Συνέχεια από: Δευτέρα 6 Απριλίου 2026
Η ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΩΣ ΚΑΤΑΡΡΙΠΤΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΩΝ ΕΣΦΑΛΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ ΩΣ «ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΣΟΦΙΑ»
Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ ΤΩΝ ΣΥΝΟΜΙΛΗΤΩΝ ΚΑΙ Η ΕΛΕΓΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΩΣ ΡΙΖΙΚΗ ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗΣ ΤΕΧΝΙΚΗΣ ΤΗΣ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ
Τὸ ἠθικό-ἐκπαιδευτικό νόημα τῆς σωκρατικής διαλεκτικής-καταρριπτικής μεθόδου
Ἡ ἀποστολὴ ποὺ ἀνέθεσε στον Σωκράτη ὁ δελφικός θεός μέσω τοῦ μαντικού χρησμοῦ ἔγινε, λοιπόν, κατανοητή ἐκ μέρους του ὡς θεία ἀποστολὴ μὲ ἠθικὸ-ἐκπαιδευτικό σκοπό. Η διαλεκτική καταρριπτική μέθοδος τοῦ Σωκράτους προτρέπει κυρίως στὴν ἀναζήτηση τῆς ἄρετῆς, δηλαδὴ στὴν ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τις ψευδαισθήσεις ποὺ τὸν ἐξαπατοῦν καὶ τὸν ὠθοῦν νὰ φροντίσει γιὰ ὅλα ἐκτὸς ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο θὰ ἔπρεπε πραγματικά να φροντίσει, δηλαδή τὴν ψυχή του.
Η καταρριπτική διαλεκτική ἐπεδίωκε, ὡς ἐκ τούτου, να δοκιμάσει εἰς βάθος τὴν ψυχὴ γιὰ νὰ τὴν ἀπελευθερώσει ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ νὰ τὴν ἑτοιμάσει γιὰ τὴν κατανόηση τῆς ἀλήθειας.
Ἰδοὺ πῶς παρουσιάζεται στον Χαρμίδη ἡ διαλεκτικὴ ἐξέταση μέσῳ μιᾶς ἀπολαυστικής μεταφορᾶς ὡς «ἀπογύμνωση τῆς ψυχῆς»: Ο Σωκράτης, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ποτείδαια, μετὰ ἀπὸ μακρὰ ἀπουσία ἀπὸ τὴν πόλη τῶν Ἀθηνῶν, πηγαίνει στὴν παλαίστρα καὶ συναντά τὸ ὀμορφότερο ἀγόρι τῆς ἐποχῆς. Σὲ ὅποιον τοῦ ἔλεγε ὅτι, ἐὰν τὸ ἀγόρι δεχόταν νὰ ἀπογυμνωθεῖ, ἡ ὁμορφιά του θὰ ἀποκαλυπτόταν στὸ σύνολό της, ὁ Σωκράτης ἀπαντοῦσε ὅτι, γιὰ νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς τὴν ὁμορφιά τοῦ ἀγοριοῦ, θὰ ἔπρεπε πρώτα νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ ἐὰν αὐτὸ εἶχε «προσόν μικρόν», ἐὰν δηλαδὴ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὄμορφο σώμα διέθετε καὶ όμορφη ψυχή. Ἀντί, λοιπόν, νὰ γυμνώσει τὸ ἀγόρι, ὁ Σωκράτης ἀποφασίζει νὰ ἀπογυμνώσει τὴν ψυχή του:
Τότε ὁ Κριτίας, ἀφοῦ ἔστρεψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὴν θύραν, εἶδε μερικούς νεανίσκους νὰ εἰσέρχωνται καὶ νὰ κακολογῇ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον καὶ ἄλλο πλῆθος νὰ ἀκολουθῇ ἀπ᾿ ὀπίσω των καὶ εἶπε: «Διὰ τοὺς ὡραίους νέους, Σωκράτη, εὐθὺς ἀμέσως, νομίζω, θὰ κρίνῃς· διότι αὐτοὶ οἱ νέοι, ποὺ εἰσέρχονται, εἶναι οἱ πρόδρομοι καὶ οἱ ἐρασταὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος, ἐπὶ τοῦ παρόντος τουλάχιστον, θεωρεῖται ὡς ὡραιότατος· πιστεύω δὲ πὼς καὶ ὁ ἴδιος τώρα ἐδῶ κάπου πλησίον ἔρχεται». «Ἀλλά ποιὸς εἶναι;» τοῦ εἶπα ἐγώ, «καὶ τίνος υἱὸς εἶναι;» «Ἀσφαλῶς τὸν γνωρίζεις», εἶπεν, «ἀλλ᾿ ὅταν σὺ ἀνεχώρησες δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐνηλικιωθή· εἶναι ὁ Χαρμίδης, ὁ υἱὸς τοῦ θείου μου Γλαύκωνος καὶ ἑπομένως ἐξάδελφός μου». «Βεβαιότατα· πῶς δὲν τὸν γνωρίζω; Διότι καὶ τότε, ποὺ ἦτο ἀκόμη παιδί, καθόλου δὲν ἦτο ἄσχημος· ἀλλὰ τώρα βέβαια θὰ εἶναι πλέον τέλειος ἔφηβος». «Ἀμέσως», εἶπε, «θὰ μάθης καὶ πόσον μεγάλος ἔγινε καὶ πόσον ὡραῖος εἶναι». Καὶ καθὼς ὁ Χαιρεφῶν ἔλεγεν αὐτά, εἰσέρχεται ὁ Χαρμίδης.
Ἐγώ λοιπόν, ἀγαπητέ μου φίλε, δὲν ἔχω καθόλου τὴν ἱκανότητα νὰ κρίνω· διότι ὁλωσδιόλου λευκή στάθμη είμαι σχετικῶς μὲ τοὺς ὡραίους· διότι όλοι σχεδὸν οἱ νέοι μοῦ φαίνονται ὡραῖοι. Ἀλλ' αὐτὸς βέβαια καὶ τότε θαυμαστός μοῦ ἐφάνη καὶ διὰ τὸ ἀνάστημα καὶ διὰ τὸ κάλλος καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι μοῦ ἐφαίνοντο ὅτι ἦσαν ἐρασταί του· ἀπὸ τόσην ἔκπληξιν καὶ ταραχήν κατελήφθησαν, ὅταν ἐκεῖνος εἰσήρχετο· καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀκόμη ἐρασταὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν κατόπιν· καὶ δι' ἡμᾶς μὲν τοὺς ἄνδρας ὀλιγώτερον παράδοξον ἦτο τοῦτο· ἀλλ᾽ ἐγὼ ἐπρόσεξα καὶ εἰς τὰ παιδιὰ καὶ εἶδα ὅτι κανένα ἀπ᾿ αὐτὰ δὲν ἔστρεφεν ἀλλοῦ τὰ βλέμματά του, οὔτε καὶ τὰ μικρότατα ἀκόμη, ἀλλ' ὅλα, σὰν νὰ ἦτο κανέν ἄγαλμα, τὸν παρετήρουν μὲ θαυμασμόν.
«Πῶς σοῦ φαίνεται, Σωκράτη, ὁ νεανίσκος;» μοῦ εἶπεν ὁ Χαιρεφῶν. «Δὲν σοῦ φαίνεται πὼς ἔχει ὡραῖον πρόσωπον;» «Βεβαιότατα», ἀπήντησα. «Αὐτὸς λοιπόν», εἶπεν, «ἂν θὰ ἤθελε νὰ γυμνωθῇ, θὰ σοῦ φανῇ πὼς εἶναι ἀπρόσωπος· τόσον πολὺ ὡραῖος εἶναι εἰς τὴν κατασκευήν ὁλοκλήρου τοῦ σώματος». Ὅλοι λοιπὸν παρεδέχθησαν τὴν γνώμην του Χαιρεφῶντος· καὶ ἐγὼ «Θαυμάσια!» εἶπα, «πόσον ἀκαταμάχητον παριστάνετε τὸν ἄνδρα, ἂν ἕνα ἀκόμη πολὺ μικρὸν προσὸν συμβαίνῃ νὰ ἔχῃ». «Τί;» εἶπεν ὁ Κριτίας. «Ἂν ἔχῃ γεννηθῆ μὲ καλὴν ψυχήν. Καὶ ἁρμόζει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νὰ συμβαίνῃ τοῦτο, Κριτία, ἀφοῦ βέβαια κατάγεται ἀπὸ τὴν ἰδικήν σας οἰκογένειαν». «Ἀλλά», ἀπεκρίθη, «καὶ εἰς αὐτὰ εἶναι τέλειος ἄνθρωπος». «Ἂς τοῦ ξεγυμνώσωμεν λοιπόν γρήγορα αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μέρος του καὶ ἂς τὸ ἐξετάσωμεν μὲ θαυμασμόν πρωτύτερα ἀπὸ τὸ κάλλος τοῦ σώματος, διότι βέβαια εἰς τὴν ἡλικίαν ποὺ εἶναι τώρα ἔχει τὴν θέλησιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς μίαν συζήτησιν» 21.
Τὸ γεγονὸς ὅτι στόχος τῆς σωκρατικῆς διαλογικῆς-ἐλεγκτικῆς μεθόδου ἦταν νὰ δοκιμάσει τὴν ψυχὴ τοῦ συνομιλητή του, ἔτσι ώστε νὰ τὸν πείσει – εἴτε ἐπρόκειτο γιὰ νέο εἴτε γιὰ γέρο – νὰ ἔρθει ἀντιμέτωπος μὲ τὸν ἑαυτό του, δίχως αὐταπάτες καὶ ψευδαισθήσεις, συμπεραίνεται ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸ ἑπόμενο ὄμορφο ἀπόσπασμα τοῦ Λάχητος.
ΝΙ. Φαίνεσαι στ' ἀλήθεια, Λυσίμαχε, ὅτι τὸν Σωκράτη τὸν γνωρίζεις μόνον ἀπὸ τὸν πατέρα του· τὸν ἴδιο δὲν τὸν συναναστράφηκες, παρὰ μόνο ὅταν ἦταν παιδί, ἂν κάποτε σὲ συνέλευση τῶν δημοτῶν, ἀκολουθώντας τὸν πατέρα του, σὲ πλησίασε, ἢ σὲ κανένα ναό, ἢ σὲ κάποια ἄλλη συγκέντρωση τοῦ δήμου σας· μὰ ὅταν πιὰ μεγάλωσε, φαίνεσαι πὼς δὲν τὸν συνάντησες.
ΑΓ. Γιατὶ τὰ λὲς αὐτά, Νικία;
ΝΙ. Δὲν μοῦ φαίνεσαι νὰ ξέρης ὅτι ὅποιος πηγαίνει τόσο κοντὰ στὸν Σωκράτη μὲ τὸ λόγο, ὅσο κοντά μας εἶναι ὁ συγγενής μας, τὸν πλησιάζει καὶ συζητά μαζί του, ἀναγκάζεται, κι ἂς ἄρχισε πρὶν τὴ συζήτηση για κάποιο ἄλλο θέμα, νὰ ἀφήνη νὰ περιάγεται ἀπ᾿ αὐτὸν μὲ τὸ λόγο, ὥσπου νὰ φτάση στὸ σημεῖο νὰ ἀπολογηθῆ γιὰ τὸν ἑαυτό του, τί λογῆς ζωή κάνει τώρα, καὶ τὶ ζωὴ ἔζησε ὡς τώρα. Κι ὅταν φτάση αὐτοῦ, δὲν ξέρεις ὅτι δὲν θὰ τὸν ἀφήση ὁ Σωκράτης, ἂν δὲν ἐλέγξη ὅλα πέρα γιὰ πέρα. Μοῦ εἶναι καλὰ γνωστὸς ἐμένα τοῦτος ὁ ἄνθρωπος καὶ γνωρίζω ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ ξεφύγη κανεὶς αὐτὰ τὰ πράγματα ἀπ᾿ αὐτὸν καὶ ξέρω καλὰ πὼς ὁ ἴδιος θὰ τὰ πάθω. Εὐχαριστιέμαι ὅμως, Λυσίμαχε, μὲ τὴ συντροφιά του καὶ νομίζω πὼς δὲν εἶναι καθόλου κακὸ νὰ μᾶς ξαναθυμίζουν ὅ,τι δὲν ἐκάναμε ἢ δὲν κάνομε καλά. Ἀντίθετα, νομίζω, γίνεται πιὸ συνετὸς στὸ μέλλον ὅποιος δὲν ἀποφεύγει τοῦτο τὸν ἔλεγχο, ἀλλὰ θέλει, σύμφωνα μὲ τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Σόλωνος, καὶ κρίνει ἄξιο νὰ μαθαίνη ὅσο ζεῖ καὶ δὲ νομίζει ὅτι τὰ γηρατειὰ ἔρχονται βάζοντας μόνα τους γνώση.
Σὲ μένα λοιπὸν οὔτε ἀσυνήθιστο οὔτε δυσάρεστο εἶναι νὰ μὲ ἐλέγχη ὁ Σωκράτης· ἀπὸ ὥρα μάλιστα ἤξερα καλὰ ὅτι, μιὰ ποὺ εἶναι ἐδῶ ὁ Σωκράτης, ἡ συζήτησή μας δὲν θὰ ἦταν γιὰ τοὺς νεαρούς, ἀλλὰ γιὰ μᾶς τοὺς ἴδιους 22.
Τὸ πλέον δυνατό, βαθυστόχαστο καὶ συνθετικό κείμενο, ὅμως, ἐμπεριέχεται στὸν Σοφιστή. Ἐδῶ ἡ ἀπόρριψη παρουσιάζεται ὡς ἕνα εἶδος ὑψηλῆς «κάθαρσης», ἢ μᾶλλον ὡς ἡ ὕψιστη κάθαρση, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία γιὰ ὅλους, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Μεγάλου Βασιλέως, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ βασιλεύς, χωρίς τὴν ἐν λόγω κάθαρση, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ παραμένει δυστυχισμένος.
Ας διαβάσουμε το σημαντικὸ αὐτὸ ἀπόσπασμα:
ΞΕ. Γιὰ νὰ διώξουνε λοιπὸν ἀπὸ τὰ μυαλὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτὴ τὴ δοκησισοφία καταπιάνουνται μ' ἄλλον τρόπο.
ΘΕΑΙ. Μὲ ποιόν;
ΞΕ. Νά! Βάζουν ἐρωτήματα γιὰ κεῖνα τὰ ζητήματα, ὅπου νομίζουνε μερικοί πὼς λένε κάτι, ἐνῶ δὲ λένε τίποτα. Κι ἔπειτα εὔκολα ἐξελέγχουνε τις γνώμες τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἀφοῦ εἶναι σφαλερές. Τις γνώμες αὐτὲς τις συνάγουνε σὰ συμπεράσματα τῆς συζήτησης καὶ τῆς βάζουνε τὴ μιὰ κοντὰ στὴν ἄλλη, κι ἔπειτα τὶς συγκρίνουνε καὶ δείχνουν ὁλοφάνερα, πὼς ταυτόχρονα γιὰ τὰ ἴδια πράματα, γιὰ τῆς ἴδιες σχέσεις καὶ ἀπὸ τὴν ἴδιαν ὀπτικὴ ἀντιφάσκουν οἱ ἴδιοι μὲ τὸν ἑαυτό τους. Καὶ κεῖν᾿ οἱ ἄνθρωποι βλέποντας τὰ χάλια τους θυμώνουνε μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ γίνουντ᾿ ἀρνάκια μπροστὰ στοὺς ἄλλους καὶ μ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπον ἀπολυτρώνουντ᾿ ἀπὸ τὶς μεγάλες κι ἐπίμονες πλάνες, ποὺ ἔχουνε γιὰ τὸν ἑαυτό τους, καὶ ἡ ἀπολύτρωση αὐτὴ καὶ στὸν ἀκροατή παρέχει τὴν πιὸ μεγάλην εὐχαρίστηση καὶ σ' ἐκεῖνον, ποὺ πάσχει, τὴν πιὸ σίγουρη θεραπεία. Γιατί, ἀγαπητέ μου νέε, ὅπως οἱ γιατροί, ποὺ γιατρεύουνε τὰ σώματα, πιστεύουνε, πὼς τὸ σῶμα δὲν μπορεῖ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὴν τροφή, ποὺ τοῦ δίνουμε, πρὶν νὰ βγάλουμ᾿ ἀπὸ μέσα του κάθε τι ποὺ εἶν' ἐμπόδιο, τὸ ἴδιο στοχάστηκαν κι ἐκεῖνοι, ποὺ ἐπιχειροῦν τὸν ψυχικό καθαρμό, καὶ γιὰ τὴν ψυχή, πὼς δὲν μπορεῖ δηλαδὴ νὰ ὠφεληθεῖ ἀπὸ τὰ μαθήματα, ποὺ τῆς προσφέρουμε, πρὶν νὰ διώξει κανείς τις σφαλερές γνῶμες ποὺ εἶν᾿ ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἀληθινή μάθηση, ἐξελέγχοντας ἐκεῖνον, ποὺ θέλει κανεὶς νὰ διδάξει, καὶ κάνοντάς τονε νὰ ντραπεῖ γιὰ τὶς πλάνες του καὶ καθαρίζοντας τον ἔτσι, ποὺ νὰ πιστεύει στὸ ἑξῆς, πὼς γνωρίζει μόνο ἐκεῖνα, που ἀληθινὰ γνωρίζει καὶ τίποτα περισσότερο.
ΘΕΑΙ. Αὐτὸς εἶναι χωρὶς ἄλλο ὁ πιὸ καλὸς κι ὁ πιὸ στοχαστικός τρόπος.
ΞΕ. Γιὰ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, Θεαίτητε, πρέπει νὰ τονίσουμε, πὼς ὁ κριτικὸς ἔλεγχος εἶν᾿ ὁ πιὸ μεγάλος κι ὁ πιὸ σπουδαίος καθαρμός καὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε, πὼς ὅποιος δὲ δέχεται νὰ τοῦ γίνει ἔλεγχος, κι ἂν ἀκόμα εἶν᾿ ὁ μεγάλος βασιλιὰς τῶν Περσῶν, εἶναι στὸ μεγαλύτερο βαθμὸ ἀκάθαρτος κι ἀπαίδευτος καὶ κακόμορφος σ' ἐκεῖνα ἴσα ἴσα, ὅπου πρέπει να 'ναι καθαρότατος καὶ πανέμορφος, ὅποιος ἀληθινὰ πρόκειται νὰ εἶν᾿ εὐτυχισμένος 23.
Γιὰ ἀκόμη μία φορὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἡ τέχνη τῆς καταρριπτικῆς διαλεκτικῆς ποὺ ἀσκοῦσε ὁ Σωκράτης γιὰ νὰ ἀπογυμνώσει τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων μὲ τοὺς ὁποίους συνομιλούσε ὄχι μόνον ἐστόχευε νὰ βοηθήσει τοὺς ἄλλους νὰ γνωρίσουν τὸν ἑαυτό τους, ἀλλά, ἐπὶ πλέον, ἀποτελοῦσε μία σημαντικὴ εὐκαιρία γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Σωκράτη νὰ γνωρίσει τὸν ἑαυτό του.
Ο Kierkegaard ἔγραψε σχετικῶς: «Μεταξύ ἀνθρώπων υφίσταται αὐτὴ ἡ ὑπέρτατη ἐκδούλευση γιὰ τὸν δάσκαλο: ὁ μαθητής εἶναι γιὰ τὸν δάσκαλο ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ κατανοήσει ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του καί, ἀντίστοιχα, ὁ δάσκαλος εἶναι γιὰ τὸν μαθητὴ ἡ ἀφορμὴ γιὰ νὰ καταλάβει αὐτὸς τὸν ἑαυτό του» 24.
Σημειώσεις
21. ΠΛΑΤΩΝΟΣ, Χαρμίδης, Βιβλιοθήκη Ἀρχαίων Συγγραφέων, ΑἈθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 153 d- 154 e.
22. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Λάχης, Βιβλιοθήκη Ἀρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 187 d - 188 b.
23. ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ, Σοφιστής, Βιβλιοθήκη Αρχαίων Συγγραφέων, Ἀθήνα, ἐκδ. Ι. Ζαχαρόπουλος, 230 b-e.
24. S. KIERKEGAARD, Φιλοσοφικά ψιχία, ΙΙ, σ. 44.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου