Συνέχεια από Τρίτη 23. Δεκεμβρίου 2025
Ιστορία της ελληνικής και ρωμαϊκής φιλοσοφίας 11Όγδοος τόμος
Ο Πλωτίνος και ο παγανιστικός Νεοπλατωνισμός
Του Giovanni Reale, Εκδόσεις Bompiani
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Τρίτη ενότητα
IV. Η «πρόοδος» όλων των όντων από το Ένα
1. Το πρόβλημα της προέλευσης των Πολλών από το Ένα
Γιατί και πώς από το Ένα προήλθαν άλλα πράγματα; Γιατί το Ένα, αυτάρκες μέσα στον εαυτό του, δεν παρέμεινε στον εαυτό του;
Αυτό είναι, σε τελική ανάλυση – όπως είχαμε επανειλημμένως την ευκαιρία να επισημάνουμε – το μεταφυσικό ερώτημα με τη δυσκολότερη λύση.
Ο Plotino το θέτει με εξαιρετική διαύγεια:
Πώς το Ένα, νοούμενο ως το Ένα όπως λέμε ότι Είναι, δεν έμεινε στον εαυτό του αυτό που ήταν, αλλά αντίθετα έδωσε γένεση σε κάτι – την πολλαπλότητα, τη δυάδα ή τον αριθμό –, αντλώντας από τον εαυτό του εκείνη την πολλαπλότητα που είναι φανερή στα πράγματα, αλλά την οποία εμείς θεωρούμε ότι πρέπει να ανάγεται σε Αυτό.¹
Και η ίδια η προσπάθεια του Plotino να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα αποτελεί μία από τις κορυφές της μεταφυσικής της αρχαιότητας. Πρόκειται για μια απάντηση που, όπως θα δούμε, είναι απολύτως πρωτότυπη και συνιστά μάλιστα ένα πραγματικό unicum στην ιστορία των ιδεών της Δύσης.
Κατά την επεξεργασία του προβλήματος, ο Plotino καταφεύγει επανειλημμένως σε λαμπρές εικόνες, που δικαίως έγιναν εξαιρετικά διάσημες. Όμως, ακριβώς επειδή πρόκειται για «εικόνες», παραμένουν στην αμφισημία, αν δεν διευκρινιστούν εννοιολογικά. Δυστυχώς, ορισμένοι ερμηνευτές παρασύρθηκαν περισσότερο από τις εικόνες παρά από τις εννοιολογικές διευκρινίσεις που αυτές συνεπάγονται, με σοβαρή βλάβη για την κατανόηση της σκέψης του φιλοσόφου μας. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε ακριβώς από τις πιο γνωστές από αυτές τις εικόνες, προκειμένου να προσδιορίσουμε καλύτερα τη θεωρητική σύλληψη της οποίας αποτελούν μια προκαταρκτική εικονογράφηση.
2. Η εικόνα του φωτός
Η πιο διάσημη είναι εκείνη του φωτός. Η προέλευση των πραγμάτων από το Ένα παριστάνεται ως η ακτινοβόληση ενός φωτός από μια φωτεινή πηγή, υπό τη μορφή διαδοχικών κύκλων που βαθμιαία μειώνονται σε λαμπρότητα, ενώ η ίδια η πηγή του φωτός παραμένει αμετάβλητη και δεν φτωχαίνει, παρ’ όλο που απλώνεται ολόγυρα.
Ο πρώτος φωτεινός κύκλος μετά την πηγή του φωτός είναι ο Νους ή Νόηση, δηλαδή η δεύτερη υπόσταση· ο επόμενος κύκλος είναι η Ψυχή, δηλαδή η τρίτη υπόσταση. Ο κύκλος που ακολουθεί ακόμη πιο πέρα σηματοδοτεί τη στιγμή της εξασθένισης του φωτός και συμβολίζει την ύλη, η οποία έχει ανάγκη ακτινοβόλησης, αφού πλέον είναι σκοτάδι:[ UNGRUND]
Μπορούμε πράγματι να φανταστούμε ότι ένα κέντρο ανάβει γύρω του μια περιφέρεια, και πέρα από αυτήν μια άλλη, σαν να ρέει φως από φως. Ωστόσο, πέρα από αυτούς τους κύκλους δεν βρίσκεται πια άλλος που να διαθέτει φως, αλλά ένας που, επειδή δεν έχει δικό του φως, έχει ανάγκη από ξένο. Υπό αυτή την έννοια, είναι όμοιος με έναν τροχό, ή μάλλον με μια σφαίρα, η οποία δέχεται από την τρίτη πηγή, με την οποία συνορεύει, όλη της τη λαμπρότητα. Το μεγάλο φως φωτίζει παραμένοντας όπως είναι και διανέμοντας κανονικά τη λαμπρότητά του· τα άλλα, αντίθετα, ενώνονται μαζί του στην ακτινοβόληση, άλλα παραμένοντας σταθερά, άλλα ελκόμενα κατά το πλείστον από τη λάμψη εκείνων που φωτίζουν (Εννεάδες, IV, 3, 17.)
3. Οι εικόνες του «πυρός», της «εύοσμης ουσίας» και του «ζώντος που γεννά»
Και ιδού πώς, σε ένα άλλο χωρίο, ο Πλωτίνος επαναφέρει την εικόνα του φωτός, πλέκοντάς την με άλλες που έγιναν εξίσου διάσημες: το πυρ που εκπέμπει θερμότητα, την εύοσμη ουσία που εκπέμπει άρωμα, το ζων που, όταν φθάσει στην ωριμότητα, γεννά:
Πώς πρέπει να συλλογίζεται κανείς και τι να λέει για μια τέτοια αρχή και για την ακινησία της; Πρέπει να τη νοήσει σαν μια ακτινοβόληση από τον εαυτό της, η οποία δεν θίγει την ακινησία της· όμοια, ως προς αυτό, με την ακτινοβόληση του ήλιου που τον περιβάλλει σαν να περιστρέφεται γύρω του: πράγματι, η ακτίνα τρέφεται συνεχώς από τον ήλιο, αλλά ο ήλιος παραμένει όπως είναι. Και, από την άλλη πλευρά, όλα τα όντα, όσο υπάρχουν, αναγκαστικά διαχέουν προς τα έξω και ολόγυρα κάτι που προέρχεται από τη δική τους ουσία και από τη δύναμη που διαθέτουν· αυτή η πραγματικότητα εξαρτάται από αυτά και είναι, κατά κάποιον τρόπο, αντανάκλαση των προτύπων από τα οποία προήλθαν. Το πυρ, για παράδειγμα, διαχέει τη θερμότητα, και ούτε το χιόνι βέβαια συγκρατεί μέσα του το ψύχος του. Το καλύτερο όμως παράδειγμα το προσφέρουν οι εύοσμες ουσίες: διότι, όσο υπάρχουν, κάτι διαχέεται από το εσωτερικό τους και όποιος βρίσκεται κοντά τους αντλεί ευχαρίστηση από την παρουσία τους. Κάθε ον γεννά όταν έχει πλέον ωριμάσει· αυτό όμως το ον είναι πάντοτε τέλειο και, επομένως, δεν παύει ποτέ, αιώνια, να γεννά, έστω κι αν το γεννώμενο είναι κατώτερό του. Τι πρέπει λοιπόν να πούμε για το απολύτως τέλειο Ον; Από Αυτό δεν προέρχεται τίποτε άλλο παρά μόνο η μεγαλύτερη πραγματικότητα μετά από Αυτό. Και πράγματι, δεύτερη μετά από Αυτό, ως προς το μέγεθος, είναι η Νόηση, η οποία το θεωρεί και μόνο από Αυτό έχει ανάγκη, ενώ Εκείνο δεν έχει καμία ανάγκη από τη Νόηση. Εκείνο που γεννάται από το Ον, το οποίο είναι ανώτερο από τη Νόηση, είναι η Νόηση· και αυτή είναι ανώτερη από κάθε άλλη πραγματικότητα, διότι όλα τα υπόλοιπα έρχονται μετά από αυτήν. Και όπως η Ψυχή είναι ένας στοχασμός της Νόησης και μια ενέργειά της, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη Νόηση σε σχέση με Εκείνο. (Εννεάδες, V, 1, 6.)
4. Οι εικόνες της πηγής και του δένδρου
Άλλες δύο περίφημες εικόνες είναι: εκείνη της ανεξάντλητης πηγής που γεννά τους ποταμούς και εκείνη του δένδρου:
Τι είναι λοιπόν, εντέλει, αυτό το Ένα; Είναι η δύναμη όλων των πραγμάτων, χωρίς την οποία τίποτε δεν θα υπήρχε και ούτε καν η Νόηση θα ήταν πρωταρχική και καθολική ζωή. Εκείνο που υπερβαίνει τη ζωή είναι και η αιτία της, διότι η ζωτική δύναμη, ταυτιζόμενη με όλα τα πράγματα, δεν μπορεί να είναι πρωταρχική, αλλά είναι σαν να αναβλύζει από μια πηγή. Σκέψου μια πηγή που δεν διακρίνεται από την αρχή της και που προσφέρεται σε όλους τους ποταμούς, χωρίς να αφήνεται να εξαντληθεί από αυτούς· παραμένει σταθερά στην ακεραιότητά της, ενώ οι ποταμοί που αναβλύζουν από αυτήν, πριν ακόμη πάρουν τον δικό τους δρόμο, όταν ακόμη είναι όλοι μαζί, κατά κάποιον τρόπο, γνωρίζουν ήδη, ο καθένας ξεχωριστά, την κατεύθυνση της ροής του. Ή, πάλι, σκέψου τη ζωή ενός τεράστιου δένδρου που είναι παντού διαχυμένη, αλλά που δεν χάνει τον χαρακτήρα της ως αρχής, ούτε διαχέεται μέσα στο όλο, παραμένοντας σταθερά θεμελιωμένη στη ρίζα του. Και πράγματι, σε αυτή την αρχή οφείλεται όλη η ζωή του δένδρου στην αφθονία της· εκείνη όμως παραμένει ακέραιη, επειδή δεν είναι πολλαπλή, αλλά αρχή της πολλαπλότητας. (Enneadi III, 8, 10)
Σχετικά με αυτές τις εικόνες, ο Beierwaltes διευκρινίζει εύστοχα τα εξής:
«Είναι αλήθεια ότι το Ένα νοείται ως “πηγή” και ότι για το Ένα λέγεται πως “υπερεκχειλίζει” και “ρέει” αυθόρμητα· όμως η εικόνα πρέπει να αναχθεί στο νόημα της νοητής πραγματικότητας που αυτή προτίθεται να αναπαραστήσει. Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο αναφέρεται η εικόνα πρέπει να νοηθεί ως απαλλαγμένο από όλα όσα προσκολλώνται αναγκαστικά στην εικόνα, στο μέτρο που αυτή αποτελεί αναλογία παραγόμενη στη διάσταση της αισθητής πραγματικότητας. Η εικόνα της “πηγής” δεν αναφέρεται μόνο στη διάχυση (αυτή η μερική προοπτική οδηγεί πράγματι στην κατηγορία της πανθεϊστικής εκπόρευσης), αλλά και στο γεγονός ότι η πηγή δεν έχει αρχή πέρα από τον εαυτό της και παραμένει ανεξάντλητη· η εν λόγω εικόνα θέλει επίσης να υποδείξει ότι η πραγματικότητα που “διαχέεται” από την πηγή υπάρχει μόνο εκκινώντας από αυτήν και από αυτήν διατηρείται στο είναι». (W. Beierwaltes, Eternità e tempo, εισαγωγή του G. Reale, μετάφραση A. Trotta, Vita e Pensiero, Μιλάνο 1995, σσ. 41 κ.ε)
Και αναφορικά με την εικόνα της ζωής ενός μεγάλου δένδρου που είναι παντού διαχυμένη και προέρχεται από τη ρίζα, ο Beierwaltes διευκρινίζει:
«… η εικόνα της ρίζας έχει το ίδιο νόημα με την εικόνα της “πηγής”: το Όλον του είναι μπορεί να νοηθεί ως ένα τεράστιο δένδρο, του οποίου η πρωταρχική αρχή παραμένει στη ρίζα, αλλά το δένδρο μπορεί να ζει μόνο επειδή το θεμέλιο της ζωής, που παραμένει εν εαυτώ, διαπερνά ολόκληρο το δένδρο. Η “εκπορευτική παρερμηνεία” αυτής της εικόνας βασίζεται ιδίως στο ότι δεν κατανοείται η σημασία του παραδόξου που της υποκρύπτεται ή δεν γίνεται αντιληπτό ότι αυτό το παράδοξο είναι μάλιστα η μόνη δυνατή έκφραση αυτής της παράδοξης ενότητας. Το παράδοξο απαιτεί να νοηθεί εκείνο που φαίνεται να είναι αντιφατικό:
«Πηγή και ρίζα είναι συγχρόνως και ἐν ἑαυταῖς και ἔξω ἑαυτῶν. Πηγή και ρίζα μπορούν να ενεργούνται έξω από τον εαυτό τους μόνο επειδή παραμένουν μέσα στον εαυτό τους, διατηρώντας την ουσία τους ως πηγή και ως ρίζα».⁶
5. Η εικόνα των «ομόκεντρων κύκλων»
Τέλος, λιγότερο γνωστή αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα των ομόκεντρων κύκλων: το Ένα είναι σαν το «κέντρο», η δεύτερη υπόσταση σαν ένας «ακίνητος κύκλος», ενώ η Ψυχή σαν ένας «κινούμενος κύκλος»:
Αν τοποθετήσει κανείς το Αγαθό στο κέντρο, η Νόηση διατάσσεται γύρω του ως ένας ακίνητος κύκλος, ενώ η Ψυχή ως ένας κινούμενος κύκλος, κινούμενος από την ώθηση της επιθυμίας. Η Νόηση κατέχει άμεσα το Αγαθό και το περιβάλλει, ενώ η Ψυχή το επιθυμεί ως κάτι που βρίσκεται πέρα από το Είναι. Επιπλέον, η σφαίρα του όλου, που περιλαμβάνει την Ψυχή η οποία κινείται από την επιθυμία, κινείται και η ίδια από την επιθυμία που της είναι φυσική. Και επειδή το όλο είναι εκ φύσεως σώμα, επιθυμεί κάτι που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του· γι’ αυτό και περιελίσσεται γύρω του και εκτελεί μια πλήρη περιφορά γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή διαγράφει μια κυκλική τροχιά.⁷
Πρόκειται όμως για κύκλους που παράγονται δομικά από το κέντρο, όπως διευκρινίζει ο Πλωτίνος στο ακόλουθο χωρίο, όπου φωτίζει κυρίως τη σχέση μεταξύ κέντρου και πρώτου κύκλου και επανέρχεται εκ νέου στην εικόνα του φωτός:
Ας φανταστούμε έναν κύκλο, ο οποίος, ακριβώς επειδή είναι κύκλος, εφάπτεται στο κέντρο του και μάλιστα θεωρείται ότι λαμβάνει τις ιδιότητές του ακριβώς από το κέντρο και είναι, κατά κάποιον τρόπο, κεντρομόρφος· διότι οι ακτίνες του κύκλου, που συγκλίνουν με το ένα τους άκρο σε ένα και μοναδικό κέντρο, το καθιστούν σημείο προέλευσης και σύγκλισης. Το κέντρο, όμως, είναι κάτι περισσότερο από αυτές τις ακτίνες, από τα άκρα τους και γενικά από τα σημεία που τις συγκροτούν· τα άκρα αυτά έχουν απλώς κάποια ομοιότητα με το κέντρο· θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελούν μια αμυδρή αποτύπωσή του, αφού το κέντρο έχει τη δύναμη να τα γεννά μαζί με τις ακτίνες τους, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, το περιέχουν. Το κέντρο αποκαλύπτεται στις ακτίνες του ως αυτό που είναι και, κατά κάποιον τρόπο, είναι εκείνο που αναπτύσσει τις ακτίνες, και όχι το αντίστροφο. Έτσι πρέπει να νοηθούν τόσο η Νόηση όσο και το Είναι, που αντλούν την προέλευσή τους από το Ένα, από το οποίο εκτείνονται, απλώνονται και εξαρτώνται· και, χάρη στη νοητική τους φύση, δοκιμάζουν την ύπαρξη εκείνης της κάποιας Νόησης που ενυπάρχει στο Ένα, αλλά που δεν είναι κυρίως Νόηση, ακριβώς επειδή είναι Ένα. Και όπως στο παράδειγμα που μόλις δώσαμε το κέντρο δεν ταυτίζεται ούτε με τις ακτίνες ούτε με τον κύκλο, αλλά είναι, θα έλεγε κανείς, πατέρας τόσο του κέντρου όσο και των ακτίνων – και πράγματι παρέχει αποτυπώσεις του εαυτού του και, χάρη σε μια ανεξάλειπτη ιδιότητα, έχει γεννήσει κύκλο και ακτίνες με τέτοιον τρόπο ώστε καμία δύναμη να μη μπορεί ποτέ να τα αποσπάσει από αυτό –, έτσι και το Ένα, ενώ η δύναμη της Νόησης το περιτρέχει, τίθεται σχεδόν ως το πρωτότυπο της ίδιας του της εικόνας, ένας νους συσπειρωμένος σε ενότητα· ενώ η εικόνα του, ολισθαίνοντας προς το πολλαπλό, υποχωρεί σε αυτό και γι’ αυτό μετατρέπεται σε Νόηση. Το Ένα, αντιθέτως, στο μέτρο που παραμένει προγενέστερο της Νόησης, έχει, ως δύναμή του, την ικανότητα να γεννά τις νοήσεις. Ποια σύμπτωση γεγονότων, ποια αναγκαιότητα ή ποια τυχαιότητα θα μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει μια τέτοια δύναμη, παραγωγό της Νόησης και αληθινά δημιουργό;
Ό,τι συμβαίνει στη Νόηση δεν είναι διαφορετικό, αλλά πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας είναι ό,τι συμβαίνει στο Ένα: εδώ υπάρχει σαν ένα φως που διαχέεται από ένα και μόνο σημείο, καθαρό και διαφανές στον εαυτό του. Εκείνο που διαχέεται είναι η εικόνα, ενώ το σημείο της προέλευσης είναι το αληθινό. Η Νόηση, όμως, όσο κι αν είναι διαχεόμενη εικόνα, δεν είναι ανόμοια προς το Ένα, δηλαδή δεν υπάρχει τυχαία, διότι ακόμη και στις επιμέρειές της κυριαρχούν η αιτιότητα και ο μορφικός λόγος, έτσι ώστε το Ένα να αποδεικνύεται αιτία της αιτίας. (Ἐννεάδες VI, 8, 18)
6. Η μεταφυσική διδασκαλία της «προόδου» υπερβαίνει κατά πολύ τις εικόνες
Αυτές είναι οι εικόνες· όμως, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε παραπάνω, αν ληφθούν υπερβολικά κατά γράμμα, ορισμένοι ερμηνευτές στάθηκαν κυριολεκτικά σε αυτές, με αποτέλεσμα είτε να παρανοήσουν είτε να μην κατανοήσουν καθόλου τις έννοιες που όφειλαν να διασαφηνίσουν. Ακριβώς πάνω στη βάση αυτών των εικόνων – όπως έχουμε πει – έχει γίνει λόγος, κυρίως, για «εμαντισμό», αλλά ακόμη και για «πανθεϊσμό» και «μονισμό».
Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα απ’ όσο αφήνουν να υποτεθεί αυτές οι διατυπώσεις. Μόνο αφού ολοκληρωθεί η έκθεση και η ερμηνεία ολόκληρου του πλωτινικού συστήματος θα καταστεί δυνατό να κατανοηθεί, σε όλες τις πολλαπλές της σημασιολογικές αποχρώσεις, τι σημαίνει πραγματικά η πλωτινική «πομπή από το Ένα». Προς το παρόν, ωστόσο, είναι ήδη δυνατό να διευκρινιστεί μια ουσιώδης διδασκαλία, προορισμένη να παρουσιάσει την «πομπή» υπό ένα απρόσμενο φως.
Καταρχάς, από όλες τις εικόνες προκύπτει ήδη ότι η αρχή «παραμένει» (μένει) και, παραμένοντας, γεννά, με την έννοια ότι το γεννᾶν της δεν την φτωχαίνει, δεν την μειώνει, δεν την καθορίζει. Εκείνο που γεννάται είναι κατώτερο από το γεννῶν και δεν χρησιμεύει σε αυτό· το γεννημένο έχει ανάγκη από το γεννῶν, και όχι το αντίστροφο. (Βλ., για παράδειγμα, Ἐννεάδες V, 3, 12 και αλλαχού. Και αυτό αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη σημεία της πλωτινικής οντολογίας)
Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να αναρωτηθεί: δεδομένης της άπειρης τελειότητάς του και της υπερβατικής του δύναμης, μήπως το γεννῶν είναι «αναγκασμένο» να δημιουργεί;
Μπορεί η πηγή του φωτός να μη στέλνει φως, η πηγή του νερού να μη αναβλύζει νερό, το εύοσμο σώμα να μη «εκπέμπει» άρωμα;
Ακριβώς σε αυτό το σημείο οι εικόνες γίνονται παραπλανητικές, διότι αποκαλύπτουν μόνο μία όψη της πλωτινικής σκέψης και συγκαλύπτουν την άλλη, η οποία είναι ακριβώς η πιο καινοτόμος.
7. Η «αναγκαιότητα» που απορρέει από την ελευθερία του Ενός
Ο Πλωτίνος διακρίνει δύο διαφορετικούς τύπους δραστηριότητας του Ενός (και, κατ’ αναλογίαν, και των άλλων υποστάσεων):
α) τη δραστηριότητα του όντος,
β) τη δραστηριότητα που προέρχεται από το ον.
Η πρώτη είναι, κατά κάποιον τρόπο, εσωτερική στο ον, ενώ η δεύτερη εξέρχεται από το ον και κατευθύνεται προς το έξω.
Με άλλα λόγια, η δραστηριότητα του όντος ταυτίζεται με την ίδια τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, ενώ η δραστηριότητα που προέρχεται από το ον κατευθύνεται προς κάτι άλλο.
Εφαρμόζοντας αυτή τη διάκριση στο Ένα, πρέπει να μιλήσουμε:
α) για μια δραστηριότητα του Ενός, και επιπλέον
β) για μια δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα.
α) Η δραστηριότητα του Ενός είναι εκείνη που το καθιστά αυτό που είναι, το διατηρεί και το κάνει να «παραμένει»·
β) αντίθετα, η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα είναι εκείνη που έχει ως αποτέλεσμα από το Ένα να προέρχεται, ή καλύτερα να «προΐεται», μια άλλη πραγματικότητα.
Είναι σαφές ότι η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα εξαρτάται δομικά από την ίδια τη δραστηριότητα του Ενός. (Ο πρώτος μελετητής που, απ’ όσο γνωρίζουμε, επισήμανε αυτό το σημείο με ακρίβεια και επάρκεια ήταν ο A. Covotti, Da Aristotele ai Plotinus. The Road of Reality, Cambridge 1967, σσ. 70 κ.ε., ο οποίος όμως δεν γνώριζε τον Covotti)
Πριν όμως αντλήσουμε τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτές τις αρχές, ας διαβάσουμε το θεμελιώδες – και ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστό – χωρίο, στο οποίο οι αρχές αυτές εκτίθενται με απόλυτη σαφήνεια:
Πώς μπορεί το Ένα να γεννά, παραμένοντας ταυτόχρονα ταυτό με τον εαυτό του; Υπάρχει μια δραστηριότητα που είναι ίδια του όντος και μια άλλη που προέρχεται από το ον του καθενός. Η δραστηριότητα του όντος είναι εκείνη που συγκροτεί κάθε ον· εκείνη που προέρχεται από το ον είναι επακόλουθη από κάθε άποψη και είναι αναγκαία διαφορετική από την πηγή της. Στην περίπτωση του πυρός, για παράδειγμα, υπάρχει μια θερμότητα που συγκροτεί το είναι του, και μια άλλη που προέρχεται από αυτό, όταν το πυρ, παραμένοντας αυτό που είναι, ενεργοποιεί τη φύση του είναι του. Δεν συμβαίνει διαφορετικά εκεί επάνω. Πολύ πριν από εδώ κάτω, παραμένοντας στην κατάσταση που του ήταν οικεία, η παραγόμενη δραστηριότητα προήλθε από την τελειότητα και από τη δραστηριότητα που βρισκόταν πλησίον Του· και επειδή ήταν μεγάλης εμβέλειας, η μεγαλύτερη απ’ όλες, έγινε ουσιώδες ον. Ακριβώς έτσι συμβαίνει και στον υπεραισθητό κόσμο· εκεί μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη ισχύ: ενώ το Ένα επιμένει στον ίδιο του τον τρόπο του είναι, η ενεργός δύναμη, γεννημένη από την τελειότητα και από τη συνυφασμένη ενεργό δύναμη που υπάρχει μέσα Του, υποστασιοποιείται ακριβώς επειδή αναδύεται από μια τεράστια δύναμη – τη μέγιστη, ασφαλώς, ανάμεσα σε όλες. (Ἐννεάδες V, 4, 2)
8. Αναστροφή της παραδοσιακής ερμηνείας
Εφαρμόζοντας αυτή τη διδασκαλία στο πρόβλημα που εξετάζαμε παραπάνω, προκύπτει μια λύση αντίθετη από εκείνη που έχει συχνά εξαχθεί, όταν δεν λαμβάνεται υπόψη.
Είναι αλήθεια ότι τα πράγματα προΐενται από το Ένα, επειδή το Ένα είναι αυτό που είναι, δηλαδή άπειρη, υπερχειλίζουσα δύναμη· όμως είδαμε επίσης ότι η δραστηριότητα του Ενός συνίσταται ακριβώς στο ότι θέλει να είναι αυτό που είναι και, κατά συνέπεια, στην απόλυτη ελευθερία του να είναι αυτό που είναι.
Ως εκ τούτου, η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα και που ακολουθεί αναγκαία τη δραστηριότητα του Ενός (δηλαδή η λεγόμενη «εμμένεια») συνιστά μια «αναγκαιότητα» η οποία, κατά κάποιον τρόπο, είναι «θελημένη», δηλαδή μια αναγκαιότητα που τίθεται από μια ελεύθερη πράξη· ή, ακριβέστερα, τη «συνέπεια μιας ελεύθερης πράξης».
Δικαίως, λοιπόν, έχει επισημανθεί ότι από όλα αυτά πρέπει να συναχθεί πως «η βούληση του Ενός να είναι η ίδια του η φύση αποτελεί την άμεση αιτία του προσδιορισμού της φύσης του», και ότι, κατά συνέπεια, κατά κάποιον τρόπο «η δημιουργία είναι ελεύθερη, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο απ’ όσο είναι ελεύθερο το ίδιο το Ένα». (Rist, Plotinus, όπ. παρ., σ. 83.)
Εμείς θα προτιμούσαμε να πούμε ότι η δημιουργία (η πομπή) είναι μια αναγκαιότητα που έπεται μιας πράξης ελευθερίας, δηλαδή ένα είδος «θελημένης αναγκαιότητας».
Αυτό αρκεί από μόνο του για να καταδείξει τη μεγάλη καινοτομία της πλωτινικής «πομπής».
Όμως μόνο η λεπτομερής εξέταση των άλλων υποστάσεων θα μπορέσει να μας προσφέρει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να την κατανοήσουμε σε βάθος.
Ο ΠΛΩΤΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΝΕΟΠΛΑΤΩΝΙΣΜΟΥ
Τρίτη ενότητα
IV. Η «πρόοδος» όλων των όντων από το Ένα
1. Το πρόβλημα της προέλευσης των Πολλών από το Ένα
Γιατί και πώς από το Ένα προήλθαν άλλα πράγματα; Γιατί το Ένα, αυτάρκες μέσα στον εαυτό του, δεν παρέμεινε στον εαυτό του;
Αυτό είναι, σε τελική ανάλυση – όπως είχαμε επανειλημμένως την ευκαιρία να επισημάνουμε – το μεταφυσικό ερώτημα με τη δυσκολότερη λύση.
Ο Plotino το θέτει με εξαιρετική διαύγεια:
Πώς το Ένα, νοούμενο ως το Ένα όπως λέμε ότι Είναι, δεν έμεινε στον εαυτό του αυτό που ήταν, αλλά αντίθετα έδωσε γένεση σε κάτι – την πολλαπλότητα, τη δυάδα ή τον αριθμό –, αντλώντας από τον εαυτό του εκείνη την πολλαπλότητα που είναι φανερή στα πράγματα, αλλά την οποία εμείς θεωρούμε ότι πρέπει να ανάγεται σε Αυτό.¹
Και η ίδια η προσπάθεια του Plotino να απαντήσει σε αυτό το πρόβλημα αποτελεί μία από τις κορυφές της μεταφυσικής της αρχαιότητας. Πρόκειται για μια απάντηση που, όπως θα δούμε, είναι απολύτως πρωτότυπη και συνιστά μάλιστα ένα πραγματικό unicum στην ιστορία των ιδεών της Δύσης.
Κατά την επεξεργασία του προβλήματος, ο Plotino καταφεύγει επανειλημμένως σε λαμπρές εικόνες, που δικαίως έγιναν εξαιρετικά διάσημες. Όμως, ακριβώς επειδή πρόκειται για «εικόνες», παραμένουν στην αμφισημία, αν δεν διευκρινιστούν εννοιολογικά. Δυστυχώς, ορισμένοι ερμηνευτές παρασύρθηκαν περισσότερο από τις εικόνες παρά από τις εννοιολογικές διευκρινίσεις που αυτές συνεπάγονται, με σοβαρή βλάβη για την κατανόηση της σκέψης του φιλοσόφου μας. Ωστόσο, είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε ακριβώς από τις πιο γνωστές από αυτές τις εικόνες, προκειμένου να προσδιορίσουμε καλύτερα τη θεωρητική σύλληψη της οποίας αποτελούν μια προκαταρκτική εικονογράφηση.
2. Η εικόνα του φωτός
Η πιο διάσημη είναι εκείνη του φωτός. Η προέλευση των πραγμάτων από το Ένα παριστάνεται ως η ακτινοβόληση ενός φωτός από μια φωτεινή πηγή, υπό τη μορφή διαδοχικών κύκλων που βαθμιαία μειώνονται σε λαμπρότητα, ενώ η ίδια η πηγή του φωτός παραμένει αμετάβλητη και δεν φτωχαίνει, παρ’ όλο που απλώνεται ολόγυρα.
Ο πρώτος φωτεινός κύκλος μετά την πηγή του φωτός είναι ο Νους ή Νόηση, δηλαδή η δεύτερη υπόσταση· ο επόμενος κύκλος είναι η Ψυχή, δηλαδή η τρίτη υπόσταση. Ο κύκλος που ακολουθεί ακόμη πιο πέρα σηματοδοτεί τη στιγμή της εξασθένισης του φωτός και συμβολίζει την ύλη, η οποία έχει ανάγκη ακτινοβόλησης, αφού πλέον είναι σκοτάδι:[ UNGRUND]
Μπορούμε πράγματι να φανταστούμε ότι ένα κέντρο ανάβει γύρω του μια περιφέρεια, και πέρα από αυτήν μια άλλη, σαν να ρέει φως από φως. Ωστόσο, πέρα από αυτούς τους κύκλους δεν βρίσκεται πια άλλος που να διαθέτει φως, αλλά ένας που, επειδή δεν έχει δικό του φως, έχει ανάγκη από ξένο. Υπό αυτή την έννοια, είναι όμοιος με έναν τροχό, ή μάλλον με μια σφαίρα, η οποία δέχεται από την τρίτη πηγή, με την οποία συνορεύει, όλη της τη λαμπρότητα. Το μεγάλο φως φωτίζει παραμένοντας όπως είναι και διανέμοντας κανονικά τη λαμπρότητά του· τα άλλα, αντίθετα, ενώνονται μαζί του στην ακτινοβόληση, άλλα παραμένοντας σταθερά, άλλα ελκόμενα κατά το πλείστον από τη λάμψη εκείνων που φωτίζουν (Εννεάδες, IV, 3, 17.)
3. Οι εικόνες του «πυρός», της «εύοσμης ουσίας» και του «ζώντος που γεννά»
Και ιδού πώς, σε ένα άλλο χωρίο, ο Πλωτίνος επαναφέρει την εικόνα του φωτός, πλέκοντάς την με άλλες που έγιναν εξίσου διάσημες: το πυρ που εκπέμπει θερμότητα, την εύοσμη ουσία που εκπέμπει άρωμα, το ζων που, όταν φθάσει στην ωριμότητα, γεννά:
Πώς πρέπει να συλλογίζεται κανείς και τι να λέει για μια τέτοια αρχή και για την ακινησία της; Πρέπει να τη νοήσει σαν μια ακτινοβόληση από τον εαυτό της, η οποία δεν θίγει την ακινησία της· όμοια, ως προς αυτό, με την ακτινοβόληση του ήλιου που τον περιβάλλει σαν να περιστρέφεται γύρω του: πράγματι, η ακτίνα τρέφεται συνεχώς από τον ήλιο, αλλά ο ήλιος παραμένει όπως είναι. Και, από την άλλη πλευρά, όλα τα όντα, όσο υπάρχουν, αναγκαστικά διαχέουν προς τα έξω και ολόγυρα κάτι που προέρχεται από τη δική τους ουσία και από τη δύναμη που διαθέτουν· αυτή η πραγματικότητα εξαρτάται από αυτά και είναι, κατά κάποιον τρόπο, αντανάκλαση των προτύπων από τα οποία προήλθαν. Το πυρ, για παράδειγμα, διαχέει τη θερμότητα, και ούτε το χιόνι βέβαια συγκρατεί μέσα του το ψύχος του. Το καλύτερο όμως παράδειγμα το προσφέρουν οι εύοσμες ουσίες: διότι, όσο υπάρχουν, κάτι διαχέεται από το εσωτερικό τους και όποιος βρίσκεται κοντά τους αντλεί ευχαρίστηση από την παρουσία τους. Κάθε ον γεννά όταν έχει πλέον ωριμάσει· αυτό όμως το ον είναι πάντοτε τέλειο και, επομένως, δεν παύει ποτέ, αιώνια, να γεννά, έστω κι αν το γεννώμενο είναι κατώτερό του. Τι πρέπει λοιπόν να πούμε για το απολύτως τέλειο Ον; Από Αυτό δεν προέρχεται τίποτε άλλο παρά μόνο η μεγαλύτερη πραγματικότητα μετά από Αυτό. Και πράγματι, δεύτερη μετά από Αυτό, ως προς το μέγεθος, είναι η Νόηση, η οποία το θεωρεί και μόνο από Αυτό έχει ανάγκη, ενώ Εκείνο δεν έχει καμία ανάγκη από τη Νόηση. Εκείνο που γεννάται από το Ον, το οποίο είναι ανώτερο από τη Νόηση, είναι η Νόηση· και αυτή είναι ανώτερη από κάθε άλλη πραγματικότητα, διότι όλα τα υπόλοιπα έρχονται μετά από αυτήν. Και όπως η Ψυχή είναι ένας στοχασμός της Νόησης και μια ενέργειά της, το ίδιο ακριβώς ισχύει και για τη Νόηση σε σχέση με Εκείνο. (Εννεάδες, V, 1, 6.)
4. Οι εικόνες της πηγής και του δένδρου
Άλλες δύο περίφημες εικόνες είναι: εκείνη της ανεξάντλητης πηγής που γεννά τους ποταμούς και εκείνη του δένδρου:
Τι είναι λοιπόν, εντέλει, αυτό το Ένα; Είναι η δύναμη όλων των πραγμάτων, χωρίς την οποία τίποτε δεν θα υπήρχε και ούτε καν η Νόηση θα ήταν πρωταρχική και καθολική ζωή. Εκείνο που υπερβαίνει τη ζωή είναι και η αιτία της, διότι η ζωτική δύναμη, ταυτιζόμενη με όλα τα πράγματα, δεν μπορεί να είναι πρωταρχική, αλλά είναι σαν να αναβλύζει από μια πηγή. Σκέψου μια πηγή που δεν διακρίνεται από την αρχή της και που προσφέρεται σε όλους τους ποταμούς, χωρίς να αφήνεται να εξαντληθεί από αυτούς· παραμένει σταθερά στην ακεραιότητά της, ενώ οι ποταμοί που αναβλύζουν από αυτήν, πριν ακόμη πάρουν τον δικό τους δρόμο, όταν ακόμη είναι όλοι μαζί, κατά κάποιον τρόπο, γνωρίζουν ήδη, ο καθένας ξεχωριστά, την κατεύθυνση της ροής του. Ή, πάλι, σκέψου τη ζωή ενός τεράστιου δένδρου που είναι παντού διαχυμένη, αλλά που δεν χάνει τον χαρακτήρα της ως αρχής, ούτε διαχέεται μέσα στο όλο, παραμένοντας σταθερά θεμελιωμένη στη ρίζα του. Και πράγματι, σε αυτή την αρχή οφείλεται όλη η ζωή του δένδρου στην αφθονία της· εκείνη όμως παραμένει ακέραιη, επειδή δεν είναι πολλαπλή, αλλά αρχή της πολλαπλότητας. (Enneadi III, 8, 10)
Σχετικά με αυτές τις εικόνες, ο Beierwaltes διευκρινίζει εύστοχα τα εξής:
«Είναι αλήθεια ότι το Ένα νοείται ως “πηγή” και ότι για το Ένα λέγεται πως “υπερεκχειλίζει” και “ρέει” αυθόρμητα· όμως η εικόνα πρέπει να αναχθεί στο νόημα της νοητής πραγματικότητας που αυτή προτίθεται να αναπαραστήσει. Κατά συνέπεια, εκείνο στο οποίο αναφέρεται η εικόνα πρέπει να νοηθεί ως απαλλαγμένο από όλα όσα προσκολλώνται αναγκαστικά στην εικόνα, στο μέτρο που αυτή αποτελεί αναλογία παραγόμενη στη διάσταση της αισθητής πραγματικότητας. Η εικόνα της “πηγής” δεν αναφέρεται μόνο στη διάχυση (αυτή η μερική προοπτική οδηγεί πράγματι στην κατηγορία της πανθεϊστικής εκπόρευσης), αλλά και στο γεγονός ότι η πηγή δεν έχει αρχή πέρα από τον εαυτό της και παραμένει ανεξάντλητη· η εν λόγω εικόνα θέλει επίσης να υποδείξει ότι η πραγματικότητα που “διαχέεται” από την πηγή υπάρχει μόνο εκκινώντας από αυτήν και από αυτήν διατηρείται στο είναι». (W. Beierwaltes, Eternità e tempo, εισαγωγή του G. Reale, μετάφραση A. Trotta, Vita e Pensiero, Μιλάνο 1995, σσ. 41 κ.ε)
Και αναφορικά με την εικόνα της ζωής ενός μεγάλου δένδρου που είναι παντού διαχυμένη και προέρχεται από τη ρίζα, ο Beierwaltes διευκρινίζει:
«… η εικόνα της ρίζας έχει το ίδιο νόημα με την εικόνα της “πηγής”: το Όλον του είναι μπορεί να νοηθεί ως ένα τεράστιο δένδρο, του οποίου η πρωταρχική αρχή παραμένει στη ρίζα, αλλά το δένδρο μπορεί να ζει μόνο επειδή το θεμέλιο της ζωής, που παραμένει εν εαυτώ, διαπερνά ολόκληρο το δένδρο. Η “εκπορευτική παρερμηνεία” αυτής της εικόνας βασίζεται ιδίως στο ότι δεν κατανοείται η σημασία του παραδόξου που της υποκρύπτεται ή δεν γίνεται αντιληπτό ότι αυτό το παράδοξο είναι μάλιστα η μόνη δυνατή έκφραση αυτής της παράδοξης ενότητας. Το παράδοξο απαιτεί να νοηθεί εκείνο που φαίνεται να είναι αντιφατικό:
«Πηγή και ρίζα είναι συγχρόνως και ἐν ἑαυταῖς και ἔξω ἑαυτῶν. Πηγή και ρίζα μπορούν να ενεργούνται έξω από τον εαυτό τους μόνο επειδή παραμένουν μέσα στον εαυτό τους, διατηρώντας την ουσία τους ως πηγή και ως ρίζα».⁶
5. Η εικόνα των «ομόκεντρων κύκλων»
Τέλος, λιγότερο γνωστή αλλά όχι λιγότερο ενδιαφέρουσα είναι η εικόνα των ομόκεντρων κύκλων: το Ένα είναι σαν το «κέντρο», η δεύτερη υπόσταση σαν ένας «ακίνητος κύκλος», ενώ η Ψυχή σαν ένας «κινούμενος κύκλος»:
Αν τοποθετήσει κανείς το Αγαθό στο κέντρο, η Νόηση διατάσσεται γύρω του ως ένας ακίνητος κύκλος, ενώ η Ψυχή ως ένας κινούμενος κύκλος, κινούμενος από την ώθηση της επιθυμίας. Η Νόηση κατέχει άμεσα το Αγαθό και το περιβάλλει, ενώ η Ψυχή το επιθυμεί ως κάτι που βρίσκεται πέρα από το Είναι. Επιπλέον, η σφαίρα του όλου, που περιλαμβάνει την Ψυχή η οποία κινείται από την επιθυμία, κινείται και η ίδια από την επιθυμία που της είναι φυσική. Και επειδή το όλο είναι εκ φύσεως σώμα, επιθυμεί κάτι που βρίσκεται έξω από τον εαυτό του· γι’ αυτό και περιελίσσεται γύρω του και εκτελεί μια πλήρη περιφορά γύρω από τον εαυτό του, δηλαδή διαγράφει μια κυκλική τροχιά.⁷
Πρόκειται όμως για κύκλους που παράγονται δομικά από το κέντρο, όπως διευκρινίζει ο Πλωτίνος στο ακόλουθο χωρίο, όπου φωτίζει κυρίως τη σχέση μεταξύ κέντρου και πρώτου κύκλου και επανέρχεται εκ νέου στην εικόνα του φωτός:
Ας φανταστούμε έναν κύκλο, ο οποίος, ακριβώς επειδή είναι κύκλος, εφάπτεται στο κέντρο του και μάλιστα θεωρείται ότι λαμβάνει τις ιδιότητές του ακριβώς από το κέντρο και είναι, κατά κάποιον τρόπο, κεντρομόρφος· διότι οι ακτίνες του κύκλου, που συγκλίνουν με το ένα τους άκρο σε ένα και μοναδικό κέντρο, το καθιστούν σημείο προέλευσης και σύγκλισης. Το κέντρο, όμως, είναι κάτι περισσότερο από αυτές τις ακτίνες, από τα άκρα τους και γενικά από τα σημεία που τις συγκροτούν· τα άκρα αυτά έχουν απλώς κάποια ομοιότητα με το κέντρο· θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελούν μια αμυδρή αποτύπωσή του, αφού το κέντρο έχει τη δύναμη να τα γεννά μαζί με τις ακτίνες τους, οι οποίες, σε κάθε περίπτωση, το περιέχουν. Το κέντρο αποκαλύπτεται στις ακτίνες του ως αυτό που είναι και, κατά κάποιον τρόπο, είναι εκείνο που αναπτύσσει τις ακτίνες, και όχι το αντίστροφο. Έτσι πρέπει να νοηθούν τόσο η Νόηση όσο και το Είναι, που αντλούν την προέλευσή τους από το Ένα, από το οποίο εκτείνονται, απλώνονται και εξαρτώνται· και, χάρη στη νοητική τους φύση, δοκιμάζουν την ύπαρξη εκείνης της κάποιας Νόησης που ενυπάρχει στο Ένα, αλλά που δεν είναι κυρίως Νόηση, ακριβώς επειδή είναι Ένα. Και όπως στο παράδειγμα που μόλις δώσαμε το κέντρο δεν ταυτίζεται ούτε με τις ακτίνες ούτε με τον κύκλο, αλλά είναι, θα έλεγε κανείς, πατέρας τόσο του κέντρου όσο και των ακτίνων – και πράγματι παρέχει αποτυπώσεις του εαυτού του και, χάρη σε μια ανεξάλειπτη ιδιότητα, έχει γεννήσει κύκλο και ακτίνες με τέτοιον τρόπο ώστε καμία δύναμη να μη μπορεί ποτέ να τα αποσπάσει από αυτό –, έτσι και το Ένα, ενώ η δύναμη της Νόησης το περιτρέχει, τίθεται σχεδόν ως το πρωτότυπο της ίδιας του της εικόνας, ένας νους συσπειρωμένος σε ενότητα· ενώ η εικόνα του, ολισθαίνοντας προς το πολλαπλό, υποχωρεί σε αυτό και γι’ αυτό μετατρέπεται σε Νόηση. Το Ένα, αντιθέτως, στο μέτρο που παραμένει προγενέστερο της Νόησης, έχει, ως δύναμή του, την ικανότητα να γεννά τις νοήσεις. Ποια σύμπτωση γεγονότων, ποια αναγκαιότητα ή ποια τυχαιότητα θα μπορούσε ποτέ να προσεγγίσει μια τέτοια δύναμη, παραγωγό της Νόησης και αληθινά δημιουργό;
Ό,τι συμβαίνει στη Νόηση δεν είναι διαφορετικό, αλλά πολύ μεγαλύτερης εμβέλειας είναι ό,τι συμβαίνει στο Ένα: εδώ υπάρχει σαν ένα φως που διαχέεται από ένα και μόνο σημείο, καθαρό και διαφανές στον εαυτό του. Εκείνο που διαχέεται είναι η εικόνα, ενώ το σημείο της προέλευσης είναι το αληθινό. Η Νόηση, όμως, όσο κι αν είναι διαχεόμενη εικόνα, δεν είναι ανόμοια προς το Ένα, δηλαδή δεν υπάρχει τυχαία, διότι ακόμη και στις επιμέρειές της κυριαρχούν η αιτιότητα και ο μορφικός λόγος, έτσι ώστε το Ένα να αποδεικνύεται αιτία της αιτίας. (Ἐννεάδες VI, 8, 18)
6. Η μεταφυσική διδασκαλία της «προόδου» υπερβαίνει κατά πολύ τις εικόνες
Αυτές είναι οι εικόνες· όμως, όπως ήδη υπαινιχθήκαμε παραπάνω, αν ληφθούν υπερβολικά κατά γράμμα, ορισμένοι ερμηνευτές στάθηκαν κυριολεκτικά σε αυτές, με αποτέλεσμα είτε να παρανοήσουν είτε να μην κατανοήσουν καθόλου τις έννοιες που όφειλαν να διασαφηνίσουν. Ακριβώς πάνω στη βάση αυτών των εικόνων – όπως έχουμε πει – έχει γίνει λόγος, κυρίως, για «εμαντισμό», αλλά ακόμη και για «πανθεϊσμό» και «μονισμό».
Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα απ’ όσο αφήνουν να υποτεθεί αυτές οι διατυπώσεις. Μόνο αφού ολοκληρωθεί η έκθεση και η ερμηνεία ολόκληρου του πλωτινικού συστήματος θα καταστεί δυνατό να κατανοηθεί, σε όλες τις πολλαπλές της σημασιολογικές αποχρώσεις, τι σημαίνει πραγματικά η πλωτινική «πομπή από το Ένα». Προς το παρόν, ωστόσο, είναι ήδη δυνατό να διευκρινιστεί μια ουσιώδης διδασκαλία, προορισμένη να παρουσιάσει την «πομπή» υπό ένα απρόσμενο φως.
Καταρχάς, από όλες τις εικόνες προκύπτει ήδη ότι η αρχή «παραμένει» (μένει) και, παραμένοντας, γεννά, με την έννοια ότι το γεννᾶν της δεν την φτωχαίνει, δεν την μειώνει, δεν την καθορίζει. Εκείνο που γεννάται είναι κατώτερο από το γεννῶν και δεν χρησιμεύει σε αυτό· το γεννημένο έχει ανάγκη από το γεννῶν, και όχι το αντίστροφο. (Βλ., για παράδειγμα, Ἐννεάδες V, 3, 12 και αλλαχού. Και αυτό αποτελεί ένα από τα θεμελιώδη σημεία της πλωτινικής οντολογίας)
Θα μπορούσε κανείς σε αυτό το σημείο να αναρωτηθεί: δεδομένης της άπειρης τελειότητάς του και της υπερβατικής του δύναμης, μήπως το γεννῶν είναι «αναγκασμένο» να δημιουργεί;
Μπορεί η πηγή του φωτός να μη στέλνει φως, η πηγή του νερού να μη αναβλύζει νερό, το εύοσμο σώμα να μη «εκπέμπει» άρωμα;
Ακριβώς σε αυτό το σημείο οι εικόνες γίνονται παραπλανητικές, διότι αποκαλύπτουν μόνο μία όψη της πλωτινικής σκέψης και συγκαλύπτουν την άλλη, η οποία είναι ακριβώς η πιο καινοτόμος.
7. Η «αναγκαιότητα» που απορρέει από την ελευθερία του Ενός
Ο Πλωτίνος διακρίνει δύο διαφορετικούς τύπους δραστηριότητας του Ενός (και, κατ’ αναλογίαν, και των άλλων υποστάσεων):
α) τη δραστηριότητα του όντος,
β) τη δραστηριότητα που προέρχεται από το ον.
Η πρώτη είναι, κατά κάποιον τρόπο, εσωτερική στο ον, ενώ η δεύτερη εξέρχεται από το ον και κατευθύνεται προς το έξω.
Με άλλα λόγια, η δραστηριότητα του όντος ταυτίζεται με την ίδια τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, ενώ η δραστηριότητα που προέρχεται από το ον κατευθύνεται προς κάτι άλλο.
Εφαρμόζοντας αυτή τη διάκριση στο Ένα, πρέπει να μιλήσουμε:
α) για μια δραστηριότητα του Ενός, και επιπλέον
β) για μια δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα.
α) Η δραστηριότητα του Ενός είναι εκείνη που το καθιστά αυτό που είναι, το διατηρεί και το κάνει να «παραμένει»·
β) αντίθετα, η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα είναι εκείνη που έχει ως αποτέλεσμα από το Ένα να προέρχεται, ή καλύτερα να «προΐεται», μια άλλη πραγματικότητα.
Είναι σαφές ότι η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα εξαρτάται δομικά από την ίδια τη δραστηριότητα του Ενός. (Ο πρώτος μελετητής που, απ’ όσο γνωρίζουμε, επισήμανε αυτό το σημείο με ακρίβεια και επάρκεια ήταν ο A. Covotti, Da Aristotele ai Plotinus. The Road of Reality, Cambridge 1967, σσ. 70 κ.ε., ο οποίος όμως δεν γνώριζε τον Covotti)
Πριν όμως αντλήσουμε τα συμπεράσματα που απορρέουν από αυτές τις αρχές, ας διαβάσουμε το θεμελιώδες – και ωστόσο όχι ιδιαίτερα γνωστό – χωρίο, στο οποίο οι αρχές αυτές εκτίθενται με απόλυτη σαφήνεια:
Πώς μπορεί το Ένα να γεννά, παραμένοντας ταυτόχρονα ταυτό με τον εαυτό του; Υπάρχει μια δραστηριότητα που είναι ίδια του όντος και μια άλλη που προέρχεται από το ον του καθενός. Η δραστηριότητα του όντος είναι εκείνη που συγκροτεί κάθε ον· εκείνη που προέρχεται από το ον είναι επακόλουθη από κάθε άποψη και είναι αναγκαία διαφορετική από την πηγή της. Στην περίπτωση του πυρός, για παράδειγμα, υπάρχει μια θερμότητα που συγκροτεί το είναι του, και μια άλλη που προέρχεται από αυτό, όταν το πυρ, παραμένοντας αυτό που είναι, ενεργοποιεί τη φύση του είναι του. Δεν συμβαίνει διαφορετικά εκεί επάνω. Πολύ πριν από εδώ κάτω, παραμένοντας στην κατάσταση που του ήταν οικεία, η παραγόμενη δραστηριότητα προήλθε από την τελειότητα και από τη δραστηριότητα που βρισκόταν πλησίον Του· και επειδή ήταν μεγάλης εμβέλειας, η μεγαλύτερη απ’ όλες, έγινε ουσιώδες ον. Ακριβώς έτσι συμβαίνει και στον υπεραισθητό κόσμο· εκεί μάλιστα με ακόμη μεγαλύτερη ισχύ: ενώ το Ένα επιμένει στον ίδιο του τον τρόπο του είναι, η ενεργός δύναμη, γεννημένη από την τελειότητα και από τη συνυφασμένη ενεργό δύναμη που υπάρχει μέσα Του, υποστασιοποιείται ακριβώς επειδή αναδύεται από μια τεράστια δύναμη – τη μέγιστη, ασφαλώς, ανάμεσα σε όλες. (Ἐννεάδες V, 4, 2)
8. Αναστροφή της παραδοσιακής ερμηνείας
Εφαρμόζοντας αυτή τη διδασκαλία στο πρόβλημα που εξετάζαμε παραπάνω, προκύπτει μια λύση αντίθετη από εκείνη που έχει συχνά εξαχθεί, όταν δεν λαμβάνεται υπόψη.
Είναι αλήθεια ότι τα πράγματα προΐενται από το Ένα, επειδή το Ένα είναι αυτό που είναι, δηλαδή άπειρη, υπερχειλίζουσα δύναμη· όμως είδαμε επίσης ότι η δραστηριότητα του Ενός συνίσταται ακριβώς στο ότι θέλει να είναι αυτό που είναι και, κατά συνέπεια, στην απόλυτη ελευθερία του να είναι αυτό που είναι.
Ως εκ τούτου, η δραστηριότητα που προέρχεται από το Ένα και που ακολουθεί αναγκαία τη δραστηριότητα του Ενός (δηλαδή η λεγόμενη «εμμένεια») συνιστά μια «αναγκαιότητα» η οποία, κατά κάποιον τρόπο, είναι «θελημένη», δηλαδή μια αναγκαιότητα που τίθεται από μια ελεύθερη πράξη· ή, ακριβέστερα, τη «συνέπεια μιας ελεύθερης πράξης».
Δικαίως, λοιπόν, έχει επισημανθεί ότι από όλα αυτά πρέπει να συναχθεί πως «η βούληση του Ενός να είναι η ίδια του η φύση αποτελεί την άμεση αιτία του προσδιορισμού της φύσης του», και ότι, κατά συνέπεια, κατά κάποιον τρόπο «η δημιουργία είναι ελεύθερη, ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο απ’ όσο είναι ελεύθερο το ίδιο το Ένα». (Rist, Plotinus, όπ. παρ., σ. 83.)
Εμείς θα προτιμούσαμε να πούμε ότι η δημιουργία (η πομπή) είναι μια αναγκαιότητα που έπεται μιας πράξης ελευθερίας, δηλαδή ένα είδος «θελημένης αναγκαιότητας».
Αυτό αρκεί από μόνο του για να καταδείξει τη μεγάλη καινοτομία της πλωτινικής «πομπής».
Όμως μόνο η λεπτομερής εξέταση των άλλων υποστάσεων θα μπορέσει να μας προσφέρει όλα τα αναγκαία στοιχεία για να την κατανοήσουμε σε βάθος.
Συνεχίζεται με:
Τέταρτη ενότητα
Η υπόσταση του Νοῦ – Είναι-και-Νόηση και τα χαρακτηριστικά της
Η υπερχειλίζουσα υπεραφθονία του είναι εκείνη που παράγει κάτι άλλο. Αυτό το άλλο, όμως, μόλις γεννηθεί, στρέφεται προς το Ένα και γονιμοποιείται, και, καθώς θεωρεί τον εαυτό του, γίνεται αυτή η Νόηση. Το σταθερό του μένειν στραμμένο προς τον εαυτό του γέννησε το Είναι, ενώ το βλέμμα του προς το Ένα γέννησε τη Νόηση. Και επειδή, για να βλέπει, πρέπει να είναι σταθερά στραμμένο προς τον εαυτό του, είναι συγχρόνως Νόηση και Είναι.
Ἐννεάδες V, 2, 1
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου