Εδώ έχουμε δύο πανομοιότυπα Ευαγγέλια, Κυριακή των Βαΐων, αυτό του Όρθρου και αυτό της Θείας Λειτουργίας. Στον Όρθρο είναι εκ του κατά Ματθαίον και στη Λειτουργία από το κατά Ιωάννην. Αλλά θα μείνουμε σε μερικές λεπτομέρειες των σκηνών αυτών, όπως περιγράφονται, να τις δούμε με λίγο προσοχή.
Στο κατά Ματθαίον, στο Ευαγγέλιο του Όρθρου, είναι η γνωστή σκηνή όπου ο Χριστός αναζητά κάποιον να του βρει το ανώγεον αυτό, το εστρωμένον, όπως το λέει, για να μπορέσει εκεί να συμφάγει με τους μαθητές του το τελευταίο αυτό Πάσχα. Και γίνεται λοιπόν αυτό το πράγμα και, βεβαίως, δεν αρκείται σε αυτό, αλλά τους θέλει να βρουν και τον πώλον, και μάλιστα με έναν τρόπο στην κυριολεξία χαρισματικό. «Πηγαίνετε στην πόλη, στην κώμη την απέναντι, και αμέσως θα βρείτε όνον και πώλον μετ’ αυτής· λύσαντες τον πώλον και φέρετέ μοι», το μικρό αυτό πουλάρι.
Και αν κανένας σας πει τίποτα, πείτε ότι «ο Κύριος έχει ανάγκη» και τον στέλνει, και λοιπά. Και βρίσκουν τον πώλον, έτσι, την όνον, και επέθηκαν τα ιμάτια αυτών και ο ίδιος επεκάθισε επάνω αυτών. Εδώ, βέβαια, ο Χριστός εμφανίζεται να προγνωρίζει πώς θα τον υποδεχθούν και έχει την απάντηση ήδη έτοιμη, έτσι, για το πώς θα τον υποδεχθούν. Και ο ίδιος φροντίζει να δώσει κιόλας ένα στίγμα για το πώς ακριβώς έρχεται.
Ο κόσμος τι κάνει; Ο κόσμος, επειδή άκουσε ότι ήγειρε τον Λάζαρο — αυτό το λέει το επόμενο Ευαγγέλιο της Λειτουργίας: «Εμαρτύρει ο όχλος ο ων μετ’ αυτού ότι τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ των νεκρών» — «δια τούτο υπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσε τούτο πεποιηκέναι το σημείον». Επειδή άκουσε ότι έκανε το θαύμα, γι’ αυτό τον υποδέχεται έτσι. Ας το κρατήσουμε αυτό.
Είναι σημαντικό το τι ζητούμε να δούμε, γιατί αυτό θα δούμε. Αν περιμένουμε να δούμε κάτι, είναι αυτό που περιμένουμε να δούμε. Προσέξτε λίγο, γιατί εδώ έχουμε ένα κομμάτι του μεγάλου και διαχρονικού ανθρώπινου προβλήματος ή τραύματος, αν θέλετε, που θα προσπαθήσουμε να το εξηγήσουμε.
Λοιπόν, έρχεται ο κόσμος, στρώνουν τα ιμάτια στον δρόμο, κλάδους από τα δέντρα στρώνουν στον δρόμο, όχλος, «ωσαννά τω υιώ Δαυίδ, ευλογημένος ο ερχόμενος, ωσαννά εν τοις υψίστοις», και συνεσείσθη πάσα η πόλις. Όλη η πόλη συνεσείσθη, έτσι. Και αυτός ο οποίος — σας έχω πει πολλές φορές — ότι ο Χριστός έχει μια θαυμάσια, εξαίσια πνευματική ειρωνεία.
Η ειρωνεία όχι με την έννοια ότι υποτιμά κάποιον, αλλά με την έννοια ότι ξέρει να διασκεδάζει τα φαινόμενα. Να διασκεδάζει, έτσι, αυτό το οποίο φαίνεται από τα ανθρώπινα ως αληθινό, ως αντικείμενο, ξέρω γω, δοξασμού, ως τέλειο κλπ. Εμφανίζεται, έτσι, με έναν ειρωνικό τρόπο.
Για σκεφτείτε λίγο εσείς τώρα να έρθει ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας — δεν λέω να έρθει κάποιος — και να ετοιμάσουν, ξέρω γω, εδώ οι αρχές τρομερή υποδοχή, και ξαφνικά να έρθει με ένα ποδήλατο ο Πρόεδρος. Πολύ στα σοβαρά. Με ένα ποδηλατάκι, μικρό μάλιστα, έτσι.
Δηλαδή, ανταποκρίνεται με έναν ειρωνικό τρόπο στη λαθεμένη τους ανάγκη για θαύμα και για μυστήριο και για εξουσία. Είχα μια ομιλία προχθές, ένα podcast για τον Ντοστογιέφσκι, ο «Μεγάλος Ιεροεξεταστής», από το μυθιστόρημα «Οι Αδελφοί Καραμάζοφ», που του λέει ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής του Χριστού: λάθος έκανες, λάθος έκανες. Οι άνθρωποι θέλουν εξουσία, θέλουν θαύμα και θέλουν και μυστήριο.
Αυτά μόνο τους συγκινούν. Δεν θέλουν ελευθερία. Εδώ θα λέγαμε, δεν θέλουν έναν νέο κόσμο, έναν νέο πνευματικό κόσμο μπροστά τους, ο οποίος φαίνεται να είναι — σας είπα — τελείως ξένος προς αυτού του είδους τις επιδιώξεις, οι οποίες όμως συγκροτούν τα ανθρώπινα πλήθη.
Τα ανθρώπινα πλήθη δεν συγκροτούνται για να έχουν θέα του Θεού. Συγκροτούνται για να έχουν ιστορική αποτελεσματικότητα, για να έχουν στίγμα στην ιστορία, συγκεκριμένο, και κοινές επιδιώξεις κοσμικού χαρακτήρα, τις οποίες θέλουν να εκπληρώσουν. Εν ολίγοις, αυτό θέλουν κι αυτοί.
Οι άνθρωποι αυτοί θέλουν τον πανίσχυρο μάγο στην κυριαρχία, ο οποίος θα οδηγήσει το Ισραήλ εκεί που θέλει να πάει το Ισραήλ πάντοτε, και τώρα και πάντοτε, δηλαδή στην κορυφή της παγκόσμιας κυριαρχίας, διότι έτσι κατάλαβε το Ισραήλ της εποχής εκείνης το γεγονός ότι είναι ο εκλεκτός λαός του Θεού. Δεν το κατάλαβε ως διακονία, δεν το κατάλαβε ως άνοιγμα, δεν το κατάλαβε ως αγάπη, δεν το κατάλαβε ως μίμηση του Θεού, αλλά ως δικαίωμα να είναι στην κορυφή της ισχύος. Καλεί λοιπόν τον Χριστό να παίξει αυτό το παιχνίδι.
Καλεί τον Χριστό και του λέει: κοίτα, ξαναδές, εδώ ο δρόμος είναι ανοιχτός και εμείς όλοι είμαστε έτοιμοι να πέσουμε, με ένα νεύμα σου, στη μάχη, της οποίας τη νίκη έχουμε εξασφαλίσει, διότι εσύ είσαι μπροστά. Να κατατροπώσουμε τους Ρωμαίους, να φτάσουμε μέχρι τη Ρώμη. Να κατατροπώσουμε και τον Καίσαρα — γιατί όχι; Από εκεί που είσαι, ρίξε του μία ωραία ευχή και ο Καίσαρας θα πεθάνει, και όλοι οι συγκλητικοί της Ρώμης.
Δεν είναι αυτά τα πράγματα που θα έπρεπε να λέγει. Γι’ αυτό ο Χριστός, βλέπετε, προορώνοντας ακριβώς όλο αυτό και γνωρίζοντάς το, παίρνει το γαϊδουράκι, και μάλιστα τον πώλον της όνου, ακόμα το μικρό γαϊδουράκι, ανεβαίνει επάνω και εισέρχεται στην πόλη αυτή, γνωρίζοντας πάρα πολύ καλά ότι σε λίγο αυτός ο ίδιος ο λαός θα τον σταυρώσει. Και θα τον σταυρώσει διότι, όπως έχει γίνει — να το πω ξανά — πρόσφατα, δεν προχωρεί με τη λογική της θυματοποίησης ο Χριστός.
Αυτοί θέλουν τον Χριστό να θυματοποιήσει τους Ρωμαίους και τους εχθρούς τους, και οι ίδιοι να ισχυροποιηθούν ιστορικά. Αυτό δεν θα το κάνει ο Χριστός. Δεν θα το κάνει αυτό ο Χριστός.
Το αντίστροφο θα κάνει. Θα τελειώσει τη διαδικασία αυτή εντελώς. Αυτό είναι ελάχιστα ώριμοι όλοι όσοι είναι εκεί να το καταλάβουν, ακόμα και οι μαθητές. Η μόνη που το καταλαβαίνει, πιθανώς, αλλά πάλι δεν μπορεί να πει τίποτα, είναι η Παναγία.
Η Παναγία δεν μπορεί να πει τίποτα, διότι όλα αυτά που καταλαβαίνει δεν τα καταλαβαίνει κανένας άλλος εκτός από αυτήν. Στην κυριολεξία κανένας. Λοιπόν, για να δούμε τη σκηνή.
Η σκηνή είναι ακόμα πιο… η συνέχεια είναι εκπληκτική. «Οι δε όχλοι έλεγον· οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς, ὁ προφήτης, ὁ ἀπὸ Ναζαρὲτ τῆς Γαλιλαίας». «Ιδόντες δε οι αρχιερείς και οι γραμματείς τα θαυμάσια ά εποίησε και τους παίδας κράζοντας και λέγοντας· “Ωσαννά τω υιώ Δαυίδ”, ηγανάκτησαν». Οι αρχιερείς και οι γραμματείς ηγανάκτησαν.
Τώρα εδώ τα πράγματα περιπλέκονται. Γιατί ηγανάκτησαν; Ηγανάκτησαν διότι φαντάζονταν ότι ήταν αυτοί οι οποίοι θα οδηγούσαν τον Ισραήλ σε αυτά τα τρόπαια.
Δεν ηγανάκτησαν για άλλο λόγο. Ηγανάκτησαν διότι οι ίδιοι πίστευαν ότι αυτοί θα είναι εκείνοι οι οποίοι θα οδηγήσουν τον λαό του Ισραήλ, και όχι αυτός. Αυτός είναι έξω από την εξουσία τους. Δεν τον ελέγχουν. Δεν μπορούν να πάρουν τη δόξα του ως δική τους. Τους έχει ήδη ελέγξει ο ίδιος.
Δεν είναι εκεί στη λογική τη δική τους. Το ξέρουν πολύ καλά αυτό. Συνεχίζεται το δράμα.
Αλλά η απάντηση του Χριστού εδώ είναι εκπληκτική. Τι τους λέει; Τους λέει: «Ουδέποτε ανέγνωτε ότι “εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον”;». Αυτά τα νηπιακά και αυτά τα τυποτένια πλάσματα με υμνούν.
Εδώ είναι περίεργο. Γιατί είναι περίεργο; Κοιτάξτε, δείτε τη μεγαλωσύνη του Χριστού, τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τον άνθρωπο. Βλέπει τον διχασμό του ανθρώπου.
Όντως οι πολλοί μαζεύονται για να τον αντιμετωπίσουν ως τον ερχόμενο ιστορικό ηγέτη. Όντως οι πολλοί έχουν υποκύψει στο πάθος για εξουσία, για αναγκαστικό θαύμα κλπ. Όμως μέσα τους, όπως είμαστε και εμείς, είναι και αυτοί διχασμένοι.
Υπάρχει και κάτι άλλο. Υπάρχει και ένα «μήπως» μέσα τους. Μήπως, εκτός από αυτό το οποίο ζητωκραυγάζουμε, υπάρχει και κάτι άλλο σε αυτόν τον άνθρωπο, το οποίο έρχεται από αλλού και είναι άλλης ποιότητας και άλλης τάξης;
Προσέξτε λίγο. Βλέπουν κάτι, αισθάνονται κάτι. Γιατί μην ξεχνάτε ότι, ως άνθρωποι, είμαστε πνευματικές φύσεις και αντιλαμβανόμαστε πράγματα σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα.
Μήπως αυτό το «μήπως» θα κάνει πολλούς από αυτούς χριστιανούς μετά την Ανάσταση; Μετά την Ανάσταση θα γίνουν χριστιανοί αρκετοί Ιουδαίοι. Θυμηθείτε λίγο την ημέρα της Πεντηκοστής.
Γιατί έχουν και αυτό το «μήπως» μέσα τους. Στην περίπτωση αυτή είναι τα νήπια και τα θηλάζοντα. Υπάρχουν ανάμεσά τους, δηλαδή· οι ίδιοι μέσα τους είναι διαιρεμένοι. Υπάρχουν και μεταξύ αυτών άνθρωποι οι οποίοι βλέπουν τον Χριστό αλλιώς.
Υμνούν σε αυτόν κάτι άλλο από αυτά τα πράγματα, τα οποία, παρά ταύτα, αναγκάζονται… Γιατί, ξέρετε, αυτές οι συμπεριφορές είναι μιμητικές συμπεριφορές. Όλοι μαζί δοξάζουμε και όλοι μαζί καταριόμαστε.
Σε κοινωνικό επίπεδο, το πλήθος μεταστρέφεται όλοι μαζί. Όλοι μαζί, λοιπόν, φωνάζουν εκείνη τη στιγμή. Και ανάμεσά τους υπάρχουν και κάποιοι — ή και αυτοί οι ίδιοι μέσα τους — κάποιοι έχουν και ένα άλλο κομμάτι, το οποίο βλέπει στον Χριστό κάτι που είναι άλλης τάξης, άλλης ποιότητας.
Για αυτούς ο Χριστός λέει: «εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον».
Και γυρίζουμε στο άλλο Ευαγγέλιο. Θυμηθείτε αυτά που είπαμε, γιατί θα επιστρέψουμε πάλι.
Έχουμε έξι ημέρες πριν από το Πάσχα. Έχουμε μια σκηνή όμορφη. Ο Ιησούς κάνει δείπνο, του κάνουν δείπνο. Είναι η Μάρθα, διακονεί. Ο Λάζαρος και αυτός τρώει μαζί τους. Η Μαρία. Η Μαρία είναι αυτή για την οποία είπε ο Χριστός: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζεις· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο». Αυτή η Μαρία, που ήξερε να κάνει πάντα αυτό που πρέπει.
Κάνει κάτι άλλο εδώ. Και αγόρασε, λέει, ένα ακριβό άρωμα και αλείφει τα πόδια του Ιησού και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της.
Ήταν μια έκφραση εκείνη την εποχή, έσχατης αφοσίωσης. Λοιπόν, «και η οικία επληρώθη εκ της οσμής του μύρου».
Και βέβαια ο Ιούδας αρπάζει φωτιά εδώ. Καταλαβαίνει ότι χάθηκαν χρήματα τα οποία δεν πήγαν στο κοινό ταμείο, το οποίο εβάσταζε, το οποίο έκλεβε. Και λέει: τι έγινε εδώ τώρα;
Προσέξτε. Είναι δίπλα στον Χριστό ο Ιούδας και εκείνη τη στιγμή, παρ’ όλα αυτά, σκανδαλίζεται. Έτσι, σκανδαλίζεται, διότι έχει αυτή τη δική του ιδιοτέλεια. Και απαντά ο Χριστός: τι έγινε εδώ; Αυτό που έγινε είναι κάτι που αφορά τον ενταφιασμό μου.
Δηλαδή θα συμβεί σε λίγο ο θάνατος και, προφητικά, εδώ, όπως αλείφονται οι νεκροί με μύρα, έτσι ακριβώς γίνεται και με μένα. «Πάντοτε γαρ τους πτωχούς έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε».
Και βέβαια, στη συνέχεια, θα γίνει η σκηνή με την είσοδο: «Ωσαννά», και θα εξηγήσει εδώ ο Ευαγγελιστής. Αναφέρεται και η προφητεία: «Μη φοβού, θύγατερ Σιών· ιδού ο βασιλεύς σου έρχεται καθήμενος επί πώλον όνου».
Έρχεται εδώ ο βασιλιάς. Υπάρχει και η προφητεία. Ένας άλλος βασιλιάς, μιας άλλης βασιλείας όμως, έρχεται με έναν τρόπο, προτείνοντάς μας…
Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα να σας πω αυτή τη στιγμή είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σαν μια τραγική, μεγάλη παρεξήγηση και, ταυτόχρονα, επισημαίνουν αυτό που θέλω να σας πω από την αρχή: ότι υπάρχει μια απίστευτη διαθεσιμότητα του Χριστού στους ανθρώπους.
Στην κυριολεξία, αποδέχεται όλα τα επίπεδα τους, όλα τα επίπεδα συμπεριφοράς τους. Αποδέχεται να τον χρησιμοποιήσουν εκείνη τη στιγμή όπως θέλουν, χωρίς να δημιουργεί πρόβλημα σε κανέναν και χωρίς, ευθύς εξ αρχής, να κάνει κάτι το οποίο θα περιμέναμε να κάνει, αν σκεφτόταν όπως εμείς.
Αντί να μπει στην είσοδο, να εισέλθει με το γαϊδουράκι, να πει για δύο λεπτά: «Τι ακριβώς θέλετε από μένα; Εξηγήστε μου τι θέλετε από μένα. Λοιπόν, αυτό το οποίο θέλετε από μένα δεν είναι αυτό το οποίο εγώ διατίθεμαι να δώσω και, επειδή δεν διατίθεμαι να το δώσω, δεν μπαίνω στα Ιεροσόλυμα, δεν συγκαταβαίνω σε αυτό, έχετε άδικο».
Στο γεγονός ότι σέβεται όλη αυτή τη μεικτή κατάσταση, σέβεται ακριβώς την πλάνη η οποία τον παραδίδει στον Σταυρό. Σέβεται ακριβώς όλο αυτό το αλαλούμ που αρχίζει με τη συμπεριφορά του Ιούδα και τελειώνει με αυτό το οποίο θα συμβεί μερικές μέρες μετά.
Και όλο αυτό το πράγμα — έχετε ποτέ σκεφτεί — το δέχεται αδιαμαρτύρητα. Το δέχεται ακριβώς όπως δέχεσαι τη συμπεριφορά ενός μικρού παιδιού, ενός μωρού, που είναι δικό σου και το αγαπάς και το κρατάς στην αγκαλιά σου και κάνει διάφορα.
Και μια στιγμή αρχίζει και γκρινιάζει και κλαίει και κλωτσάει, και μετά αρχίζει να σε δαγκώνει, και μετά αρχίζει να σε τσιμπάει, και μετά σε αγκαλιάζει, και μετά αρχίζει να γελάει, και μετά αρχίζει πάλι να κλαίει, και μετά θέλει να φάει, και μετά θέλει να ξαναφάει, και μετά πρέπει να το αλλάξεις, και να το αλλάξεις και δεύτερη φορά, και μετά πρέπει να το βάλεις για ύπνο και δεν δέχεται να μπει για ύπνο, και κάθεσαι και του λες παραμύθια έως το μισό πρωί.
Και μετά, όταν το παίρνει ο ύπνος, εσύ κάθεσαι δίπλα του, και ξαφνικά καταλαβαίνεις ότι είναι και άρρωστο και πρέπει να το πας και στον γιατρό, και μετά πρέπει να το φέρεις από τον γιατρό, και μετά πρέπει να του πάρεις και φάρμακα, και μετά του δίνεις αγώνα να πάρει φάρμακα — βλέπετε πώς φαίνεται ότι έχω υπάρξει πολύτεκνος — και μετά πρέπει να το πας και στο σχολείο, και δεν μπορεί να πάει στο σχολείο, και μετά πρέπει να του κάνεις εσύ τα μαθήματα που έλειψε, και πρέπει να του μάθεις να διαβάζει, να συλλαβίζει, να κάνει.
Και, για κάποιο λόγο, όλα αυτά τα πράγματα τα θεωρείς φυσιολογικά. Γιατί τα θεωρείς φυσιολογικά; Γιατί, για κάποιο λόγο, το αγαπάς το παιδί. Και το αγαπάς, κατά τεκμήριο, με ένα αίσθημα δωρεάς.
Δηλαδή, εντάξει, άνθρωποι είμαστε και περιμένουμε κάτι κάποια στιγμή. Φανταστείτε, όμως, ότι τη στιγμή που κάνουμε όλα αυτά, αυτό το «κάτι» δεν υπάρχει και ότι είμαστε σίγουροι ότι δεν θα το πάρουμε ποτέ. Δηλαδή, κάνουμε κάτι δωρεάν εκείνη τη στιγμή.
Προσέξτε, κάνουμε κάτι δωρεάν. Αυτό που με συγκινεί πάρα πολύ προσωπικά είναι αυτή η τεράστια δωρεά του Χριστού. Όλη η συμπεριφορά του, από την πρώτη στιγμή που εμφανίζεται, είναι μια δωρεάν συμπεριφορά, την οποία ούτε ο ίδιος δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει.
Σκεφτείτε λίγο πώς βγαίνει στον δρόμο της οικονομίας με την εντολή της Παναγίας. Εντολή, εντολή του δίνει στον γάμο της Κανά: «οίνον ουκ έχουσι». Δεν γυρίζει καν να το ρωτήσει: είσαι έτοιμος να κάνεις κάτι; Του λέει: κοίταξε, κρασί δεν έχουν, κανόνισε. Και όταν πει αυτός «δεν είναι ακόμη η ώρα μου», γυρίζει στους υπηρέτες και τους λέει: «κάντε ό,τι σας πει». Δεν μπαίνει στον κόπο να μαλώσει μαζί του.
Τώρα θα βγει στην οικονομία; Τώρα, τώρα θα βγω στην οικονομία; Αυτό το πράγμα, ενός Θεού που είναι έρμαιο του ανθρώπου. Έρμαιο του ανθρώπου. Κάποια στιγμή θα πει σε κάποιον «αφίενταί σου αι αμαρτίαι» και θα τον σηκώσει από το κρεβάτι. Προσέξτε όμως: αυτό είναι μία φορά μόνο που το λέει και σκανδαλίζονται οι πάντες.
Στους λεπρούς δεν το είπε: «για τις αμαρτίες σας το πάθατε». Δεν το είπε. Στην κόρη του Ιαείρου είπε τίποτα; Στον Ιάειρο; Στον Ρωμαίο εκατόνταρχο, που είχε κάνει τα εγκληματάκια του κι αυτός, είπε τίποτα; Στον Ιούδα, που εβάσταζε το γλωσσόκομον και ήταν κλέφτης, του είπε: «φύγε, φύγε από μένα, τι δουλειά έχεις με μένα»;
Στη μοιχαλίδα είπε — συγγνώμη — «ουκέτι εγώ σε κατακρίνω». Στους όχλους που ήρθαν και του ζητούσαν να φάνε, τους είπε: «λοιπόν, γυρίστε τώρα», διότι τον ακολουθούσαν, όπως λέει το Ευαγγέλιο στη συνέχεια, νομίζοντας ότι πάλι θα ξαναφάνε και πήγαιναν από πίσω.
Έρμαιο, έρμαιο των ανθρώπων. Έρμαιο των ανθρώπων. Δεν έχει προσωπικότητα αυτός ο άνθρωπος; Αφού τα καταλαβαίνει όλα, αφού τα ξέρει όλα, είναι ο Θεός και άνθρωπος μαζί. Δεν υπάρχει τίποτα που να του διαφεύγει. Επανειλημμένα φανερώνει λογισμούς και λένε όλοι: «μα τα ξέρεις όλα, μα δεν υπάρχει τίποτα που να είναι κρυμμένο από σένα».
Δεν είναι κρυμμένο, λοιπόν, το αλαλούμ που κουβαλάμε μέσα μας, το τεράστιο αυτό αλαλούμ, αυτό το χάος, το μηδέν αυτό που έχουμε μέσα μας; Δεν του είναι φανερό; Απολύτως φανερό.
Μα γι’ αυτό έρχεται στον κόσμο: για να βάλει σε τάξη όλο αυτό το σκόρπιο πράγμα που είμαστε, όλη αυτή τη χαώδη και απέσια, μέσα μας, αντίφαση, σε όλα τα επίπεδα.
Ξεκινάμε να αγαπήσουμε, εξωτερικώς μισούμε. Ξεκινάμε να συσχετιστούμε, εξωτερικώς γινόμαστε αντίπαλοι. Ξεκινάμε να γίνουμε φίλοι και γινόμαστε ανταγωνιστές. Ξεκινάμε να γίνουμε εραστές και γινόμαστε μέγιστοι μεταξύ μας εχθροί. Ξεκινάμε να γίνουμε άνθρωποι και γινόμαστε χειρότεροι από τα κτήνη.
Και όχι μόνον αυτό, αλλά, καθώς προσπαθούμε να γίνουμε άνθρωποι με τον δικό μας τρόπο, γινόμαστε κτήνη και χειρότεροι από τα κτήνη. Ναι ή όχι;
Εξηγήστε αλλιώς τα γκουλάγκ ή τα στάλαγκ, τα στρατόπεδα, τον ναζισμό. Εξηγήστε τα αλλιώς. Αν ρωτάγατε αυτούς που τα έφτιαξαν, θα σας έλεγαν: «κοίταξε, θα αποκαθάρουμε την ιστορία. Θα φτιάξουμε τον ιδανικό άνθρωπο. Θα εκδικηθούμε τα δικαιώματα των καταπιεσμένων».
Στο τέλος, ξέρουμε ότι τα πάντα βούλιαξαν μέσα στον παραλογισμό, στον θάνατο και στο αίμα, με εκατοντάδες εκατομμύρια νεκρούς.
Λοιπόν, αυτό το ον που είναι ο άνθρωπος ξεκινάει να πάει στην Αλεξανδρούπολη και βρίσκεται στο Ηράκλειο και λέει: «α, εδώ ήθελα να πάω, εδώ μου αρέσει που είμαι τώρα». Και αξιώνει να σκέφτεται ότι στην Αλεξανδρούπολη βρίσκεται, παρ’ όλα αυτά. Τα λέω καλά;
Αυτό το πράγμα, αυτό το αδιέξοδο που μας συνιστά ως υπάρξεις και το οποίο πολλές φορές, με τα χρόνια, γίνεται μεγαλύτερο — λέει η ψυχολογία ότι η παράνοιά μας, για παράνοια πρόκειται, παράνοια, λοιπόν, με τα χρόνια μεγαλώνει.
Αν δείτε τα τεστ, τα ψυχιατρικά, που τεστάρουν για παράνοια έναν εικοσάχρονο και έναν ογδοντάχρονο, θα δείτε ότι η απόκλιση του ογδοντάχρονου είναι πολύ μεγαλύτερη. Του επιτρέπεται, δηλαδή, ένα μεγάλο εύρος που, από την πλευρά του εικοσάχρονου, είναι καθαρή παράνοια.
Εξ ου και η δυσκολία των γενεών να συνεννοηθούν. Δηλαδή, ο ογδοντάχρονος έχει ενσωματώσει έναν τεράστιο αριθμό αντιφάσεων και δεν τον ενοχλούν πια. Ο νέος, που έχει ακόμη καθαρή αυτή τη ματιά — το βλέπω στους φοιτητές μου αυτό — «μα αυτό είναι στραβό», σου λέει. «Μα αυτό που κάνει ο τάδε πολιτικός είναι στραβό».
Εκείνος πια δεν το καταλαβαίνει ότι είναι στραβό. Το θεωρεί ότι είναι μέσα στα όρια της ανθρώπινης λογικότητας και ύπαρξης.
Γενικά, κάνουμε πράγματα παράλογα. Και όλοι όσοι έχουν επαφή με ανθρώπους, το πρώτο πράγμα που διαπιστώνουν — εμείς, ο γέροντας περισσότερο από εμένα, αλλά και εγώ — είναι ότι, συνέχεια, κάθε τόσο, τηλέφωνα, e-mails, συνεχώς:
«Με εγκατέλειψε ο άντρας μου», τον οποίο αυτή είχε εγκαταλείψει, χωρίς να το ξέρει, προηγουμένως, για δύο δεκαετίες. «Με εγκατέλειψε η γυναίκα μου», την οποία ο ίδιος είχε περιφρονήσει όσο μπορούσε περισσότερο και όσο μπορούσε πιο τέλεια, διότι όφειλε να τον ακολουθεί, για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει κανένας από τους δυο.
Τα παιδιά, οι σχέσεις μεταξύ τους, με τους γονείς. Ολόκληρη η ανθρώπινη κοινωνία.
Λοιπόν, και βλέπετε ότι η μόνη απάντηση — προσέξτε εδώ τώρα — του Θεού, εν Χριστώ, σε όλο αυτό το αλαλούμ, η μόνη απάντηση, η μόνη απάντηση που έχει να δώσει, είναι η ίδια απάντηση που έδωσε στον Μεγάλο Ιεροεξεταστή, στην αφήγηση του Ντοστογιέφσκι.
Ξέρετε ποια ήταν αυτή η απάντηση; Όταν τον κατηγορεί ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής και του λέει ότι είσαι ανόητος, ότι δεν άκουσες το «πανσόφως πνεύμα» — τον διάβολο εννοεί — που σου είπε ότι αυτοί οι άνθρωποι θέλουν ξύλο, μυστήριο για να τρομάζουν και θαύμα για να τους ανταμείβεις, και μετά πάλι ξύλο.
Και θέλουν υποταγή, και θέλουν γκουλάγκ, και θέλουν ακριβώς αυτό το πράγμα που τους δίνουμε εμείς: να τρομάζουν και να φοβούνται κάθε στιγμή και να μην έχουν πουθενά να καταφύγουν, αλλά να τους ποδηγετούμε, να τους κάνουμε να είναι «λογικοί» πίσω από τον Στάλιν, πίσω από τον Χίτλερ.
Υπρχει αυτή η φιλοδοξία: να κάνω το ανθρώπινο πλάσμα τελείως απαλλαγμένο από αντιφάσεις. Καθαρός ορθολογισμός. Θα το κάνω να σκέπτεται έτσι. Αν δεν σκέπτεται έτσι, θα το κάψω.
Εσύ γιατί απλώς αγαπάς και περιμένεις, του λέει, με ελευθερία, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, εκατό χρόνια τον κάθε άνθρωπο και χιλιάδες χρόνια την ανθρωπότητα να ωριμάσει, και από αγάπη κι αυτή να ωριμάσει την αγάπη τη δική σου και να ξεπεράσει τις αντιφάσεις αυτές, επειδή αγαπά και επειδή θα γίνει σαν κι εσένα, και επειδή θα γίνει ανιδιοτελής και θα μάθει να βγαίνει από τη φιλαυτία και από τον συλλογικό αυτό εγωισμό;
Πώς το λες αυτό; Δεν θα γίνει ποτέ. Αυτή η ίδια, του λέει, αύριο θα σε κάψει. «Το πρωί θα σε κάψω αύριο».
Ενενήντα χρονών ο Μεγάλος Ιεροεξεταστής της Σεβίλλης. «Αύριο θα σε κάψω». Και αυτοί οι ίδιοι, του λέει, που ευεργέτησες πριν λίγες μέρες — γιατί είχε προλάβει ο Χριστός να εμφανιστεί και να ευεργετήσει — αυτοί οι ίδιοι θα ανάψουν τη φωτιά. Αυτοί οι ίδιοι θα την τροφοδοτούν για να καείς.
Λοιπόν, ακούς;
Και ενώ του μιλάει για ώρα, ο Χριστός δεν λέει τίποτα. Τίποτα, τίποτα, τίποτα.
Και όταν τελειώνει, αρχίζει και του φωνάζει έξαλλος: «Δεν θα πεις κάτι; Δεν θα πεις τίποτα; Πες κάτι για όλα αυτά».
Και τι κάνει; Ξέρετε;
Πλησιάζει τον Ιεροεξεταστή και τον φιλάει στο στόμα. Και εκείνος τρελαίνεται. Παθαίνει σοκ. Διαλύεται όλο το σύμπαν μέσα του.
Γιατί την αγάπη, όταν την αντιμετωπίζεις — την πραγματική αγάπη — καταρρέεις. Καταρρέεις. Τελείωσε. Διαλύεσαι. Δεν υπάρχει δύναμη μεγαλύτερη από την αγάπη.
Αυτή την αγάπη, την ανιδιοτελή. Και τι κάνει; Έξαλλος ανοίγει την πόρτα και του λέει: «Φύγε. Φύγε. Φύγε». Δεν μπορεί να σε κάψει. Φύγε. Δεν μπορεί να τον κάψει πια. Φύγε. Μόνο φύγε. Μόνο φύγε. Μόνο φύγε, γιατί μου θυμίζεις την κόλαση που έχω μέσα μου με αυτό που είμαι.
Και ο Χριστός, ήσυχα, βγαίνει από την πόρτα και χάνεται στη νύχτα. Καταλάβατε;
Αυτό είναι. Αυτό είναι. Δεν είναι εύκολο να το καταλάβετε. Ούτε εσείς ούτε εγώ. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα αυτά. Γιατί, σας είπα, αλλιώς ξέρουμε τον Χριστό. Φροντίζει ο διάβολος να μας τον μάθει αλλιώς. Βέβαια, εντελώς αλλιώς από τα Ευαγγέλια.
Εντελώς αλλιώς. Και τον παρουσιάζει — όπως όλοι ξέρετε — σαν κάποιον επίβουλο της ευτυχίας μου. Δεν με αφήνει να απολαύσω. Δεν με αφήνει στην τρέλα μου. Δεν με αφήνει στη συμφορά μου. Και μάλιστα να είμαι υπερασπιστής στη συμφορά μου, ενάντια στους άλλους.
Δεν έχουν και αυτοί δικαίωμα να είναι παλαβοί σαν εμένα; Και αντιφατικοί και δεν ξέρω τι άλλο; Όχι, αυτοί δεν το έχουν. Μόνο εγώ το έχω. Μόνο εγώ το έχω. Εμένα θα το υπερασπιστείς από το πράγμα και θα μπεις στο δικό μου δρόμο και στο δικό μου σχέδιο ζωής.
Α, εδώ είναι όλο το θέμα.
Και πού φτάνει αυτή η αγάπη του Θεού; Στο άπειρο.
Όλοι οι πνευματικοί το ξέρουν αυτό. Πας και εξομολογείσαι στον πνευματικό δέκα χρόνια, είκοσι χρόνια, τριάντα χρόνια, σαράντα χρόνια — τα ίδια πράγματα. Στην αρχή, την πρώτη και τη δεύτερη φορά, νομίζεις ότι αυτό ήταν, ότι θα σταματήσεις να τα κάνεις.
Παραδόξως, όμως, επειδή κουβαλάς μέσα σου πάρα πολλή ιδιοτέλεια και πολύ μεγάλη φιλαυτία, συνεχίζεις να κάνεις τα ίδια. Και λες στον πνευματικό τα ίδια πράγματα για χρόνια.
Και τι κάνει ο πνευματικός; Στο όνομα του Χριστού βάζει το πετραχήλι το ευλογημένο στο κεφάλι σου, για δεύτερη φορά, για χιλιοστή φορά, με ευχή. Και φεύγεις ελεύθερος σαν πουλί. Για μυριοστή φορά.
Ποιο σύστημα ηθικής θα τα άντεχε αυτά;
Διαβάστε τον Αριστοτέλη να δείτε. Η ηθική θέλει ανταπόδοση, σου λέει. Ποινή. Το σύστημα έτσι λειτουργεί. Πέρασες με κόκκινο; Θα σου πάρουν το δίπλωμα τόσες μέρες. Τέρμα.
Δεν μπορείς να πας στον διοικητή της αστυνομίας και να πεις: «Ξέρεις, εγώ…». Δεν γίνεται αυτό το πράγμα.
Εντάξει, μπορεί να γίνει σε ανθρώπινο επίπεδο μια φορά. Θυμάμαι μια φορά, με είχε πιάσει η τροχαία και εμένα, και πήγα να δω τι τρέχει. Και πέφτω στο εξής απίστευτο θέαμα: ήταν μια κυρία και έλεγε ο αξιωματικός υπηρεσίας: «Μα είναι το τρίτο στη σειρά. Και όχι μόνο αυτό, αλλά βλέπω ότι το ένα είναι καλύτερο από το άλλο».
Και βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Χριστός, στην κυριολεξία, 77.500 φορές την ημέρα συγχωρεί τον άνθρωπο.
Καταλαβαίνετε γιατί υπάρχει κόλαση; Καταλαβαίνουμε γιατί υπάρχει κόλαση ή όχι;
Κόλαση υπάρχει γιατί υπάρχει ένα πέλαγος αγάπης και ένα πέλαγος συγγνώμης. Γι’ αυτό λέει ο Μέγας Ισαάκ ο Σύρος: «Μέγα εστί το της αγάπης κολαστήριον». Μεγάλη είναι η κόλαση της αγάπης.
Γιατί ακριβώς αγαπάς έτσι. Δεν το καταλαβαίνεις, όμως. Νομίζεις ότι σου χρωστάει κάποιος κάτι. Ποιος σου χρωστάει; Τι σου χρωστάει; Ποιος μας χρωστάει οτιδήποτε;
Ήρθαμε στη ζωή επειδή μας το χρωστούσε κάποιος; Δώρο είναι. Δώρο είναι όλα τα πράγματα. Η υγεία, η ύπαρξη, ο χρόνος, το ότι είσαι εδώ αυτή τη στιγμή και μπορείς και μιλάς και ακούς — όλα ένα τεράστιο δώρο είναι. Καταλάβατε;
Και έρχονται και τα δώρα της συγγνώμης, για μένα συγκλονιστικά, που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Δεν τα βρίσκεις ούτε στην αρχαία θρησκεία. Καθόλου.
Παρέβηκες έναν νόμο του σύμπαντος; Θα πεθάνεις. Θα πληρώσεις. Δεν υπάρχει μετάνοια. Δεν υπάρχει «δεν ήξερα». Δεν υπάρχει «δεν έβλεπα». Δεν υπάρχει «δεν άκουσα».
Δεν υπάρχει. Καταλάβατε; Εδώ υπάρχει. Εδώ μιλάει ο Θεός ο ίδιος και εμφανίζεται να σέβεται το γεγονός ότι είμαστε δημιουργημένοι από το μηδέν. Δηλαδή το κουβαλάμε μέσα μας.
Λίγο να κοιτάξεις πίσω σου — να το μηδέν. Πάει να έρθει και φρακάρεις. Αυτή η άπειρη διαθεσιμότητα που συγκλονίζει, και όλη αυτή η εβδομάδα, η Μεγάλη Εβδομάδα, είναι πραγματικά όχι μεγάλη — είναι τρισμέγιστη.
Γιατί φανερώνει έναν Θεό ο οποίος παραδίδεται όχι στη μεγαλοπρέπεια — που δεν υπάρχει — ούτε στη σοφία μου, αλλά ακριβώς στην ευτέλειά μου, στη τεράστια ευτέλειά μου.
Και παραδίδεται και με σώζει μέσα από αυτή την ευτέλεια. Μπαίνει στον θάνατο που εγώ του επιβάλλω, στο μαρτύριο που εγώ του επιβάλλω. Και το μαρτύριο αυτό, σκεφτείτε, είναι περισσότερο υπαρξιακό και πνευματικό. Δεν είναι ο Χριστός που υποφέρει απλώς σωματικά. Όχι. Σκεφτείτε πόσο υποφέρει — αυτό που έχω πει σε μια άλλη ομιλία — ως προς τη μοναξιά. Η μοναξιά του Χριστού είναι το πιο μεγάλο πράγμα από όλα, ως άνθρωπος. Το μέγιστο.
Και τη στιγμή που τον εγκαταλείπουν όλοι, κάνει τη μέγιστη κίνηση αγάπης. Ποια είναι αυτή; «Θεέ μου, Θεέ μου, ἱνατί με ἐγκατέλιπες;»
Εκείνη τη στιγμή, παρατηρούν οι Πατέρες, ταυτίζεται τελείως με τη βούρλα και τη ζούρλα που έχει απέναντί του — με εμένα.
Και λέει: αυτοί οι καταπεπτωκότες, αυτά τα σκουπίδια, αυτά τα σκουλήκια — αυτή τη στιγμή είμαι εγώ. Είμαι εγώ. Μην με ξεχωρίζεις από αυτούς. Αυτά τα γεγονότα παίρνουν μια ολόκληρη ζωή για να τα καταλάβει κανείς. Φυσικά, όταν τα καταλάβεις, αλλάζει τελείως η προοπτική. Σας είπα: το χειρότερο πράγμα που έχει γίνει στον κόσμο είναι η παρεξήγηση του Χριστού.
Δούλεψαν γι’ αυτό άρρωστοι άνθρωποι σε πολλές γενιές. Πολλοί από αυτούς είναι σαν και εμένα και φορούν ράσα — από άγνοια, από σκοτάδι, από ανικανότητα. Πολλοί από αυτούς εμφανίζονται συνέχεια και στο διαδίκτυο και υπερασπίζονται έναν Θεό ο οποίος είναι πολύ άτεγκτος και πολύ κακός και περιμένει.
Και μάλιστα όλους εμάς μας βλέπει ως δυνάμει αιρετικούς. Και ανάβουν μια φωτιά μεγάλη — αυτοί οι τύποι που ελέγχουν τους πάντες διαδικτυακά, επισκόπους, καθηγητές, αρχιπατριάρχες — και τα ξέρουν όλα αυτοί, και για κάποιο λόγο έχουν την «καθαρή» ορθοδοξία στα χέρια τους.
Βέβαια, αν έκανε έτσι ο Χριστός, θα μας είχε κάψει όλους. Θα είχε πει αμέσως να κατέβουν μυριάδες αγγέλων και να στήσουνε σαράντα πέντε χιλιάδες σταυρούς και να ανεβείτε όλοι εσείς επάνω.
Διότι κανένας σας δεν κράτησε τη διδασκαλία μου καθαρή και πλήρη. Έτσι θα έκανε; Πιστέψτε με, δεν θα έκανε έτσι.
Αν σκεφτόταν όπως εμείς. Εμείς παίρνουμε λίγο ορθοδοξία. Κάνουμε κανένα δύο μετάνοιες. Μετά αποφασίζουμε ότι γίναμε Άγιοι και τέλειοι και παίρνουμε το μικρόφωνο στα χέρια και καταδικάζουμε τους πάντες και τα πάντα. Και μάλιστα ακόμα δαιμονικότερα ψάχνουμε να βρούμε κανένα λεξίδιο όπως ακριβώς κάνανε οι Φαρισαίοι στον Χριστό. Να βρούμε κανένα λεξίδιο στραβό για να το απομονώσουμε και να πούμε ότι ο τάδε αιρετικός και ο τάδε πλανημένος. Και εγώ, αυτοί οι άνθρωποι, αν δεν είναι ψυχοπαθείς, θα λάβουν μεγάλο κρίμα. Αν είναι ψυχοπαθείς, μερικώς δικαιολογούνται. Αν δεν είναι, κάνουν το έργο του διαβόλου μέσα στην εκκλησία. Αλλά νομίζουν ότι κάνουν το έργο του Θεού. Όπως και οι άλλοι, βέβαια, οι οποίοι τα θεωρούν όλα και τα πετάς στα σκουπίδια, οι άλλοι άκροι. Και λένε ότι ο Χριστός είναι ένας καθυστερημένος, ελαφρός, αλλά πάντως, κατά κάποιο τρόπο, αποδεκτός, ηθικός διδάσκαλος. Μα καμιά εντολή του Χριστού δεν μπορεί να τηρηθεί. Όλες οι εντολές του Χριστού είναι υπερβολικές, όπως είναι υπερβολικός ο ίδιος. Και τις στηρούμε μόνο με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Χωρίς αυτή τη χάρη δεν μπορούμε να είμαστε δήθεν απολύτως ηθικώς άμεμπτοι, όπως λέγανε παλαιότερα. Και να είσαι άμεμπτος, ηθικός, ο Άγιος Πατήρ Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, ο μεγάλος αυτός Άγιος, που δεν έγινε ακόμα Άγιος, έλεγε «Αγίους γνώρισα, απαθείς όχι». Ακόμα και Άγιοι, κρατούσα, Θεός επιτρέπεται να έχουν ελαττώματα πάνω τους και να έχουν και προβλήματα, μερικές φορές για να ταπεινώνονται αυτοί οι ίδιοι. Δεν ξέρω αν μπορούμε να καταλάβουμε πόσο μέγα γεγονός είναι αυτή η αγάπη του Χριστού που μας διατίθεται. Αλλά όσοι το καταλάβουν, αυτοί καταλαβαίνουν και τι είναι η Εκκλησία και γιατί πάμε και κοινωνάμε. Ορδές σήμερα κοινώνησαν και καλά κάνατε. Ήρθατε και κοινωνήσατε. Αν ήταν εκεί ένας με διορατικό χάρισμα, πρωτού κοινωνήσετε όμως, θα έλεγε «εσύ…» μπλα μπλα μπλα στα αυτοί, θα έφευγε. «Εσύ, όπως το είπα εγώ μια φορά, χωρίς να έχω το χάρισμα, πριν από πολλά χρόνια μου, νέος παπάς και πήγα σε ένα χωριό. Πάσχα και όταν έφτασε η ώρα της Θείας Κοινωνίας, θεώρησα καλό, εν τη απειρία μου κι εγώ, να πω στον κόσμο «κοιτάξτε ήταν χωριάτες, ένα μακρινό χωριό». Με έστειλαν τότε τους πότες μου «πήγαινε εκεί μωρέ, κάνουν Πάσχα, σε παρακαλώ πήγαινε εκεί». Λοιπόν, πήγαμε εκεί, επεισοδιακό το ταξίδι και η λειτουργία, αλλά τέλος πάντων φτάσαμε στο μετα φόβου. Πριν λοιπόν βγω με το δισκοπότηρο τους λέω το εξής, τραυματισμένοι όλοι για να κοινωνήσουνε. «Λοιπόν, κοιτάξτε λέω τώρα, Πάσχα έχουμε σήμερα, θα κοινωνήσετε, συγχωρείστε από καρδιάς ο ένας τον άλλον, τα μικροπράγματα που έχετε». Τι ήταν να το πω, αμέσως γυρίζουνε και φεύγουνε. Το πήραν κατά γράμμα. Ο παπάς λέει ότι πρέπει να συγχωρήσω τον Μπαρμπαγιώργο και μετά να κοινωνήσω. Σιγά να τον συγχωρήσω, διότι αυτός πριν από 30 χρόνια το μοσχάρι του πάτησε έτσι το φράχτη μου και μετά το γαϊδούρι του έφαγε το κλήμα μου. Και γυρίσανε όλοι και φύγανε και δεν κοινώνησε κανένας. Απίστευτο.
Και λέω ο παπάς, πρόσεχε τι λες. Από εδώ και πέρα είχαν συνέπεια. Αγνοί άνθρωποι, απλοί άνθρωποι. Σκεφτείτε λίγο ότι όλοι αυτοί που δεν έχουν την απλότητα, όπως είμαστε εμείς, και λέμε μέσα στον Θεό, κοίταξε εγώ μπορεί να έκανα κεινό και τα άλλο και τα άλλο, αλλά είμαι δικαιολογημένος. Είναι αυτό, έρχομαι. Τουλάχιστον να πεις το έκανα κεινό και κεινό και συντρίβομαι και συγχώρησα, παρά τα αυτά έρχομαι. Να πεις και συνμετάνοια δηλαδή. Αυτό το δέχεται ο Θεός. Αλλά το λέμε αυτό ή λέμε άντε Πάσχα σήμερα, ας ανοίξω το στόμα μου και πληρωθήσετε πνεύματος. Όλα συγχωρημένα, όλα. Και αναλαμβάνω μάλιστα και του Θεού το μέρος, ακούς μερικές φορές, γιατί και εγώ έχω χρόνια ο παπάς και τα έχω ακούσει όλα, και λένε, έλα μου ρε παπά και εσύ τα άλλα τα συγχωρεί ο Θεός, τι είναι αυτά τώρα που μου λες εσύ. Και έχει απατήσει την γυναίκα του με τριάντα δύο άλλες. Και το θεωρεί ότι είναι μια ζωή ας πούμε, την απατούσε όσο μπορούσε περισσότερο. Τι είναι αυτά τώρα, επειδή έχει ο ίδιος πορωθεί. Είπα σε ένα τέτοιο μια φορά, δεν μου λες λέω. Της το είπες ποτέ. Ο πα πα πα λέει δεν είπα. Πώς θα το πω, λέγεται αυτό. Δεν λέω αλλά την ημέρα της κρίσεως. Τον πόνο αυτό θα δοκιμάσεις, που προξενείς στον άλλο και θα φανερωθεί. Μετά το θάνατο θα πονέσουμε όλο τον πόνο που προξενήσαμε στους άλλους. Αυτό είναι η κόλαση. Αμέσως είναι το θάνατο, αλλά είναι λίγο αργά τότε. Γι' αυτό υπάρχει η μετάνοια πριν από το θάνατο. Όπου ο άνθρωπος αναλαμβάνει να διαλευκάνει ξανά το βάπτισμα και να σταθεί όχι τέλεια. Όχι τέλεια. Το τέλεια δεν υπάρχει. Να σταθεί με κάποια συνέστηση. Κάποια μετάνοια. Κάποιο αυτοέλεγχο. Πάμε στο θάνατο χωρίς κανένα αυτοέλεγχο. Ξέρετε τι φοβερό πράγμα είναι αυτό. Εκτός ότι εξασφαλίζεις μια δυστυχισμένη ζωή. Εξασφαλίζεις και ένα πολύ δυστυχισμένο θάνατο. Και από λίγο και πέρα μετά. Γιατί υπάρχει το μετά. Σήμερα το ξέρουμε επιστημονικά ότι υπάρχει το μετά. Γνωρίζουμε ότι υπάρχει το μετά. Πολλοί άνθρωποι πήγαν και γύρισαν. Και ξέρουμε. Πήγαν και κάποια στιγμή τους είπε κάποιος πήγαινε πίσω εσύ. Και έγινε αυτό και κατ' οικονομία Θεού. Γιατί συναντάτε σε όλες τις θρησκείες και σε όλα τα μήκη τα πλάτη της γης. Οι μεταθανάτιες εμπειρίες. Λοιπόν. Και έχουμε και επιστημονική σήμερα κατοχύρωση για μερικά από αυτά τα πράγματα. Αλλά δεν είναι αυτό το θέαμα σήμερα. Αλλά και να μην υπήρχε αυτό. Η ζωή που κουβαλάς σήμερα. Όταν είναι πονεμένη. Συνήθως είναι πονεμένη γιατί. Γιατί σου επιστρέφει το πόνο που προκαλείς. Πολύ σπάνια να βρεθεί άνθρωπος ο οποίος δεν έχει προκαλέσει ποτέ πόνο και να υποφέρει μόνο. Αυτό είναι σπάνιο. Εξαιρετικά σπάνιο. Αλλά και πάλι δεν είναι αδύνατο να βγει από εκεί μέσα. Καθόλου. Ίσα ίσα. Σε αυτούς δίνεται η μεγάλη χάρη ο Θεός. Σε αυτούς δίνεται η πολύ μεγάλη χάρη και μεγάλες δωρεές όταν το κάνουν συνειδητά και για χάρη Του. Λοιπόν. Μα ο Θεός, ο Θεός. Ο Χριστός είναι ο Θεός. Είναι ο ίδιος. Είναι ένα με το του Πατρός. Ένα Άγιο Πνεύμα Του. Πώς θα, τι νόημα έχει αυτή η εγκατάλειψη. Γιατί η Εσφαλία μιλάει καθαρά ως άνθρωπος. Δηλαδή ο Θεός ως άνθρωπος ταυτιζόμενος με την ανθρώπινη κατάσταση. Ταυτιζόμενος με την ανθρώπινη κατάσταση. Αυτό το λέει. Τελευταία το βρήκα. Εγώ νόμιζα ότι το είχα πει αλλού. Το λέει και ο Άγιος Αδαμασκηνός. Ταυτιζόμενος με την ανθρώπινη κατάσταση. Δηλαδή, πώς να το πω. Να κάνουμε ένα παράδειγμα, φανταστείτε μια παρέα όπου κάποιοι θέλουν να σκοτώσουν ένα παιδί, ένα πέντε νομάτοι ας πούμε και ένα παιδί, γεννηματικά βγάζουν μαχαίρια να τον σκοτώσουν και εκείνη τη στιγμή εμφανίζει το πατέρας του παιδιού αυτού, με μια δύναμη, ξέρω εγώ, ανδρών εκεί έτοιμο να... ναι και ετοιμάζει να τους καθαρίσει αυτούς και λέει το παιδί όχι, όχι είναι φίλοι μου, δεν είναι τίποτα αυτό που έγινε. Και εγώ σαν και αυτούς είμαι, οι ίδιοι είμαστε, δεν είναι καμιά διαφορά. Αυτό πράγμα κάνει εκείνη τη στιγμή. Για μένα αυτό είναι τρομακτικό δηλαδή. Αν σκεφτείτε ότι δεν του δώσαμε την ευκαιρία να νιώσει όμορφα ποτέ.
Ο Χριστός να νιώσει όμορφα μόνο με την Παναγία πρωτοξεκίνησε στη... η ανθρωπότητα δεν του έχει δώσει τίποτα. Δεν του έχει δώσει τίποτα, δεν λέει τίποτα. Ένα πράγμα, και αυτό σας είπα και τα ωσαννά ακόμα, είναι μέσα στην αντίφαση. Αυτή είναι κάτι, υπάρχει, αλλά ταυτόχρονα κάτι περιμένουμε από σένα, κάτι να κάνεις για μας, μέσα στην ιστορία, οικονομικά, ξέρω εγώ, βοηθά να μας θεραπεύσεις, κάτι να κάνεις για μας. Όπως και σήμερα, οι πνευματικοί το ξέρουν αυτό, οι περισσότεροι να το πλησιάζουν, τους πνευματικούς θέλουν βοήθεια. Βοήθεια, όχι να αλλάξουν, προσέξτε, όχι, όχι. Ελάχιστοι είναι αυτοί που μας πλησιάζουν για να μας πούνε, κοίταξε να δεις, ως εδώ και μη παρέκει, είμαι ένα τέρας, δεν μπορώ να συνεχίσω.
Όποιοι μας μιλάνε, φαντάζομαι ο Γιάνντας έχει πολύ μεγαλύτερη εμπειρία, τι μας λένε, τι τραβάω από τον Τάδε, και τι τραβάω από τη Δίνα, και τι μου έκανε η Πεθερά, και τι μου έκανε μια τώρα κυρία μου λέει για τη μάνα της, πόσο τοξική είναι η μάνα της, και πόσο τοξική είναι η μάνα της, και πόσο, και το και λοιπά, και μετά, και εισάγει, συνέχεια αυτό, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια. Πώς να γλιτώσουμε τους άλλους. Ή ζητούνε, όπως μας έλεγαν οι Άγιοι τώρα, τα θυμάμαι τώρα και ο Πατήρ Πορφύριος και ο Άγιος Παΐσιος και οι δύο, να μας λένε, να μας πλησιάζουν και να θέλουν όφελος, πού έχει χρήματα σωστά, δε χωράφια, έχει λεφτά μέσα εκεί. Να πάω να ψάξω. Ρωτάγανε τον Πατήρ Πορφύριο, εσύ που ψάχνεις τη γη μέσα, δεν ξέρεις. Ποια είναι η κερδοφόρος επιχείρηση, ρώτα για τον Άγιο Παΐσιο. Να βάλω τα άλλα ή να κάνω τα άλλα, να ξεκινήσω εκείνο ή τα άλλο. Ποιο νομίζεις εσύ ότι θα πάρω. Ποιο νομίζεις ότι θα πάρω. Ποια να παντρευτώ.
Δεν σε έχω πει με τον Πατέρ Ιάκωβο, στο τηλέφωνο, χτύπαγε συνέχεια. Ποιο θα πάρω. Ποιο θα πάρω για να είμαι ευτυχισμένος, γιατί ο Θεός έτσι δεν είναι. Θέλω μια σούπερ προσφορά που λέμε, αυτά. Λοιπόν, πόσοι από μας καταλαβαίνουμε έτσι υπάρχει σήμερα κατά τον Χριστό. Και ευχαριστώντας για ό,τι μας έχει δώσει, μας έχει δώσει άπειρα πράγματα. Δωρεές, άπειρες, που δεν μας τις χρωστούσε. Πρέπει να το καταλάβετε, δεν μας χρωστάει κανένας το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή είμαστε εδώ και υγιείς και μιλάμε. Δεν μας το χρωστάει κανένας αυτό. Δεν κάναμε τίποτα για κανέναν Θεό εμείς για να μας τα χρωστάει αυτά τα πράγματα. Και ενώ δεν μας χρωστάει κανένας τίποτα, πάμε και γκρινιάζουμε, ω, γιατί δική μου ευχαριστία. Ω, γιατί δική μου αγνωμοσύνη. Ω, γιατί δική μου... Ο άλλος δεν έχει πρόβλημα. Μα έχει! Αλλά για σκέψου να πας σε έναν γιατρό να έχεις καρκίνο και να πας τον αδερφό σου ή τον φίλο σου και να πεις έχει καρκίνο τούτος εδώ. Τούτος έχει καρκίνο. Και εσύ είσαι γεμάτος από μεταστάσεις. Δεν είναι παραφροσύνη αυτό.
Έτσι το κάνουμε εμείς. Έλεγα ότι οι σχέσεις, σε ένα άλλο βίντεο, είναι ο σύγχρονος Καιάδας. Στον Καιάδα ρίχνανε τα παιδιά που ήταν ανάπηρα.
Σήμερα ρίχνουμε ο ένας τον άλλον. Συνέχεια, ως ανεπίδεκτο μετασχέσεων, ανεπίδεκτο, ξέρω γω, αλλαγής, ανεπίδεκτο γενικά, ανεπίδεκτο, ρίχνω μέσα τον άλλον. Απορρίπτουμε τον άλλον με συνοπτικές διαδικασίες, όπως τα στρατόπεδα, τα στρατοδικεία στην εποχή του Εμφυλίου.
Που καταδίκαζαν μπαμ μπαμ μπαμ, στον τοίχο, μπαμ μπαμ μπαμ, στον τοίχο. Έτσι κάνουμε εμείς. Και πολλές φορές οι πνευματικοί είναι αμάρτυρες αυτού του πράγματος.
Και αγωνίζεται ο καημένος ο πνευματικός να σε πείσει ότι κατά βάθος και εσύ λιγάκι φταις. Και μέσα του βλέπει ότι εσύ φταις τελείως. Αλλά άμα σου το πει, εσύ πώς θα φύγεις;
Και δεν θα ξαναπατήσεις ποτέ. «Τι κακός είναι ο πνευματικός σου. Με τρέλανε. Αυστηρός, απαίσιος». Θα πας στον καινούργιο τον άλλον. Ή θα πας στον ψυχολόγο, ο οποίος είναι μελιγάλα, διότι το ακουμπάς.
Μου γράφει τώρα μια κυρία που είναι ψυχολόγος. Τέλος πάντων, δεν θα πω περισσότερα. Το έχω πει: οι κανόνες απαγορεύουν στον ιερέα να πάρει χρήματα στην εξομολόγηση, στην εξαγόρευση.
Στην πνευματική καθοδήγηση δεν μπορεί να πάρει χρήματα. Δεν επιτρέπεται ποτέ, ούτε καν. Γιατί;
Γιατί, άμα έπαιρνε χρήματα, θα γινόταν ένας τέλειος υπηρέτης του ναρκισσισμού μας. Απαγορεύεται να πάρει χρήματα. Γιατί;
Για να πει την αλήθεια. Να σου πει, εντάξει, ναι παιδάκι μου, ναι, αλλά… Σας είπα, κάνουν και οικονομία μεγάλη οι πνευματικοί, διότι, βλέποντας την αλήθεια, αν την πουν όπως έχει, κανένας μας δεν θα τη βαστάξει.
Και θα πούμε: τέρμα. Δεν παίρνει άλλο. Εγώ δεν μπορώ. Η εικόνα του εαυτού μου καταρρέει.
Και ο καλός πνευματικός βέβαια φροντίζει να μην καταρρεύσει η εικόνα του εαυτού σου, το φροντίζει. Γιατί ξέρει ότι δεν μπορείς να βαστάξεις αυτό το πράγμα.
Κοιτάξτε, λοιπόν, τι συμπεριφορά: μας φέρονται όλοι σαν να είμαστε ανάπηροι μέσα στην Εκκλησία. Όπως είμαστε οι πιο πολλοί. Άρρωστοι, να το πω έτσι, αν το «ανάπηροι» σας φαίνεται βαρύ. Άρρωστοι. Και είναι ένα μεγάλο νοσοκομείο. Και έτσι είναι. Για να θεραπευτούμε. Όχι να θεραπεύσουμε τους άλλους.
Αν γίνω εγώ καλά, τότε θα αναγκαστώ να πω… αλλά και πάλι, όποιος ζει καλά, καταλαβαίνει, έχοντας περάσει τα βάσανα που πέρασε, είναι φιλάσθενος με την αρρώστια του άλλου. Το πρόβλημα είναι με εκείνους οι οποίοι είναι άρρωστοι, αλλά νομίζουν ότι είναι καλά και ότι δεν αρρώστησαν ποτέ.
Για να τελειώσω, η μεγάλη αλλαγή στον άνθρωπο ξέρετε πότε αρχίζει; Αρχίζει όχι όταν καταλάβω ότι όλοι είναι κακοί γύρω μου. Αυτό το ξέρουμε όλοι.
Η μεγάλη αλλαγή, η εν Χριστώ αλλαγή, αρχίζει από τη στιγμή που καταλαβαίνεις ότι έχω πρόβλημα, εγώ. Τότε αρχίζει η πνευματική ζωή και τότε αρχίζει και ο αγιασμός του ανθρώπου. Μόνο τότε. Μόνο τότε.
Και στην ώρα του θανάτου δεν θα πάμε να πούμε στον Θεό ότι είμαστε ηθικά τέλειοι, γιατί αυτά είναι κολοκύθια. Μακάρι. Αλλά πρέπει να πάμε μετανοημένοι.
Τι φοβερό πράγμα να είσαι άρρωστος και να ανατρέφεις και την αρρώστια σου, να της βάλεις και δάφνες, να την επιχρυσώνεις και από πάνω, και να απαιτείς και από τον Θεό να σε θαυμάσει για αυτό που είσαι.
Και τους άλλους. Και τον Θεό. Και το Πνεύμα το Άγιο.
Αυτό όμως κάνουμε εμείς. «Τα έκανα όλα τέλεια». Ακούς ανθρώπους καμιά φορά, μιλάς με ηλικιωμένους πολλοί που είναι στα όρια του θανάτου, και σου λένε: όλα τέλεια.
Τίποτα ατελές, βρε παππού; Τίποτα;
Και κείνο τέλειο και τ’ άλλο τέλειο. Τα έκανα όλα εγώ. Δεν λέει καν ότι κάποιος με βοήθησε και τα έκανα, κάποιος με κράτησε στα λογικά μου, κάποιος μου έδωσε την υγεία μου, κάποιος μου έδωσε ευκαιρία. Όχι.
Τα έκανα εγώ. Και δεν υπάρχει το παραμικρό ρήγμα, ρωγμή ας πούμε, τίποτα. Τίποτα.
Τίποτα. Να μην είμαστε έτσι. Λοιπόν. Αυτά
Η ΝΕΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΡΑΝΕΡ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου