεροι σύγχρονοι με σκεπτικιστικές τάσεις την έχουν απορρίψει), αλλά και δελεάζει τους αντιπάλους της σε ένα επικίνδυνο είδος φιλοσοφικής αυτοπεποίθησης. Διότι είναι εύκολο να υποθέσει κανείς — και ο ίδιος ο Αυγουστίνος τείνει να το υποθέτει — ότι, αν κατορθώσει να θεμελιώσει κάποια βέβαιη γνώση, λ.χ. στον χώρο της λογικής, τότε έχει επίσης αποδείξει τουλάχιστον τη δυνατότητα βέβαιης γνώσης και σε άλλους τομείς: στη φιλοσοφική θεολογία, στην ηθική ή στις θεωρίες περί νου και προσώπου.
Πρέπει όμως να θυμόμαστε ότι ο ώριμος Αυγουστίνος θα ήταν ο τελευταίος στοχαστής που θα υπέθετε ότι μπορούμε, στην μεταπτωτική μας κατάσταση, να επιτύχουμε ό,τι είναι θεωρητικά δυνατό να επιτύχουμε. Θα εξετάσουμε περαιτέρω αυτό που ήδη σημειώσαμε: ότι το ενδιαφέρον του Αυγουστίνου για τη «βεβαιότητα» (ως προς την αλήθεια των προτάσεων) υπετάγη τελικά σε μια (πλατωνική) εκ νέου έμφαση στη μεγαλύτερη σημασία της «κατανόησης». Επιπλέον, καθώς αυτή η μετατόπιση προοπτικής συντελείται, περιορίζει συγχρόνως και την πρακτική σημασία της διάκρισης μεταξύ γνώσης και πίστης.
Οι περισσότερες γενικές μελέτες για τον Αυγουστίνο περιλαμβάνουν ένα κεφάλαιο για την ανασκευή του «επίσημου» σκεπτικισμού και καταλήγουν σε ποικίλα συμπεράσματα σχετικά με την ισχύ των διαφορετικών επιχειρημάτων που επιστρατεύει. Ορισμένες είναι προσεκτικές ώστε να τοποθετούν τα επιχειρήματα στο συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο τα είχε αρχικά εντάξει ο Κικέρων: τη διαμάχη μεταξύ Στωικών και Σκεπτικών ως προς το αν αντικείμενα ή γεγονότα μπορούν να γίνουν γνωστά μέσω προτασιακών σημείων κατά τρόπο ώστε το σημείο να παρέχει σαφή απόδειξη εκείνου στο οποίο αναφέρεται.
Τέτοιες μελέτες αφιερώνονται σχεδόν αποκλειστικά στα πρώιμα έργα του Αυγουστίνου, όπου εξετάζεται ο ειδικά «Ακαδημαϊκός» σκεπτικισμός, και συνήθως συνοδεύονται από ένα εκτενές ή συντομότερο παράρτημα για το διαρκές ενδιαφέρον του Αυγουστίνου σε μια πιθανή οδό προς περιορισμένη βεβαιότητα: το περίφημο επιχείρημα που εκφράζεται καλύτερα με την πρόταση «Εάν σφάλλω, υπάρχω» (Si fallor, sum).
Γι’ αυτό συνήθως γίνεται και παρεμπίπτουσα αναφορά στις συνέπειες τέτοιων παρατηρήσεων ακόμη και στον «ύστερο» Αυγουστίνο, όπως όταν δηλώνει ότι «δεν φοβάται καθόλου τα επιχειρήματα των Ακαδημαϊκών» (Περί Πολιτείας του Θεού 11.26)· ή ότι «όσο για το γνώρισμα που παρουσίασε ο Βάρρων ως διακριτικό της Νέας Ακαδημίας, δηλαδή την άποψη ότι τα πάντα είναι αβέβαια, η Πολιτεία του Θεού καταδικάζει ευθέως μια τέτοια αμφιβολία ως μορφή παραφροσύνης», διότι, όσο μικρή και ατελής κι αν είναι η ανθρώπινη γνώση, αναμφίβολα υπάρχει (Περί Πολιτείας του Θεού 19.18).
Τέτοιες παρατηρήσεις, όπως ορθά υποτίθεται, υποδηλώνουν τη συνεχιζόμενη εμπιστοσύνη του Αυγουστίνου στο επιχείρημα υπέρ της βεβαιότητας της ίδιας του της ύπαρξης ως της πιο εντυπωσιακής τυπικής μαρτυρίας κατά του σκεπτικισμού. Τονίζουν επίσης εκ νέου ότι, αν και η ανασκευή των Σκεπτικών υπήρξε πρωταρχικό μέλημα του Αυγουστίνου μόνο στην περίοδο αμέσως πριν ή λίγο μετά τη μεταστροφή του, οι μεταγενέστερες σκέψεις του για τη δυνατότητα της γνώσης — όπως εμφανίζονται κατά διαστήματα — δεν αποτελούν τόσο απόρριψη όσων προηγήθηκαν, όσο αναχάραξη του γνωσιολογικού χάρτη. Τα όρια της γνώσης καθορίζονται διαφορετικά και νέα προβλήματα έρχονται στο προσκήνιο της σκέψης του, αλλά τα προηγούμενα επιχειρήματα κατά του σκεπτικισμού, στο μέτρο που ισχύουν, δεν εγκαταλείπονται.
Οι Ακαδημαϊκοί Σκεπτικοί ισχυρίζονταν ότι είναι οι γνήσιοι μαθητές του Σωκράτη, δηλαδή εκείνης της παράδοσης (που εκπροσωπείται ιδιαίτερα σε ορισμένους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους), σύμφωνα με την οποία ο σοφός είναι εκείνος που γνωρίζει μόνο ότι δεν γνωρίζει τίποτε.
Υπάρχει μια σημαντική έννοια κατά την οποία ακόμη και ο Πλάτων (και συνεπώς κάθε γνήσιος πλατωνικός) είναι Σκεπτικός· έχει δεχθεί — όπως θεωρεί ο Αριστοτέλης, από τον Ηρακλείτειο Κρατύλο — ότι τα αισθητά πράγματα βρίσκονται διαρκώς σε ροή και ότι υπάρχει μια έννοια κατά την οποία δεν υπάρχει «κατανόηση» αυτών.
Δεν είναι εδώ ο τόπος να εξετάσουμε λεπτομερώς τις απόψεις του Πλάτωνα, αλλά ο γενικός τους χαρακτήρας είναι σημαντικός, διότι κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο αντανακλάται στον Αυγουστίνο: όχι μόνο επειδή (αν και, όπως σημειώσαμε, δεν είχε διαβάσει τον Μένωνα και τον Θεαίτητο) γνώριζε τις πλατωνικές συζητήσεις περί γνώσης μέσω του Κικέρωνα και του Βάρρωνα, αλλά και επειδή, τουλάχιστον εν μέρει, «ανασυνέθεσε» ορισμένες από τις ιδέες εκείνων των διαλόγων από άλλα τμήματα της πλατωνικής παράδοσης που είχαν φθάσει σε αυτόν. Παρόμοιες φιλοσοφικές ανησυχίες με εκείνες του Πλάτωνα φαίνεται ότι τον οδήγησαν, τουλάχιστον ως ένα σημείο, σε παρόμοια φιλοσοφικά συμπεράσματα.
Διότι η πιο θεμελιώδης αρχή της πλατωνικής γνωσιολογίας δεν είναι η διάκριση μεταξύ «νοητών» και «αισθητών» (όσο σημαντική κι αν είναι), αλλά η διάκριση μεταξύ άμεσης εμπειρίας, που παρέχει «γνώση» (ἐπιστήμη), και έμμεσης (ή δευτερογενούς) εμπειρίας, που παρέχει διάφορα είδη περισσότερο ή λιγότερο δικαιολογημένης «πίστης» (δόξα).
Στον Μένωνα (97A–C), ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι, αν ταξιδεύουμε από την Αθήνα στη Λάρισα, «γνωρίζουμε» τον δρόμο· ενώ, αν μάθουμε πώς να φθάσουμε εκεί από κάποιον άλλον, έχουμε αληθή (ή ψευδή) γνώμη. Ομοίως, στον Θεαίτητο (201B–C), ο αυτόπτης μάρτυρας ενός εγκλήματος έχει γνώση αυτού του εγκλήματος, ενώ οι δικαστές, στους οποίους μεταδίδει τη γνώση του, έχουν μόνο γνώμη.
Έτσι πρέπει να κατανοήσουμε τη «γνώση» των αισθητών. Δεν είναι γνώση με την αυστηρότερη έννοια, διότι αυτή απαιτεί τόσο άμεση εμπειρία όσο και γνώση των νοητών αντικειμένων· αλλά συχνά είναι άξια να ονομάζεται «γνώση».
Όσον αφορά τα νοητά, είναι το πιο γνωστό στοιχείο της πλατωνικής θεωρίας του Αγαθού (και γενικότερα των Ιδεών) ότι εκείνος που το έχει «δει» «γνωρίζει τι εννοώ» (πρβλ. Πλωτίνος, Εννεάδες 1.6.7 κ.ε.). Όποιος δεν το έχει δει μπορεί μόνο να μιλά γι’ αυτό.
Σε ένα χαρακτηριστικό — έστω και επινοημένο — ανέκδοτο, ο Κυνικός Διογένης λέει στον Πλάτωνα ότι μπορεί να δει άλογα, αλλά όχι την «ιππότητα» (την ουσία του αλόγου)· και ο Πλάτων του απαντά ότι αυτό συμβαίνει επειδή ο Διογένης έχει μάτια αλλά όχι νου. Διότι ο Διογένης (είτε είχε είτε όχι νου) δεν είχε ποτέ συναντήσει τις Ιδέες· είχε μόνο ακούσει τον Πλάτωνα να μιλά γι’ αυτές. Δεν «κατανοεί» τι είναι.
Αλλά ας αφήσουμε προς το παρόν την «κατανόηση».
Σημειώσεις:
1 Για τον αρχαίο και τον σύγχρονο σκεπτικισμό, βλ. M. Burnyeat, «The Sceptic in his Place and Time», στο Norms of Nature, επιμ. M. Schofield και G. Striker (Cambridge και Παρίσι 1986), σ. 3–29· καθώς και J. Annas, «Doing without Objective Values: Ancient and Modern Strategies», στο ίδιο έργο.
2 Ο Αυγουστίνος, ως καλός ρήτορας, δεν χάνει ποτέ την ευκαιρία για ένα επιχείρημα ad hominem στο πλαίσιο αυτό: στο Περί Πολιτείας του Θεού (4.30) αντιτείνει ότι ο Κικέρων, ως Ακαδημαϊκός φιλόσοφος (δηλαδή Σκεπτικός), αναμένει από εμάς να τον λάβουμε σοβαρά ως αυθεντία στο ζήτημα της μαντικής (augurium), την οποία στην πραγματικότητα ο ίδιος αντιμετωπίζει ως αστείο.
3 Πρβλ. επίσης: Soliloquia 3.1A· Διογένης Λαέρτιος 3.3.7· De vera religione 39–73 (σχετικά με την κατανόηση της αμφιβολίας)· Περί Τριάδος 10.10.14.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου