Τρίτη 14 Απριλίου 2026

π. Ν. Λουδοβίκος: Σχόλιο στο Ευαγγέλιο της Ανάστασης


π. Ν. Λουδοβίκος: Σχόλιο στο Ευαγγέλιο της Ανάστασης


Ομιλία 13.4.2026 στην Ι. Μ. Διονυσίου εν Ολύμπω

Εγώ, κατά τη συνήθειά μου, θέλω να δούμε λίγο το κείμενο, το ευαγγελικό, για να τα συνδέσουμε λίγο όλα αυτά. Το κείμενο που διαβάζουμε στη Λειτουργία της Αναστάσεως, την Κυριακή του Πάσχα. «Εν αρχή», λέει, «ήν ο Λόγος».

Και ο Λόγος, εν αρχή του κόσμου, της δημιουργίας, εν αρχή των όντων. Η αρχή των όντων δεν είναι τα ίδια τα όντα. Είναι κάτι έξω από αυτά, είναι ο Λόγος.

Και αυτός ο Λόγος είναι προς τον Θεό, δηλαδή είναι ο Λόγος του Θεού. Δεν είναι ο λόγος ενός ανθρώπου, ούτε ένας κτιστός λόγος. Και Θεός είναι ο Λόγος.

Ο Λόγος ήταν ο Θεός. Ο Θεός έχει Λόγο. Έχει και Πνεύμα. Δεν είναι άλογος, ούτε άπνευμος. Ο Θεός έχει Λόγο, όπως έχουμε κι εμείς, και ο Λόγος αυτός έχει Πνεύμα, περιεχόμενο δηλαδή πνευματικό, και ούτως είναι εν αρχή προς τον Πατέρα. Αυτός, στην αρχή των όντων, είναι μαζί με τον Πατέρα, ενωμένος με τον Πατέρα.

Είναι ο Λόγος του Πατρός. «Πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». Όλα έχουν γίνει δι’ αυτού.

Κοιτάξτε, μια τεράστια κατάφαση έτσι. Όλος ο κόσμος, όλο το σύμπαν, τα πάντα, ό,τι έχει γίνει, από την τελευταία πέτρα μέχρι το μεγαλύτερο φυσικό γεγονός και θαύμα. Και όλα τα όντα, και όλα τα πράγματα, οτιδήποτε.
Γι’ αυτό και η δημιουργία μας δημιουργεί πάντα την αίσθηση της ομορφιάς, της λογικότητας. Μας ελκύει. Θέλουμε τη δημιουργία. Αγαπούμε τον κόσμο, αγαπούμε τα πράγματα. Γιατί τα αγαπούμε;
Γιατί είναι παντού Αυτός. Ο Θεός είναι το παν. Είναι το παν. Στην κυριολεξία όλα έχουν μια άκτιστη ρίζα. Τα πάντα έχουν μια θεία ρίζα. Τα πάντα.
Έτσι λέει εδώ. Τι λέει εδώ; Είναι και μερικοί που δεν το θέλουν να το καταλάβουν αυτό και λένε ότι μόνο ο άνθρωπος κατά κάποιο τρόπο είναι… Κοιτάξτε τι λέει εδώ: «πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν». Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έγινε δι’ αυτού.

Γι’ αυτό και τολμηρά ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, καμιά φορά, τουλάχιστον σε ένα έργο του, επεκτείνει την έννοια της εικόνας και στη δημιουργία. Η εικόνα κατ’ εξοχήν είναι ο άνθρωπος βέβαια, η εικόνα του Θεού, γιατί είναι ένας μικρός θεός.
Είναι φτιαγμένος με τον τρόπο του Θεού. Όπως ακριβώς ο Θεός είναι, είναι ένα ον το οποίο είναι κατ’ εικόνα του Θεού. Δεν είναι απλώς και μόνο ένα όμορφο ον, όπως είναι τα άλλα όντα, ένα ον όμορφα φτιαγμένο. Είναι και κάτι περισσότερο: είναι εικόνα.
Αλλά επειδή, λέει ο Μάξιμος, ο άνθρωπος έχει τον κόσμο ολόκληρο μέσα του, αυτός ο κόσμος που τον έχουμε μέσα μας, δια του ανθρώπου καταλαβαίνουμε ότι και αυτός εικονίζει κατά κάποιο τρόπο τη σοφία και την αγαθότητα και την αγάπη του Θεού.
Κοιτάξτε αυτή την απολύτως θετική εικόνα για τον κόσμο, που είναι συγκλονιστικά υπέροχη. Θετική εικόνα, η οποία δεν υπάρχει στον Ινδουισμό, δεν υπάρχει στον Βουδισμό, όπου η πραγματικότητα είναι μια αυταπάτη, είναι μάγια.
Δεν υπάρχει στο κύριο ρεύμα της αρχαίας φιλοσοφίας, στον ορφισμό και στον πλατωνισμό, που είναι η έκφρασή του, και άλλες, νεοπλατωνισμό κ.λπ.
Οπότε, επειδή είναι Έλληνες, οι Έλληνες βλέπουν μια ομορφιά στον «Τίμαιο» του Πλάτωνος. Φαίνεται ότι ο Θεός έχει ακουμπήσει και από τη δική του ομορφιά στη δημιουργία και κάτι είναι δικό Του η δημιουργία και κάτι υπάρχει από Αυτόν.
Παρά ταύτα όμως, αυτό το κάτι είναι πάρα πολύ χαμηλότερα· δεν έχει δυνατότητα να θεοποιηθεί η υλική δημιουργία. Δεν μπορεί δηλαδή να γίνει… Αν φέρναμε έναν, όπως είπε και ο πάτερ εδώ, πλατωνικό μπροστά στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού, δεν θα καταλάβαινε ότι «τα ιμάτια αυτού εγένετο λευκά ως το φως», για το σώμα του.


Καταλαβαίνει τη λάμψη της ψυχής, αλλά τη μεταμόρφωση της δημιουργίας δεν μπορεί να την καταλάβει. Αλλά, αν εικονίζει ασθενώς την πραγματικότητα του Θεού, παρά ταύτα όμως δεν μπορεί να θεωθεί. Να θεωθεί.

Να γίνει, δηλαδή, να συγκατοικήσει ο Θεός μέσα σε αυτήν. Αυτό ακριβώς όμως είναι η σάρκωση.
Γι’ αυτό η σάρκωση είναι πάρα πολύ συγκλονιστικό γεγονός. Κανένας από τους αρχαίους φιλοσόφους δεν το συνέλαβε, ούτε το φαντάστηκε, ούτε ποτέ το διανοήθηκε. Είναι ξαφνικό, είναι αναπάντεχο, είναι κίνηση του Θεού. Αναπάντεχη κίνηση.
Η μόνη που το προαισθάνεται, ότι μπορεί να γίνει, είναι η Παναγία. Η μόνη.
Αλλά γι’ αυτό η Παναγία, σας είπα, είναι τόσο σιωπηλό πρόσωπο, γιατί καταλαβαίνει τρομακτικά πολλά πράγματα. Και δεν υπάρχει κανένας να τα ακούσει αυτά γύρω της.
Η πνευματική διαφορά, το πνευματικό επίπεδο της Παναγίας και των υπολοίπων είναι χαώδης. Χαώδης.
Γι’ αυτό και δεν μπορεί να πει τίποτα. Δεν θα το καταλάβει κανένας. Αλλά ο τρόπος που φέρεται στον Χριστό δείχνει ότι το ξέρει πάρα πολύ καλά. Ξέρει τι ακριβώς έχει να κάνει.
Τώρα: «εν αυτώ ζωή ήν». Υπήρχε στον Λόγο αυτό ζωή. Και η ζωή είναι το φως των ανθρώπων.
Κοιτάξτε τι υπέροχα πράγματα λέει εδώ. Η ζωή που μας φωτίζει, μας εμπνέει, δεν είναι απλώς ένα γεγονός. Είναι υπαρξιακή κατάσταση απέραντης ζωτικότητας και φωτός μαζί.
Είναι συνειδητοποίηση και ύπαρξη μαζί, θεοειδής. Αυτό είναι ο Λόγος. Και αυτό κατοικεί μέσα στον άνθρωπο.
Γι’ αυτό ο άνθρωπος είναι ικανός να κάνει φιλοσοφία, να γράψει υπέροχα πράγματα στη λογοτεχνία, να κάνει τέχνη, να κάνει μουσική, τα οποία το ζώο δεν μπορεί καν να διανοηθεί ότι υπάρχουν. Υπάρχει δηλαδή ένα είδος, σας είπα, αιώνιας ύπαρξης μέσα μας. Αυτό είναι η ζωή.
Δεν λέει ζωή και θάνατος. Δεν λέει ζωή φθειρόμενη. Είναι η ζωή.
Υπάρχει σε αυτόν ζωή. Ο Λόγος είναι η ζωή. Και ό,τι ακουμπάει στον ζωοποιό είναι πνεύμα ζωοποιούν.

Αυτά που είπε προηγουμένως ο πάτερ είναι πάρα πολύ ωραία. Ότι η αμαρτία είναι όντως θάνατος. Η αμαρτία είναι ακριβώς το εξής: πατάς το φως και το ρεύμα που υπάρχει έρχεται και φωτίζει τα πάντα. Κλείνεις τον διακόπτη. Σκοτάδι.

Η αμαρτία είναι αυτό το πράγμα. Κλείνεις τον διακόπτη. Και να αποφασίζεις ότι θα ζήσεις για τον εαυτό σου. Με τις δικές σου σκέψεις, με τις δικές σου επιδιώξεις, με τις δικές σου μικροηδονές, με τις δικές σου μικροαυταπάτες.

Γιατί μέσα του δεν έχει το φως του Θεού. Δεν είναι κατά Θεόν. Άμα δεν είναι κατά Θεόν, είναι ακριβώς όπως σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.

Θυμάστε ένα τηλεοπτικό παιχνίδι πριν πολλά χρόνια; Πώς το λέγανε, που κλείνανε κάποιον στο σκοτάδι και διάφορα πλάσματα τον αγγίζανε; Πώς το λέγανε; Είχε ένα όνομα.

Έκλεινε το φως, τον βάζανε στο δωμάτιο, εκεί ήταν γάτες, σκυλιά, ξέρω πού πήγαινε. Ούρλιαζε, φώναζε, έκανε, μέχρι να καταφέρει τι είναι, να επιβιώσει.

Ε, ακριβώς αυτή είναι…

Ποιος φιλόσοφος το επινόησε αυτό το παιχνίδι; Ποιος φιλόσοφος το επινόησε;

Δηλαδή η πραγματικότητα της ζωής του ανθρώπου είναι ακριβώς έτσι. Έτσι ζουν οι άνθρωποι. Το 99% των ανθρώπων ζει σε αυτή την κατάσταση.

Σε ένα σκοτεινό δωμάτιο διάφορα τέρατα σε ακουμπάνε και συνεχώς τρομάζεις. Και από τρομάρα σε τρομάρα πάμε. Οι πιο πολλοί άνθρωποι ζουν από τρομάρα σε τρομάρα.

Από οδυνηρή έκπληξη σε άλλη οδυνηρή έκπληξη. Και εκεί που λες ότι τελείωσαν οι οδυνηρές εκπλήξεις, μια μεγαλύτερη οδυνηρή έκπληξη έρχεται.

Ναι, το βλέπω αυτό στα νέα παιδιά πάρα πολύ, στην πολιτεία, πώς ζουν, και στο τέλος δεν σταματά, και στο τέλος είναι τρομοκρατημένα μερικά. Τι θα δούμε ακόμα; Τι θα γίνει ακόμα; Τι είναι αυτό και εκείνο και εκείνο;

Ειδικά τα παιδιά που δεν έχουν την εμπειρία που έχει ένας μεγάλος, αν είναι πραγματικός άνθρωπος.

Αν είναι πραγματικός.

Βλέπεις τους μεγάλους, ακόμα και πανεπιστημιακούς καθηγητές, να είναι μέσα τους ερημωμένοι από τις σκοτεινές συναντήσεις. Και κοιτάνε να βγουν από το δωμάτιο.

Πού να βγεις από το δωμάτιο; Δια των δυνάμεών μας δεν μπορούμε να βγούμε από το δωμάτιο.

Έρχεται η ανθρώπινη φιλοσοφία, ρίχνει λίγο αμυδρό φως, αλλά πάλι δεν βγαίνει άκρη τι είναι καλό, τι είναι κακό.

Βλέπεις μεγάλους φιλοσόφους, τον Χάιντεγκερ ας πούμε, που εγώ τον σπούδασα λέξη προς λέξη για χρόνια, και όταν φτάνει η ώρα γίνεται οπαδός του Χίτλερ και υπερασπίζεται το ναζιστικό κόμμα. Μετά μετάνιωσε βέβαια. Αλλά το θέμα είναι…

Λοιπόν, θέλω να πω ότι το δωμάτιο του τρόμου και το δωμάτιο του θανάτου — γιατί κινδυνεύεις, νιώθεις και πεθαίνεις κιόλας — «δεν αντέχω άλλο, δεν μπορώ άλλο», αυτά τα ακούμε συνέχεια εμείς οι παπάδες.

Συνέχεια. Κάθε τόσο έρχεται κάποιος που λέει «δεν μπορώ, δεν γίνεται». Χθες έλαβα πάλι ένα τέτοιο e-mail. Εγώ κάθε μέρα περίπου λέω, δεν είμαι ο μόνος, κάθε μέρα έχουμε τέτοια.
Άνθρωποι ικανοί, άνθρωποι με τεράστια προσόντα, άνθρωποι με μεγάλη παιδεία, με μεγάλες κοινωνικές θέσεις. Κι όμως, χωρίς το φως του Χριστού, η ζωή όλων μας είναι αυτό το σκοτεινό δωμάτιο.
Κι εμείς ακόμα, οι άνθρωποι της Εκκλησίας, αν θελήσουμε να ζήσουμε σύμφωνα με φιλοδοξίες και σύμφωνα με επιβεβαιώσεις εξωτερικές και σύμφωνα με δόξες και τέτοια, μπες κι εσύ στο δωμάτιο μέσα.
Δεν πάει να είσαι πατριάρχης, δεν πάει να φοράς τρία εγκόλπια εδώ μπροστά κι άλλα δύο από πίσω, δεν υπάρχει περίπτωση να γλιτώσεις το σοκ αυτού του σκοταδιού.
Και είναι θλιβερό, άνθρωποι της πίστης, άνθρωποι που επαγγέλλονται την πίστη, να τους βλέπεις να υποφέρουν τόσο και να μην μπορούν να καταλάβουν.
Όλοι μας το καταλαβαίνουμε με κόπο βέβαια, γιατί, όπως είπε και ο πατήρ προηγουμένως, δεν είναι καθόλου αυτονόητο να συγχωρήσεις, να πας παραπέρα.
Θες να πάρεις ρεβάνς. Θες να τον πατήσεις κάτω τον άλλον, τον καημένο. Βρε, τι είναι; Ένα ταλαιπωρημένο πλάσμα.
Αν τον έβλεπες πώς είναι μέσα του αυτός που κάνει τη ζημιά, θα τον σπλαχνιζόσουν. Καημένε μου.
Όπως έχω κι εγώ έναν τώρα που με βρίζει και με κατηγορεί συνέχεια. Είναι τόσο πολύ άρρωστος, τόσο άρρωστος, που θέλει επτά πνευματικούς και δέκα εξορκιστές να δουλεύουν για χρόνια για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια του.

Κι όμως, εδώ είναι το φοβερό: ενώ ζούμε σε αυτή τη φοβερή κατάσταση, μεταθέτουμε συνεχώς το πρόβλημα στους άλλους. Και γι’ αυτό πολεμούμε μεταξύ μας.
Δεν είναι μόνο τα «θηρία» που είναι στο σκοτεινό δωμάτιο. Είναι και οι άλλοι που είναι ταυτόχρονα μέσα. Οπότε ρίχνουμε και γροθιές στους άλλους, τρώμε και από αυτούς, και δώσ’ το, και δώσ’ το, μέχρι να φτάσουμε στο τέλος.
Και να πούμε, άνθρωποι που είναι στο τέλος της ζωής τους: «Τι κατάλαβα; Τι ήταν αυτό όλο;».
Πέφτουν απογοητευμένοι από τον κόσμο, χωρίς καμία ελπίδα. Διότι, άμα δεν έχεις φως στη ζωή αυτή, θα ελπίζεις σε τι;
Φως. Ποιο φως; Αυτό που λέει εδώ το κείμενο.
«Ήν η ζωή ο Λόγος και η ζωή αυτή ήν το φως των ανθρώπων».
Δύο πράγματα δίνει ο Χριστός: ζωή και φως.
Σε ανασταίνει. Σου δίνει αίσθηση ζωής αιώνιας και ακατάλυτης. Και το νιώθεις αυτό να χτυπάει μέσα σου.
Και το καταλαβαίνεις ακριβώς όπως καταλαβαίνεις αυτό που πίνεις τώρα. Δεν θα αμφιβάλλεις καθόλου.
Ο Άγιος Συμεών λέει: «των ρωτούντων, τη δύναμή μου τη νιώθω;». Όπως το παιδί που κλοτσάει, η μάνα το νιώθει. Άμα δεν κλοτσάει, σημαίνει πέθανε το παιδί.
Φυσικά και τη νιώθεις. Και όπως τη νιώθεις…
Όπως είπε πολύ ωραία και ο πάτερ εδώ, ότι το άλλο σου φέρνει θάνατο και έτσι εκπαιδεύεσαι. Πας στον πνευματικό, εξομολογείσαι, ζωή έρχεται, χάρη. Πας στα μυστήρια, όπου αναβαίνει ο άνθρωπος, φωτίζει τα πράγματα, καταλαβαίνεις τι έγινε.
Τα αφήνεις αυτά, βλέπω, υποκύπτεις ένα, δύο, τρία, ξέρω εγώ. Αυτά: σκότωση στην ψυχή, πόνο στην ψυχή, αίσθηση θανάτου, αίσθηση αδιεξόδου, αίσθηση, όπως το λένε, ότι δεν έχει ελπίδα, αίσθηση φόβου. Φόβου.
Ο αμαρτωλός φοβάται. Φοβάται ότι θα πεθάνει, φοβάται ότι θα του συμβεί κάτι, φοβάται τον άλλον, φοβάται, φοβάται.
Και έτσι παράγεται η κόλαση στη ζωή αυτή. Και ζουν οι κολασμένοι άνθρωποι στη μεγάλη τους οικογένεια, στη μικρή τους οικογένεια. Φοβάται ο ένας τον άλλον.
Σήμερα τα παιδιά δεν παντρεύονται γιατί φοβούνται, λέει. Φοβούνται, φοβούνται, φοβούνται. Δεν μπορώ να πω ότι τρελοί είναι, ξέρω εγώ.
Ιδιαίτερα τα αγόρια. Τα αγόρια έχουν παραλύσει από τον φόβο. Τα κορίτσια φοβούνται λιγότερο, δεν ξέρω γιατί. Αλλά τα αγόρια είναι σαν παράλυση.
Είναι φανερό το γιατί. Γιατί έχουν το πάνω χέρι οι γυναίκες τώρα. Αυτό είναι ο δυτικός πολιτισμός. Έχει δώσει υπεραρμοδιότητες.
Εάν γίνει μια σύγκρουση μεταξύ ανδρός και γυναικός, σε οποιοδήποτε επίπεδο, ο άντρας έχει χάσει την υπόθεση. Πρέπει να έχεις στην κυριολεξία σαράντα-πενήντα επιχειρήματα.
Έτσι είναι. Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Δυστυχώς πάμε, επειδή δεν υπάρχει φως Χριστού, από το ένα άκρο στο άλλο.
Δηλαδή, οι άντρες έχουν δίκιο όλοι, οι γυναίκες έχουν άδικο; Δεν κατάλαβα. Εμείς οι πνευματικοί που τα βλέπουμε αυτά τα πράγματα, που τα ζούμε τέλος πάντων, βλέπουμε ότι δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα.
Αμαρτάνει κι ο ένας, αμαρτάνει κι ο άλλος. Πέφτει έξι ο ένας, πέφτει έξι ο άλλος. Δεν είναι κανείς, επειδή είναι γυναίκα, αμάρτητος και πάντα έχει δίκιο, ούτε επειδή είναι άντρας.
Εδώ όμως είναι η κατάρα της ιδεολογίας. Εδώ είναι το μεγάλο θέμα: να γίνονται όλα ιδεολογία. Αυτό είναι το πρώτο.
Στην παλαιότητα ήταν μια ανδροκρατούμενη, ας πούμε, ιδεολογία. Αν θυμηθείς μια περίπτωση, συνεχίζεται το παράλογο.
Είχα δει προχθές ένα βιντεάκι — δεν έχω χρόνο, αλλά καθώς έψαχνα να βρω κάτι άλλο στο YouTube — ένα βιντεάκι που έδειχνε σχέση ανδρός και γυναικός μέσα στις δεκαετίες.
Δεκαετία του ’80: ο άντρας δίνει δύο χαστούκια στη γυναίκα, αυτή μαζεύεται και πάει στην κουζίνα και, δακρύζοντας, συνεχίζει να πλένει.
Μετά δείχνει τη δεκαετία του 2000: δίνει ο άντρας ένα χαστούκι στη γυναίκα, του δίνει κι αυτή άλλο ένα, και πάει στο δωμάτιο, μαζεύει τα πράγματά της για να φύγει.
Και μετά λέει το 2026: δίνει ο άντρας ένα χαστούκι στη γυναίκα, αυτή του δίνει εφτά χαστούκια, μια κλωτσιά, μια μπουνιά, του παίρνει τα ρούχα, τα πετάει έξω και τον διώχνει.
Είναι, χωρίς Θεό, εναλλαγή των πόλων του εγωισμού μόνο. Αλλάζει η τερατοδία πρόσωπο, αλλά είναι τερατοδία.
Στα σχολεία παλιά ήταν το δασκαλοκεντρικό πρότυπο, γιατί διδάσκω σε παιδαγωγικό τμήμα. Ήταν δασκαλοκεντρικό πρότυπο. Ο δάσκαλος έκανε ό,τι ήθελε.
Όταν εγώ διορίστηκα δάσκαλος, ενάμιση χρόνο έκανα όλο κι όλο, συνεχίζοντας τις σπουδές μου. Μόλις, λοιπόν, πώς έβγαλα το ψωμί μου.
Και θυμάμαι, όταν μπήκα στη Δευτέρα Δημοτικού πρώτη φορά, σαν αναπληρωτής δάσκαλος, είχε φύγει ο προηγούμενος. Ο προηγούμενος, λοιπόν, μου δίνει μια τεράστια βέργα, ενάμιση μέτρο.
Και μου λέει: «Εν τούτω νίκα».
Εγώ τρόμαξα, γιατί δεν μπορούσα να το κάνω αυτό το πράγμα. Και την πήρα τη βέργα, τα παιδιά μέσα κοιτάγανε πονηρά.
Περίμενα να γίνει χαμός. Την κάνω μια και την πετάω μπροστά τους. Τους έκανε μεγάλη εντύπωση.
Και μετά πήρα καραμέλες, κάτι σούπερ καραμέλες. Και όποιος είχε κάνει καλά, έπαιρνε την καραμέλα. Έτσι ησύχασε η τάξη.
Εκτός από έναν, που η μάνα του τού είχε πει να μην τρώει καραμέλες. Αυτός έκανε φασαρία. Αυτόν βρήκα άλλον τρόπο.
Μια μέρα τον τρόμαξα λιγάκι. Τον έβαλα σε μια ντουλάπα να κάτσει. Τρόμαξε και ησύχασε.
Και μου λέγανε οι γονείς: «Δάσκαλε, το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μας».
Δηλαδή έλεγαν: ρίξε και καμιά στον μικρό, δεν πειράζει.
Τώρα, έτσι και τολμήσει ο δάσκαλος να ακουμπήσει έστω και κατά λάθος, θα έρθει όλο το σόι, με δικηγόρους και αστυνομικούς, να τον συλλάβουν.
Βλέπω, δηλαδή, μια υπερβολή. Από το δασκαλοκεντρικό στο μαθητοκεντρικό σχολείο, στην άλλη υπερβολή.
Τα παιδιά σήμερα βγάζουν γλώσσα στον δάσκαλο. Του λέει το δεκάχρονο στον εικοσάχρονο: «είσαι ένας παλιόγερος, δεν θέλω να σε δω μπροστά μου, δεν ξέρεις τίποτα».
Αυτό λέγεται σχολείο;
Δηλαδή, όλα αυτά γιατί; Γιατί είμαστε στο σκοτεινό δωμάτιο. Δεν υπάρχει το φως.
Ούτε η αίσθηση της αιώνιας ζωής. Δεν υπάρχει παρουσία εκείνη που θα τα μετέτρεπε όλα αυτά σε γνώση και σε μέτρο.
Σε μέτρο. Ένα ωραίο μέτρο. Ούτε έπαινος μόνο, ούτε ψόγος μόνο. Ένας συνδυασμός.
Ο άνθρωπος πρέπει να παιδαγωγηθεί. Χρειάζεται και το μπράβο, χρειάζεται και το «μη». Χρειάζεται και το φρένο.
Να συνεχίσω λίγο να το τελειώσουμε στα γρήγορα, γιατί σε λίγο θα κλείσω, πρέπει να φύγουμε.
«Και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν».
Άλλη σοβαρή δήλωση εδώ. Το φως έρχεται στο σκοτάδι. Το σκοτάδι δεν καταλαβαίνει όμως.
Αυτή η αγάπη της φρίκης που κουβαλάμε μέσα μας είναι ό,τι πιο παράδοξο και ό,τι πιο ταλαιπωρό και ό,τι πιο απίστευτο έχουμε μέσα μας. Βλέπεις ανθρώπους να ζουν μέσα στην κόλαση, στην κυριολεξία, και να το αγαπούν αυτό. Και έρχεται ο άλλος και να τους ανοίγει το φως, το παράθυρο του φωτός, με καινούργιες προοπτικές, με νέες προτάσεις, που είναι του Θεού προτάσεις, και αυτό το πράγμα ο άλλος να λέει όχι.
Προτιμώ να τρώω ξύλο και να δίνω ξύλο. Προτιμώ το σκοτάδι με τα άγρια θηρία και όλο αυτό το διαμάχι και όλο αυτό τον πόλεμο και όλη αυτή την οδύνη. Ένα τόσο περίεργο πράγμα.
Το ότι ο άνθρωπος αγαπάει την πτώση του. Ότι αγαπάει... κάποτε μου το είχε πει ο Άγιος Παΐσιος, που λέει, πώς να σου το πω, σκέψου τα γουρούνια που αγαπάνε τη λάσπη και κυλιούνται μέσα εκεί, και αν τους πεις υπάρχει και μια άλλη ζωή πολύ πιο πολυτελής, φοβούνται να εγκαταλείψουν τον βούρκο και να κοιτάξουν παραπέρα και να αναπτύσσουν μια εχθρική σχέση με τη γνώση, με τη ζωή, με τη σοφία. Εχθρική σχέση. Προτιμούν την κόλαση αυτή, την ιδιωτική.
Περνάω τα άλλα που λέει για τον Ιωάννη. «Είναι το φως το αληθινόν, ο φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον». Αυτό το φως που κάθε άνθρωπο φωτίζει. Κάθε ένα μωρό που έρχεται έχει κάτι από το φως αυτό, που το σβήνουμε εμείς. Γι’ αυτό και βλέπετε, δεν είναι τόσο ελκυστικά τα μικρά τα παιδάκια; Έχουν μια ομορφιά, μια υγεία, μια παράξενη σοφία, που δεν μπορούν να την αρθρώσουν, αλλά όμως ακτινοβολεί και μας ελκύει αυτό το πράγμα.
Τι λέει εδώ; «Εν τω κόσμω ην και ο κόσμος δι’ αυτού εγένετο και ο κόσμος αυτόν ουκ έγνω». Στον κόσμο μέσα υπήρχε και ο κόσμος έγινε με αυτόν, αλλά ο κόσμος αυτός δεν τον ήξερε. «Εις τα ίδια ήλθε και οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». Στα ίδια, στον χώρο, στο σπίτι του ήρθε, και οι δικοί του, αυτοί που τους έφτιαξε ο ίδιος, δεν τον αποδέχτηκαν. «Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, τοις πιστεύουσιν εις το όνομα αυτού».
Λοιπόν, όσοι τον δέχονται όμως γίνονται παιδιά του Θεού. Ποιος είναι παιδί του Θεού; Ο Υιός του Θεού ο ίδιος. Γινόμενος άγιος αυτόν... Ο άνθρωπος γίνεται Χριστός κατά χάριν. Αυτό είναι ένας άγιος. Η αγία αυτή η μεγάλη που γνωρίσαμε ήταν Χριστή κατά χάριν. Παρουσία του Χριστού στον κόσμο.
Εγώ όταν δίδασκα χρόνια Χριστολογία στη Δογματική είχα στο μυαλό μου τον Άγιο Πατέρα Πορφύριο. Τον Πατέρα Πορφύριο έλεγα: αυτός είναι ο Χριστός. Καταλαβαίνεις από τον άγιο πώς φέρεται και πώς είναι και τι κάνει και πώς συνεχώς επικοινωνεί με άλλες, εντελώς άλλες διαστάσεις του είναι, σε συνεχή βάση. Καταλαβαίνεις πώς είναι ο Χριστός. Λες: ο Χριστός είναι αληθινός. Δεν είναι; Γιατί; Διότι τότε εδώ τι είναι; Είναι άνθρωπος του Χριστού. Ζει τον κατά Χριστόν βίον. Τι ζει; Την πληρότητα της κοινωνίας μετά του Χριστού, με τα μυστήρια, με τα αυτά. Και ζει καταστάσεις υπερφυείς και υπεράνθρωπες. Όχι, δεν παύει να είναι άνθρωπος.
«Τέκνα Θεού, οι ουκ εξ αιμάτων, ουδέ εκ θελήματος σαρκός», εδώ είναι φοβερό αυτό, «ουδέ εκ θελήματος ανδρός, αλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν». Δύο εγεννήσεις: η μία που μας κάνει η μάνα μας και ο πατέρας μας, και μετά αυτό εξαφανίζεται και ο άνθρωπος γίνεται γέννημα του Θεού. Ένα ον που έρχεται απ’ αλλού. Είναι άλλης τάξεως πλάσμα. Δεν είναι πια άνθρωπος απλός και κοινός. Είναι θεοειδής άνθρωπος.
Σε αυτό έχουμε κληθεί και δεν το κατανοούμε. Δεν καταλαβαίνουμε την ευτυχία, δεν καταλαβαίνουμε τη ζωή, δεν καταλαβαίνουμε την αιωνιότητα, δεν καταλαβαίνουμε την τρομακτική προοπτική που ανοίγει η σάρκωση. Αυτό είναι το μεγαλείο. Δεν είναι δηλαδή απλά μια σειρά εντολών. Τι να τις κάνω εγώ τις εντολές; Τι να τις κάνω τις εντολές; Εντολές έχει και ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης. Εντολές γεμάτο είναι και το Κοράνι, που αντιγράφει την Παλαιά Διαθήκη ουσιαστικά. Εντολές, εντολές. Και όλες αυτές οι εντολές είναι πάντοτε εκκρεμείς. Δεν μπορώ να τις κάνω απλά και δικαιολογούμαι κιόλας και σκουντάω και τον διπλανό, και έχει δυσκολία να τις κάνει κι εκείνος, κι εγώ, κι εγώ. Άρα λοιπόν έχουμε δίκιο.
Και έρχεται ο διάβολος και σου λέει: κοίταξε να δεις, έτσι είναι. Κανένας σας δεν μπορεί να τις κάνει. Γι’ αυτό θα φτιάξω εγώ μια βασιλεία που θα είναι δική μου. Αυτό είναι το σκόπος του διαβόλου. Είναι να κάνει άλλη βασιλεία από όλους αυτούς που βλέπουν τον Θεό έτσι όπως αυτός, έναν σκληρό δικαστή, και να πει στον Θεό: κοίταξε, η πλειοψηφία είναι με μένα, άρα έχω δικαίωμα μιας παράλληλης βασιλείας. Δεν είναι δική σου η βασιλεία. Εσύ κράτα τα χαϊβάνια κι εγώ κρατάω τους έξυπνους.
Ο διάβολος θεωρεί ότι είναι πολύ σοφός, όπως βλέπουμε στον μύθο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή. Εγώ ξέρω τι θέλουν οι άνθρωποι, εσύ δεν ξέρεις. Θα τους φωτίζεις, θα τους δίνεις φως, ζωή αιώνια, να περπατάς πάνω στους ωκεανούς, να πετάς σαν πουλί, να μην υπάρξει τίποτα; Θέλουν αυτά τα πράγματα; Θέλουν φαγάκι, θέλουν καλό σεξ, θέλουν λεφτά στο χέρι, δι’ οποιουδήποτε τρόπου αποκτηθέντα, και τα πάθη να δουλεύουν, και να υπάρχει και λίγο μυστήριο, και να υπάρχει και εξουσία ισχυρή για να μην τυχόν κανένας βγει παραπάνω από αυτά και πει μήπως υπάρχει τίποτα περισσότερο. Αυτά θέλουν, του λέει. Κατάλαβες; Απέτυχες.
Να τελειώσουμε έτσι: «Και ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα τη δόξαν αυτού, δόξαν ως μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας».
Τελευταία φράση: «Ότι ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη». Ο νόμος, οι εντολές που δεν ελκύουν κανένα, δια Μωυσέως εδόθη. «Η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο». Ο Θεός ως χάρις, ως πραγματικότητα, ως αλήθεια της ζωής μας, έρχεται με τη σάρκωση, δηλαδή με τον Χριστό.

Αυτά.

Πώς μπορεί να υπάρχει η χάρη του Θεού μέσα στην αμαρτία;
Ο Martin Luther μπορούσε να το δεχτεί — simul iustus et peccator (ταυτόχρονα δίκαιος και αμαρτωλός). Αλλά για τους καθολικούς όχι. Η χάρη του Θεού δεν είναι συμβατή με την αμαρτία.

Πρέπει να αναρωτηθούμε τι κάνουμε αν μας τύχει ένας «χαϊντεγκεριανός» Πάπας, δηλαδή κάποιος που έχει διαμορφωθεί στη φιλοσοφία του Martin Heidegger. Γιατί είναι απλό: ο επίσκοπος πριν γίνει επίσκοπος ήταν ιερέας· πριν γίνει ιερέας ήταν σπουδαστής σε σεμινάριο. Αν ο σπουδαστής διαμορφώθηκε με αυτή τη φιλοσοφία, θα είναι ιερέας που σκέφτεται με αυτή τη φιλοσοφία, επίσκοπος που σκέφτεται με αυτή τη φιλοσοφία, καρδινάλιος που σκέφτεται όχι όπως ο Thomas Aquinas αλλά όπως ο Χάιντεγκερ — και γιατί όχι και Πάπας.
Άρα το πρόβλημα στα ανώτατα επίπεδα είναι μεγάλο. Αν η διαμόρφωση είναι τόσο εκτεταμένη προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, είναι σαφές ότι θα ανέβει προς τα ανώτερα επίπεδα της Εκκλησίας.

(Το «Cogito me cogitare, ergo sum» του Ρενέ Ντεκάρτ δεν είναι πειστικό, ακριβώς επειδή αυτή η res cogitans δεν εμφανίζεται καθόλου, αν οι σκέψεις της δεν εκφραστούν σε προφορικό ή γραπτό λόγο, ο οποίος ήδη προϋποθέτει ακροατές και αναγνώστες.)

......Αν ανατρέξετε στον Φαίδωνα και στη δικαιολόγηση που δίνεται εκεί για το ότι ο φιλόσοφος αγαπά κατά κάποιον τρόπο τον θάνατο, θα θυμηθείτε ότι ο Πλάτων, παρόλο που περιφρονεί τις ηδονές του σώματος, δεν παραπονείται ότι τα βάσανα υπερέχουν των ηδονών. Το καθοριστικό σημείο είναι μάλλον ότι τόσο οι ηδονές όσο και τα βάσανα αποσπούν και παραπλανούν το πνεύμα, ότι το σώμα αποτελεί βάρος όταν κανείς επιδιώκει την αλήθεια. Διότι η αλήθεια, που είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις, μπορεί να γίνει αντιληπτή μόνο με τα μάτια της ψυχής, η οποία επίσης είναι ασώματη και απρόσιτη στις αισθήσεις. Με άλλα λόγια: η αληθινή γνώση είναι δυνατή μόνο για ένα πνεύμα που δεν ενοχλείται από τις αισθήσεις.

Αυτό, φυσικά, δεν μπορεί να είναι η άποψη του Καντ· διότι για τη θεωρητική του φιλοσοφία είναι καθοριστικό ότι κάθε γνώση εξαρτάται από τη σύμπραξη και τη συνεργασία της αισθητικότητας και της νόησης, και η Κριτική του Καθαρού Λόγου έχει δικαίως χαρακτηριστεί ως μια δικαίωση, αν όχι και εξύμνηση, της ανθρώπινης αισθητικότητας. Ακόμη και στα νεανικά του χρόνια —όταν, υπό την επίδραση της παραδοσιακής φιλοσοφίας, εξέφραζε μια κάποια πλατωνική εχθρότητα προς το σώμα (παραπονιόταν ότι το σώμα εμποδίζει την «ταχύτητα των σκέψεων» και έτσι περιορίζει και παρεμποδίζει το πνεύμα [54])— δεν υποστήριξε ότι το σώμα και οι αισθήσεις αποτελούν την κύρια πηγή του σφάλματος και του κακού.

Πρακτικά, αυτό έχει δύο σημαντικές συνέπειες. Πρώτον, για τον Καντ, ο φιλόσοφος καθιστά σαφείς εμπειρίες που όλοι μας έχουμε. Ο Καντ δεν ισχυρίζεται ούτε ότι ο φιλόσοφος μπορεί να εγκαταλείψει την πλατωνική σπηλιά ούτε ότι μπορεί να συμμετάσχει στην άνοδο του Παρμενίδη προς τους ουρανούς· ούτε θεωρεί ότι ο φιλόσοφος πρέπει να γίνει μέλος κάποιας αίρεσης. Για αυτόν, ο φιλόσοφος παραμένει ένας άνθρωπος όπως εσύ κι εγώ, που ζει ανάμεσα στους συνανθρώπους του και όχι ανάμεσα σε φιλοσόφους.

Δεύτερον, ο Καντ υποστηρίζει ότι μια κρίση για τη ζωή βάσει των κριτηρίων της ηδονής και της δυσαρέσκειας —την οποία (κρίση) ο Πλάτων και οι άλλοι θεωρούσαν έργο αποκλειστικά του φιλοσόφου, επισημαίνοντας ότι οι πολλοί είναι απολύτως ικανοποιημένοι με τη ζωή όπως είναι— μπορεί να αναμένεται από κάθε συνηθισμένο άνθρωπο με υγιή κοινή λογική, εφόσον έχει ποτέ στοχαστεί για τη ζωή.
Αυτές οι δύο συνέπειες δεν είναι, προφανώς, παρά οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, και αυτό ονομάζεται ισότητα.

Ας εξετάσουμε τρία διάσημα αποσπάσματα από τα έργα του Καντ! Τα δύο πρώτα προέρχονται από την Κριτική του Καθαρού Λόγου και αποτελούν απαντήσεις σε αντιρρήσεις.

«Αλλά μήπως απαιτείτε μια γνώση που αφορά όλους τους ανθρώπους να υπερβαίνει την κοινή νόηση και να μπορεί να ανακαλυφθεί μόνο από φιλοσόφους; Ακριβώς αυτό που επικρίνετε αποτελεί την καλύτερη επιβεβαίωση της ορθότητας των μέχρι τώρα θέσεων, διότι αποκαλύπτει κάτι που δεν μπορούσε να προβλεφθεί εκ των προτέρων: ότι η φύση, σε ό,τι αφορά όλους τους ανθρώπους χωρίς διάκριση, δεν μπορεί να κατηγορηθεί για μεροληπτική κατανομή των χαρισμάτων της· και ότι η ύψιστη φιλοσοφία, ως προς τους ουσιώδεις σκοπούς της ανθρώπινης φύσης, δεν μπορεί να φτάσει πιο μακριά από την καθοδήγηση που έχει ήδη προσφέρει ακόμη και στον πιο απλό κοινό νου.» [55]

Δείτε, μαζί με αυτό το απόσπασμα, τις τελευταίες φράσεις της Κριτικής του Καθαρού Λόγου του Ιμμάνουελ Καντ:

«Ο κριτικός δρόμος είναι ο μόνος που απομένει ακόμη ανοικτός. Αν ο αναγνώστης είχε την καλοσύνη και την υπομονή να τον διασχίσει μαζί μου, μπορεί τώρα να κρίνει αν, εφόσον το επιθυμεί, συμβάλλοντας κι ο ίδιος ώστε αυτό το μονοπάτι να γίνει λεωφόρος, θα μπορούσε να επιτευχθεί πριν από το τέλος του παρόντος αιώνα αυτό που δεν κατόρθωσαν πολλοί αιώνες: δηλαδή να φτάσει η ανθρώπινη λογική σε πλήρη ικανοποίηση σε ό,τι την απασχολούσε πάντοτε, αλλά μέχρι τώρα μάταια, από την πλευρά της φιλομάθειάς της.» [56]

Το τρίτο, συχνά παρατιθέμενο απόσπασμα, είναι αυτοβιογραφικό:
«Εγώ ο ίδιος, από κλίση, είμαι ερευνητής. Αισθάνομαι όλη τη δίψα για γνώση και την ανυπόμονη ανησυχία να προχωρήσω πιο πέρα, καθώς και την ικανοποίηση σε κάθε κατάκτηση. Υπήρξε μια εποχή που πίστευα ότι αυτό και μόνο μπορούσε να αποτελεί την τιμή της ανθρωπότητας, και περιφρονούσα τον όχλο που δεν γνωρίζει τίποτε. Ο Ζαν-Ζακ Ρουσσώ με διόρθωσε. Αυτή η τυφλωτική υπεροχή εξαφανίζεται· μαθαίνω να τιμώ τους ανθρώπους, και θα θεωρούσα τον εαυτό μου πιο άχρηστο από τον απλό εργάτη, αν δεν πίστευα ότι […] αυτό που κάνω μπορεί να δώσει αξία σε όλους τους άλλους, αποκαθιστώντας τα δικαιώματα της ανθρωπότητας.» [57]

Η φιλοσόφηση, ή η σκέψη της λογικής που υπερβαίνει τα όρια αυτού που μπορεί να γνωσθεί —τα όρια της ανθρώπινης γνώσης— είναι για τον Καντ μιά γενική ανθρώπινη «ανάγκη», η ανάγκη της λογικής ως ανθρώπινης ικανότητας. Δεν αντιπαραθέτει τους λίγους προς τους πολλούς. (Αν υπάρχει στον Καντ μια σαφής διάκριση ανάμεσα στους λίγους και στους πολλούς, αυτή αφορά μάλλον την ηθική: το «ευαίσθητο σημείο» του ανθρώπινου γένους είναι το ψεύδος, που ερμηνεύεται ως μια μορφή αυτοεξαπάτησης. Οι «λίγοι» είναι εκείνοι που είναι ειλικρινείς απέναντι στον εαυτό τους.)

Με την εξασθένηση αυτής της αιώνων παλαιάς διάκρισης, συνέβη όμως κάτι παράδοξο: η κλίση του φιλοσόφου να ασχολείται με την πολιτική χάνεται· Δεν έχει πλέον ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πολιτική. Δεν υπάρχει ιδιοτελές συμφέρον και, συνεπώς, ούτε αξίωση για εξουσία ή για ένα πολίτευμα που θα προστάτευε τον φιλόσοφο από τους πολλούς. Ο Ιμμάνουελ Καντ συμφωνεί με τον Αριστοτέλης, σε αντίθεση με τον Πλάτων, στο ότι οι φιλόσοφοι δεν πρέπει να κυβερνούν, αλλά ότι οι κυβερνώντες θα πρέπει να είναι πρόθυμοι να ακούνε τους φιλοσόφους [58].

Από την άλλη πλευρά, αντιτίθεται στην άποψη του Αριστοτέλη ότι ο φιλοσοφικός τρόπος ζωής είναι ο ανώτερος και ότι ο πολιτικός υπάρχει τελικά μόνο χάριν του βίου θεωρητικού. Με την εγκατάλειψη αυτής της ιεραρχίας, και μαζί της όλων των ιεραρχικών δομών, η παλαιά ένταση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας εξαφανίζεται πλήρως.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η πολιτική, και η ανάγκη να γραφεί μια πολιτική φιλοσοφία —να «τακτοποιηθεί ένα τρελοκομείο»— παύουν για τον φιλόσοφο να ανήκουν στις πιο επείγουσες υποθέσεις. Η πολιτική είναι, κατά τα λόγια του Eric Weil, δεν είναι πλέον «une préoccupation pour les philosophes; elle devient, ensemble avec l'histoire, problème philosophique» (δηλαδή δεν αποτελεί πια απλώς πηγή ανησυχίας για τους φιλοσόφους· γίνεται, μαζί με την ιστορία, ένα αυθεντικό φιλοσοφικό πρόβλημα) [59].

Επιπλέον, όταν ο Καντ μιλά για το βάρος που φαίνεται να βαραίνει την ίδια τη ζωή, επισημαίνει τη παράδοξη φύση της ηδονής —για την οποία μιλά και ο Πλάτων σε άλλο πλαίσιο— δηλαδή το γεγονός ότι κάθε ηδονή εκδιώκει μια δυσαρέσκεια· ότι μια ζωή που θα γνώριζε μόνο ηδονές θα στερούνταν στην πραγματικότητα κάθε ηδονής —διότι ο άνθρωπος δεν θα ήταν ικανός να τη νιώσει ή να την απολαύσει— και ότι, επομένως, δεν υπάρχει καθαρή ευεξία, που να μην επηρεάζεται ούτε από την ανάμνηση της έλλειψης που την προηγήθηκε ούτε από τον φόβο της απώλειας που βέβαια θα την ακολουθήσει.

Η ευτυχία, ως μια σταθερή και μόνιμη κατάσταση της ψυχής και του σώματος, είναι αδιανόητη για τους ανθρώπους πάνω στη γη. Όσο μεγαλύτερη είναι η έλλειψη και η δυσαρέσκεια, τόσο πιο έντονη θα είναι η ηδονή.

Υπάρχει εδώ μόνο μία εξαίρεση, και αυτή είναι η ηδονή που αισθανόμαστε όταν ερχόμαστε σε επαφή με την ομορφιά. Αυτή την ηδονή ο Καντ, επιλέγοντας συνειδητά μια άλλη λέξη, την ονομάζει «ανιδιοτελή ευχαρίστηση» (uninteressiertes Wohlgefallen).


Θα δούμε αργότερα τι σημαντικό ρόλο παίζει αυτός ο όρος σε εκείνη την πολιτική φιλοσοφία που ο Καντ δεν έγραψε ποτέ. Ο ίδιος υπαινίσσεται κάτι σχετικό όταν γράφει σε μία από τις μεταθανάτια δημοσιευμένες σημειώσεις του:

«Τα ωραία πράγματα δείχνουν ότι ο άνθρωπος ταιριάζει στον κόσμο και ότι ακόμη και η αντίληψή του για τα πράγματα συμφωνεί με τους νόμους της ίδιας του της αντίληψης.» [60]

Δεν υπάρχουν σχόλια: