Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2026

Γνωρίζεις τον εαυτό σου; (21)

Συνέχεια από: Tρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Β


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

Γνωρίζεις τον εαυτό σου;

Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Γ΄ έκδοση

Κεφάλαιο Έ 4

Η ιδεατή εικόνα
Δυσμενεῖς ἐπιδράσεις τῆς σύγχρονης κοινωνίας

Ανταγωνισμός:
τὰ δεσμά τοῦ σημερινοῦ ἀνθρώπου

Ὁ πιό ἀδύναμος, ὁ πιό ἁμαρτωλός, ὁ πιό μικρόνους ἄνθρωπος, ἕνας πού δέν καταλαβαίνει πολλά οὔτε ξέρει πολλά, ὅταν ἀποφασίσει νά ἀφεθεῖ στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, θά λυτρωθεί.

Πρέπει να τονίσουμε στη συνέχεια κάτι πού ἴσως δέν τὸ ἔχουμε προσέξει. Συνήθως λέμε: Ἐδῶ μέσα στον κόσμο, μέσα στήν κοινωνία, ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἀνθρώπους ἀξίζει νά ἀγωνιστεῖ κανείς, να τα βγάλει πέρα καί νά βοηθήσει καί τούς ἄλλους. Ἐδῶ δοκιμάζεται κανείς· ἐδῶ θά φανεῖ ἄν εἶναι πράγματι πιστός καί ἄν θά σωθεῖ τελικά.

Εἶναι βέβαια αὐτό μιά ἀλήθεια. Ἀλλά, ὅπως εἶναι τὰ πράγματα προπαντός στίς ἡμέρες μας, στά χρόνια μας –γιά νά μήν πᾶμε σε προηγούμενα χρόνια- ὁ ἄνθρωπος, καθώς ζεῖ μέσα στήν κοινωνία, ἀνάμεσα στούς ἄλλους ἀνθρώπους, βρίσκεται σε ἕνα συνεχή ἀνταγωνισμό. Συνεχῶς ὁ καθένας κρίνει τόν ἑαυτό του καί τόν συγκρίνει μέ τούς ἄλλους. Ἔτσι, δέν μπορεῖ ἄνετα καί ἐλεύθερα νά δεχθεῖ πώς εἶναι ὅ,τι εἶναι, καί ἄνετα, ἐλεύθερα, ταπεινά καί μέ συναίσθηση τῆς πραγματικότητός του νὰ ἀφεθεῖ στον Θεό. Το ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι μπλέκει. Καί ἐνῶ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι κανείς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ἄνθρωπος τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Εὐαγγελίου, ἄνθρωπος καλός πού κάτι θέλει να κάνει ὡς χριστιανός, παρά ταῦτα μπλέκει μπερδεύεται μέσα σ' αὐτή τή δίνη, μέσα σ' αὐτές τίς ἁλυσίδες καί τά δεσμά πού δημιουργεῖ ἡ σύγχρονη κοινωνία, καί μένει ἐκεῖ. Ναί μέν γνωρίζει κανείς καί παραδέχεται ὅτι ὑπάρχει ἁμαρτία, ἀλλά ὅλο γύρω ἀπό αὐτήν στριφογυρίζει, ὅλο μέ αὐτὴν ἀσχολεῖται, ὅλο αὐτήν βλέπει, μὲ ἀποτέλεσμα να δημιουργούνται μέσα στόν ἄνθρωπο κόμπλεξ, συμπλέγματα, ἰδεατή εἰκόνα καί ἄλλες ἀνώμαλες καταστάσεις, ὅπως ἔχουμε πεῖ.

Ἐνῶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θα ξεγλιτώσει ἀπό ὅλη αὐτή τήν πλεκτάνη πού ὑπάρχει μέσα στήν κοινωνία καί δέν θά ἔχει πλέον τὴν ἔγνοια να συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μέ τούς ἄλλους καί νά τούς ἀνταγωνιστεῖ, ὥστε να μπορέσει να σταθεῖ καί αὐτός μπροστά τους καί ἀνάμεσά τους, ἀλλά ἡ μέριμνά του θά εἶναι νά βρίσκεται μόνος μέ μόνο τόν Θεό, θά εἶναι –κατά κανόνα βέβαια- λυτρωμένος ἀπό τέτοιες μή φυσιολογικές ψυχολογικές καταστάσεις.

Εἶναι, π.χ., ἀδιανόητο, ἐξ ὅσων γνωρίζουμε, ἕνας ὁ ὁποῖος θά ἀποφασίσει να μονάσει –δέν λέω ὅτι πρέπει κανείς να κάνει αὐτό τό πράγμα, ἀλλά ὅμως να βλέπουμε τήν ἀλήθεια- θά πάει δηλαδή στό Αγιον Ὄρος ἤ κάπου ἀλλοῦ νὰ μονάσει, εἶναι ἀδιανόητο, εἶναι δηλαδή κάτι πού δέν μπορεῖ κανείς νὰ τὸ σκεφθεῖ γιὰ ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, ὅτι ἐκεῖ θὰ συγκρίνει τὸν ἑαυτό του μέ τούς ἄλλους, θά ἀνταγωνίζεται καί θὰ κοιτάζει πῶς θὰ μπορέσει να ξεπεράσει τοὺς ἄλλους, πῶς θὰ μπορέσει νά εἶναι ἀνώτερος ἀπό ἐκείνους· πῶς δηλαδή θά μπορέσει να ἐπιβεβαιώσει ἔτσι τὴν ὕπαρξή του ἀνάμεσα στούς ἄλλους. Καί γι' αὐτό –ἐφόσον βέβαια ὑπάρχει ἡ ἀγαθή διάθεση, ἐφόσον ξέρει κανείς γιατί πῆγε ἐκεῖ-τελικά καταφέρνει, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ καί με τή βοήθεια κάποιου ἀνθρώπου τῆς Ἐκκλησίας, νά δοθεῖ στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, να δεχθεῖ τὴν ἀγάπη καί τήν προσφορά τοῦ Θεοῦ καί νὰ σωθεῖ.

Εἶναι πάρα πολύ ἁπλή ἡ σωτηρία. Δέν εἶναι τόσο μπερδεμένη, ὅσο καμιά φορά τή φανταζόμαστε, οὔτε τόσο δύσκολη, ὅσο καμιά φορά τή νομίζουμε. Εἶναι πάρα πολύ ἁπλή ἡ σωτηρία, γιατί προσφέρεται δωρεάν ἀπό τόν Θεό στόν ἄνθρωπο. Προσφέρεται ἀπό τόν Θεό σέ ἕναν ἄνθρωπο, γιά τὸν ὁποῖο ὁ Θεός ξέρει ἐκ τῶν προτέρων ὅτι εἶναι τελείως ἀνάξιος γι' αὐτή τή σωτηρία, ἀλλά τοῦ τὴν προσφέρει δωρεάν.

Πῶς δημιουργεῖται ἡ ἰδεατή εἰκόνα

Ὅταν λοιπόν κανείς, καθώς ζεῖ μέσα σ' αὐτή τήν κοινωνία, μπλέκει σ' αὐτόν τόν ἀνταγωνισμό, σ' αὐτή τή σύγκριση, δέν μπορεῖ νὰ σταθεῖ γυμνός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ να σταθεῖ ταπεινός, ἁπλός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μέ μόνη τή διάθεση να δεχθεῖ τήν προσφορά καί τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Κάνει προσπάθεια να σταθεῖ ἀνάμεσα στούς ἄλλους, καθώς, ὅπως εἴπαμε, τούς ἀνταγωνίζεται. Πῶς ὅμως θὰ σταθεῖ, ἀφοῦ καθένας μας –τό καταλαβαίνουμε δέν το καταλαβαίνουμε· ἀκόμη κι ἐκεῖνος πού παρουσιάζεται ὡς ὁ πιό δυνατός- καθένας μας στο βάθος ἔχει μιά αἴσθηση, ὑποσυνείδητη ἴσως, τῆς ἀδυναμίας του;

Δέν ὑπάρχει ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος στο βάθος τῆς ὑπάρξεώς του νά μή διαισθάνεται, ἔστω λίγο, τὴν ἀδυναμία του, καθώς συνεχῶς καί πάντοτε αὐτή ἡ ἀδυναμία τόν συνοδεύει. Ἀλλά ἀπό τήν ἄλλη πλευρά, συνεχῶς καί πάντοτε ἐκ τῶν πραγμάτων εἶναι ἀναγκασμένος κανείς να καταβάλλει προσπάθεια νὰ ἐπιβεβαιώνει τήν ὕπαρξή του ἀνάμεσα στούς ἄλλους καί νά μπορεῖ νὰ στέκεται καί αὐτός ἀνάμεσα στούς ἄλλους, καθώς συγκρίνει τόν ἑαυτό του μέ τούς ἄλλους καί τούς ἀνταγωνίζεται. Αὐτό σημαίνει ὅτι κάτι πρέπει νὰ ἔχει μέσα του, πού θά τόν στηρίξει.

Ἄν ἐπιτρέπεται, να φέρω ἕνα παράδειγμα: Κάπου, σέ ἕναν ἀπέραντο χῶρο εἴμαστε πολλοί μαζεμένοι, χιλιάδες ἄνθρωποι, καί κάποιος ἀπό μιά θέση μιλάει πρός ὅλους, καί θέλουμε νὰ τὸν δοῦμε. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατο νά τόν δοῦμε, ἄν ἐκεῖνος δέν εἶναι ψηλότερα ἀπό μᾶς. Ὁπότε, χρειάζεται να βάλει κανείς κάποιο βάθρο κάτω ἀπό τά πόδια του, νὰ ἀνέβει ψηλότερα, γιά νά μπορέσει νὰ δεῖ.
Γιά να μπορέσει λοιπόν να σταθεῖ κανείς ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί νά αἰσθάνεται ἄνετα, νὰ αἰσθάνεται ἐν ἀσφαλείᾳ, θέλει να νιώθει ἀνώτερος, θέλει να νιώθει ὅτι εἶναι πιο πάνω ἀπό τούς ἄλλους. Ἔτσι, γιά νά τό πετύχει αὐτό, κάπου πα τάει, κάπου στηρίζεται. Κάτι δηλαδή βάζει μέσα στην ὕπαρξή του, πού εἶναι φυσικά ψεύτικο, φτια-χτό, καί στηριζόμενος σ' αὐτό, πατώντας πάνω σ' αὐτό, ξεφεύγει ἀπὸ τὴν πραγματικότητα.


Τὴν ὥρα, π.χ., πού ἕνας ἄνθρωπος ἔχει μιά τάση για μεγάλη ἁγιότητα, ἤ ἄλλος γιά πολλή σκλη-ρότητα, ἐκείνη τήν ὥρα, ὅσο κι ἄν φαίνεται παράδοξο, ἔχει μέσα του αὐτό τό κάτι πάνω στό ὁποῖο θέλει να πατήσει. Τήν ὥρα πού ἔχει κανείς μέσα του μιά τάση για μεγάλη ἀγάπη ἤ μιά τάση για τέλεια ἀδιαφορία πρός τούς ἄλλους, βάζει μέσα του κάτι ψεύτικο, κάτι στό ὁποῖο θέλει νά στηριχθεῖ, να πατήσει, γιὰ νὰ φανεῖ ἀνώτερος ἀπό τούς ἄλλους.
Να ξέρετε ὅτι, ὅταν κάτι πάνω σέ ἕναν ἄνθρωπο κτυπάει πολύ –ἀκούγεται πολύ, προβάλλεται πολύ, εἶναι ἀσύνηθες- αὐτό δέν εἶναι πραγματικό, δέν εἶναι φυσιολογικό· εἶναι κάτι ἔξω ἀπό τήν πραγματικότητα. Εἶναι ἐκδήλωση ἰδεατῆς εἰκόνας πού ὑπάρχει στόν ἄνθρωπο αὐτόν.

Μπορεῖ νὰ δοῦμε ἕναν ἄνθρωπο να κυνηγάει τὴν ἁγιότητα, καί στο βάθος αὐτός ὁ ἄνθρωπος νά μήν ἔχει καμιά σχέση μέ τήν ἁγιότητα. Ἤ, μπορεῖ νὰ δοῦμε ἕναν ἄνθρωπο να κυνηγάει τὴν ἀγάπη καί να μιλάει συνεχῶς γιά τήν ἀγάπη καί νά κόπτεται γι' αὐτήν, καί στο βάθος νά μήν ἔχει ἴχνος ἀγάπης. Ὅλα αὐτά εἶναι πλαστά, καί τά φτιάχνει ἀκριβῶς για να μπορέσει να πατήσει κάπου, να στηριχθεῖ κάπου, ὥστε νὰ αἰσθάνεται ἀνώτερος ἀπό τούς ἄλλους, νὰ αἰσθάνεται πιό ψηλά ἀπὸ τοὺς ἄλλους, Ἄς ἔχουμε λοιπόν ὑπ' ὄψιν ὅτι, ἔτσι ὅπως εἶναι τα πράγματα σήμερα, ἡ σύγχρονη κοινωνία, στήν ὁποία ζοῦμε, δέν προσφέρεται καθόλου, γιά νά μπο-ρεῖ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι μέ τόν πραγματικό ἑαυτό του καί νὰ ἔχει το κουράγιο καί το θάρρος μέαὐτὸν τὸν πραγματικό ἑαυτό του να στέκεται ἐνώ-πιον τοῦ Θεοῦ, να καταφεύγει στόν Θεό καί νά ζητάει ἀπό τόν Θεό τήν ἀγάπη του, τή χάρη του, τή σωτηρία πού προσφέρει. Ἡ πραγματικότητα τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι τέτοια, πού μπλέκει τὸν ἄνθρωπο μέσα στά γρανάζια τῆς ἁμαρτίας.

Καθ' ἑαυτήν ἡ ἁμαρτία εἶναι ἕνα κακό, ἀλλά ὑπάρχει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὑπάρχει ἡ σωτηρία πού προσφέρει ὁ Θεός. Ὅμως εἶναι ἔτσι τά πράγ-ματα σήμερα, ὥστε ἡ σύγχρονη κοινωνία, τὸ πνεῦμα τῆς σύγχρονης κοινωνίας μπλέκει, καί τόν καλό ἀκόμη χριστιανό, μέσα στα γρανάζια τῆς ἁμαρτίας, καί ἀλλοιώνεται κανείς· πιστεύει δηλαδή ὅτι εἶναι κάτι ἄλλο ἀπό αὐτό πού εἶναι, καί τελικά δέν μπορεῖ νὰ γίνει δεκτικός τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὅλα αὐτά βέβαια δέν σημαίνουν ὅτι πρέπει να φύγει κανείς ἀπό τήν κοινωνία. Διότι ἴσως πολλοί ἀπό μᾶς, καὶ νὰ θέλουμε να φύγουμε, δέν μποροῦμε.

Να διερωτηθοῦμε

Ὅλα αὐτά μᾶς λένε ὅτι πρέπει νὰ ἔχουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας αὐτόν τόν μεγάλο κίνδυνο, να προσέχουμε καί συνεχῶς νά διερωτόμαστε: Μήπως τυχόν, καί τὴν ὥρα πού πιστεύουμε στόν Θεό, καί τὴν ὥρα ποὺ εἴμαστε θρησκευτικοί ἄνθρωποι καί μετέ-χουμε τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν ὥρα πού δέν δεχόμαστε τρίχα στο σπαθί μας γιά τήν ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ καί κάνουμε τοῦτο ἤ ἐκεῖνο, μήπως βρισκόμαστε σε πλάνη; Μήπως, τήν ὥρα πού ἐκδηλωνόμαστε ἔτσι ἤ ἔτσι, εἴμαστε θύματα μιᾶς εἰκόνας πού ἔφτιαξε ὁ καθένας μέσα του γιά τὸν ἑαυτό του; Μήπως τυχόν εἴμαστε ἐκτός πραγ-ματικότητος καί ζοῦμε στήν περιοχή τῆς φαντασίας; Καί δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα διά μέσου τῆς φαντασίας, διά μέσου αὐτῶν τῶν φτιαχτῶν πραγμάτων να φθάσει κανείς στήν ἀλήθεια.

Ἡ ἀλήθεια ἔρχεται μόνη της στόν ἄνθρωπο· δέν τή βρίσκει ὁ ἄνθρωπος. Ἡ σωτηρία ἔρχεται μόνη της στόν ἄνθρωπο· δέν τή βρίσκει ὁ ἄνθρωπος. Ὁ ἁγιασμός ἔρχεται μόνος του στόν ἄνθρωπο. Τόν δίνει ὁ Θεός· δέν τόν βρίσκει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος. Αὐτά ὅμως ἔρχονται, ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέν θά θελήσει να φτιάξει δική του ἁγιότητα, δική του σωτηρία, ἤ δέν ξέρω τί ἄλλο, ἀλλά θα μείνει ἐκεῖ πού εἶναι, καί θά ἀνοίγεται διαρκῶς σ' αὐτό πού προσφέρει ὁ Θεός. Αὐτό εἶναι ἡ ἄσκηση ἡ ἀληθινή, ὁ ἀγώνας ὁ ἀληθινός καί ἡ προσπάθεια ἡ ἀληθινή ἀπό μέρους τοῦ ἀνθρώπου: ὄχι ὅτι θά κάνει κάτι κανείς, ἀλλά νά μπορέσει νά ἀνοίξει τὴν ὕπαρξή του, γιά νά βάλει μέσα στήν ὕπαρξή του ὁ Θεός αὐτό τό ὁποῖο θέλει.

13-2-1972

Η ιδεατή (εξιδανικευμένη) Εικόνα 2

Κεφάλαιο 6 από το βιβλίο της Karen Horney: Our inner conflicts (Οι συγκρούσεις του εσωτερικού μας κόσμου)

Η κυρίαρχη όψη της σύγκρουσης του Χ ήταν η συμμόρφωση —μια μεγάλη ανάγκη για στοργή και επιδοκιμασία, να τον φροντίζουν, να είναι συμπονετικός, γενναιόδωρος, προσεκτικός, αγαπητικός. Δεύτερη σε σημασία ήταν η αποστασιοποίηση, με τη συνήθη αποστροφή προς την ένταξη σε ομάδες, την έμφαση στην ανεξαρτησία, τον φόβο των δεσμών, την ευαισθησία στον καταναγκασμό. Η αποστασιοποίηση συγκρουόταν διαρκώς με την ανάγκη για ανθρώπινη οικειότητα και δημιουργούσε επαναλαμβανόμενες διαταραχές στις σχέσεις του με τις γυναίκες. Και οι επιθετικές ωθήσεις ήταν επίσης αρκετά εμφανείς, εκδηλώνονταν στην ανάγκη του να είναι πρώτος σε κάθε κατάσταση, να κυριαρχεί στους άλλους έμμεσα, να τους εκμεταλλεύεται περιστασιακά και να μην ανέχεται καμία παρέμβαση. Φυσικά, αυτές οι τάσεις μείωναν σημαντικά την ικανότητά του για αγάπη και φιλία και συγκρούονταν επίσης με την αποστασιοποίησή του. Αγνοώντας αυτές τις ωθήσεις, είχε κατασκευάσει μια εξιδανικευμένη εικόνα που ήταν σύνθεση τριών μορφών. Ήταν ο μεγάλος εραστής και φίλος —αδιανόητο να μπορούσε κάποια γυναίκα να νοιάζεται περισσότερο για άλλον άνδρα· κανείς δεν ήταν τόσο καλοσυνάτος και αγαθός όσο εκείνος. Ήταν ο μεγαλύτερος ηγέτης της εποχής του, μια πολιτική ιδιοφυΐα που προκαλούσε μεγάλο δέος. Και τέλος ήταν ο μεγάλος φιλόσοφος, ο άνθρωπος της σοφίας, ένας από τους λίγους προικισμένους με βαθιά διορατικότητα στο νόημα της ζωής και στην ύστατη ματαιότητά της.

Η εικόνα δεν ήταν εντελώς φανταστική. Διέθετε άφθονες δυνατότητες προς όλες αυτές τις κατευθύνσεις. Όμως οι δυνατότητες είχαν ανυψωθεί στο επίπεδο του τετελεσμένου γεγονότος, της μεγάλης και μοναδικής επίτευξης. Επιπλέον, ο καταναγκαστικός χαρακτήρας των ωθήσεων είχε συγκαλυφθεί και αντικατασταθεί από την πίστη σε έμφυτες ιδιότητες και χαρίσματα. Αντί για μια νευρωτική ανάγκη για στοργή και επιδοκιμασία, υπήρχε μια υποτιθέμενη ικανότητα για αγάπη· αντί για μια ώθηση προς υπεροχή, υποτιθέμενα ανώτερα χαρίσματα· αντί για μια ανάγκη απομάκρυνσης, ανεξαρτησία και σοφία. Τέλος, και το σημαντικότερο, οι συγκρούσεις εξορκίστηκαν με τον εξής τρόπο. Οι ωθήσεις που στην πραγματική ζωή παρεμπόδιζαν η μία την άλλη και τον εμπόδιζαν να πραγματώσει οποιαδήποτε από τις δυνατότητές του, προήχθησαν στο βασίλειο της αφηρημένης τελειότητας, εμφανιζόμενες ως διάφορες συμβατές όψεις μιας πλούσιας προσωπικότητας· και οι τρεις όψεις της βασικής σύγκρουσης που αντιπροσώπευαν απομονώθηκαν στις τρεις μορφές που συνέθεταν την εξιδανικευμένη του εικόνα.

Ένα ακόμη παράδειγμα αναδεικνύει πιο καθαρά τη σημασία της απομόνωσης των συγκρουόμενων στοιχείων.⁵ Στην περίπτωση του Υ, η κυρίαρχη τάση ήταν η αποστασιοποίηση, σε μάλλον ακραία μορφή, με όλες τις συνεπαγωγές που περιγράφηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Η τάση του προς συμμόρφωση ήταν επίσης αρκετά έντονη, αν και ο ίδιος ο Υ την απέκλειε από τη συνείδησή του, επειδή ήταν υπερβολικά ασύμβατη με την επιθυμία του για ανεξαρτησία. Οι επιδιώξεις να είναι εξαιρετικά καλός διαπερνούσαν κατά καιρούς βίαια το κέλυφος της καταπίεσης. Η λαχτάρα για ανθρώπινη οικειότητα ήταν συνειδητή και συγκρουόταν διαρκώς με την αποστασιοποίησή του. Μπορούσε να είναι αδίστακτα επιθετικός μόνο στη φαντασία του: επιδιδόταν σε φαντασιώσεις μαζικής καταστροφής, επιθυμώντας με πλήρη ειλικρίνεια να σκοτώσει όλους όσοι παρενέβαιναν στη ζωή του· διακήρυσσε ότι πίστευε σε μια φιλοσοφία της ζούγκλας —το ευαγγέλιο ότι το δίκαιο ανήκει στον ισχυρό, με την αδυσώπητη επιδίωξη του ατομικού συμφέροντος, ήταν, κατά τη γνώμη του, ο μόνος ευφυής και μη υποκριτικός τρόπος ζωής. Στην πραγματική του ζωή, ωστόσο, ήταν μάλλον δειλός· εκρήξεις βίας εμφανίζονταν μόνο υπό ορισμένες συνθήκες.

Η εξιδανικευμένη του εικόνα ήταν ο εξής παράξενος συνδυασμός. Τον περισσότερο καιρό ήταν ένας ερημίτης που ζούσε στην κορυφή ενός βουνού, έχοντας φτάσει σε άπειρη σοφία και γαλήνη. Σε σπάνια διαστήματα μπορούσε να μετατραπεί σε λυκάνθρωπο, εντελώς στερημένο από ανθρώπινα συναισθήματα, προσηλωμένο στο να σκοτώνει. Και σαν να μην επαρκούσαν αυτές οι δύο ασύμβατες μορφές, ήταν επιπλέον ο ιδανικός φίλος και εραστής.

Βλέπουμε εδώ την ίδια άρνηση των νευρωτικών τάσεων, την ίδια αυτομεγέθυνση, την ίδια σύγχυση των δυνατοτήτων με τις πραγματικότητες. Σε αυτή την περίπτωση, όμως, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια συμφιλίωσης των συγκρούσεων· οι αντιφάσεις παραμένουν. Όμως —σε αντίθεση με την πραγματική ζωή— εμφανίζονται καθαρές και αδιάλυτες. Επειδή είναι απομονωμένες, δεν παρεμβαίνουν η μία στην άλλη. Και αυτό φαίνεται να είναι το καθοριστικό. Οι συγκρούσεις ως τέτοιες έχουν εξαφανιστεί.

Ένα τελευταίο παράδειγμα μιας πιο ενοποιημένης εξιδανικευμένης εικόνας: Στην πραγματική συμπεριφορά του Ζ κυριαρχούσαν έντονα οι επιθετικές τάσεις, συνοδευόμενες από σαδιστικές ροπές. Ήταν αυταρχικός και επιρρεπής στην εκμετάλλευση. Κινούμενος από μια καταβροχθιστική φιλοδοξία, προωθούσε αδίστακτα τον εαυτό του. Μπορούσε να σχεδιάζει, να οργανώνει, να αγωνίζεται, και συνειδητά προσκολλούνταν σε μια αμιγή φιλοσοφία της ζούγκλας. Ήταν επίσης εξαιρετικά αποστασιοποιημένος· όμως, επειδή οι επιθετικές του ωθήσεις τον εμπλέκουν πάντοτε με ομάδες ανθρώπων, δεν μπορούσε να διατηρήσει την απομόνωσή του. Φρόντιζε ωστόσο αυστηρά να μη μπλέκεται σε καμία προσωπική σχέση ούτε να επιτρέπει στον εαυτό του να απολαμβάνει οτιδήποτε στο οποίο οι άνθρωποι ήταν ουσιώδεις συντελεστές. Σε αυτό πέτυχε σε αρκετό βαθμό, επειδή τα θετικά συναισθήματα προς τους άλλους ήταν σε μεγάλο βαθμό καταπιεσμένα· οι επιθυμίες για ανθρώπινη οικειότητα διοχετεύονταν κυρίως σε σεξουαλικές οδούς. Υπήρχε όμως και μια σαφής τάση προς συμμόρφωση, μαζί με μια ανάγκη για επιδοκιμασία που παρεμπόδιζε τη λαχτάρα του για δύναμη. Και υπήρχαν υποκείμενα πουριτανικά πρότυπα, τα οποία χρησιμοποιούνταν κυρίως ως μαστίγιο εναντίον των άλλων —αλλά τα οποία, φυσικά, δεν μπορούσε να μην εφαρμόζει και στον εαυτό του— και τα οποία συγκρούονταν κατά μέτωπο με τη φιλοσοφία της ζούγκλας του.

Στην εξιδανικευμένη του εικόνα ήταν ο ιππότης με την αστραφτερή πανοπλία, ο σταυροφόρος με ευρύ και αλάνθαστο όραμα, που επιδίωκε αδιάκοπα το δίκαιο. Όπως αρμόζει σε έναν σοφό ηγέτη, δεν ήταν προσωπικά δεμένος με κανέναν, αλλά εφάρμοζε μια αυστηρή, αν και δίκαιη, πειθαρχία. Ήταν έντιμος χωρίς να είναι υποκριτής. Οι γυναίκες τον αγαπούσαν και μπορούσε να είναι σπουδαίος εραστής, αλλά δεν ήταν δεμένος με καμία γυναίκα. Εδώ επιτυγχάνεται ο ίδιος στόχος όπως και στις άλλες περιπτώσεις: τα στοιχεία της βασικής σύγκρουσης συγχωνεύονται.

Η εξιδανικευμένη εικόνα είναι έτσι μια απόπειρα επίλυσης της βασικής σύγκρουσης, μια απόπειρα τουλάχιστον εξίσου σημαντική με τις άλλες που έχω περιγράψει. Έχει την τεράστια υποκειμενική αξία ότι λειτουργεί ως συνδετικό στοιχείο, κρατώντας ενωμένο ένα διχασμένο άτομο. Και παρότι υπάρχει μόνο στον νου του ατόμου, ασκεί καθοριστική επίδραση στις σχέσεις του με τους άλλους.

Η εξιδανικευμένη εικόνα θα μπορούσε να ονομαστεί ένα πλασματικό ή απατηλό εγώ, αλλά αυτό θα ήταν μόνο μισή αλήθεια και επομένως παραπλανητικό. Η ευσεβής φαντασίωση που δρα στη δημιουργία της είναι πράγματι εντυπωσιακή, ιδίως αν σκεφτεί κανείς ότι εμφανίζεται σε άτομα που κατά τα άλλα πατούν σε έδαφος στέρεας πραγματικότητας. Αυτό όμως δεν την καθιστά ολοκληρωτικά πλασματική. Πρόκειται για μια φαντασιακή δημιουργία πλεγμένη με και καθορισμένη από πολύ ρεαλιστικούς παράγοντες. Συνήθως περιέχει ίχνη των γνήσιων ιδανικών του ατόμου. Ενώ τα μεγαλειώδη επιτεύγματα είναι απατηλά, οι δυνατότητες που τα υποστηρίζουν είναι συχνά πραγματικές. Το σημαντικότερο, γεννιέται από πολύ πραγματικές εσωτερικές ανάγκες, επιτελεί πολύ πραγματικές λειτουργίες και ασκεί πολύ πραγματική επίδραση στον δημιουργό της. Οι διαδικασίες που δρουν στη δημιουργία της καθορίζονται από τόσο σαφείς νόμους ώστε η γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της μάς επιτρέπει να κάνουμε ακριβείς συναγωγές για την αληθινή δομή του χαρακτήρα του συγκεκριμένου προσώπου.

Όμως, ανεξάρτητα από το πόση φαντασία είναι υφασμένη στην εξιδανικευμένη εικόνα, για τον ίδιο τον νευρωτικό έχει την αξία της πραγματικότητας. Όσο πιο σταθερά είναι εγκαθιδρυμένη, τόσο περισσότερο είναι ο ίδιος η εξιδανικευμένη του εικόνα, ενώ ο πραγματικός του εαυτός αντιστοίχως σβήνει. Αυτή η αντιστροφή της πραγματικής εικόνας είναι αναπόφευκτη λόγω της ίδιας της φύσης των λειτουργιών που επιτελεί η εικόνα. Καθεμία από αυτές αποσκοπεί στο να εξαλείψει την πραγματική προσωπικότητα και να στρέψει τον προβολέα στον εαυτό της. Ανατρέχοντας στο ιστορικό πολλών ασθενών, καταλήγουμε να πιστεύουμε ότι η εγκαθίδρυσή της υπήρξε συχνά κυριολεκτικά σωτήρια για τη ζωή, και γι’ αυτό η αντίσταση που προβάλλει ένας ασθενής όταν η εικόνα του τίθεται υπό αμφισβήτηση είναι απολύτως δικαιολογημένη, ή τουλάχιστον λογική. Όσο η εικόνα του παραμένει γι’ αυτόν πραγματική και άθικτη, μπορεί να αισθάνεται σημαντικός, ανώτερος και εναρμονισμένος, παρά τον απατηλό χαρακτήρα αυτών των αισθημάτων. Μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του δικαιούχο να εγείρει κάθε είδους απαιτήσεις και αξιώσεις, με βάση την υποτιθέμενη ανωτερότητά του. Αν όμως επιτρέψει να υπονομευθεί, απειλείται αμέσως από την προοπτική να αντιμετωπίσει όλες του τις αδυναμίες, χωρίς κανέναν τίτλο για ιδιαίτερες αξιώσεις, ως μια συγκριτικά ασήμαντη μορφή ή ακόμη —στα δικά του μάτια— ως αξιοκαταφρόνητη. Ακόμη πιο τρομακτικό, έρχεται αντιμέτωπος με τις συγκρούσεις του και με τον φρικτό φόβο ότι θα διαμελιστεί. Το ότι αυτό μπορεί να του δώσει την ευκαιρία να γίνει ένας πολύ καλύτερος άνθρωπος, με αξία μεγαλύτερη από όλη τη δόξα της εξιδανικευμένης του εικόνας, είναι ένα ευαγγέλιο που ακούει, αλλά που για πολύ καιρό δεν σημαίνει τίποτε γι’ αυτόν. Είναι ένα άλμα στο σκοτάδι που τον φοβίζει.

Με τόσο μεγάλη υποκειμενική αξία να τη συνηγορεί, η θέση της εικόνας θα ήταν απρόσβλητη, αν δεν υπήρχαν τα τεράστια μειονεκτήματα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μαζί της. Καταρχάς, ολόκληρο το οικοδόμημα είναι εξαιρετικά σαθρό, λόγω των πλασματικών στοιχείων που το απαρτίζουν. Σαν θησαυροφυλάκιο γεμάτο δυναμίτη, καθιστά το άτομο εξαιρετικά ευάλωτο. Οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή κριτική από έξω, οποιαδήποτε συνειδητοποίηση της δικής του αποτυχίας να ανταποκριθεί στην εικόνα, οποιαδήποτε πραγματική διορατικότητα στις δυνάμεις που δρουν μέσα του μπορεί να το κάνει να εκραγεί ή να καταρρεύσει. Πρέπει να περιορίσει τη ζωή του, για να μη εκτεθεί σε τέτοιους κινδύνους. Πρέπει να αποφεύγει καταστάσεις στις οποίες δεν θαυμάζεται ή δεν αναγνωρίζεται. Πρέπει να αποφεύγει καθήκοντα τα οποία δεν είναι βέβαιος ότι θα κατακτήσει. Μπορεί ακόμη να αναπτύξει μια έντονη αποστροφή προς κάθε είδους προσπάθεια. Για εκείνον, τον προικισμένο, και μόνο το όραμα ενός πίνακα που θα μπορούσε να ζωγραφίσει είναι ήδη ο αριστουργηματικός πίνακας. Οποιοσδήποτε μετριότητα μπορεί να προχωρήσει με σκληρή δουλειά· για εκείνον, το να καταβάλει προσπάθεια όπως κάθε κοινός άνθρωπος θα ήταν παραδοχή ότι δεν είναι η ιδιοφυΐα που νομίζει πως είναι, και αυτό θα ήταν ταπεινωτικό. Εφόσον όμως τίποτε δεν μπορεί πραγματικά να επιτευχθεί χωρίς κόπο, με τη στάση του αυτή ματαιώνει τους ίδιους τους σκοπούς στους οποίους ωθείται. Και το χάσμα ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα και τον πραγματικό του εαυτό διευρύνεται.

Εξαρτάται από αδιάκοπη επιβεβαίωση από τους άλλους με τη μορφή έγκρισης, θαυμασμού, κολακείας —καμία από τις οποίες, ωστόσο, δεν μπορεί να του προσφέρει κάτι περισσότερο από προσωρινή ανακούφιση. Μπορεί ασυνείδητα να μισεί όποιον είναι αυταρχικός ή όποιον, όντας ανώτερος από αυτόν με οποιονδήποτε τρόπο —πιο διεκδικητικός, πιο ισορροπημένος, καλύτερα ενημερωμένος— απειλεί να υπονομεύσει τις ίδιες του τις αντιλήψεις για τον εαυτό του. Όσο πιο απελπισμένα προσκολλάται στην πεποίθηση ότι είναι η εξιδανικευμένη του εικόνα, τόσο πιο βίαιο γίνεται το μίσος. Ή, αν η δική του αλαζονεία είναι καταπιεσμένη, μπορεί να θαυμάζει τυφλά ανθρώπους που είναι ανοιχτά πεπεισμένοι για τη σπουδαιότητά τους και το δείχνουν με αλαζονική συμπεριφορά. Αγαπά σε αυτούς τη δική του εικόνα και αναπόφευκτα οδηγείται σε βαθιά απογοήτευση, όταν συνειδητοποιήσει —όπως αργά ή γρήγορα θα συμβεί— ότι οι θεοί που τόσο θαυμάζει ενδιαφέρονται μόνο για τον εαυτό τους και, όσον αφορά εκείνον, νοιάζονται μόνο για το λιβάνι που καίει στους βωμούς τους.

Ίσως το χειρότερο μειονέκτημα είναι η επακόλουθη αποξένωση από τον εαυτό. Δεν μπορούμε να καταπιέσουμε ή να εξαλείψουμε ουσιώδη μέρη του εαυτού μας χωρίς να αποξενωθούμε από αυτόν. Πρόκειται για μία από εκείνες τις μεταβολές που παράγονται σταδιακά από τις νευρωτικές διεργασίες και που, παρά τον θεμελιώδη χαρακτήρα τους, συντελούνται απαρατήρητα. Το άτομο απλώς παύει να έχει επίγνωση του τι πραγματικά αισθάνεται, τι του αρέσει, τι απορρίπτει, τι πιστεύει —εν ολίγοις, του τι πραγματικά είναι. Χωρίς να το γνωρίζει, μπορεί να ζει τη ζωή της εικόνας του. Ο Tommy στο έργο Tommy and Grizel του J. M. Barrie φωτίζει αυτή τη διαδικασία καλύτερα από οποιαδήποτε κλινική περιγραφή. Φυσικά, δεν είναι δυνατόν να συμπεριφέρεται κανείς έτσι χωρίς να παγιδευτεί άρρηκτα σε έναν ιστό ασυνείδητης προσποίησης και εξορθολογισμού, που καθιστά τη ζωή επισφαλή. Το άτομο χάνει το ενδιαφέρον του για τη ζωή, επειδή δεν είναι εκείνο που τη ζει· δεν μπορεί να παίρνει αποφάσεις, επειδή δεν γνωρίζει τι πραγματικά θέλει· αν οι δυσκολίες συσσωρευτούν, μπορεί να κατακλυστεί από ένα αίσθημα μη πραγματικότητας —μια οξυμένη έκφραση της μόνιμης κατάστασής του να είναι μη πραγματικός για τον ίδιο του τον εαυτό. Για να κατανοήσουμε μια τέτοια κατάσταση, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι ένα πέπλο μη πραγματικότητας που σκεπάζει τον εσωτερικό κόσμο είναι αναπόφευκτο να επεκταθεί και στον εξωτερικό. Ένας ασθενής συνόψισε πρόσφατα ολόκληρη την κατάσταση λέγοντας: «Αν δεν υπήρχε η πραγματικότητα, θα ήμουν μια χαρά».

Τέλος, παρότι η εξιδανικευμένη εικόνα δημιουργείται για να εξαλείψει τη βασική σύγκρουση και, σε περιορισμένο βαθμό, πράγματι το κατορθώνει, ταυτόχρονα γεννά ένα νέο ρήγμα στην προσωπικότητα, σχεδόν πιο επικίνδυνο από το αρχικό. Χονδρικά μιλώντας, ένα άτομο οικοδομεί μια εξιδανικευμένη εικόνα του εαυτού του επειδή δεν μπορεί να ανεχθεί τον εαυτό του όπως πραγματικά είναι. Η εικόνα φαίνεται να αντισταθμίζει αυτή την καταστροφή· όμως, έχοντας τοποθετήσει τον εαυτό του σε βάθρο, μπορεί να ανεχθεί τον πραγματικό του εαυτό ακόμη λιγότερο και αρχίζει να εξαγριώνεται εναντίον του, να τον περιφρονεί και να αγανακτεί κάτω από τον ζυγό των ίδιων του των ανέφικτων απαιτήσεων προς τον εαυτό του. Τότε ταλαντεύεται ανάμεσα στην αυτολατρεία και την αυτοπεριφρόνηση, ανάμεσα στην εξιδανικευμένη εικόνα και την περιφρονημένη εικόνα του, χωρίς κανένα σταθερό ενδιάμεσο έδαφος στο οποίο να μπορεί να στηριχθεί.

Έτσι δημιουργείται μια νέα σύγκρουση ανάμεσα, αφενός, σε καταναγκαστικές και αντιφατικές επιδιώξεις και, αφετέρου, σε ένα είδος εσωτερικής δικτατορίας που επιβάλλεται από την εσωτερική διαταραχή. Και αντιδρά σε αυτή την εσωτερική δικτατορία όπως θα μπορούσε να αντιδράσει κανείς σε μια αντίστοιχη πολιτική δικτατορία: μπορεί να ταυτιστεί μαζί της, δηλαδή να αισθάνεται ότι είναι τόσο θαυμάσιος και ιδανικός όσο του λέει ο δικτάτορας ότι είναι· ή μπορεί να στέκεται στις μύτες των ποδιών του προσπαθώντας να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της· ή μπορεί να επαναστατήσει ενάντια στον καταναγκασμό και να αρνηθεί να αναγνωρίσει τις επιβαλλόμενες υποχρεώσεις. Αν αντιδρά με τον πρώτο τρόπο, έχουμε την εντύπωση ενός «ναρκισσιστικού» ατόμου, απρόσιτου στην κριτική· το υπάρχον ρήγμα, τότε, δεν γίνεται συνειδητά αισθητό ως τέτοιο. Στη δεύτερη περίπτωση έχουμε το τελειοθηρικό άτομο, τον τύπο του υπερεγώ κατά τον Freud. Στην τρίτη, το άτομο φαίνεται να μη λογοδοτεί σε κανέναν και σε τίποτα· τείνει να γίνεται αλλοπρόσαλλο, ανεύθυνο και αρνητικό. Μιλώ σκόπιμα για εντυπώσεις και εμφανίσεις, διότι όποια κι αν είναι η αντίδρασή του, παραμένει θεμελιωδώς ανήσυχος. Ακόμη και ο επαναστατικός τύπος, που συνήθως πιστεύει ότι είναι «ελεύθερος», εξακολουθεί να βρίσκεται κάτω από τα επιβεβλημένα πρότυπα που προσπαθεί να ανατρέψει· απλώς το γεγονός ότι εξακολουθεί να βρίσκεται στα νύχια της εξιδανικευμένης του εικόνας μπορεί να φαίνεται μόνο στο ότι χρησιμοποιεί αυτά τα πρότυπα ως μαστίγιο εναντίον των άλλων.⁶

Μερικές φορές ένα άτομο περνά περιόδους κατά τις οποίες εναλλάσσεται από το ένα άκρο στο άλλο. Μπορεί, για παράδειγμα, να προσπαθήσει για κάποιο διάστημα να είναι υπερανθρώπινα «καλός» και, μη βρίσκοντας καμία ανακούφιση σε αυτό, να μεταπηδήσει στο αντίθετο άκρο της βίαιης εξέγερσης ενάντια σε τέτοια πρότυπα. Ή μπορεί να μεταβεί από μια φαινομενικά ανεπιφύλακτη αυτολατρεία στην τελειοθηρία. Πιο συχνά βρίσκουμε έναν συνδυασμό αυτών των διαφορετικών στάσεων. Όλα αυτά δείχνουν το γεγονός —κατανοητό υπό το φως της θεωρίας μας— ότι καμία από αυτές τις απόπειρες δεν είναι ικανοποιητική· ότι όλες είναι καταδικασμένες σε αποτυχία· ότι πρέπει να τις θεωρήσουμε ως απελπισμένες προσπάθειες διαφυγής από μια ανυπόφορη κατάσταση· και ότι, όπως σε κάθε άλλη ανυπόφορη κατάσταση, δοκιμάζονται τα πιο ανόμοια μέσα —αν το ένα αποτύχει, καταφεύγει κανείς σε κάποιο άλλο.

Όλες αυτές οι συνέπειες συνδυάζονται για να οικοδομήσουν ένα ισχυρό φράγμα απέναντι στην αληθινή ανάπτυξη. Το άτομο δεν μπορεί να μάθει από τα λάθη του, επειδή δεν τα βλέπει. Παρά τις αντίθετες διαβεβαιώσεις του, στην πραγματικότητα είναι καταδικασμένο να χάσει το ενδιαφέρον του για τη δική του ανάπτυξη. Εκείνο που έχει κατά νου όταν μιλά για ανάπτυξη είναι μια ασυνείδητη ιδέα δημιουργίας μιας πιο τέλειας εξιδανικευμένης εικόνας, μιας εικόνας χωρίς μειονεκτήματα.

Το έργο της θεραπείας, επομένως, είναι να καταστήσει τον ασθενή ενήμερο για την εξιδανικευμένη του εικόνα σε όλες τις λεπτομέρειές της, να τον βοηθήσει να κατανοήσει σταδιακά όλες τις λειτουργίες και τις υποκειμενικές της αξίες και να του δείξει τον πόνο που αυτή αναπόφευκτα συνεπάγεται. Τότε θα αρχίσει να αναρωτιέται αν το τίμημα δεν είναι υπερβολικά υψηλό. Όμως μπορεί να εγκαταλείψει την εικόνα μόνο όταν οι ανάγκες που τη δημιούργησαν έχουν μειωθεί σε σημαντικό βαθμό.

⁵ Σε εκείνη την κλασική απεικόνιση της διπλής προσωπικότητας, το Dr. Jekyll and Mr. Hyde του Robert Louis Stevenson, η κεντρική ιδέα δομείται γύρω από τη δυνατότητα διαχωρισμού των συγκρουόμενων στοιχείων μέσα στον άνθρωπο. Αφού αναγνωρίσει πόσο ριζικό είναι το σχίσμα ανάμεσα στο καλό και το κακό μέσα του, ο Dr. Jekyll λέει:
«Από πολύ νωρίς… είχα μάθει να ενατενίζω με ευχαρίστηση, σαν ένα αγαπημένο ημερήσιο όνειρο, τη σκέψη του διαχωρισμού αυτών των στοιχείων. Αν το καθένα, έλεγα στον εαυτό μου, μπορούσε να στεγαστεί σε ξεχωριστές ταυτότητες, η ζωή θα απαλλασσόταν από καθετί το ανυπόφορο».

⁶ Βλ. Κεφάλαιο 12, Sadistic Trends (Σαδιστικές Τάσεις).

Δεν υπάρχουν σχόλια: