Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 19

Συνέχεια από Παρασκευή  6. Μαρτίου 2026

Φευγαλέες ματιές στο διάβολο: Προσωπικές μαρτυρίες ενός ψυχιάτρου για την κατάληψη, τον εξορκισμό και τη λύτρωση 19

Του M. Scott Peck


Μέρος ΙI: Beccah

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

ΔΙΑΓΝΩΣΗ (συνέχεια)


Το άλλο πρόσωπο που επέλεξα ήταν μια φίλη μου, η Μάρθα, μια ευσεβής και απολύτως λογική γυναίκα, της οποίας το κύριο ενδιαφέρον εκείνη την περίοδο ήταν το καινούργιο της εγγόνι. Τους τηλεφώνησα το ίδιο εκείνο βράδυ. Και οι δύο ήταν πρόθυμοι. Ορίσαμε την ημερομηνία για ένα Σάββατο απόγευμα, δέκα ημέρες αργότερα. Τους είπα, καθώς και στη Μπέκα, ότι αμφέβαλλα αν θα χρειαζόταν περισσότερο από τέσσερις ώρες, αλλά κρατήσαμε πέντε για κάθε ενδεχόμενο. Η μόνη προετοιμασία που συνέστησα ήταν η προσευχή.

Οι τέσσερίς μας συγκεντρωθήκαμε στο γραφείο μου στη μία το μεσημέρι εκείνο το Σάββατο. Είχα ήδη εξηγήσει ότι το μεγαλύτερο μέρος της απελευθέρωσης θα αποτελούνταν από προσευχή. Άρχισα ρωτώντας τη Μπέκα αν είχε κάποιες αναπάντητες ερωτήσεις. Δεν είχε καμία. Στη συνέχεια προσευχηθήκαμε ο καθένας χωριστά, φωναχτά και με δικά του λόγια, για την επιτυχία της απελευθέρωσης — όλοι δηλαδή, εκτός από τη Μπέκα, η οποία παρέμεινε αξιοσημείωτα σιωπηλή.

Για τις επόμενες δύο ώρες καθίσαμε κυρίως σε σιωπηλή προσευχή, αν και κατά διαστήματα η Μάρθα, ο Γουέιν ή εγώ νιώθαμε την ανάγκη να προσευχηθούμε δυνατά για ό,τι είχαμε στην καρδιά μας. Αλλά ως επί το πλείστον ήταν σιωπηλή προσευχή.

Σταδιακά, κατά τη διάρκεια εκείνων των πρώτων δύο ωρών, ένιωθα ολοένα και πιο έντονα ότι υπήρχε μια δαιμονική παρουσία στο δωμάτιο. Ήταν σαν να μην ήμασταν τέσσερα αλλά πέντε πρόσωπα στο γραφείο μου, με τη διαφορά ότι αυτό το πέμπτο πρόσωπο ήταν αόρατο. Δεν το ένιωθα ως κάτι συγκεκριμένα κακό, αλλά με κάποιον τρόπο ήξερα ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Θεό. Ο Γουέιν και η Μάρθα αισθάνθηκαν επίσης αυτή την παρουσία, αν και όχι τόσο έντονα όσο εγώ. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι τις τρεις το απόγευμα ήμασταν περισσότερο πεπεισμένοι ότι η Μπέκα ήταν δαιμονικά κατεχόμενη απ’ ό,τι όταν αρχίσαμε την απελευθέρωση.

Αφού μοιραστήκαμε μεταξύ μας αυτή την αίσθηση, οι τρεις μας συζητήσαμε πώς θα έπρεπε να προχωρήσουμε, ενώ η Μπέκα συνέχιζε να κάθεται στον καναπέ χωρίς να κάνει κανένα σχόλιο.
Ανάμεσα στις προσευχές μας για την καθοδήγηση του Θεού, αποφασίσαμε να τη ρωτήσουμε αν ήταν πρόθυμη να επαναλάβει τις βαπτισματικές της υποσχέσεις, γνωρίζοντας ότι ανάμεσά τους περιλαμβάνεται και η δήλωση: «Αποτάσσομαι τῷ Σατανᾷ καὶ πᾶσι τοῖς ἔργοις αὐτοῦ». Δεν περίμενα ότι η Μπέκα θα είχε καμία δυσκολία με αυτό το αίτημα.

Αλλά είχε. Ξαφνικά έγινε ομιλητική και είπε ότι το θεωρούσε ανόητο, χωρίς νόημα, περιττό, τυπολατρικό, τυποποιημένο και γελοίο, αφού είχε ήδη βαπτιστεί όταν είχε αρραβωνιαστεί τον Τζακ.

Ακριβώς αυτή η αντίστασή της έκανε εμένα, τον Γουέιν και τη Μάρθα να βεβαιωθούμε ότι βρισκόμασταν στο σωστό δρόμο και ότι το ζήτημα ήταν καθοριστικό για την απελευθέρωση. Της είπαμε ότι πιστεύαμε πως η απελευθέρωση πιθανότατα θα επιτύγχανε αν ήταν πρόθυμη να επαναλάβει τις βαπτισματικές της υποσχέσεις, αλλά ότι σχεδόν σίγουρα θα αποτύγχανε αν δεν ήταν διατεθειμένη ούτε αυτό το πρώτο βήμα να κάνει.

Διστακτικά η Μπέκα υποχώρησε και, με τον Γουέιν να αναλαμβάνει τον ρόλο του λειτουργού ενώ η Μάρθα κι εγώ προσευχόμασταν, επανέλαβε τις υποσχέσεις της.

Όταν τελείωσε και η σύντομη τελετή ολοκληρώθηκε, επικράτησε απόλυτη σιωπή στο δωμάτιο για πέντε λεπτά. Η Μπέκα ήταν εκείνη που τελικά την έσπασε.
«Δεν ξέρω αν σημαίνει κάτι», είπε, «αλλά από τη στιγμή που μπήκα στο γραφείο σήμερα το απόγευμα, κάθε λίγα λεπτά το όνομα του Ιούδα έρχεται στο μυαλό μου. Δεν είναι κάτι που θέλω. Στην πραγματικότητα προσπάθησα και να το διώξω και να μη με αποσπά. Αλλά συνεχίζει να επιστρέφει σαν να έχει δική του θέληση. Νομίζετε ότι σημαίνει κάτι;»


Πράγματι νομίζαμε. Ένιωσα ανόητος που δεν το είχα καταλάβει νωρίτερα. Φυσικά: Ιούδας — ο Ιούδας που πρόδωσε την πνευματικότητά του· ο Ιούδας που πούλησε τα πάντα για τα χρήματα· ο Ιούδας που αυτοκτόνησε. Εδώ στον καναπέ είχαμε τη Μπέκα, που ήταν αυτοκτονική και που πρόδιδε συνεχώς την πνευματικότητά της εξαιτίας της αδιάκοπης εμμονής της με τα χρήματα. Ταίριαζε απόλυτα.

Ο Γουέιν και η Μάρθα έμειναν επίσης έκπληκτοι από την αντιστοιχία.
«Λοιπόν», είπα, «υποθέτω ότι πρέπει απλώς να αρχίσουμε να διώχνουμε τον Ιούδα, δεν νομίζετε;»
«Έτσι φαίνεται», απάντησε ο Γουέιν. Ρωτήσαμε τη Μπέκα πώς αισθανόταν γι’ αυτό.
«Δεν έχω ιδέα πώς γίνεται κάτι τέτοιο», είπε. «Αλλά προχωρήστε».


Ο Γουέιν έβγαλε από τον χαρτοφύλακά του ένα λευκό και μωβ πετραχήλι.
«Θέλεις να το κάνεις όλο μόνος σου;» τον ρώτησα.
«Ούτε κατά διάνοια», απάντησε. «Θα το κάνουμε μαζί. Μάρθα, μπες κι εσύ όταν και αν το Πνεύμα σε κινήσει».

Στην πραγματικότητα το Πνεύμα με ώθησε να αρχίσω με έναν παράξενο τρόπο: αφηγούμενος όσα μπορούσα να θυμηθώ από ένα κήρυγμα για τον Ιούδα που είχα ακούσει πολλά χρόνια πριν. Ο ιεροκήρυκας είχε επισημάνει ότι το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, πριν πεθάνει ο Ιησούς, ο Ιούδας θα μπορούσε να πάει σε Αυτόν και να ζητήσει συγχώρηση. Και ο Ιησούς θα τον συγχωρούσε. Αλλά αντί γι’ αυτό ο Ιούδας πήγε και κρεμάστηκε — σαν να ήταν η αυτοκτονία γι’ αυτόν ευκολότερη από το να ζητήσει συγχώρηση από τον Ιησού.
«Δεν είμαι σίγουρος γιατί ένιωσα ότι έπρεπε να σας πω αυτή την ιστορία», κατέληξα.


«Για μένα έχει απόλυτο νόημα», σχολίασε ο Γουέιν. «Ξέρεις, ένας από τους συνηθισμένους τρόπους αντιμετώπισης των δαιμόνων είναι να τους διατάζουμε να πάνε στον Ιησού, ώστε ο Ιησούς να τους αντιμετωπίσει όπως Εκείνος κρίνει. Για όσο ξέρουμε, ίσως ο Ιησούς συγχωρήσει αυτόν τον δαίμονα. Ίσως και όχι. Αυτό δεν είναι δική μας υπόθεση».
«Μου ακούγεται καλό», είπα.
Ο Γουέιν σηκώθηκε, πλησίασε τη Μπέκα και τη ρώτησε:
«Είσαι έτοιμη;»
Η Μπέκα είπε πως ήταν. Τότε πρόσθεσα τη γνώμη μου ότι η επιτυχία της απελευθέρωσης θα εξαρτιόταν από την επιλογή της.
«Όταν ο Γουέιν διατάξει αυτόν τον δαίμονα να φύγει από μέσα σου, Μπέκα», είπα, «θα χρειαστεί να επιλέξεις να τον αφήσεις να φύγει, να τον εγκαταλείψεις. Το καταλαβαίνεις;»
Η Μπέκα έγνεψε καταφατικά.

Ο Γουέιν πρόσθεσε:
«Ο Σκόττυ έχει απόλυτο δίκιο. Αν δεν πεις τώρα κάτι διαφορετικό, Μπέκα, θα θεωρήσω ότι επιλέγεις να φύγει ο Ιούδας από σένα. Εξάλλου, παρ’ όλο που σου ήταν δύσκολο, μόλις είπες ότι αποτάσσεσαι τον Σατανά και όλα τα έργα του. Ο Ιούδας είναι υπηρέτης του Σατανά, οπότε φυσικά υποθέτουμε ότι επιλέγεις να τον αποτάξεις. Είναι σωστό;»
Η Μπέκα έγνεψε ξανά.
Αφού φόρεσε το πετραχήλι, στάθηκε ίσιος και επιβλητικός και είπε:
«Ως δούλος του Θεού, στο όνομα του Ιησού Χριστού, σε διατάζω, Ιούδα, να φύγεις από τη Μπέκα, αυτό το άγιο πλάσμα του Θεού».


Ήμουν μαγεμένος από τη φωνή του Γουέιν. Χωρίς να υψώσει ούτε λίγο τον τόνο της, παρέμενε ήρεμη και απαλή όπως όλο το απόγευμα, αλλά τώρα έμοιαζε να αντηχεί μέσα στο δωμάτιο σαν βροντή.
«Εσύ, Ιούδα, θα φύγεις τώρα. Θα φύγεις αμέσως, χωρίς καμία αντίσταση, και θα πας στον Ιησού, για να κάνει ο Ιησούς μαζί σου ό,τι Εκείνος θελήσει. Σε διατάζω αυτή τη στιγμή να φύγεις από τη Μπέκα και να πας στον Ιησού. Τώρα!»
Και αυτό ήταν όλο.
Για μια στιγμή η Μπέκα φαινόταν αποσβολωμένη. Έπειτα είπε:
«Νιώθω διαφορετικά. Πιο ελαφριά, κάπως. Μα τον Θεό, πιστεύω ότι πράγματι έφυγε».
Χαμογέλασε με χαρά.
«Σας ευχαριστώ».
Σαν να είχαμε όλοι την ίδια σκέψη, ο Γουέιν, η Μάρθα κι εγώ είπαμε ταυτόχρονα:
«Παρακαλώ».
Δεν ένιωθα πια καμία άλλη παρουσία ανάμεσά μας.
Η Μπέκα είχε προγραμματισμένη κανονική συνεδρία μαζί μου το επόμενο απόγευμα της Δευτέρας.

«Έλα απλώς στο κανονικό σου ραντεβού τη Δευτέρα, εκτός αν συμβεί κάτι που σε δυσκολέψει», της είπα. «Δεν νομίζω ότι θα συμβεί, αλλά αν συμβεί, τηλεφώνησέ μου».
Η Μπέκα έφυγε. Οι τρεις μας μιλήσαμε με ενθουσιασμό για τον σχεδόν θαυματουργικό τρόπο με τον οποίο η Μπέκα είχε αναγνωρίσει τον Ιούδα ως τον δαίμονα που την βασάνιζε. Ήμασταν γεμάτοι χαρά και μέσα στη χαρά μας γελάσαμε εγκάρδια καθώς ευχαριστούσαμε τον Θεό. Έπειτα αγκαλιαστήκαμε και ο καθένας έφυγε για να φροντίσει τις καθημερινές του υποθέσεις εκείνο το αργό απόγευμα.
Ήμουν εκστασιασμένος. Η πρώτη μου εμπειρία επιτυχημένης απελευθέρωσης! Και μάλιστα θεαματικά επιτυχημένη.
«Ήταν τόσο εύκολο!» αναφώνησα μέσα μου.
Αλλά υπήρχε και μια άλλη σκέψη βαθιά κάτω από τον ενθουσιασμό μου — τόσο βαθιά που μόλις τη συνειδητοποιούσα και σχεδόν δεν ήθελα να τη διατυπώσω.
Ίσως ήταν υπερβολικά εύκολο, έλεγαν τα ανείπωτα λόγια μου.


Χωρίς να λάβουμε υπόψη το ζήτημα της παρακολούθησης μετά το γεγονός, εκείνο το απόγευμα του Σαββάτου στο γραφείο μου ήταν ένα παράδειγμα απελευθέρωσης στην καλύτερη δυνατή μορφή της. Δεν χρειάστηκε καμία ιδιαίτερη οργανωτική προετοιμασία. Η τριμελής ομάδα ήταν άμεσα διαθέσιμη από τη γειτονιά. Κανείς δεν χρειάστηκε καν να φάει. Η διαδικασία δεν διήρκεσε περισσότερο από τέσσερις ώρες. Σε όλη τη διάρκεια η Μπέκα δεν χρειάστηκε ούτε μία φορά να συγκρατηθεί. Ο χρόνος κύλησε ιδιωτικά, ήσυχα και με αξιοπρέπεια. Με διστακτικό τρόπο η Μπέκα αποκάλυψε το όνομα ενός συνηθισμένου, αν και σημαντικού, δαίμονα. Τα γνωστά χαρακτηριστικά αυτού του δαίμονα ταίριαζαν απόλυτα με τη φύση των προβλημάτων της. Ο δαίμονας εκδιώχθηκε χωρίς καμία αναστάτωση ή δυσκολία. Η Μπέκα ένιωσε εξαιρετική ανακούφιση. Ναι, με μια πρώτη ματιά ήταν μια ιδανική απελευθέρωση.
Όταν μπήκα στην αίθουσα αναμονής το απόγευμα της Δευτέρας για να τη φωνάξω, η Μπέκα μου χαμογέλασε πλατιά, πετάχτηκε από τον καναπέ και σχεδόν φαινόταν να γλιστρά μέσα στο γραφείο μου. Η κατάθλιψή της δεν είχε απλώς επιστρέψει στη συνηθισμένη χρόνια κατάσταση· είχε εξαφανιστεί εντελώς.

«Δεν έχω νιώσει έτσι από το τρίτο έτος του κολεγίου», είπε η Μπέκα. «Δεν έχω καμία σκέψη αυτοκτονίας. Δεν έχω νιώσει την παραμικρή επιθυμία να κόψω τον εαυτό μου. Έχω φάει σαν λύκος και κοιμήθηκα δώδεκα ώρες καθεμία από τις δύο τελευταίες νύχτες».
«Ζήτω!» αναφώνησα. Έπειτα όμως πρόσθεσα: «Ακούγεται σχεδόν υπερβολικά καλό για να είναι αληθινό».
«Το σκέφτηκα κι εγώ αυτό», είπε η Μπέκα, «αλλά το ότι το σκέφτηκα δεν το έκανε να εξαφανιστεί».
«Με το “αυτό” εννοείς…;» ρώτησα.
«Εννοώ αυτή την απουσία της κατάθλιψης», απάντησε. «Αλλά είναι κάτι περισσότερο από απουσία. Είναι η παρουσία ενός καλού αισθήματος. Δηλαδή ενός καλού αισθήματος όταν δεν το σκέφτομαι. Όταν το σκέφτομαι, μοιάζει περισσότερο με χαρά».
«Φαίνεσαι χαρούμενη», επιβεβαίωσα.
Και τότε απλώς καθίσαμε μαζί για τουλάχιστον δύο λεπτά, μοιραζόμενοι τη χαρά μέσα στη σιωπή. Έπειτα με κατέλαβε έντονη ανυπομονησία να δω τι θα ακολουθούσε.
«Και τώρα τι γίνεται;» ρώτησα.


«Λοιπόν, είναι προφανές, έτσι δεν είναι;» απάντησε. «Πρέπει να φύγω από τον Τζακ. Ήδη σήμερα το πρωί συναντήθηκα με μια μεσίτρια για να της πω τι είδους σπίτι θέλω. Θα τη συναντήσω αύριο στις εννέα το πρωί για να αρχίσουμε να βλέπουμε σπίτια που έχει για ενοικίαση. Και ίσως και μερικά που πωλούνται. Αλλά αυτό έγινε τόσο ξαφνικά, που νομίζω ότι θα ήταν πιο φρόνιμο να νοικιάσω πρώτα, μέχρι να βεβαιωθώ ότι δεν είναι υπερβολικά καλό για να είναι αληθινό. Εσύ τι λες;»
«Συμφωνώ. Ναι, νομίζω ότι θα ήταν σοφό να νοικιάσεις, ακόμη κι αν ήσουν σίγουρη ότι ο δαίμονας έφυγε. Όσο πιο γρήγορα μπορέσεις να φύγεις από εκείνο το σπίτι και να απομακρυνθείς από τον Τζακ, τόσο το καλύτερο».
«Μην ανησυχείς γι’ αυτό», με διαβεβαίωσε η Μπέκα. «Από τότε που γύρισα το βράδυ του Σαββάτου δεν μπορώ να αντέξω ούτε να τον βλέπω. Στοίχημα ότι μέσα σε μια εβδομάδα θα έχω φύγει από το σπίτι».
Και πράγματι έτσι έγινε. Όταν την είδα στο επόμενο ραντεβού της τρεις ημέρες αργότερα, είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο ενοικίασης για ένα μικρό, απλό σπίτι περίπου δέκα μίλια μακριά — σε αντίθεση με το τεράστιο σπίτι του ζευγαριού στο Γουέστσεστερ, πενήντα μίλια μακριά.
«Είναι ένα καινούργιο μικρό σπίτι», μου είπε. «Όλα είναι καθαρά. Πεντακάθαρα, πραγματικά. Βρίσκεται αρκετά βαθιά μέσα στο δάσος με έναν μακρύ δρόμο που οδηγεί σε αυτό, αλλά γύρω του υπάρχει ένα ξέφωτο και πρέπει να έχει καμιά δωδεκαριά φεγγίτες. Είναι ένα σπίτι γεμάτο φως!»
«Ακούγεται τέλειο», σχολίασα.
«Και είναι», είπε, «εκτός από το ότι θα πληρώνω τεράστιο λογαριασμό για το εκχιονιστικό όταν έρθει ο χειμώνας. Αλλά ποιος νοιάζεται;»
«Του το είπες ήδη στον Τζακ;» ρώτησα.
Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Αλλά έχω ήδη κανονίσει να έρθουν οι μεταφορείς τη Δευτέρα».
«Φοβάσαι να του το πεις;»


«Ναι… όχι… δηλαδή ναι, γιατί θα γίνει έξαλλος. Δεν νομίζω ότι θα με χτυπήσει. Αν προσπαθήσει, θα τον κλοτσήσω στα αρχίδια. Κι ακόμη κι αν με χτυπήσει, δεν με νοιάζει· θα είμαι τόσο χαρούμενη που θα ξεφύγω από αυτόν τον παλιάνθρωπο».
Η καρδιά μου ήταν τόσο γεμάτη χαρά, ώστε ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οποιαδήποτε σοβαρή ψυχαναλυτική εργασία. Το μεγαλύτερο μέρος της ώρας απλώς γελούσαμε μαζί. Λίγο πριν τελειώσει η συνεδρία, τη ρώτησα αδέξια αν θα είχε αντίρρηση να προσευχηθούμε μαζί για να ευχαριστήσουμε τον Θεό. Ήταν πολύ σπάνιο για μένα να προσεύχομαι με έναν ασθενή κατά τη διάρκεια συνεδρίας. Δεν το είχα κάνει περισσότερες από δύο φορές στο παρελθόν, αλλά αυτή τη φορά οτιδήποτε άλλο θα φαινόταν ακατάλληλο.
Όσο για τη Μπέκα, δεν θα μπορούσε να είναι πιο πρόθυμη να ευχαριστήσει τον Θεό.
«Λυτρωμένη», είπε. «Αυτό ακριβώς νιώθω. Ο Θεός με λύτρωσε από την κόλαση».
Και έτσι προσευχηθήκαμε μαζί με ευγνωμοσύνη.
Κάθε φορά που ένα δαιμονικό πνεύμα —ή τα δαιμονικά πνεύματα που ευθύνονται για τα προβλήματα του ασθενούς— εκδιώκεται επιτυχώς, τα αποτελέσματα, κατά την εμπειρία μου, είναι άμεσα και δραματικά. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει τόση χαρά στο πρόσωπο ενός ανθρώπου όσο εκείνη που έδειχνε η Τζέρσεϊ εκείνο το βράδυ όταν ο Σατανάς έφυγε. Κυριολεκτικά θα πλήρωνα για να ξαναδώ εκείνο το πρόσωπο.
Σε ελαφρώς πιο ήπια μορφή, η ίδια εκείνη χαρά βρισκόταν και στο πρόσωπο της Μπέκας εκείνο το απόγευμα. Αλλά τα αποτελέσματα της επιτυχούς εκδίωξης ενός δαίμονα ή δαιμονικού πνεύματος είναι πολύ περισσότερα από ένα απλό συναίσθημα· σημαντικότερο είναι ότι είναι ουσιαστικά, πραγματικά και απολύτως μετρήσιμα μέσα από δείκτες συμπεριφοράς. Για πρώτη φορά εδώ και χρόνια η Μπέκα έτρωγε και κοιμόταν καλά χωρίς καμία αυτοκτονική σκέψη. Αλλά το αποτέλεσμα ήταν ακόμη μεγαλύτερο από αυτό. Ολόκληρη η στάση της είχε αλλάξει· τώρα ήταν μια αποφασισμένη γυναίκα, έτοιμη και πρόθυμη να εγκαταλείψει τον κακοήθη σύζυγό της. Είχε ήδη επικοινωνήσει με μεσίτρια και είχε κανονίσει ραντεβού για να ψάξει για νέο σπίτι. Και τα σχέδιά της ήταν ρεαλιστικά. Όλα αυτά μέσα σε λιγότερο από δύο ημέρες!
Κράτησε τρεις υπέροχες εβδομάδες.


Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών εβδομάδων η Μπέκα και η Κάθριν μετακόμισαν στο νέο μικρό τους σπίτι στο δάσος. Ο Τζακ, όπως αναμενόταν, έγινε έξαλλος και πιθανότατα θα τις είχε χτυπήσει και τις δύο αν η Μπέκα δεν τον είχε απειλήσει ότι θα καλέσει την αστυνομία. Μου είπε ότι δεν της έλειπε τίποτα από τη δουλειά. Πρώτη της προτεραιότητα ήταν να βρει νέο ιδιωτικό σχολείο για την Κάθριν και να τη βοηθήσει να προσαρμοστεί. Έπειτα η Μπέκα στράφηκε στο να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες ενός ακριβού, κορυφαίου δικηγόρου διαζυγίων. Ο δικηγόρος ετοίμαζε ήδη τα έγγραφα για να τα υπογράψει, ώστε να επιδοθούν στον Τζακ. Αλλά τελικά θα περνούσαν σχεδόν τρεις μήνες μέχρι να τα υπογράψει.
Οι κορυφαίοι δικηγόροι δεν προκαλούν τέτοιες καθυστερήσεις. Το πρόβλημα ήταν η Μπέκα, η οποία ήρθε να με δει στο κανονικό της ραντεβού —δύο φορές την εβδομάδα— είκοσι τρεις ημέρες μετά την εκδίωξη του Ιούδα.
Στις προηγούμενες συναντήσεις μας τα μάτια της έλαμπαν από τη χαρά της νέας της όρεξης για ζωή. Εκείνη την ημέρα όμως κατάλαβα ότι κάτι πήγαινε τρομερά στραβά από τη στιγμή που μπήκα στην αίθουσα αναμονής. Τα μάτια της έμοιαζαν νεκρά. Στον δρόμο προς το γραφείο μου το βάδισμά της είχε αλλάξει· έμοιαζε με ηλικιωμένη γυναίκα. Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω γιατί. Μόλις κάθισε στην καρέκλα του γραφείου μου, αναφώνησε με ένα μείγμα θυμού και απόγνωσης:
«Η κατάθλιψή μου επέστρεψε. Ολοκληρωτικά. Χειρότερα από πριν».
Έμεινα άναυδος, αλλά ήξερα ότι εκείνη ένιωθε πολύ χειρότερα.
«Το βλέπω», είπα. «Λυπάμαι πάρα πολύ».
«Πήγα πάλι στο Γουέστσεστερ αυτό το Σαββατοκύριακο», μου είπε, «όχι για να δω τον Τζακ, αλλά για να κάνω συναλλαγές. Οι πελάτες μας σπάνια κάνουν συναλλαγές τα Σαββατοκύριακα, αλλά τους τηλεφωνούσα απελπισμένα για να δω αν ήθελαν. Έπρεπε να ξαναρχίσω να κάνω συναλλαγές. Και φυσικά έκοψα τον εαυτό μου χθες το βράδυ. Πιο βαθιά από ποτέ».
Σήκωσε το μανίκι της μπλούζας της και μου έδειξε μια ανοιχτή πληγή μήκους τριών ιντσών, που έφτανε βαθιά μέσα στο υποδόριο λίπος.
«Τι ώρα χθες το βράδυ;» ρώτησα, προσπαθώντας να αποσπάσω την προσοχή μου με τις ιατρικές λεπτομέρειες.
«Περίπου στις εννέα».
«Τότε υπάρχει ακόμη χρόνος να ραφτεί», είπα, γνωρίζοντας ότι μια τέτοια πληγή πρέπει να μείνει ανοιχτή αν έχουν περάσει περισσότερες από είκοσι τέσσερις ώρες. «Πρέπει να κατέβουμε αμέσως στα επείγοντα».
«Όχι», απάντησε η Μπέκα με τόνο οριστικό. «Θέλω να μείνει ανοιχτή. Έτσι η ουλή θα γίνει μεγαλύτερη. Θέλω η ουλή να είναι μεγάλη».
Κάθε είδους καθαρά ιατρικές ανησυχίες περνούσαν βιαστικά από το μυαλό μου. Να προσπαθήσω να την αναγκάσω να πάει στα επείγοντα; Να δέσω την πληγή αμέσως; Να της γράψω αντιβιοτικά; Όμως μέσα σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα κατάλαβα ότι όλα αυτά ήταν σχεδόν γελοία δευτερεύοντα ζητήματα, επινοήσεις του νου μου για να αποφύγω το πραγματικό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπίσω.
«Τι στο διάβολο σου συνέβη;» ξεστόμισα.


«Και άρχισα να ακούω φωνές», είπε η Μπέκα σχεδόν ονειροπόλα. «Ξέρεις, δεν είχα ξανακούσει ποτέ φωνές. Κάθε λογής φωνές. Μερικές είναι χαμηλές, άλλες δυνατές. Μερικές αντρικές και άλλες γυναικείες».
Η ονειροπόλα έκφραση εξαφανίστηκε από το πρόσωπό της και αντικαταστάθηκε από πλήρη απογοήτευση και απελπισία.
«Δεν έχει πραγματικά σημασία», συνέχισε. «Όλες είναι το ίδιο. Είναι απλώς η ίδια φωνή σε διαφορετικές μορφές. Είναι μία και η ίδια φωνή».
«Ποιανού φωνή;» ρώτησα.
«Ξέρεις».
«Όχι, δεν ξέρω. Ποια φωνή είναι;»
«Είναι του Λουσιφέρ», είπε.


Συνεχίζεται

Δεν υπάρχουν σχόλια: