Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας

ΜΗΔΕΝΑ ΠΡΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΖΕ

Χρ. Γιανναράς: Πτώση-Κρίση-Κόλαση

Για το βιβλίο «Πτώση-Κρίση-Κόλαση ή η δικανική υπονόμευση της οντολογίας» μίλησε ο καθηγητής κ. Χρήστος Γιανναράς στο βιβλιοπωλείο Άπειρος Χώρα. Το έμβρυο δεν «ξέρει» τίποτα για τον τρόπο της ύπαρξής του μετά τη γέννηση - για τη μετά τον θάνατό του ζωή. Κανένα έμβρυο δεν «γύρισε πίσω» ποτέ, να ξαναγίνει έμβρυο μετά τη γέννησή του, ποτέ δεν επέστρεψε ως βρέφος στα έμβρυα, να τα «πληροφορήσει» ποια θα είναι η υπαρκτική τους πραγματικότητα μετά τη γέννησή τους! Ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή με πλήρη άγνοια και απόλυτη μοναξιά, όπως και φεύγει από τα εγκόσμια με πλήρη άγνοια για την πραγματικότητα τη μετά τον θάνατό του. Πραγματικότητα, ίσως, ανάλογη με τη διαφορά ανάμεσα στο έμβρυο και το λογικό υποκείμενο.

Νίκος Δεληνικόλας 6 Σεπτεμβρίου 2020 στο 6:13 ΜΜ

Πράγματι δεν υπάρχουν αυθεντίες, όπως πειστικά εξηγεί ο κ. Γιανναράς. Μπορεί κανείς να γράψει ένα βιβλίο και μετά να το αποσύρει, αναγνωρίζοντας ότι κάτι τούρθε και έγραψε ανοησίες. Αυτό θάπρεπε να συμβεί με το βιβλίο αυτό. Υπήρξε μία προθεσμία τριών χρόνων, αλλά δεν συνέβηκε. Και τώρα πρέπει να πάρουμε θέση για το αν αποδεχόμαστε να γίνει μία Σύνοδος της Ορθόδοξης Εκκλησίας για να αποφασίσει ότι οι Άγγελοι δεν υπάρχουν, ποτέ δεν υπήρξαν. Μία τέτοια συνοδική απόφαση θα μετέτρεπε αυτομάτως την Καινή Διαθήκη, τα Πατερικά κείμενα και όλη την γραπτή παράδοση της Ορθοδοξίας σε θρίλλερ του Χόλλυγουντ. Και τα κοινά βιώματα της αλήθειας, σε ομαδική παράκρουση δύο χιλιάδων χρόνων. Οι Άγγελοι ακόμη γελούν με αυτό το τεράστιο καλαμπούρι του διάσημου θεολόγου μας.


Σκέφτηκα ότι, για να μπούμε στη λογική αυτού του …βιβλίου που έχουμε να συζητήσουμε σήμερα, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε — ή, δεν είναι τόσο εύκολο να ξεκαθαριστεί — να δείξουμε τα κριτήρια με τα οποία μπαίνουμε σε έναν ορισμένο χώρο προβληματισμού.
Πέρα από πολλά, μην σας ανησυχήσω, διότι αυτές οι επιστολές των δύο … προϋποθέτουν και οι δύο την κυρίαρχη σήμερα στον κόσμο μας, στον πολιτισμό μας, αντίληψη για την αλήθεια. Είναι η αντίληψη της αλήθειας, η εκδοχή της αλήθειας ως ορθότητας.
Η αλήθεια είναι η ορθότητα. Επομένως υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, διότι η ορθότητα παραπέμπει σε μια αλήθεια υποχρεωτική, εξ αντικειμένου υποχρεωτική. Άρα σε ένα όπλο, θαυμάσιο όπλο, για να θωρακίσω το εγώ.
Εάν εγώ είμαι ο κάτοχος αυτής της αλήθειας, τότε απαιτώ εντελώς φυσιολογικά να την επιβάλλω ή, ειλικρινέστερα, να επιβάλλω το εγώ μου μέσα από την αλήθεια που εκπροσωπώ.
Είπα ότι αυτή είναι η στάση ολόκληρου του πολιτισμού μας σήμερα. Είναι αυτονόητο δεδομένο στον τρόπο του βίου μας.
Υπάρχουν, βέβαια, κορυφαία δείγματα, οι κορυφαίες εκφάνσεις αυτής της στάσης. Διαβάζοντας την απάντηση του Μητροπολίτη Πειραιώς — συγχωράστε με, δεν είναι ο Μητροπολίτης Πειραιώς να είναι στη συντροφιά εδώ — είχα την αίσθηση ότι ο Μητροπολίτης Πειραιώς είναι «κοκκουέ», γιατί είναι μια τυπική εκδοχή της αλήθειας αυτή που κυριαρχεί στο ΚΚΕ: εμείς είμαστε οι φορείς της απόλυτης αλήθειας.
Υπάρχει παντού αυτή η εκδοχή, αλλά αλλού μπορεί και συγκαλύπτεται, μπορεί και εξωραΐζεται. Στο ΚΚΕ είναι ειλικρινή τα πράγματα: εμείς έχουμε την αλήθεια.
Σκέφτηκα να πω και κάτι ακόμα για να μπορέσουμε να δούμε τη διαφορά. Εάν η αλήθεια δεν είναι η ορθότητα, τι είναι η αλήθεια;

Μέσα στην ελληνική παράδοση — το λέω «ελληνική» γιατί πιστεύω ότι αρχίζει από τον Ηράκλειτο — η αλήθεια είναι μετοχή. Η αλήθεια δηλαδή είναι ένα εμπειρικό γεγονός.
Μετέχω στην αλήθεια και η έκφραση, η διατύπωση, η σημαντική της αλήθειας είναι απλώς ένα μέσο, ένα εργαλείο, μια αφορμή για να συντονιστεί η μετοχή όλων μας στην κοινή εμπειρία της αλήθειας.
Καταλαβαίνετε ότι στη δεύτερη περίπτωση δεν υπάρχει περιθώριο δογματισμού. Δεν μπορεί κανείς να κατέχει το αλάθητο.
Η ορθότητα απαιτεί πάντοτε κάποιον ο οποίος εγγυάται την ορθότητα. Είτε είναι η παπική καθέδρα, είτε είναι τα κείμενα της Γραφής, είτε είναι ο ορθός λόγος, είτε είναι σήμερα η χρησιμότητα, δηλαδή η χρήσιμη εφαρμογή του αληθούς, θέλει οπωσδήποτε κάποιον εγγυητή.
Και έτσι μπαίνουμε στα γρανάζια μιας υποταγής στην αυθεντία και μιας επανάστασης ενάντια στην αυθεντία.
Ολόκληρη η ιστορία του λεγόμενου δυτικού κόσμου νομίζω ότι είναι ακριβώς αυτή η φανέρωση της αλυσίδας, της διαδοχής υποταγής και επανάστασης.
Στην περίπτωση της αλήθειας ως μετοχής, εκεί τα πράγματα είναι συνεχώς ανοιχτά, διότι η εμπειρία, η μετοχή στην αλήθεια, η εμπειρική μετοχή στην αλήθεια, επιδέχεται συνεχώς καινούργια διατύπωση, συνεχώς καινούργιο φωτισμό.
Γι’ αυτό και έχει μια δυναμική πια η διατύπωση της αλήθειας. Δεν σταθεροποιείται ποτέ σε καμία αυθεντία.
Δείτε σήμερα, μέσα στην Εκκλησία, πόσο είναι ξεχασμένο αυτό το δεδομένο, το θεμελιακό στοιχείο της Εκκλησίας.
Εμείς, βέβαια, όταν λεγόμαστε ορθόδοξοι, δηλαδή υιοθετούμε στην ονομασία μας το κριτήριο της ορθότητας ως κριτήριο αλήθειας.
Και δεύτερον, επειδή θέλουμε κι εμείς μια αυθεντία, δεν δεχόμαστε την παπική καθέδρα, δεν δεχόμαστε μόνη τη Γραφή. Ο,τιδήποτε μπορεί να τεκμηριωθεί, να ισχυροποιηθεί με βάση την αυθεντία της παραπομπής σε κάποια πατερικά φρασίδια, είναι αλήθεια.

Αν διαβαστείτε ότι εδώ το βιβλιαράκι έχει μια διαφορά από κάθε άλλο, νομίζω κατά το ότι δεν εκθέτει μια αναζήτηση απλώς, μια έρευνα, αλλά εκθέτει κάποιες προτάσεις.
Θα έλεγα, για να είμαι ακόμη πιο σαφής, μέσα σε αυτό το βιβλίο θα ήθελα να μη διαβάσει κανείς απόψεις ή γνώμες του συγγραφέα, αλλά να διαβάσει — και το λέει ξεκάθαρα επανειλημμένα ο συγγραφέας μέσα στο βιβλίο — ότι είναι προτάσεις, τις οποίες θέλει να υποβάλει σε μια ενδεχόμενη μελλοντική σύνοδο της Εκκλησίας.
Γιατί η σύνοδος της Εκκλησίας; Γιατί είναι το μόνο όργανο το οποίο διασώζει τη λειτουργία της αλήθειας ως μετοχής.
Αυτοί που συνέρχονται κανονικά σε μια σύνοδο, οι επίσκοποι, δεν κομίζουν ατομική γνώμη, ατομική άποψη. Συνέρχονται σε σύνοδο επειδή έχουν το χάρισμα της πατρότητας.
Λέει ο Παύλος ότι μπορεί να έχετε μυρίους παιδαγωγούς, αλλά έχετε έναν πατέρα. Ένας σας γέννησε.
Αυτό το χάρισμα της πατρότητας, κάτι εντελώς λησμονημένο, το καταλαβαίνουμε σήμερα πάλι μεταφορικά, συμβολικά. Ενώ ο Παύλος κυριολεκτεί, πρόκειται για γέννα, δηλαδή για είσοδο σε άλλον τρόπο ύπαρξης.

Λοιπόν, μόνο με αυτό το χάρισμα συγκροτούνται σύνοδοι.

Οι σύνοδοι που έγιναν πέρυσι το καλοκαίρι, ας πούμε, στην Κρήτη, ήταν μια κόπια των συνελεύσεων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών ή του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών. Μια σημερινή αντίληψη της αλήθειας ως ορθότητας, και γι’ αυτό φυσικά και δεν βγήκε κανένα συμπέρασμα.
Στα χρόνια που λειτουργούσε το συνοδικό σύστημα και εξασφάλιζε την ενότητα της Εκκλησίας, τότε υπήρχαν περιπτώσεις που κάποιοι επίσκοποι γύριζαν στην επισκοπή τους και ο λαός τους έδιωχνε. Δεν τους δεχόταν πλέον ως επισκόπους.
Γιατί; Γιατί στη Σύνοδο είχαν εκπροσωπήσει τις ιδέες τους, τη γνώση τους, την κατάρτισή τους, αλλά όχι την εμπειρία του εκκλησιαστικού σώματος.
Θα επιλέξω — υπάρχουν και μερικά άλλα θέματα — αλλά τρία βασικά θέματα στα οποία αυτό το βιβλιαράκι πιστεύει ότι χρειαζόμαστε έναν συνοδικό φωτισμό.
Η εμπειρία της Εκκλησίας να φωτίσει, όχι να δώσει τη «ντιρεκτίβα», να φωτίσει μερικά αδιέξοδα.
Το πρώτο τέτοιο θέμα είναι εάν η διήγηση των πρώτων σελίδων της Γένεσης αναφέρεται σε ιστορικό γεγονός ή εάν είναι ένας συμβολισμός, εάν είναι ένα ποιητικό κείμενο, όπως είναι κάθε μύθος αποκαλυπτικός μιας αλήθειας μέσα από τη λειτουργία των εικόνων.

Μέσα στην ορθόδοξη παράδοση του 20ού αιώνα υπήρξαν πολλές περιπτώσεις, θα έλεγα ίσως και μισό-μισό, δεν ξέρω, που έβλεπαν πράγματι την αφήγηση της Γένεσης ως μια συμβολική αφήγηση. Μέσα από εικόνες, θαυμάσιες, ποιητικότατες εικόνες, μπόρεσαν οι συγγραφείς σε αυτό το κείμενο αλήθειες να φανερώσουν, να εκφράσουν.
Αλλά υπήρξε και μια σημαντική μερίδα, μέσα σε όλες τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, η οποία θέλησε να εκλάβει το κείμενο αυτό ως ιστορικό γεγονός. Ότι υπήρξε ένας συγκεκριμένος άνθρωπος, ένα άτομο, ο Αδάμ, και μια κυρία, λεγόταν Εύα, υπήρξε ο πειρασμός, να διαλέξουν κλπ.
Όλα αυτά λαμβάνονται κατά γράμμα. Μέχρι σήμερα, όπως ξέρετε, σε μερικές θρησκευτικές, ιδιαίτερα προτεσταντικές ομολογίες, αυτό το θέμα — εάν η Γένεση εκληφθεί ως ιστορικό γεγονός ή ως συμβολική αποτύπωση συναρπαστικών νοημάτων — διχάζει.
Υπάρχουν πολιτείες, αν δεν απατώμαι, στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, όπου απαγορεύεται με νόμο να διδάσκεις ότι έχουν συμβολικό περιεχόμενο οι πρώτες σελίδες της Γένεσης.
Βέβαια, τα προβλήματα που δημιουργούνται… Εκείνο που θέλω να προσθέσω επίσης είναι ότι μέσα στην Εκκλησία, όταν μιλάμε για φωτισμό ορισμένων πραγμάτων, ορισμένων θεμάτων, ορισμένων εμπειριών, εννοούμε συνήθως — κάνω μια διαπίστωση, θα την ελέγξετε αν είναι σωστή — εννοούμε ότι χρειαζόμαστε τη βοήθεια της φιλοσοφίας.
Δηλαδή ποιου πράγματος; Δηλαδή μιας γλώσσας, η οποία επιτρέπει στις έννοιες να κοινωνούν εμπειρίες. Η φιλοσοφία δεν είναι ένας άλλος κώδικας σημαντικής της αλήθειας. Είναι ένας κώδικας σημαντικής της αλήθειας, ο οποίος προϋποθέτει και δημιουργεί και προκαλεί τη βιωματική μετοχή.
Η ελληνική φιλοσοφία έχει κατεξοχήν αυτό το χαρακτηριστικό. Γι’ αυτό και χρησιμοποιήθηκε από την Εκκλησία στις πρώτες Συνόδους για τον φωτισμό των πρώτων μεγάλων αποριών ή εκκλησιαστικών προβλημάτων που εμφανίστηκαν με μορφή διχοστασίας μέσα στην Εκκλησία.
Τα προβλήματα αυτά ήταν: πώς είναι δυνατόν ο Θεός να είναι ένας και τρεις; Η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού να μην είναι μία, αλλά τριαδική; Και πώς είναι δυνατόν ο Θεός αυτός να μπορεί να σαρκωθεί, να γίνει άνθρωπος, να είναι Θεός αυτή η ατομικότητα, η ιστορική, η οποία δρα, κουράζεται, τρώει, πίνει κανονικά σαν άνθρωπος;

Αυτά τα δύο προβλήματα φωτίστηκαν με τη βοήθεια της γλώσσας που προμήθευε η φιλοσοφία. Δεν αποτολμήθηκε — δεν χρειάστηκε ίσως — δηλαδή η Εκκλησία δεν έκανε γενικές συνελεύσεις για να δώσει «ντιρεκτίβες», το λέω δεύτερη φορά.

Συνέρχεται για να φωτίσει όταν υπάρχει πρόβλημα.

Με αυτή την έννοια σήμερα ζητάμε, αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε μια σύνοδο, η οποία να φωτίσει οντολογικά, δηλαδή με υπαρξιακές κατηγορίες, τι συνέβη με αυτή τη λεγόμενη πτώση και πώς θα ξεπεράσουμε τα φοβερά λογικά εμπόδια που μας βάζει η κατανόηση της πτώσης.

Είναι δυνατόν, επειδή παρασύρθηκε ο Αδάμ από την Εύα και φάγανε έναν καρπό, ολόκληρο το ανθρώπινο γένος να είναι καταδικασμένο σε θάνατο και σε όλα τα συμπαρομαρτούντα; Στην οδύνη, στον πόνο, στα πάθη, στη φθορά; Και αυτή η αμαρτία να μεταδίδεται φυσικά, με τη σεξουαλικότητα, με τον τρόπο με τον οποίο μεταδίδεται η ύπαρξη, η ζωή;
Εάν λοιπόν έχει ιστορικό χαρακτήρα αυτή η αφήγηση, πρέπει να ερμηνευθεί και με αυτή τη νομική συλλογιστική της ενοχής.
Η ενοχή, βέβαια, αμέσως διαιρεί τη χρονικότητα σε δύο φάσεις: σε ένα πριν την ενοχή, σε ένα πριν την πτώση, και σε ένα μετά την πτώση.
Και διαβάζουμε και σε μεγάλους συγγραφείς — στερεές αυθεντίες — πάντως συναντούμε προσπάθειες να ερμηνευθεί πώς ήταν αυτή η προπτωτική κατάσταση.
Και διαβάζουμε πράγματα τα οποία είναι εξωφρενικά. Δεν υπήρχε θάνατος. Άρα το ένα ζώο δεν έτρωγε το άλλο, δεν υπήρχε βιολογική αλυσίδα.
Αν δεν υπήρχε θάνατος, δεν υπήρχε ούτε φθορά. Αν δεν υπήρχε φθορά, δηλαδή το λιοντάρι δεν ήταν σαρκοφάγο ζώο.
Και φτάνουν μέχρι το σημείο να λένε, συγγραφείς της Εκκλησίας, ότι τα τριαντάφυλλα δεν είχαν αγκάθια. Και άλλα τέτοια παραδείγματα. Δεν υπήρχε κακό.
Όλα αυτά εμφανίστηκαν με την αμαρτία του ανθρώπου, με την ανταρσία του ανθρώπου.
Λοιπόν, η ευθύνη αυτού του ζεύγους, το οποίο πρέπει να τοποθετήσουμε σήμερα — μπορούμε να διερωτηθούμε — σε ποια εποχή; Στην προϊστορική εποχή των σπηλαίων; Με τι διανοητική ανάπτυξη;
Σήμερα ξέρουμε, το ξέρουμε από τις επιστήμες μας, μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς, αλλά ότι ένας άνθρωπος των σπηλαίων χρησιμοποιούσε το 4% των δυνατοτήτων του ανθρώπινου εγκεφάλου. Σήμερα έχουμε φτάσει να χρησιμοποιούμε το 50%. Με ένα άλλο 50% δεν διορθώσαμε εμείς.
Αλλά πότε θα τοποθετήσουμε χρονολογικά και τι συμπεράσματα θα βγάλουμε;
Δεύτερον, η πτώση δεν έρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Έχει και μεσολαβητή, έρχεται έξωθεν. Παρουσιάζεται ένα φίδι.
Αυτό το φίδι είναι το σύμβολο του κακού, σε όλες τις σχετικές παραδόσεις. Και αυτό μιλάει, και αυτό παρασύρει τη γυναίκα αρχικά να φάει το απαγορευμένο, να παρακούσει τον Θεό. Συμπαρασύρει η γυναίκα και τον άνθρωπο.
Ένα φίδι. Τι είναι το φίδι;
Κάτι το οποίο… μια δύναμη, μια λογική δύναμη, η οποία επαναστατεί στο έργο του Θεού και στο θέλημα του Θεού και το καταστρέφει. Παρεμβαίνει και έχει τη δύναμη.
Ποιος του έδωσε αυτή τη δύναμη; Ποιος έδωσε τη δύναμη στο κακό; Ποιος διανοήθηκε να κάνει ένα φίδι το οποίο να έχει τη δύναμη να ανατρέψει το έργο του Θεού;
Θα μου πείτε, είναι το σύμβολο της ελευθερίας. Αυτό μπορεί να μας προβληματίσει, αλλά όχι πια ως αποτέλεσμα τελεσίδικο.
Ως αποτέλεσμα ότι, από τη στιγμή που παρασύρθηκε, καταστράφηκε η δημιουργία του Θεού. Και από εκεί και πέρα η γη θα βλαστάνει «ακάνθας και τριβόλους» και λοιπά.
Η γυναίκα θα γεννάει τα παιδιά της με πόνο και λοιπά.

Ποια θα μπορούσε να είναι, υπερβατικά τώρα, ποια θα μπορούσε να είναι μια άλλη εκδοχή;

Μια εκδοχή όχι νομική, όχι αντικειμενοποιητική του καλού και του κακού. Ακούσατε; Η εκδοχή της διαφοράς που έχει το κτιστό. Είναι μια θεμελιώδης διαφορά στην οποία από την πρώτη στιγμή βασίστηκε η εκκλησιαστική εμπειρία.
Και το εκκλησιαστικό κήρυγμα. Και θα το νιώθαμε από όλους, και οι ανθρώπινοι λογικοί.
Αυτό το περίφημο του Παύλου, «βασιλεία κατεργάζεται …», ότι τα πάντα κατεργάζονται στον Θεό, απεικονίζει τη στοιχειώδη λειτουργία της ανθρώπινης λογικής, η οποία λειτουργεί — δεν μπορεί να λειτουργεί αλλιώς — δεσμευμένη στη διαδοχή αιτίου και αποτελέσματος.
Αν αφαιρέσουμε από τον τρόπο της ανθρώπινης σκέψης αυτή τη συνάρτηση αιτίου και αποτελέσματος, δεν μπορούμε να κάνουμε λογικό συλλογισμό. Λοιπόν, έχουμε το αίτιο.
Το αίτιο της ύπαρξης, για να είναι αίτιο της ύπαρξης, να είναι η πρώτη αιτία του υπάρχει, πρέπει το ίδιο να είναι αίτιο του υπάρχει.
Το αίτιο του υπάρχει σημαίνει να είναι ελεύθερο από κάθε προκαθορισμό της ύπαρξής του.
Αυτά όλα η Εκκλησία τα διατύπωσε με το συναρπαστικό λεξιλόγιο της Τριαδολογίας. Ότι ή θα είναι μια δεδομένη ειμαρμένη, μια λογική αναγκαιότητα ανεξήγητη — καλύτερα να την εξηγήσει — η οποία καθόρισε ότι το ζαρκάδι θα είναι ζαρκάδι, σκύλος σκύλος ή πέτρα πέτρα, αυτό που είχαν δεχτεί οι αρχαίοι Έλληνες.
Οπότε τα πάντα είναι υποταγμένα σε μια προδιαγραφή, σε μια αναγκαιότητα. Αλλά δεν υπάρχει ποτέ ένα περιθώριο ελευθερίας, αυτοκαθορισμού.
Ή η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού είναι η ελευθερία. Δηλαδή κάποιος ο οποίος υπάρχει επειδή ελεύθερα επιλέγει να υπάρχει. Και επιλέγει να υπάρχει ελεύθερα — που «ελεύθερα» σημαίνει επειδή αγαπάει.
Δεν υπάρχει αγνότερη μορφή ελευθερίας. Ό,τι δεν είναι αγάπη — δηλαδή προσωπική επιλογή, απόφαση έξω από το ατομικό — είναι αναγκαιότητα. Ό,τι είναι ελευθερία είναι αγάπη.
Άρα μόνο με τους όρους — όχι πλέον με ονόματα Δίας, Κρόνος, Ποσειδών που δηλώνουν ατομικότητες — αλλά μόνο με ονόματα που δηλώνουν σχέση, δυνατότητα αγαπητικής σχέσης, δηλαδή ελευθερίας, μπορεί να σημαρθεί η αιτιώδης αρχή του υπαρκτού: Πατήρ, Υιός, Πνεύμα.

Μην επιμείνω.

Αυτή είναι η πραγματικότητα του ακτίστου. Η πραγματικότητα του κτιστού είναι η διαφορά. Δηλαδή κάποιος αποφάσισε γι’ αυτό, κάποιος όρισε την ύπαρξή του.
Και στην χριστιανική οπτική όρισε την ύπαρξή του από παραφορά ερωτικής αγαθότητας. Αυτός ο πάντων αίτιος, πάντων εραστής. Είναι τρελά ερωτευμένος με όλα.
Και γι’ αυτό δημιουργεί τα πάντα με κάλλος και σοφία και λόγο. Δηλαδή να μπορούν να μετάσχουν στην αγάπη, στον έρωτα, της αιτίας τους, της ύπαρξής τους.
Η αγάπη όμως, για να δεχθώ την αγάπη αυτή που με έπλασε, θέλω ελευθερία. Δηλαδή θέλω και το ενδεχόμενο να πω όχι.
Αυτή είναι η διαφορά του κτιστού. Το κτιστό οφείλει να κατορθώσει αυτό το οποίο το άκτιστο έχει εξ ορισμού. Έχει, ας πω έτσι, καταγωγικά.
Καταλαβαίνετε ότι η γλώσσα επιτρέπει μόνο σχετικές εκφράσεις.
Θα μπορούσαμε να δεχθούμε ότι τούτο συνιστά ακριβώς τη διαφορά του κτιστού από το άκτιστο.
Ο Παύλος περιγράφει αυτή τη διαφορά σε υπαρξιακό επίπεδο καταπληκτικά, με εκείνη την εικόνα: «βλέπω έτερον νόμον εν τοις μέλεσίν μου».
Αυτός ο έτερος νόμος, ο οποίος αντιστρατεύεται τον νόμο του νοός, ο οποίος τείνει προς τι;
Ποια είναι η κεντρική διαφορά της αιτίας από το αποτέλεσμα, στην περίπτωση του υπαρκτού;
Η αιτία υπάρχει ελεύθερα, επειδή θέλει να υπάρχει και υπάρχει επειδή αγαπάει.
Το αιτιατό δεν έχει στον εαυτό του την αιτία του και γι’ αυτό ζητάει να κατοχυρώσει την ύπαρξή του, η οποία επειδή δεν έχει την αιτία της είναι θνητή, φθαρτή.
Επομένως, η διαφορά κτιστού και ακτίστου είναι διαφορά ελεύθερου από κάθε αναγκαιότητα και του υποταγμένου σε κάποιες αναγκαιότητες, σε πολλές αναγκαιότητες.
Διότι πρέπει να πραγματωθεί η ελευθερία ως προς τις αναγκαιότητες, η αγάπη ως προς τη φθορά, για τον ατομοκεντρισμό.
Κοντολογίς, είναι μια πρόταση να σκεφτεί κανείς και να τη βασανίσει: κατά πόσο μόνο η διαφορά του ακτίστου, οι περιορισμοί του κτιστού, συνοδεύονται από όλα τα περιστατικά που εμείς προσπαθούμε να τα αποδώσουμε σε κάποια πτώση.
Η δυνατότητα του ανθρώπου είναι να πει όχι στον Θεό, όχι στην κτίση.
Ο Θεός του δίνει όλη την κτίση, την «οργία», με την εικόνα ενός κήπου, από τον οποίο μπορεί να φάει από όλα τα δέντρα ό,τι θέλει.
Αλλά εάν δεν υπήρχε το δέντρο του καλού και του κακού — ως εικόνα τώρα μιλάω, θαυμάσια αυτή η εικονογράφηση της Γένεσης — αν δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να μην θέλω να πάρω τον καρπό ως ευλογία του Θεού, η λήψη του καρπού να μην συνιστά σχέση μου με τον Θεό, αλλά να το πάρω για μένα και μόνο, μόνο αυτή η δυνατότητα με κάνει ελεύθερο.
Αλλιώς είναι μια εξαναγκασμένη αγάπη.
Εάν κάθε λήψη καρπού σημαίνει σχέση με τον Θεό, τότε είναι μια αναγκαιότητα η αγάπη, η σχέση.
Υπάρχει όμως και η δυνατότητα, ως ελευθερία, της μη σχέσης. Αρνούμαι.
Μου χαρίζει ο Θεός τη δυνατότητα η ύπαρξή μου να γίνει σχέση μαζί Του. Να γίνει κατ’ εικόνα της σχέσης Υιού και Πατρός.
Να γίνει δηλαδή ελεύθερη από χώρο, χρόνο, φθορά, θάνατο.
Μου δίνει τη δυνατότητα. Μέσα στη δυνατότητα υπάρχει το ενδεχόμενο εγώ να πω όχι.
Το όχι μου τι θα σημαίνει; Ότι προτιμώ την ανυπαρξία. Προτιμώ την υποταγή στις αναγκαιότητες του αιτιατού.
Μία από τις αναγκαιότητες αυτές είναι ότι η ύπαρξη ως σύνθεση έχει τέλος.
Λοιπόν, δεν είναι υποχρεωτικό να είναι ο θάνατος τιμωρία. Ενδέχεται — είναι ενδεχόμενο — ο θάνατος να είναι μια ελεύθερη επιλογή.


Το δεύτερο πρόβλημα που έχουμε εδώ πέρα είναι το πώς αυτές οι εκφράσεις για κρίση, για αμαρτία, για τιμωρία, για κόλαση έχουν μπει μέσα στη γλώσσα της Εκκλησίας από την πρώτη στιγμή.

Έχει μπει μέσα στη γλώσσα της Εκκλησίας ακόμη και ένας παράγοντας ο οποίος δημιουργεί τα περισσότερα προβλήματα. Δηλαδή ότι υπάρχει και μία κατηγορία υπαρκτών τα οποία είναι δημιουργημένα μεν από τον Θεό, αλλά με τις ιδιότητες του ακτίστου.
Είναι άχρονα, αιώνια, άυλα, δεν έχουν περιορισμό τόπου και χώρου.
Είναι οι δαίμονες.
Αυτοί κάνουν το κακό και προκαλούν το κακό.
Ποιος τους έφτιαξε τους δαίμονες; Η Εκκλησία δεν έχει επίσημη απόφαση. Ας …ειπωθεί δε ότι η διδασκαλία για δαίμονες υπάρχει σε όλες τις προεβραϊκές θρησκείες της Μέσης Ανατολής.
Τα ονόματα Βελζεβούλ, Σατανάς, δεν είναι ούτε καν εβραϊκά, είναι της προγενέστερης εποχής. Πέρασαν στον λαό του Ισραήλ. Πέρασαν από τον λαό του Ισραήλ στους Χριστιανούς.
Δεν μπορούμε να κάνουμε μια ιδεολογική παρεκτροπή. Για να περάσουν, κάπως λειτουργούσαν. Αυτό το κάπως πρέπει να το εξιχνιάσουμε.
Λέω κάτι τελείως επιπόλαιο τώρα και απλοϊκό. Πιθανόν μέσα από την εικόνα των αγγέλων να θέλει να φανερωθεί, να πρέπει να φανερωθεί, η πραγματικότητα ότι ο Θεός δεν είναι μια σχέση ατόμου προς άτομο, αλλά είναι ένα κατόρθωμα διαμεσολαβούμενο. Περνάει μέσα από μια αλυσίδα προσωπικών σχέσεων.
Ένα κοινωνούμενο γεγονός είναι πάντα η σχέση. Γι’ αυτό και δεν εμφανίζεται ο Θεός να πει στη Θεοτόκο «θα γεννήσεις παιδί» κλπ. Στέλνει έναν άγγελο.
Λέω τώρα ένα πιθανό ενδεχόμενο. Αλλιώς όμως, εάν δεν φωτιστεί οντολογικά τι είναι οι άγγελοι, είναι άτρεπτοι. Τι θα πει άτρεπτοι; Δηλαδή έχουν μπει στον τρόπο υπάρξεως του Ακτίστου, χωρίς η αγγελικότητα να έχει προσληφθεί, όπως έγινε με τη σάρκωση του Χριστού, με την ενανθρώπηση του Υιού.
Δεν υπάρχει μια αγγελοποίηση του Θεού, η οποία να επέτρεψε στους αγγέλους να έχουν αυτά τα προνόμια. Και οι δαίμονες είναι άγγελοι που επαναστάτησαν. Ναι, εντάξει, επαναστάτησαν και διατηρούν όλα τα χαρακτηριστικά του Ακτίστου, όπως είπα, το άχρονο, το αιώνιο, το αδιάστατο κλπ., να τα διατηρούν ενώ έχουν αποστατήσει.
Οι λογικές αντιφάσεις είναι πελώριες. Πάντα ο νους μας να είναι στο «μην κωμικοποιούμε». Δεν πρόκειται για μια διευκρίνιση δογμάτων. Πρόκειται, επαναλαμβάνω για πολλοστή φορά, για φωτισμό εμπειρίας.
Θα πω επιγραμματικά πια, γιατί το παρακάνω, στην παραβολή της μελλούσης κρίσεως, όπου έχουμε πραγματικά μια κατεξοχήν εικονογράφηση με το πώς κάποτε θα λειτουργήσει η κρίση.

Προσέξτε κάποιες λεπτομέρειες. Η γλώσσα είναι, νομίζω, το μόνο πεδίο που έχουμε να προβληματιστούμε. Είναι η εικονολογία της γλώσσας.

Δηλαδή, όταν έρθει ο Υιός του ανθρώπου, τότε θα χωρίσει τους ανθρώπους όπως χωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από τα ερίφια. Αυτό σημαίνει όχι όπως χωρίζει ο ποιμήν τα καλά πρόβατα από τα κακά πρόβατα. Το κριτήριο του διαχωρισμού δεν είναι ηθικό. Είναι υπαρξιακό. Και αμέσως εξηγεί.
Είναι τρόπος της υπάρξεως. Πώς υπάρξατε; Υπήρξατε εγωκεντρικά όντα, που η ύπαρξη αρχίζει και τελειώνει σε εσάς; Τότε υπάρχετε αριστερά. Υπήρξατε όντα των οποίων η ύπαρξη πραγματοποιήθηκε ως σχέση, ως αγάπη, ως αυτοπροσφορά; Τότε ελάτε δεξιά.
Κάποια τέτοια στοιχεία μας δίνουν τη δυνατότητα να προβληματιστούμε ως προς το ενδεχόμενο ότι η ονομαζόμενη μέλλουσα κρίση να μην έχει καθόλου τον χαρακτήρα που έχουμε συνηθίσει να έχει η κρίση και η λειτουργία του νόμου μέσα στην ελλαδική μας πραγματικότητα.
Ευτυχώς υπάρχουν μερικοί Πατέρες οι οποίοι είναι πολύ ξεκάθαροι σ’ αυτό. Λέει ο Ισαάκ ο Σύρος: «Μη είπεις τον Θεόν δίκαιον, ότι ου γνωρίζεται η δικαιοσύνη αυτού εν τοις πράγμασιν αυτού».
Πώς είπεις τον Θεόν δίκαιο, όταν αναγνώ την παραβολή του ασώτου; Που ο άλλος τα έφαγε όλα, τα γλέντησε κ.λπ. και γυρίζει, και δεν θα τον τιμωρήσει ο πατέρας, που τον αγκαλιάζει, στολή καινούργια, δαχτυλίδι, μοσχάρι σιτευτό.
Ή όταν αναγνώ την παραβολή των εργατών του αμπελώνος. Βγαίνει το αφεντικό το πρωί-πρωί μεσάνυχτα, όπως το λένε, παίρνει εργάτες για τον αμπελώνα και τους συμφωνεί ένα ποσό. Ύστερα κατά το κολατσιό παίρνει και άλλους. Μετά στις δώδεκα η ώρα παίρνει και άλλους. Λίγο πριν το σχόλασμα παίρνει και άλλους.
Και όταν έρχεται η στιγμή να τους πληρώσει, τους πληρώνει όλους ίδια. Είναι δικαιοσύνη αυτό; Εξεγείρονται αυτοί και λένε: «Κύριε, εμείς εβαστάσαμεν τον κόπον της ημέρας και τον καύσωνα».
Τους λέει: «Εταίρε, τι συμφώνησα μαζί σου; Αυτό σου έδωσα, ναι; Και αν θέλω να δώσω αυτό και στον έσχατο, σε κόφτει;»
Λοιπόν, και μη είπεις λοιπόν τον Θεόν δίκαιο, ότι αγαθός εστιν. Όταν λέει στον ληστή — ο ληστής δεν είναι μια ωραία φιγούρα, ναι, ήταν ληστής, εγκληματίας — και με μία φρασούλα που είπε στον Χριστό, αλλά φρασούλα όχι συμβατική, φράση σχέσης, λοιπόν, «σήμερον», όχι ξανά έλα σε είκοσι μέρες να τα ξαναπούμε ή προσπάθησε λίγο και τα ξαναλέμε, «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω παραδείσω».
Λοιπόν, κάποια από τις δυο λογικές πρέπει να είναι η εκκλησιαστική. Θα μου πείτε πιθανόν να πρέπει να συνυπάρχουν και οι δυο. Γιατί είναι γόνιμο να υπάρχει πάντοτε αυτή η εκκρεμότητα, αυτή η αναζήτηση, σε ένα πεδίο όπου το χρειάζεται η απειλή και η τιμωρία κ.λπ., και να περάσει, για λόγους παιδαγωγικούς δηλαδή, δεν ξέρω.
Αλλά τελικά νομίζω ότι δεν μπορεί η Εκκλησία να παραιτηθεί από την ανάγκη φωτισμού.
Πρέπει να δώσω, εν τέλει, με όλη αυτή την πολυλογία, μία εικόνα από το είδος των προβλημάτων και της θεματικής που καταθέτει αυτό το βιβλιαράκι.

Ευχαριστώ
.

Δεν υπάρχουν σχόλια: