Συνέχεια από Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025
Ο Kant και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής 2
Του Martin Heidegger
Του Martin Heidegger
Η αποσυναρμολόγηση της ιδέας μιας Θεμελιακής Οντολογίας μέσω της ερμηνευτικής ανάλυσης της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως θεμελίωσης της Μεταφυσικής
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της Μεταφυσικής στην αρχική της σύλληψη
Η ανάδειξη της καντιανής αφετηρίας για μια θεμελίωση της Μεταφυσικής ταυτίζεται με την απάντηση στο ερώτημα: γιατί, για τον Kant, η θεμελίωση της Μεταφυσικής καθίσταται Κριτική του Καθαρού Λόγου; Η απάντηση πρέπει να προκύψει μέσω της εξέτασης των ακόλουθων τριών επιμέρους ερωτημάτων:
Ποια είναι η έννοια της Μεταφυσικής όπως την βρίσκει ήδη δεδομένη ο Kant;
Ποια είναι η αφετηρία της θεμελίωσης αυτής της παραδεδομένης Μεταφυσικής;
Γιατί αυτή η θεμελίωση είναι μια Κριτική του Καθαρού Λόγου;
§ 1. Η παραδεδομένη έννοια της Μεταφυσικής
Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο ο Kant είδε τη Μεταφυσική και εντός του οποίου έπρεπε να ξεκινήσει η θεμελίωσή της, μπορεί να χαρακτηριστεί, σε αδρές γραμμές, με τον ορισμό του Baumgarten: Metaphysica est scientia prima cognitionis humanae principia continens (Η Μεταφυσική είναι η πρώτη επιστήμη, η οποία περιέχει τις αρχές της ανθρώπινης γνώσης) (A. G. Baumgarten, Metaphysica, Ed. II, 1743, § 1.). Η Μεταφυσική είναι η επιστήμη που περιέχει τα πρώτα θεμέλια εκείνου που συλλαμβάνει η ανθρώπινη γνώση (Η Μεταφυσική είναι η πρώτη επιστήμη, εφόσον περιέχει τους καθοριστικούς λόγους εκείνου που η ανθρώπινη γνώση συλλαμβάνει.). Στην έννοια των «πρώτων αρχών της ανθρώπινης γνώσης» εμπεριέχεται μια ιδιότυπη και κατ’ αρχάς αναγκαία αμφισημία. Ad metaphysicam referuntur ontologia, cosmologia, psychologia et theologia naturalis (Στη Μεταφυσική ανάγονται η Οντολογία, η Κοσμολογία, η Ψυχολογία και η Φυσική Θεολογία.) (a. a. O., § 2.). Τα κίνητρα και η ιστορία της διαμόρφωσης και παγίωσης αυτής της σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής δεν μπορούν να παρουσιαστούν εδώ. Μόνο μια σύντομη αναφορά στα ουσιώδη θα πρέπει να χαλαρώσει το προβληματικό περιεχόμενο αυτής της έννοιας και να προετοιμάσει την κατανόηση της θεμελιώδους σημασίας της καντιανής αφετηρίας της θεμελίωσης (Ακολουθώντας την πρωτοβουλία του H. Pichler, Über Christian Wolffs Ontologie. 1910, η σχέση του Kant προς την παραδεδομένη Μεταφυσική έχει ερευνηθεί τα τελευταία χρόνια πιο διεισδυτικά και πιο συνολικά. Πρβλ. ιδίως τις έρευνες του H. Heimsoeth, Die metaphysischen Motive in der Ausbildung des kritischen Idealismus. Kantstudien τόμ. XXIX (1924), σ. 121 κ.ε.· επίσης Metaphysik und Kritik bei Chr. A. Crusius. Ein Beitrag zur ontologischen Vorgeschichte der Kritik der reinen Vernunft im 18. Jahrhundert. (Schriften der Königsberger Gelehrten Gesellschaft, III. Jahr, Geisteswiss. Kl., Hft. 5. 1926). — Επιπλέον, το εκτενέστερο έργο του M. Wundt, Kant als Metaphysiker. Ein Beitrag zur Geschichte der deutschen Philosophie im achtzehnten Jahrhundert. 1924. Μια παρουσίαση της καντιανής φιλοσοφίας υπό το πρίσμα της ιστορίας της Μεταφυσικής μετά τον Kant δίνει ο R. Kroner, Von Kant bis Hegel. 2 τόμοι, 1921 και 1924· για την ιστορία της Μεταφυσικής στον γερμανικό ιδεαλισμό βλ. επίσης Nic. Hartmann, Die Philosophie des deutschen Idealismus. Μέρος I, 1925· Μέρος II, 1929. Μια κριτική τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις έρευνες δεν είναι εδώ δυνατή. Μόνο το εξής πρέπει να επισημανθεί: ότι όλες τους εξαρχής εμμένουν στην αντίληψη της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως «θεωρίας της γνώσης» και μόνον εκ των υστέρων αναδεικνύουν παράλληλα και τη Μεταφυσική καθώς και τα «μεταφυσικά κίνητρα».).
Είναι γνωστό ότι η αρχικά καθαρά βιβλιοτεχνική σημασία της έκφρασης μετὰ τὰ φυσικά (ως συλλογική ονομασία για εκείνες τις πραγματείες του Αριστοτέλη που κατατάσσονται μετά από εκείνες που ανήκουν στη «Φυσική») μεταστράφηκε αργότερα σε μια φιλοσοφικά ερμηνευτική χαρακτηριστική περιγραφή του περιεχομένου αυτών των μεταγενέστερων πραγματειών. Αυτή η μετατόπιση της σημασίας, ωστόσο, δεν έχει την αθωότητα με την οποία συνήθως καταγράφεται. Αντιθέτως, ώθησε την ερμηνεία αυτών των πραγματειών προς μια εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση και έτσι καθόρισε αποφασιστικά την αντίληψη του αντικειμένου που πραγματεύεται ο Αριστοτέλης ως «Μεταφυσική». Αν όμως αυτό που συναρθρώνεται στην αριστοτελική «Μεταφυσική» είναι πράγματι «Μεταφυσική», αυτό πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ο ίδιος ο Kant, βέβαια, θέλει ακόμη να αποδώσει στον όρο άμεσα ένα εκ του περιεχομένου προερχόμενο νόημα: «Όσον αφορά το όνομα της Μεταφυσικής, δεν πρέπει να πιστεύεται ότι προέκυψε τυχαία, επειδή ταιριάζει τόσο ακριβώς με την επιστήμη· διότι, αφού φύσις σημαίνει φύση, ενώ όμως στους όρους της φύσης δεν μπορούμε να φθάσουμε παρά μόνο μέσω της εμπειρίας, εκείνη η επιστήμη που έπεται αυτής ονομάζεται Μεταφυσική (από μετά, trans, και physica). Είναι μια επιστήμη που, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται έξω από το πεδίο της Φυσικής, πέρα από αυτήν.» (M. Heinze, Οι παραδόσεις του Kant για τη Μεταφυσική από τρία εξάμηνα. Ανέκδοτες, επιμέλεια K. Schädlich. Εταιρεία των Επιστημών, τόμ. XIV, Φιλολογική–Ιστορική Τάξη, 1894, σ. 666 (Σεπτέμβριος).Πρβλ. επίσης Kant, Για τις προόδους της Μεταφυσικής από τον Leibniz και τον Wolff, WW (Cassirer), τόμ. VIII, σ. 301 κ.ε.)
Ο βιβλιοτεχνικός αυτός όρος, ο οποίος έδωσε την αφορμή για αυτή τη συγκεκριμένη περιεχομενική ερμηνεία, γεννήθηκε ο ίδιος από μια αμηχανία ως προς την ουσιαστική κατανόηση των συγγραφών που εντάχθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο corpus aristotelicum. Ακριβώς για εκείνο που ο Αριστοτέλης επιδιώκει εδώ ως πρώτη φιλοσοφία, ως κυριολεκτική φιλοσοφία, ως φιλοσοφείν κατ’ εξοχήν, δεν υπήρχε στη μεταγενέστερη σχολαστική φιλοσοφία (Λογική, Φυσική, Ηθική) ούτε πειθαρχία ούτε πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί· μετὰ τὰ φυσικά είναι ο τίτλος μιας θεμελιώδους φιλοσοφικής αμηχανίας.
Αυτή η αμηχανία, με τη σειρά της, είχε την αιτία της στην ασάφεια τού Είναι των προβλημάτων και των γνώσεων που πραγματεύονται οι εν λόγω πραγματείες. Στο μέτρο που ο ίδιος ο Αριστοτέλης εκφράζεται επ’ αυτού, αναδεικνύεται ακριβώς στον προσδιορισμό του Είναι της «πρώτης φιλοσοφίας» μια αξιοσημείωτη διπλότητα. Είναι τόσο «γνώση του όντος ως όντος» (ὂν ᾗ ὄν) όσο και γνώση της κατεξοχήν περιοχής του όντος (τιμιώτατον γένος), από την οποία καθορίζεται το ον στο σύνολό του (καθόλου).
Αυτή η διπλή χαρακτηριστική της πρώτης φιλοσοφίας δεν περιέχει ούτε δύο θεμελιωδώς διαφορετικές και ανεξάρτητες μεταξύ τους πορείες σκέψης, ούτε επιτρέπεται η μία να εξασθενήσει ή να εξαλειφθεί προς όφελος της άλλης, ούτε μπορεί κανείς να συμφιλιώσει βιαστικά τη φαινομενική διχαστικότητα σε μια ενότητα. Αντιθέτως, πρόκειται να φωτιστούν οι λόγοι της φαινομενικής διχαστικότητας και ο τρόπος της μεταξύ τους συνάφειας, με αφετηρία το καθοδηγητικό πρόβλημα μιας «πρώτης φιλοσοφίας» του όντος. Το καθήκον αυτό καθίσταται τόσο πιο επιτακτικό, όσο η εν λόγω διπλότητα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη, αλλά διαπερνά το πρόβλημα του Είναι ήδη από τις απαρχές της αρχαίας φιλοσοφίας.
Για να συγκρατηθεί όμως αυτό το πρόβλημα του προσδιορισμού του Είναι της «Μεταφυσικής», μπορεί προκαταβολικά να ειπωθεί: Μεταφυσική είναι η θεμελιώδης γνώση του όντος ως τέτοιου και στο σύνολό του. Αυτή η «οριστική διατύπωση», ωστόσο, επιτρέπεται να ισχύει μόνο ως ένδειξη του προβλήματος, δηλαδή των ερωτημάτων: σε τι έγκειται το είναι της γνώσης του είναι του όντος; σε ποιον βαθμό αυτή αναπτύσσεται αναγκαστικά σε γνώση του όντος στο σύνολό του; και γιατί αυτή, με τη σειρά της, οξύνεται σε μια γνώση της γνώσης του είναι; Έτσι, η «Μεταφυσική» παραμένει ο τίτλος της αμηχανίας της φιλοσοφίας καθαυτής.
Η μετααριστοτελική δυτική Μεταφυσική οφείλει τη διαμόρφωσή της όχι στην υιοθέτηση και συνέχιση ενός δήθεν υπάρχοντος αριστοτελικού συστήματος, αλλά στη μη κατανόηση της προβληματικότητας και της ανοικτότητας μέσα στις οποίες ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης άφησαν τα κεντρικά προβλήματα. Δύο κίνητρα καθόρισαν κυρίως τη διαμόρφωση της προαναφερθείσας σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής και εμπόδισαν ολοένα και περισσότερο την εκ νέου ανάληψη της αρχικής προβληματικής.
Το ένα κίνητρο αφορά την περιεχομενική διάρθρωση της Μεταφυσικής και προέρχεται από τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με αυτήν, κάθε μη θεϊκό ον είναι δημιούργημα: το σύμπαν. Ανάμεσα στα δημιουργήματα, ο άνθρωπος κατέχει με τη σειρά του μια εξέχουσα θέση, στο μέτρο που από τη σωτηρία της ψυχής του και την αιώνια ύπαρξή του εξαρτώνται τα πάντα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή τη χριστιανική συνείδηση του κόσμου και της ύπαρξης, το σύνολο του όντος διαρθρώνεται σε Θεό, φύση και άνθρωπο· και σε αυτούς τους τομείς αντιστοιχίζονται αμέσως η Θεολογία, της οποίας το αντικείμενο είναι το summum ens, η Κοσμολογία και η Ψυχολογία. Αυτές συγκροτούν την πειθαρχία της Metaphysica specialis. Σε διάκριση από αυτήν, η Metaphysica generalis (Οντολογία) έχει ως αντικείμενο το ον «εν γένει» (ens commune).
Το άλλο, ουσιώδες για τη διαμόρφωση της σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής, κίνητρο αφορά τον τρόπο γνώσης και τη μέθοδό της. Εφόσον έχει ως αντικείμενο το ον εν γένει και το ύψιστο ον, για το οποίο «καθένας έχει ενδιαφέρον» (Kant), είναι επιστήμη της ανώτατης αξιοπρέπειας, η «βασίλισσα των επιστημών». Κατά συνέπεια, και ο τρόπος της γνώσης της πρέπει να είναι ο αυστηρότερος και απολύτως δεσμευτικός. Αυτό απαιτεί να προσαρμοστεί σε ένα αντίστοιχο ιδεώδες γνώσης. Ως τέτοιο θεωρείται η «μαθηματική» γνώση. Αυτή είναι, με την κυριολεκτική έννοια, η ορθολογική και a priori γνώση, επειδή είναι ανεξάρτητη από τυχαίες εμπειρίες, δηλαδή καθαρή επιστήμη του Λόγου. Η γνώση του όντος εν γένει (Metaphysica generalis) και κατά τους κύριους τομείς του (Metaphysica specialis) καθίσταται έτσι μια «επιστήμη από καθαρό Λόγο».
Ο Kant εμμένει τώρα στην πρόθεση αυτής της Μεταφυσικής, μάλιστα τη μετατοπίζει ακόμη εντονότερα στη Metaphysica specialis, την οποία αποκαλεί «την καθεαυτό Μεταφυσική», «Μεταφυσική ως τελικό σκοπό» (Über die Fortschritte (Περί των προόδων…), όπ. παρ., σ. 238). Εν όψει, ωστόσο, της διαρκούς «αποτυχίας όλων των εγχειρημάτων σε αυτή την επιστήμη, της ασυμφωνίας και της αναποτελεσματικότητάς της», πρέπει καταρχάς να ανασταλούν όλες οι προσπάθειες διεύρυνσης της καθαρής λογικής γνώσης, έως ότου διευκρινιστεί το ερώτημα της εσωτερικής δυνατότητας αυτής της επιστήμης. Έτσι ανακύπτει το έργο μιας θεμελίωσης με την έννοια του καθορισμού του Είναι της Μεταφυσικής. Πώς θέτει ο Kant αυτήν την οριοθέτηση του είναι της Μεταφυσικής;
§ 2. Η αφετηρία της θεμελίωσης της παραδεδομένης Μεταφυσικής
Στη Μεταφυσική, ως καθαρή ορθολογική γνώση του «καθόλου» στο ον και της εκάστοτε ολότητας των κύριων περιοχών του, συντελείται μια «υπέρβαση» πέρα από ό,τι μπορεί κάθε φορά να προσφέρει η εμπειρία ως προς το ιδιαίτερο και το μερικό. Υπερβαίνοντας το αισθητό, αυτή η γνώση επιδιώκει να συλλάβει το υπεραισθητό ον. Η «μέθοδός» της, όμως, υπήρξε έως τώρα ένα απλό ψηλάφημα στα τυφλά, και —το χειρότερο— «μέσα σε απλούς όρους». Η Μεταφυσική στερείται μιας δεσμευτικής απόδειξης των αξιούμενων διορασεών της. Τι δίνει σε αυτή τη Μεταφυσική την εσωτερική δυνατότητα να είναι αυτό που θέλει να είναι;
Μια θεμελίωση της Μεταφυσικής με την έννοια της οριοθέτησης της εσωτερικής της δυνατότητας πρέπει, λοιπόν, πρωτίστως να στοχεύει στον τελικό σκοπό της Μεταφυσικής, δηλαδή σε έναν καθορισμό του Είναι της Metaphysica specialis. Διότι αυτή είναι, με έναν εξαιρετικό τρόπο, γνώση του υπεραισθητού όντος. Το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα μιας τέτοιας γνώσης αναπέμπεται, όμως, στο γενικότερο ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα ενός «φανερώματος» του όντος ως τέτοιου εν γένει. Θεμελίωση σημαίνει τώρα διαύγαση του Είναι ενός τρόπου στάσης απέναντι στο ον, μέσα στον οποίο αυτό δείχνεται από μόνο του, έτσι ώστε κάθε λόγος περί αυτού να καθίσταται από εκεί και πέρα αποδείξιμος.
Τι ανήκει, όμως, στη δυνατότητα ενός τέτοιου τρόπου στάσης απέναντι στο ον; Υπάρχει κάποια «ένδειξη» για ό,τι καθιστά δυνατό έναν τέτοιο τρόπο; Πράγματι: η μέθοδος των φυσικών επιστημόνων. Σε αυτούς «άναψε ένα φως». Κατανόησαν ότι ο Λόγος βλέπει μόνο ό,τι ο ίδιος παράγει σύμφωνα με το δικό του σχέδιο· ότι πρέπει να προπορεύεται με αρχές των κρίσεών του σύμφωνα με σταθερούς νόμους και να αναγκάζει τη φύση να απαντά στα ερωτήματά του, και όχι να αφήνεται να σύρεται από αυτήν, τρόπον τινά, από το χαλινάρι. Το «προεκτων προτέρων σχεδιασμένο σχέδιο» μιας φύσης εν γένει καθορίζει πρώτα απ’ όλα τη συνταγματική δομή του Είναι του όντος, προς την οποία οφείλουν να αναφέρονται όλα τα ερευνητικά ερωτήματα. Αυτό το προγενέστερο σχέδιο του Είναι του όντος είναι εγγεγραμμένο στις βασικές έννοιες και στις θεμελιώδεις αρχές της εκάστοτε επιστήμης της φύσης. Εκείνο, λοιπόν, που καθιστά δυνατό τον τρόπο στάσης απέναντι στο ον (οντική γνώση), είναι η προγενέστερη κατανόηση της συνταγματικής δομής του Είναι, δηλαδή η οντολογική γνώση.
Η μαθηματική φυσική επιστήμη παρέχει μια ένδειξη αυτού του θεμελιώδους συσχετισμού όρων μεταξύ οντικής εμπειρίας και οντολογικής γνώσης. Εκεί, όμως, εξαντλείται και η λειτουργία της για τη θεμελίωση της Μεταφυσικής. Διότι η επισήμανση αυτού του συσχετισμού δεν αποτελεί ακόμη τη λύση του προβλήματος, αλλά μόνο την υπόδειξη της κατεύθυνσης στην οποία, κατανοημένο στη θεμελιώδη του καθολικότητα, πρέπει κατ’ αρχάς να αναζητηθεί. Αν μπορεί πράγματι να βρεθεί εκεί και γενικά, δηλαδή αν η ιδέα μιας Metaphysica specialis επιτρέπεται καθόλου να σχεδιαστεί σε αναλογία προς την έννοια της θετικής (επιστημονικής) γνώσης, αυτό μένει ακριβώς να αποφασιστεί.
Ο σχεδιασμός της εσωτερικής δυνατότητας της Metaphysica specialis ανάγεται, μέσω του ερωτήματος για τη δυνατότητα της οντικής γνώσης, στο ερώτημα για τη δυνατότητα εκείνου που καθιστά δυνατή την οντική γνώση. Αυτό, όμως, είναι το πρόβλημα του Είναι της προγενέστερης κατανόησης του Είναι, δηλαδή της οντολογικής γνώσης με την ευρύτερη έννοια. Το πρόβλημα της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας εμπεριέχει, ωστόσο, το ερώτημα για τη δυνατότητα της Metaphysica generalis. Η απόπειρα μιας θεμελίωσης της Metaphysica specialis ωθείται έτσι εκ των έσω πίσω στο ερώτημα για το Είναι της Metaphysica generalis.
Με τη θεμελίωση της Μεταφυσικής που τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Kant εισέρχεται όμως άμεσα σε διάλογο με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Η Οντολογία καθίσταται τώρα για πρώτη φορά καθαυτό πρόβλημα. Με αυτό επέρχεται η πρώτη και εσώτατη δόνηση στο οικοδόμημα της παραδεδομένης Μεταφυσικής. Η αοριστία και η αυτονόητη βεβαιότητα, μέσα στις οποίες η Metaphysica generalis πραγματευόταν έως τώρα την «καθολικότητα» του ens commune, εκλείπουν. Το ερώτημα της θεμελίωσης απαιτεί για πρώτη φορά διαύγεια ως προς τον τρόπο της γενίκευσης και, συνακόλουθα, ως προς τον χαρακτήρα της υπέρβασης που ενυπάρχει στη γνώση της συνταγματικής δομής του είναι. Το αν ο ίδιος ο Kant κατόρθωσε την πλήρη διαλεύκανση του προβλήματος παραμένει ένα δευτερεύον ζήτημα. Αρκεί ότι αναγνώρισε την αναγκαιότητά του και, προπάντων, την ανέδειξε. Έτσι καθίσταται επίσης σαφές ότι η Οντολογία πρωτίστως δεν αναφέρεται καθόλου στη θεμελίωση των θετικών επιστημών. Η αναγκαιότητά της και ο ρόλος της θεμελιώνονται σε ένα «υψηλότερο ενδιαφέρον» που η ανθρώπινη λογική βρίσκει μέσα της. Επειδή, όμως, η Metaphysica generalis παρέχει την αναγκαία «προπαρασκευή» για τη Metaphysica specialis, πρέπει στη θεμελίωση της πρώτης να μετασχηματίζεται και ο καθορισμός του είναι της δεύτερης.
Θεμελίωση της Μεταφυσικής στο σύνολό της σημαίνει αποκάλυψη της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας. Αυτός είναι ο γνήσιος, επειδή μεταφυσικός (δηλαδή αναφερόμενος στη Μεταφυσική ως το μοναδικό θέμα), νοηματικός πυρήνας εκείνου που υπό τον τίτλο της «Κοπερνίκειας στροφής» του Kant παρερμηνεύεται διαρκώς.
«Μέχρι τώρα υποτίθετο ότι όλη μας η γνώση πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με τα αντικείμενα· όμως όλες οι προσπάθειες να προσδιοριστεί κάτι γι’ αυτά a priori μέσω εννοιών, με τρόπο που θα διεύρυνε τη γνώση μας, απέτυχαν υπό αυτή την προϋπόθεση. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν μια φορά αν δεν προχωρούμε καλύτερα στα καθήκοντα της Μεταφυσικής, εφόσον υποθέσουμε ότι τα αντικείμενα πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τη γνώση μας· κάτι που ήδη συμφωνεί καλύτερα με την απαιτούμενη δυνατότητα μιας γνώσης τους a priori, η οποία οφείλει να καθορίζει κάτι για τα αντικείμενα πριν αυτά μας δοθούν».¹⁰
Με αυτό ο Kant θέλει να πει: δεν είναι κάθε «γνώση» οντική· και όπου υπάρχει τέτοια, καθίσταται δυνατή μόνο μέσω μιας οντολογικής. Με την Κοπερνίκεια στροφή, η παλαιά έννοια της αλήθειας με την έννοια της «αντιστοίχισης» (adaequatio) της γνώσης προς το ον όχι μόνο δεν κλονίζεται, αλλά αντιθέτως προϋποτίθεται και, μάλιστα, θεμελιώνεται για πρώτη φορά. Η οντική γνώση μπορεί να αντιστοιχηθεί προς το ον («αντικείμενα») μόνο εφόσον αυτό το ον, ως ον, έχει ήδη προηγουμένως φανερωθεί, δηλαδή έχει αναγνωριστεί στη συνταγματική του δομή του είναι. Σύμφωνα με αυτή την έσχατη γνώση οφείλουν να ρυθμίζονται τα αντικείμενα, δηλαδή η οντική τους προσδιορισιμότητα. Η φανερότητα του όντος (οντική αλήθεια) περιστρέφεται γύρω από την αποκαλυπτότητα της συνταγματικής δομής του είναι του όντος (οντολογική αλήθεια)· ποτέ όμως η οντική γνώση δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να «ρυθμίζεται σύμφωνα με» τα αντικείμενα, επειδή χωρίς την οντολογική δεν μπορεί καν να έχει ένα δυνατό «σύμφωνα με τι».
Με αυτό καθίσταται σαφές: η θεμελίωση της παραδεδομένης Μεταφυσικής ξεκινά από το ερώτημα της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας ως τέτοιας. Γιατί όμως αυτή η θεμελίωση γίνεται «Κριτική του Καθαρού Λόγου»;
Συνεχίζεται με:
§ 3. Η θεμελίωση της Μεταφυσικής ως «Κριτική του Καθαρού Λόγου»
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
Η θεμελίωση της Μεταφυσικής στην αρχική της σύλληψη
Η ανάδειξη της καντιανής αφετηρίας για μια θεμελίωση της Μεταφυσικής ταυτίζεται με την απάντηση στο ερώτημα: γιατί, για τον Kant, η θεμελίωση της Μεταφυσικής καθίσταται Κριτική του Καθαρού Λόγου; Η απάντηση πρέπει να προκύψει μέσω της εξέτασης των ακόλουθων τριών επιμέρους ερωτημάτων:
Ποια είναι η έννοια της Μεταφυσικής όπως την βρίσκει ήδη δεδομένη ο Kant;
Ποια είναι η αφετηρία της θεμελίωσης αυτής της παραδεδομένης Μεταφυσικής;
Γιατί αυτή η θεμελίωση είναι μια Κριτική του Καθαρού Λόγου;
§ 1. Η παραδεδομένη έννοια της Μεταφυσικής
Ο ορίζοντας μέσα στον οποίο ο Kant είδε τη Μεταφυσική και εντός του οποίου έπρεπε να ξεκινήσει η θεμελίωσή της, μπορεί να χαρακτηριστεί, σε αδρές γραμμές, με τον ορισμό του Baumgarten: Metaphysica est scientia prima cognitionis humanae principia continens (Η Μεταφυσική είναι η πρώτη επιστήμη, η οποία περιέχει τις αρχές της ανθρώπινης γνώσης) (A. G. Baumgarten, Metaphysica, Ed. II, 1743, § 1.). Η Μεταφυσική είναι η επιστήμη που περιέχει τα πρώτα θεμέλια εκείνου που συλλαμβάνει η ανθρώπινη γνώση (Η Μεταφυσική είναι η πρώτη επιστήμη, εφόσον περιέχει τους καθοριστικούς λόγους εκείνου που η ανθρώπινη γνώση συλλαμβάνει.). Στην έννοια των «πρώτων αρχών της ανθρώπινης γνώσης» εμπεριέχεται μια ιδιότυπη και κατ’ αρχάς αναγκαία αμφισημία. Ad metaphysicam referuntur ontologia, cosmologia, psychologia et theologia naturalis (Στη Μεταφυσική ανάγονται η Οντολογία, η Κοσμολογία, η Ψυχολογία και η Φυσική Θεολογία.) (a. a. O., § 2.). Τα κίνητρα και η ιστορία της διαμόρφωσης και παγίωσης αυτής της σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής δεν μπορούν να παρουσιαστούν εδώ. Μόνο μια σύντομη αναφορά στα ουσιώδη θα πρέπει να χαλαρώσει το προβληματικό περιεχόμενο αυτής της έννοιας και να προετοιμάσει την κατανόηση της θεμελιώδους σημασίας της καντιανής αφετηρίας της θεμελίωσης (Ακολουθώντας την πρωτοβουλία του H. Pichler, Über Christian Wolffs Ontologie. 1910, η σχέση του Kant προς την παραδεδομένη Μεταφυσική έχει ερευνηθεί τα τελευταία χρόνια πιο διεισδυτικά και πιο συνολικά. Πρβλ. ιδίως τις έρευνες του H. Heimsoeth, Die metaphysischen Motive in der Ausbildung des kritischen Idealismus. Kantstudien τόμ. XXIX (1924), σ. 121 κ.ε.· επίσης Metaphysik und Kritik bei Chr. A. Crusius. Ein Beitrag zur ontologischen Vorgeschichte der Kritik der reinen Vernunft im 18. Jahrhundert. (Schriften der Königsberger Gelehrten Gesellschaft, III. Jahr, Geisteswiss. Kl., Hft. 5. 1926). — Επιπλέον, το εκτενέστερο έργο του M. Wundt, Kant als Metaphysiker. Ein Beitrag zur Geschichte der deutschen Philosophie im achtzehnten Jahrhundert. 1924. Μια παρουσίαση της καντιανής φιλοσοφίας υπό το πρίσμα της ιστορίας της Μεταφυσικής μετά τον Kant δίνει ο R. Kroner, Von Kant bis Hegel. 2 τόμοι, 1921 και 1924· για την ιστορία της Μεταφυσικής στον γερμανικό ιδεαλισμό βλ. επίσης Nic. Hartmann, Die Philosophie des deutschen Idealismus. Μέρος I, 1925· Μέρος II, 1929. Μια κριτική τοποθέτηση απέναντι σε αυτές τις έρευνες δεν είναι εδώ δυνατή. Μόνο το εξής πρέπει να επισημανθεί: ότι όλες τους εξαρχής εμμένουν στην αντίληψη της Κριτικής του Καθαρού Λόγου ως «θεωρίας της γνώσης» και μόνον εκ των υστέρων αναδεικνύουν παράλληλα και τη Μεταφυσική καθώς και τα «μεταφυσικά κίνητρα».).
Είναι γνωστό ότι η αρχικά καθαρά βιβλιοτεχνική σημασία της έκφρασης μετὰ τὰ φυσικά (ως συλλογική ονομασία για εκείνες τις πραγματείες του Αριστοτέλη που κατατάσσονται μετά από εκείνες που ανήκουν στη «Φυσική») μεταστράφηκε αργότερα σε μια φιλοσοφικά ερμηνευτική χαρακτηριστική περιγραφή του περιεχομένου αυτών των μεταγενέστερων πραγματειών. Αυτή η μετατόπιση της σημασίας, ωστόσο, δεν έχει την αθωότητα με την οποία συνήθως καταγράφεται. Αντιθέτως, ώθησε την ερμηνεία αυτών των πραγματειών προς μια εντελώς συγκεκριμένη κατεύθυνση και έτσι καθόρισε αποφασιστικά την αντίληψη του αντικειμένου που πραγματεύεται ο Αριστοτέλης ως «Μεταφυσική». Αν όμως αυτό που συναρθρώνεται στην αριστοτελική «Μεταφυσική» είναι πράγματι «Μεταφυσική», αυτό πρέπει να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ο ίδιος ο Kant, βέβαια, θέλει ακόμη να αποδώσει στον όρο άμεσα ένα εκ του περιεχομένου προερχόμενο νόημα: «Όσον αφορά το όνομα της Μεταφυσικής, δεν πρέπει να πιστεύεται ότι προέκυψε τυχαία, επειδή ταιριάζει τόσο ακριβώς με την επιστήμη· διότι, αφού φύσις σημαίνει φύση, ενώ όμως στους όρους της φύσης δεν μπορούμε να φθάσουμε παρά μόνο μέσω της εμπειρίας, εκείνη η επιστήμη που έπεται αυτής ονομάζεται Μεταφυσική (από μετά, trans, και physica). Είναι μια επιστήμη που, κατά κάποιον τρόπο, βρίσκεται έξω από το πεδίο της Φυσικής, πέρα από αυτήν.» (M. Heinze, Οι παραδόσεις του Kant για τη Μεταφυσική από τρία εξάμηνα. Ανέκδοτες, επιμέλεια K. Schädlich. Εταιρεία των Επιστημών, τόμ. XIV, Φιλολογική–Ιστορική Τάξη, 1894, σ. 666 (Σεπτέμβριος).Πρβλ. επίσης Kant, Για τις προόδους της Μεταφυσικής από τον Leibniz και τον Wolff, WW (Cassirer), τόμ. VIII, σ. 301 κ.ε.)
Ο βιβλιοτεχνικός αυτός όρος, ο οποίος έδωσε την αφορμή για αυτή τη συγκεκριμένη περιεχομενική ερμηνεία, γεννήθηκε ο ίδιος από μια αμηχανία ως προς την ουσιαστική κατανόηση των συγγραφών που εντάχθηκαν κατ’ αυτόν τον τρόπο στο corpus aristotelicum. Ακριβώς για εκείνο που ο Αριστοτέλης επιδιώκει εδώ ως πρώτη φιλοσοφία, ως κυριολεκτική φιλοσοφία, ως φιλοσοφείν κατ’ εξοχήν, δεν υπήρχε στη μεταγενέστερη σχολαστική φιλοσοφία (Λογική, Φυσική, Ηθική) ούτε πειθαρχία ούτε πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί· μετὰ τὰ φυσικά είναι ο τίτλος μιας θεμελιώδους φιλοσοφικής αμηχανίας.
Αυτή η αμηχανία, με τη σειρά της, είχε την αιτία της στην ασάφεια τού Είναι των προβλημάτων και των γνώσεων που πραγματεύονται οι εν λόγω πραγματείες. Στο μέτρο που ο ίδιος ο Αριστοτέλης εκφράζεται επ’ αυτού, αναδεικνύεται ακριβώς στον προσδιορισμό του Είναι της «πρώτης φιλοσοφίας» μια αξιοσημείωτη διπλότητα. Είναι τόσο «γνώση του όντος ως όντος» (ὂν ᾗ ὄν) όσο και γνώση της κατεξοχήν περιοχής του όντος (τιμιώτατον γένος), από την οποία καθορίζεται το ον στο σύνολό του (καθόλου).
Αυτή η διπλή χαρακτηριστική της πρώτης φιλοσοφίας δεν περιέχει ούτε δύο θεμελιωδώς διαφορετικές και ανεξάρτητες μεταξύ τους πορείες σκέψης, ούτε επιτρέπεται η μία να εξασθενήσει ή να εξαλειφθεί προς όφελος της άλλης, ούτε μπορεί κανείς να συμφιλιώσει βιαστικά τη φαινομενική διχαστικότητα σε μια ενότητα. Αντιθέτως, πρόκειται να φωτιστούν οι λόγοι της φαινομενικής διχαστικότητας και ο τρόπος της μεταξύ τους συνάφειας, με αφετηρία το καθοδηγητικό πρόβλημα μιας «πρώτης φιλοσοφίας» του όντος. Το καθήκον αυτό καθίσταται τόσο πιο επιτακτικό, όσο η εν λόγω διπλότητα δεν εμφανίζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη, αλλά διαπερνά το πρόβλημα του Είναι ήδη από τις απαρχές της αρχαίας φιλοσοφίας.
Για να συγκρατηθεί όμως αυτό το πρόβλημα του προσδιορισμού του Είναι της «Μεταφυσικής», μπορεί προκαταβολικά να ειπωθεί: Μεταφυσική είναι η θεμελιώδης γνώση του όντος ως τέτοιου και στο σύνολό του. Αυτή η «οριστική διατύπωση», ωστόσο, επιτρέπεται να ισχύει μόνο ως ένδειξη του προβλήματος, δηλαδή των ερωτημάτων: σε τι έγκειται το είναι της γνώσης του είναι του όντος; σε ποιον βαθμό αυτή αναπτύσσεται αναγκαστικά σε γνώση του όντος στο σύνολό του; και γιατί αυτή, με τη σειρά της, οξύνεται σε μια γνώση της γνώσης του είναι; Έτσι, η «Μεταφυσική» παραμένει ο τίτλος της αμηχανίας της φιλοσοφίας καθαυτής.
Η μετααριστοτελική δυτική Μεταφυσική οφείλει τη διαμόρφωσή της όχι στην υιοθέτηση και συνέχιση ενός δήθεν υπάρχοντος αριστοτελικού συστήματος, αλλά στη μη κατανόηση της προβληματικότητας και της ανοικτότητας μέσα στις οποίες ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης άφησαν τα κεντρικά προβλήματα. Δύο κίνητρα καθόρισαν κυρίως τη διαμόρφωση της προαναφερθείσας σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής και εμπόδισαν ολοένα και περισσότερο την εκ νέου ανάληψη της αρχικής προβληματικής.
Το ένα κίνητρο αφορά την περιεχομενική διάρθρωση της Μεταφυσικής και προέρχεται από τη θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με αυτήν, κάθε μη θεϊκό ον είναι δημιούργημα: το σύμπαν. Ανάμεσα στα δημιουργήματα, ο άνθρωπος κατέχει με τη σειρά του μια εξέχουσα θέση, στο μέτρο που από τη σωτηρία της ψυχής του και την αιώνια ύπαρξή του εξαρτώνται τα πάντα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή τη χριστιανική συνείδηση του κόσμου και της ύπαρξης, το σύνολο του όντος διαρθρώνεται σε Θεό, φύση και άνθρωπο· και σε αυτούς τους τομείς αντιστοιχίζονται αμέσως η Θεολογία, της οποίας το αντικείμενο είναι το summum ens, η Κοσμολογία και η Ψυχολογία. Αυτές συγκροτούν την πειθαρχία της Metaphysica specialis. Σε διάκριση από αυτήν, η Metaphysica generalis (Οντολογία) έχει ως αντικείμενο το ον «εν γένει» (ens commune).
Το άλλο, ουσιώδες για τη διαμόρφωση της σχολαστικής έννοιας της Μεταφυσικής, κίνητρο αφορά τον τρόπο γνώσης και τη μέθοδό της. Εφόσον έχει ως αντικείμενο το ον εν γένει και το ύψιστο ον, για το οποίο «καθένας έχει ενδιαφέρον» (Kant), είναι επιστήμη της ανώτατης αξιοπρέπειας, η «βασίλισσα των επιστημών». Κατά συνέπεια, και ο τρόπος της γνώσης της πρέπει να είναι ο αυστηρότερος και απολύτως δεσμευτικός. Αυτό απαιτεί να προσαρμοστεί σε ένα αντίστοιχο ιδεώδες γνώσης. Ως τέτοιο θεωρείται η «μαθηματική» γνώση. Αυτή είναι, με την κυριολεκτική έννοια, η ορθολογική και a priori γνώση, επειδή είναι ανεξάρτητη από τυχαίες εμπειρίες, δηλαδή καθαρή επιστήμη του Λόγου. Η γνώση του όντος εν γένει (Metaphysica generalis) και κατά τους κύριους τομείς του (Metaphysica specialis) καθίσταται έτσι μια «επιστήμη από καθαρό Λόγο».
Ο Kant εμμένει τώρα στην πρόθεση αυτής της Μεταφυσικής, μάλιστα τη μετατοπίζει ακόμη εντονότερα στη Metaphysica specialis, την οποία αποκαλεί «την καθεαυτό Μεταφυσική», «Μεταφυσική ως τελικό σκοπό» (Über die Fortschritte (Περί των προόδων…), όπ. παρ., σ. 238). Εν όψει, ωστόσο, της διαρκούς «αποτυχίας όλων των εγχειρημάτων σε αυτή την επιστήμη, της ασυμφωνίας και της αναποτελεσματικότητάς της», πρέπει καταρχάς να ανασταλούν όλες οι προσπάθειες διεύρυνσης της καθαρής λογικής γνώσης, έως ότου διευκρινιστεί το ερώτημα της εσωτερικής δυνατότητας αυτής της επιστήμης. Έτσι ανακύπτει το έργο μιας θεμελίωσης με την έννοια του καθορισμού του Είναι της Μεταφυσικής. Πώς θέτει ο Kant αυτήν την οριοθέτηση του είναι της Μεταφυσικής;
§ 2. Η αφετηρία της θεμελίωσης της παραδεδομένης Μεταφυσικής
Στη Μεταφυσική, ως καθαρή ορθολογική γνώση του «καθόλου» στο ον και της εκάστοτε ολότητας των κύριων περιοχών του, συντελείται μια «υπέρβαση» πέρα από ό,τι μπορεί κάθε φορά να προσφέρει η εμπειρία ως προς το ιδιαίτερο και το μερικό. Υπερβαίνοντας το αισθητό, αυτή η γνώση επιδιώκει να συλλάβει το υπεραισθητό ον. Η «μέθοδός» της, όμως, υπήρξε έως τώρα ένα απλό ψηλάφημα στα τυφλά, και —το χειρότερο— «μέσα σε απλούς όρους». Η Μεταφυσική στερείται μιας δεσμευτικής απόδειξης των αξιούμενων διορασεών της. Τι δίνει σε αυτή τη Μεταφυσική την εσωτερική δυνατότητα να είναι αυτό που θέλει να είναι;
Μια θεμελίωση της Μεταφυσικής με την έννοια της οριοθέτησης της εσωτερικής της δυνατότητας πρέπει, λοιπόν, πρωτίστως να στοχεύει στον τελικό σκοπό της Μεταφυσικής, δηλαδή σε έναν καθορισμό του Είναι της Metaphysica specialis. Διότι αυτή είναι, με έναν εξαιρετικό τρόπο, γνώση του υπεραισθητού όντος. Το ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα μιας τέτοιας γνώσης αναπέμπεται, όμως, στο γενικότερο ερώτημα για την εσωτερική δυνατότητα ενός «φανερώματος» του όντος ως τέτοιου εν γένει. Θεμελίωση σημαίνει τώρα διαύγαση του Είναι ενός τρόπου στάσης απέναντι στο ον, μέσα στον οποίο αυτό δείχνεται από μόνο του, έτσι ώστε κάθε λόγος περί αυτού να καθίσταται από εκεί και πέρα αποδείξιμος.
Τι ανήκει, όμως, στη δυνατότητα ενός τέτοιου τρόπου στάσης απέναντι στο ον; Υπάρχει κάποια «ένδειξη» για ό,τι καθιστά δυνατό έναν τέτοιο τρόπο; Πράγματι: η μέθοδος των φυσικών επιστημόνων. Σε αυτούς «άναψε ένα φως». Κατανόησαν ότι ο Λόγος βλέπει μόνο ό,τι ο ίδιος παράγει σύμφωνα με το δικό του σχέδιο· ότι πρέπει να προπορεύεται με αρχές των κρίσεών του σύμφωνα με σταθερούς νόμους και να αναγκάζει τη φύση να απαντά στα ερωτήματά του, και όχι να αφήνεται να σύρεται από αυτήν, τρόπον τινά, από το χαλινάρι. Το «προεκτων προτέρων σχεδιασμένο σχέδιο» μιας φύσης εν γένει καθορίζει πρώτα απ’ όλα τη συνταγματική δομή του Είναι του όντος, προς την οποία οφείλουν να αναφέρονται όλα τα ερευνητικά ερωτήματα. Αυτό το προγενέστερο σχέδιο του Είναι του όντος είναι εγγεγραμμένο στις βασικές έννοιες και στις θεμελιώδεις αρχές της εκάστοτε επιστήμης της φύσης. Εκείνο, λοιπόν, που καθιστά δυνατό τον τρόπο στάσης απέναντι στο ον (οντική γνώση), είναι η προγενέστερη κατανόηση της συνταγματικής δομής του Είναι, δηλαδή η οντολογική γνώση.
Η μαθηματική φυσική επιστήμη παρέχει μια ένδειξη αυτού του θεμελιώδους συσχετισμού όρων μεταξύ οντικής εμπειρίας και οντολογικής γνώσης. Εκεί, όμως, εξαντλείται και η λειτουργία της για τη θεμελίωση της Μεταφυσικής. Διότι η επισήμανση αυτού του συσχετισμού δεν αποτελεί ακόμη τη λύση του προβλήματος, αλλά μόνο την υπόδειξη της κατεύθυνσης στην οποία, κατανοημένο στη θεμελιώδη του καθολικότητα, πρέπει κατ’ αρχάς να αναζητηθεί. Αν μπορεί πράγματι να βρεθεί εκεί και γενικά, δηλαδή αν η ιδέα μιας Metaphysica specialis επιτρέπεται καθόλου να σχεδιαστεί σε αναλογία προς την έννοια της θετικής (επιστημονικής) γνώσης, αυτό μένει ακριβώς να αποφασιστεί.
Ο σχεδιασμός της εσωτερικής δυνατότητας της Metaphysica specialis ανάγεται, μέσω του ερωτήματος για τη δυνατότητα της οντικής γνώσης, στο ερώτημα για τη δυνατότητα εκείνου που καθιστά δυνατή την οντική γνώση. Αυτό, όμως, είναι το πρόβλημα του Είναι της προγενέστερης κατανόησης του Είναι, δηλαδή της οντολογικής γνώσης με την ευρύτερη έννοια. Το πρόβλημα της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας εμπεριέχει, ωστόσο, το ερώτημα για τη δυνατότητα της Metaphysica generalis. Η απόπειρα μιας θεμελίωσης της Metaphysica specialis ωθείται έτσι εκ των έσω πίσω στο ερώτημα για το Είναι της Metaphysica generalis.
Με τη θεμελίωση της Μεταφυσικής που τίθεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο Kant εισέρχεται όμως άμεσα σε διάλογο με τον Αριστοτέλη και τον Πλάτωνα. Η Οντολογία καθίσταται τώρα για πρώτη φορά καθαυτό πρόβλημα. Με αυτό επέρχεται η πρώτη και εσώτατη δόνηση στο οικοδόμημα της παραδεδομένης Μεταφυσικής. Η αοριστία και η αυτονόητη βεβαιότητα, μέσα στις οποίες η Metaphysica generalis πραγματευόταν έως τώρα την «καθολικότητα» του ens commune, εκλείπουν. Το ερώτημα της θεμελίωσης απαιτεί για πρώτη φορά διαύγεια ως προς τον τρόπο της γενίκευσης και, συνακόλουθα, ως προς τον χαρακτήρα της υπέρβασης που ενυπάρχει στη γνώση της συνταγματικής δομής του είναι. Το αν ο ίδιος ο Kant κατόρθωσε την πλήρη διαλεύκανση του προβλήματος παραμένει ένα δευτερεύον ζήτημα. Αρκεί ότι αναγνώρισε την αναγκαιότητά του και, προπάντων, την ανέδειξε. Έτσι καθίσταται επίσης σαφές ότι η Οντολογία πρωτίστως δεν αναφέρεται καθόλου στη θεμελίωση των θετικών επιστημών. Η αναγκαιότητά της και ο ρόλος της θεμελιώνονται σε ένα «υψηλότερο ενδιαφέρον» που η ανθρώπινη λογική βρίσκει μέσα της. Επειδή, όμως, η Metaphysica generalis παρέχει την αναγκαία «προπαρασκευή» για τη Metaphysica specialis, πρέπει στη θεμελίωση της πρώτης να μετασχηματίζεται και ο καθορισμός του είναι της δεύτερης.
Θεμελίωση της Μεταφυσικής στο σύνολό της σημαίνει αποκάλυψη της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας. Αυτός είναι ο γνήσιος, επειδή μεταφυσικός (δηλαδή αναφερόμενος στη Μεταφυσική ως το μοναδικό θέμα), νοηματικός πυρήνας εκείνου που υπό τον τίτλο της «Κοπερνίκειας στροφής» του Kant παρερμηνεύεται διαρκώς.
«Μέχρι τώρα υποτίθετο ότι όλη μας η γνώση πρέπει να ρυθμίζεται σύμφωνα με τα αντικείμενα· όμως όλες οι προσπάθειες να προσδιοριστεί κάτι γι’ αυτά a priori μέσω εννοιών, με τρόπο που θα διεύρυνε τη γνώση μας, απέτυχαν υπό αυτή την προϋπόθεση. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν μια φορά αν δεν προχωρούμε καλύτερα στα καθήκοντα της Μεταφυσικής, εφόσον υποθέσουμε ότι τα αντικείμενα πρέπει να ρυθμίζονται σύμφωνα με τη γνώση μας· κάτι που ήδη συμφωνεί καλύτερα με την απαιτούμενη δυνατότητα μιας γνώσης τους a priori, η οποία οφείλει να καθορίζει κάτι για τα αντικείμενα πριν αυτά μας δοθούν».¹⁰
Με αυτό ο Kant θέλει να πει: δεν είναι κάθε «γνώση» οντική· και όπου υπάρχει τέτοια, καθίσταται δυνατή μόνο μέσω μιας οντολογικής. Με την Κοπερνίκεια στροφή, η παλαιά έννοια της αλήθειας με την έννοια της «αντιστοίχισης» (adaequatio) της γνώσης προς το ον όχι μόνο δεν κλονίζεται, αλλά αντιθέτως προϋποτίθεται και, μάλιστα, θεμελιώνεται για πρώτη φορά. Η οντική γνώση μπορεί να αντιστοιχηθεί προς το ον («αντικείμενα») μόνο εφόσον αυτό το ον, ως ον, έχει ήδη προηγουμένως φανερωθεί, δηλαδή έχει αναγνωριστεί στη συνταγματική του δομή του είναι. Σύμφωνα με αυτή την έσχατη γνώση οφείλουν να ρυθμίζονται τα αντικείμενα, δηλαδή η οντική τους προσδιορισιμότητα. Η φανερότητα του όντος (οντική αλήθεια) περιστρέφεται γύρω από την αποκαλυπτότητα της συνταγματικής δομής του είναι του όντος (οντολογική αλήθεια)· ποτέ όμως η οντική γνώση δεν μπορεί, αφ’ εαυτής, να «ρυθμίζεται σύμφωνα με» τα αντικείμενα, επειδή χωρίς την οντολογική δεν μπορεί καν να έχει ένα δυνατό «σύμφωνα με τι».
Με αυτό καθίσταται σαφές: η θεμελίωση της παραδεδομένης Μεταφυσικής ξεκινά από το ερώτημα της εσωτερικής δυνατότητας της Οντολογίας ως τέτοιας. Γιατί όμως αυτή η θεμελίωση γίνεται «Κριτική του Καθαρού Λόγου»;
Συνεχίζεται με:
§ 3. Η θεμελίωση της Μεταφυσικής ως «Κριτική του Καθαρού Λόγου»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου