Συνέχεια από Σάββατο 28. Φεβρουαρίου 2026
Ο Θεός στην πατερική σκέψη 9
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΘΕΙΑ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (συνέχεια)
....Για να καταλήξουμε σε σαφή προσδιορισμό της σημασίας που οι Πατέρες αποδίδουν στον όρο «ἀγένητος» ως ιδίωμα του Θεού, απαιτείται πλήρης διερεύνηση και του όρου «ἀγέννητος»· και πρέπει να αποφασιστεί αν πράγματι τηρούνταν κάποια ουσιαστική διάκριση μεταξύ των δύο όρων....
Του G. L. Prestige
Εκδόσεις WIPF-STOCK-Eugene, Oregon
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ
ΘΕΙΑ ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΟΤΗΤΑ (συνέχεια)
....Για να καταλήξουμε σε σαφή προσδιορισμό της σημασίας που οι Πατέρες αποδίδουν στον όρο «ἀγένητος» ως ιδίωμα του Θεού, απαιτείται πλήρης διερεύνηση και του όρου «ἀγέννητος»· και πρέπει να αποφασιστεί αν πράγματι τηρούνταν κάποια ουσιαστική διάκριση μεταξύ των δύο όρων....
Ο Ιουστίνος, με εξαίρεση ένα χωρίο, φαίνεται να εφαρμόζει τον όρο ἀγέννητος αποκλειστικά στον Θεό Πατέρα, και συχνά σε αντίθεση προς τον Υιό. Θα φαινόταν λοιπόν εκ πρώτης όψεως φυσικό να υποθέσουμε ότι με αυτόν τον όρο εννοούσε απλώς «μη γεννημένος». Ωστόσο, η χρήση του σε ένα χωρίο όπως «Υιός του μόνου και ἀγεννήτου και ἀρρήτου Θεού» δείχνει ότι συνέδεε με τη λέξη αυτή κάτι ύψιστης σημασίας. Δεν χρησιμοποιεί πουθενά τη μορφή ἀγένητος, και σε ένα χωρίο (Διάλογος 5) αποδίδει τον όρο ἀγέννητος σε υποτιθέμενες έσχατες πραγματικότητες.
Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι χρησιμοποιεί συνειδητά «πλατωνική» γλώσσα· και, δεύτερον, ότι τελικά επιμένει στην ανάγκη να υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρχει μόνο μία ύστατη αιτία, με τα ακόλουθα λόγια: «μόνος γὰρ ὁ Θεὸς ἀγέννητος καὶ ἄφθαρτός ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο Θεός ἐστιν· τὰ δὲ μετ’ αὐτὸν πάντα γεννητὰ καὶ φθαρτά». Είναι επομένως φανερό ότι, για τον Ιουστίνο, ο όρος ἀγέννητος σημαίνει στην πραγματικότητα «ἀναίτιος» ή «ὕστατος», ενώ γεννητός σημαίνει «παραγόμενος» ή «προερχόμενος». Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, με μια έννοια που αργότερα θα εκφραζόταν με τους όρους ἀγένητος και γενητός. Πράγματι, δηλώνει ρητά (Διάλογος 5.6) ότι «οὐκ ἔστι πλῆθος ἀγεννήτων· … ἀλλὰ ἐὰν τὸν νοῦν ἐπ’ ἄπειρον προαγάγῃς, παύσῃ ἐπὶ ἑνὶ ἀγεννήτῳ, καὶ τοῦτο ἐρεῖς εἶναι τὴν αἰτίαν τῶν πάντων». Το ἀγέννητον του Ιουστίνου είναι έτσι ισοδύναμο με το ἀγένητον του Μεθοδίου.
Τα χειρόγραφα του Ἀθηναγόρα λέγεται ότι προέρχονται όλα από ένα και μόνο σωζόμενο αρχέτυπο. Είναι επομένως εύκολο, κατά τη μελέτη αυτού του συγγραφέα, να ακολουθήσει κανείς την ορθογραφία των χειρογράφων. Όταν αγνοούνται οι διορθώσεις των εκδοτών, προκύπτουν ορισμένα σαφή και σημαντικά αποτελέσματα.
Πρώτον, ο Θεός δεν αποκαλείται ποτέ ἀγένητος στην Πρεσβεία, αν και στην έκδοση του Dr. Goodspeed αυτή είναι η μορφή στην οποία διορθώνεται η γραφή των χειρογράφων σε κάθε περίπτωση. Η λέξη ἀγένητος εμφανίζεται πράγματι μόνο σε ένα χωρίο (8.1), όπου ο Ἀθηναγόρας εξετάζει τη θεωρία ότι υπήρχε αρχικά μια πολλαπλότητα θεών. «Εἰ γὰρ θεοί εἰσιν, οὐκ ὅμοιοί εἰσιν· ἐπειδὴ δὲ ἀγένητοί εἰσιν…» (το κείμενο είναι φθαρμένο, αλλά αυτή είναι η πιθανότερη αποκατάσταση) «ἀνόμοιοί εἰσιν· τὰ γὰρ γενητὰ τοῖς παραδείγμασιν ὁμοιάζει, τὰ δὲ ἀγένητα ἀνόμοια, ἐπειδὴ μήτε ἐξ ἄλλου προέρχεται μήτε πρὸς ἄλλο».
Δεύτερον, σε εννέα χωρία της πραγματείας ο χριστιανικός Θεός αποκαλείται ἀγέννητος, και σε έξι από αυτά εκφράζεται αντίθεση είτε προς τον όρο γενητός είτε προς κάποιο άλλο παράγωγο του ρήματος γίγνομαι. Τα χωρία είναι: 4.1 τέλος, 6.2 τέλος, 8.2 αρχή, 10.1 αρχή, 15.1, 23.2. Αυτές φαίνεται να είναι οι αρχαιότερες εμφανίσεις αυτής της μορφής αντιθέσεως, αλλά θα τη συναντήσουμε αργότερα στον Ειρηναίο, στον Ιππόλυτο και στον Ωριγένη.
Τρίτον, ο όρος γεννητός αποδίδεται δύο φορές σε όντα διαφορετικά από τον αληθινό Θεό, και συνεπάγεται την έννοια του «κτιστού» σε αντίθεση προς το ἀγέννητος, δηλαδή το «ἄκτιστος». Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση η αναφορά αφορά προσωπικά όντα της ελληνικής μυθολογίας.
Ο Ἀθηναγόρας δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί τον όρο γεννητός για απρόσωπα πράγματα με οποιαδήποτε έννοια. Και επειδή τα προσωπικά όντα συνήθως έρχονται στην ύπαρξη μέσω μιας διαδικασίας γεννήσεως, οι όροι «γεννημένος» και «δημιουργημένος» είναι στην πράξη ισοδύναμοι, παρόλο που ο πρώτος, με αυστηρή έννοια, σημαίνει όχι «δημιουργημένος» αλλά «προερχόμενος από γέννηση».
Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις Απολογίες δεν είναι ούτε εκτεταμένα ούτε ασήμαντα. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι ενδείξεις δείχνουν πως, κατά τον δεύτερο αιώνα, οι όροι που κατά την ετυμολογία τους υποδηλώνουν διαδικασία γεννήσεως και οι όροι που υποδηλώνουν δημιουργική πράξη χρησιμοποιούνταν περίπου με την ίδια σημασία.
Οι ετυμολογικά στερητικοί όροι δηλώνουν την ύστατη αυθυπαρξία και την καθολική αιτιότητα, και επομένως η σημασία τους είναι θετική μάλλον παρά αρνητική. Οι ετυμολογικά θετικοί όροι υποδηλώνουν την έλλειψη αυτών των ιδιοτήτων και γι’ αυτό φέρουν σε κάποιο βαθμό μια λογική απόχρωση αρνήσεως. (Το γεγονός αυτό αξίζει να σημειωθεί ως απάντηση, όσο φθάνει, στην κοινή άποψη ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας όριζαν τη φύση του Θεού με αρνητικούς όρους. Η δήλωση αυτή έχει μεγαλύτερη βαρύτητα γραμματικά παρά θεολογικά.)
Εφόσον ο Θεός θεωρούνταν ως ο καθολικός Πατέρας, δεν υπήρχε μεγάλη ανάγκη να διακρίνεται αυστηρά η γέννηση από τη δημιουργία. Από τη σκοπιά του θεϊσμού, η σημασία είτε του ἀγέννητος («αγέννητος») είτε του ἀγένητος («άκτιστος») ήταν ουσιαστικά η ίδια. Ο Θεός ήταν το μόνο ον στο οποίο μπορούσε να αποδοθεί σωστά οποιοσδήποτε από αυτούς τους όρους. Επειδή η Πατρότητα του Θεού ήταν κεντρικό σημείο της χριστιανικής διδασκαλίας, οι καθιερωμένες ορολογικές συνήθειες έγιναν εύκολα αποδεκτές από τους χριστιανούς συγγραφείς, και μπορούσε να ονομάζεται είτε ἀγέννητος είτε ἀγένητος χωρίς καμία δυσκολία.
Αν τα χειρόγραφα μπορούν να θεωρηθούν έστω και κατά προσέγγιση αξιόπιστα, η πρώτη γραφή φαίνεται ότι επικράτησε, πράγμα φυσικότερο όταν γίνεται λόγος για ένα προσωπικό ον. Από την άλλη πλευρά, επειδή μεγάλο μέρος της πεπερασμένης δημιουργίας αποτελείται από απρόσωπα πράγματα, ήταν φυσικότερο —αν και ίσως όχι πάντοτε— να γίνεται αναφορά στα στοιχεία της πεπερασμένης δημιουργίας ως γενητά μάλλον παρά γεννητά, ιδίως όταν το αντικείμενο της συζητήσεως ήταν απρόσωπο. Από αυτό προέκυπτε εκείνη η αντίθεση που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξη, μεταξύ ἀγεννήτου και γενητῶν.
Μια σύντομη παρατήρηση σχετικά με την αξιοπιστία της χειρόγραφης παράδοσης δεν είναι άσκοπη. Είναι βεβαίως υπερβολικό να ισχυρισθεί κανείς ότι τα χειρόγραφα έχουν πάντοτε δίκιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι χειρόγραφες αναγνώσεις του Ιππολύτου, για παράδειγμα, είναι αποδεδειγμένα εσφαλμένες, όπως όταν μας δίνουν τα γένημα ἐγένησαν οἱ γεννήσεως (Refutatio 8.9.2, 6.22.1· πρβλ. επίσης γεννετήν, 6.23.1). Ωστόσο μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η γενική τάση είναι να παραλείπεται ένα γνήσιο ν παρά να προστίθεται ένα που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στο κείμενο.
Οι μορφές ἐγένησαν (6.29.6) και γεγενηκότων (6.30.6) αποτελούν επίσης χαρακτηριστικά παραδείγματα· και στα χωρία 6.38.2, 6.42.8 και 7.28.4 είναι απολύτως σαφές ότι το ένα ν του Ιππολύτου πρέπει να διορθωθεί στο διπλό νν του Ειρηναίου (Irenæus lat.), το οποίο υποστηρίζεται σε κάθε περίπτωση και από άλλα κειμενικά στοιχεία. Η γενική συνέπεια αυτής της τάσεως, αν εξεταστεί συνολικά, αποτελεί ένα αρκετά εντυπωσιακό σώμα μαρτυριών.
Θα μπορούσε, βεβαίως, να υποστηριχθεί ότι αυτή η συνέπεια αντανακλά την τάση των αντιγραφέων, πολλούς αιώνες αργότερα από το πρωτότυπο, και όχι τη συνήθεια των αρχικών συγγραφέων. Εναντίον αυτής της άποψης όμως συνηγορούν δύο γεγονότα.
Οι αντιγραφείς, σε αντίθεση με τους εκδότες, ήταν συνήθως απλοί και μάλλον επιρρεπείς στο να δημιουργούν δυσκολίες στο κείμενο παρά να τις διορθώνουν. Τα οπτικά τους λάθη έμοιαζαν με τις ακουστικές παρερμηνείες αμόρφωτων στενογράφων. Το να υποθέσουμε ότι αλλοίωσαν σκόπιμα έναν τόσο γνωστό όρο όπως ἀγένητος σημαίνει ότι τους αποδίδουμε μια απρόσμενη πνευματική πρωτοβουλία.
Δεύτερον, η φυσική τάση μιας συνειδητής φιλολογικής διορθώσεως σε μεταγενέστερη εποχή θα ήταν μάλλον να αφαιρεθεί ένα ν από το ἀγέννητος παρά να προστεθεί δεύτερο ν στο ἀγένητος. Όταν η θεολογική συζήτηση μετατοπίστηκε από τον θεϊσμό στη Χριστολογία, η γραφή ἀγέννητος προκάλεσε τις πιο οδυνηρές δυσκολίες και μάλιστα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της Αρειανικής αιρέσεως.
Ο Χριστός δεν ήταν ἀγέννητος· ήταν ο Υιός του Πατρός. Έπρεπε λοιπόν να καταταγεί ανάμεσα στα γενητά; Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε σοβαρά τον Ωριγένη και αργότερα οδήγησε τον Άρειο σε σύγχυση. Η μόνη λύση ήταν να γίνει αυστηρή διάκριση μεταξύ ἀγέννητος και ἀγένητος, και να καταστεί ο δεύτερος όρος το κεντρικό σημείο αντί του πρώτου. Το γεγονός όμως ότι οι Απολογητές, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, προτιμούν να χρησιμοποιούν τον πρώτο όρο αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η χειρόγραφη παράδοση είναι κατά βάση αξιόπιστη.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ἀγέννητος και ἀγένητος, εκτός από μια αόριστη αίσθηση ότι ο προσωπικός όρος ταιριάζει περισσότερο όταν γίνεται λόγος για ένα προσωπικό ον. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μάλλον με εναλλακτικές γραφές της ίδιας λέξης παρά με δύο διαφορετικούς όρους με διακριτές σημασίες.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, σε γενικές γραμμές, και από τη μελέτη του Ειρηναίου. Στον Ειρηναίο ο τύπος ἀγέννητος εμφανίζεται πολύ συχνότερα από τον ἀγένητος και εφαρμόζεται συνήθως στον Θεό, ή τουλάχιστον στην ύστατη Δύναμη ή στον Πατέρα των γνωστικών αιρέσεων. Το ελληνικό κείμενο του Ειρηναίου είναι συχνά αβέβαιο, διότι, όπου σώζεται, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από παραθέσεις που κάνουν ο Ιππόλυτος και ο Επιφάνιος. Όταν όμως αυτά ελεγχθούν με την αρχαία λατινική μετάφραση, προκύπτει αρκετά καθαρά ότι οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν συνήθως τη μορφή με το διπλό νν. Το ἀγέννητος μεταφράζεται άλλοτε με ingenitus, άλλοτε με innatus, και τουλάχιστον σε μία περίπτωση απλώς μεταγράφεται με λατινικούς χαρακτήρες (Adversus haereses 1.11.3).
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι ο Ειρηναίος, όταν γράφει στο δικό του πρόσωπο, προτιμά τον τύπο ἀγένητος. Στο Adversus haereses 1.11.1, αν μπορούμε να εμπιστευθούμε το λατινικό κείμενο, οι nati æones τίθενται σε αντίθεση προς τον infectus pater. Αυτό ίσως αποτελεί μια τυχαία αντανάκλαση, μέσα σε γνωστικό πλαίσιο, της προσωπικής προτίμησης του Ειρηναίου. Στο Adversus haereses 4.38.1 κ.ε. υπάρχει ένα εκτενές χωρίο στο οποίο αναπτύσσει τις δικές του απόψεις — όχι εκείνες των γνωστικών αιρετικών — και εδώ το λατινικό κείμενο, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από μία, δίνει τον τύπο infectus, που αντιστοιχεί στον τύπο ἀγένητος.
Το ελληνικό κείμενο σώζεται στα Sacra Parallela (κείμενο στον Holl, Texte und Untersuchungen XVI, νέα σειρά I.1). Ένα χειρόγραφο γράφει ἀγέννητος με σχεδόν πλήρη συνέπεια, ενώ τα άλλα (τα οποία λέγεται ότι προέρχονται από κοινό αρχέτυπο) γράφουν με εξίσου σταθερό τρόπο ἀγένητος. Φαίνεται λοιπόν ότι η παράδοση με τα «δύο ν» πρέπει να προήλθε από συνειδητή αναθεώρηση, που έγινε υπό το φως φιλολογικής γνώσης από κάποιον που γνώριζε ότι ο συνηθέστερος τύπος με τον οποίο εμφανίζεται ο όρος στον Ειρηναίο έχει διπλό σύμφωνο· ενώ η άλλη παράδοση, που υποστηρίζεται και από τη λατινική μετάφραση, πρέπει να γίνει δεκτή στο συγκεκριμένο αυτό χωρίο.
Το χωρίο αξίζει να παρατεθεί, διότι δίνει μια χρήσιμη εικόνα της έννοιας που εκφράζει ο όρος ἀγεν(ν)ητος:
«Αν κάποιος πει: “Δεν θα μπορούσε ο Θεός να παρουσιάσει τον άνθρωπο τέλειο από την αρχή;”, ας κατανοήσει ότι, ως προς τον εαυτό Του, όλα είναι δυνατά στον Θεό, διότι είναι αμετάβλητος και ἀγέννητος. Τα δημιουργήματα (τὰ γεγονότα), όμως, επειδή απέκτησαν αργότερα ανεξάρτητη αρχή χρονικής υπάρξεως (γενέσεως), είναι για τον λόγο αυτό κατώτερα από Εκείνον που τα δημιούργησε. Τα όντα που δημιουργήθηκαν πρόσφατα (γεγενημένα) δεν μπορούν να είναι ἀγένητα. Εφόσον δεν είναι ἀγένητα, είναι κατώτερα από το τέλειο».
Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι, επειδή ο άνθρωπος ήταν ανίκανος να δεχθεί την τελειότητα του Θεού, όντας ακόμη νηπιακός, ο Χριστός ήλθε με νηπιακή σάρκα για να εκπαιδεύσει τον άνθρωπο ώστε να φθάσει στο σημείο να μπορεί να δεχθεί μέσα του το Πνεύμα, στην οικονομία που ακολουθεί την Ενανθρώπηση.
Κατόπιν συνεχίζει:
«Η αδυναμία και η έλλειψη δεν βρίσκονταν στον Θεό, αλλά στον νεοδημιούργητο άνθρωπο, επειδή δεν ήταν ἀγένητος. Στον Θεό φανερώνονται εξίσου δύναμη, σοφία και αγαθότητα: δύναμη και αγαθότητα στο ότι θέλησε και δημιούργησε όντα που προηγουμένως δεν υπήρχαν· σοφία στο ότι έκανε τα δημιουργήματα αρμονικά και σύμφωνά μεταξύ τους. Καθώς τα δημιουργήματα λαμβάνουν αύξηση χάρη στην υπέρμετρη αγαθότητά Του και διατηρούνται για μακρό χρονικό διάστημα, θα αποκτήσουν τη δόξα του ἀγενήτου, αφού ο Θεός χαρίζει αφειδώς ό,τι είναι καλό. Ως προς τη δημιουργία τους δεν είναι ἀγένητα· αλλά επειδή διατηρούνται επί μακρούς αιώνες θα λάβουν τη δύναμη του ἀγενήτου, καθώς ο Θεός τους χαρίζει δωρεάν αιώνια διάρκεια. Έτσι ο Θεός έχει την υπεροχή σε όλα· μόνο Αυτός είναι ἀγένητος, πρώτος απ’ όλα και δημιουργός της υπάρξεως των πάντων. Όλα τα άλλα παραμένουν υποτεταγμένα στον Θεό. Και η υποταγή στον Θεό είναι παραμονή στην αφθαρσία, ενώ η αφθαρσία είναι η δόξα του ἀγενήτου. Με αυτή τη διάταξη και με τέτοια αρμονία και καθοδήγηση, ο γενητός και κτιστός άνθρωπος γίνεται κατά την εικόνα και ομοίωση του ἀγενήτου Θεού».
«Το θέλημα και η εντολή ανήκουν στον Πατέρα. Ο Υιός εκτελεί και δημιουργεί. Το Πνεύμα τρέφει και αυξάνει. Και ο άνθρωπος προοδεύει ήπια και ανέρχεται προς την τελειότητα, δηλαδή πλησιάζει προς το ἀγένητον. Διότι το τέλειο είναι το ἀγένητον, και αυτό είναι ο Θεός».
Σχετικά με ένα σημείο της αναγνώσεως του κειμένου, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και το χειρόγραφο της παραδόσεως με τα «δύο ν» γράφει ἀγένητος με ένα μόνο ν στην τελευταία εμφάνιση του όρου, όπως ακριβώς η λατινική μετάφραση υποστηρίζει το διπλό νν στην πρώτη εμφάνισή του. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Ειρηναίος ακολουθεί τη γενική παράδοση των Απολογητών, θεωρώντας ότι το ἀγεν(ν)ητος εκφράζει μία ενιαία έννοια, ανεξάρτητα από τη μορφή της γραφής. Ο τύπος ἀγέννητος είναι καταλληλότερος όταν γίνεται λόγος για τον προσωπικό Θεό, εφόσον όλες οι άλλες συνθήκες είναι ίσες· αλλά όταν ο όρος συζητείται με πιο γενικό και αφηρημένο τρόπο, γίνεται φυσικότερο να γράφεται ἀγένητος. Το νόημα παραμένει το ίδιο, αλλά η ορθογραφία καθορίζεται από μια ασυνείδητη αίσθηση ότι οι συνειρμοί που συνδέονται με τη μία ή την άλλη ετυμολογική προέλευση είναι περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλοι.
Ωστόσο, σημαντικότερη από την ορθογραφία είναι η σημασία. Το ἀγένητον υπάρχει καθ’ εαυτό· η αιτία του βρίσκεται μέσα στην ίδια του την ύπαρξη. Επειδή είναι ανεξάρτητο από κάθε άλλη ύπαρξη, κατέχει την τελειότητα. Τα δημιουργήματα, επειδή η ύπαρξή τους δεν έχει το θεμέλιό της στον εαυτό τους, είναι αναγκαστικά ατελή. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά και στο ἀγένητον είναι η διαφορά ανάμεσα στο ενδεχόμενο και στο απόλυτο.
Ορισμένες ιδιότητες μπορούν να αποκτηθούν από τα δημιουργήματα εξαρτημένα και παράγωγα, εφόσον παραμένουν «υποτεταγμένα», δηλαδή εφόσον συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στους νόμους που έχουν επιβληθεί στην ύπαρξή τους και, φυσικά, εφόσον αυτοί οι νόμοι περιλαμβάνουν τέτοιες ιδιότητες. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στην αθανασία και να εισέλθει κατά κάποιον βαθμό «στη δόξα του ἀγενήτου», αλλά μόνο κατὰ χάριν και όχι καθ’ εαυτόν.
Στο ἀγένητον μόνο ανήκουν εκ φύσεως η παντοδυναμία, η τελειότητα, η δημιουργική δύναμη και η αγαθότητα, η δόξα, η αιωνιότητα, η αιτιότητα και η σοφία. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία του Ειρηναίου, δεν είναι απλώς ότι κάθε Αγαθότητα, Αλήθεια και Ομορφιά βρίσκονται στον Θεό, αλλά βρίσκονται σε Αυτόν επειδή είναι το ἀγένητον ή —όπως μπορεί μερικές φορές να γραφεί, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική Του ύπαρξη— το ἀγέννητον. Όπως κι αν γραφεί η λέξη, είτε από χριστιανό είτε από γνωστικό είτε από πλατωνικό συγγραφέα, αυτό που προφανώς σημαίνει μπορεί να περιγραφεί καλύτερα, όχι με την αυστηρά εγελιανή έννοια, αλλά με γενικό τρόπο, ως «Το Απόλυτο».
Ήδη έχει αναφερθεί ότι το κείμενο του Ειρηναίου υποδηλώνει τη συνηθισμένη χρήση του ἀγέννητος με διπλό νν από τους Γνωστικούς τους οποίους παραθέτει. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη μελέτη της Refutatio του Ιππολύτου. Εκτός από το πρώτο βιβλίο, το κείμενο αυτής της πραγματείας σώζεται μόνο σε ένα χειρόγραφο, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις —όπως έχει ήδη αναφερθεί— μπορεί να αποδειχθεί ότι παραλείπει ένα ν σε λέξεις της ομάδας που συγγενεύει με το ἀγεν(ν)ητος.
Παρά το γεγονός αυτό, ο τύπος ἀγένητος φαίνεται να εφαρμόζεται στον προσωπικό Θεό ή στον ύστατο Αἰῶνα μόνο σε τρία χωρία. Στο ένα (7.32.1) το λατινικό κείμενο του Ειρηναίου υποδηλώνει ότι στο ελληνικό κείμενο θα έπρεπε να διαβάζεται το διπλό νν. Στα άλλα δύο, όπου συζητούνται αντίστοιχα ο Νοητός και ο Ηράκλειτος (9.10.10 και 9.9.4), η λέξη εμφανίζεται μαζί με το αντίθετό της, σε μια μορφή που φαίνεται να είναι ημιτεχνικός τύπος —«γενητός–ἀγένητος»— που σκοπεύει να εκφράσει το παράδοξο του Υπέρτατου Όντος το οποίο υπάρχει ταυτόχρονα ως υπερβατικό και ως εμμενές. (Συγκρίνετε τη φράση που αποδίδεται στον Κάλλιστο, Refutatio 9.11.3, «γενητὸς καὶ παθητός», σχετικά με την ενανθρώπηση του Χριστού.)
Κατά τα άλλα, όλοι οι συγγραφείς που εξετάζει ο Ιππόλυτος φαίνεται να χρησιμοποιούν το διπλό νν όταν μιλούν για προσωπικές θεότητες.
Συνεχίζεται
Πρέπει να σημειωθεί, πρώτον, ότι χρησιμοποιεί συνειδητά «πλατωνική» γλώσσα· και, δεύτερον, ότι τελικά επιμένει στην ανάγκη να υποθέσουμε ότι μπορεί να υπάρχει μόνο μία ύστατη αιτία, με τα ακόλουθα λόγια: «μόνος γὰρ ὁ Θεὸς ἀγέννητος καὶ ἄφθαρτός ἐστι, καὶ διὰ τοῦτο Θεός ἐστιν· τὰ δὲ μετ’ αὐτὸν πάντα γεννητὰ καὶ φθαρτά». Είναι επομένως φανερό ότι, για τον Ιουστίνο, ο όρος ἀγέννητος σημαίνει στην πραγματικότητα «ἀναίτιος» ή «ὕστατος», ενώ γεννητός σημαίνει «παραγόμενος» ή «προερχόμενος». Με άλλα λόγια, χρησιμοποιεί αυτούς τους όρους, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό, με μια έννοια που αργότερα θα εκφραζόταν με τους όρους ἀγένητος και γενητός. Πράγματι, δηλώνει ρητά (Διάλογος 5.6) ότι «οὐκ ἔστι πλῆθος ἀγεννήτων· … ἀλλὰ ἐὰν τὸν νοῦν ἐπ’ ἄπειρον προαγάγῃς, παύσῃ ἐπὶ ἑνὶ ἀγεννήτῳ, καὶ τοῦτο ἐρεῖς εἶναι τὴν αἰτίαν τῶν πάντων». Το ἀγέννητον του Ιουστίνου είναι έτσι ισοδύναμο με το ἀγένητον του Μεθοδίου.
Τα χειρόγραφα του Ἀθηναγόρα λέγεται ότι προέρχονται όλα από ένα και μόνο σωζόμενο αρχέτυπο. Είναι επομένως εύκολο, κατά τη μελέτη αυτού του συγγραφέα, να ακολουθήσει κανείς την ορθογραφία των χειρογράφων. Όταν αγνοούνται οι διορθώσεις των εκδοτών, προκύπτουν ορισμένα σαφή και σημαντικά αποτελέσματα.
Πρώτον, ο Θεός δεν αποκαλείται ποτέ ἀγένητος στην Πρεσβεία, αν και στην έκδοση του Dr. Goodspeed αυτή είναι η μορφή στην οποία διορθώνεται η γραφή των χειρογράφων σε κάθε περίπτωση. Η λέξη ἀγένητος εμφανίζεται πράγματι μόνο σε ένα χωρίο (8.1), όπου ο Ἀθηναγόρας εξετάζει τη θεωρία ότι υπήρχε αρχικά μια πολλαπλότητα θεών. «Εἰ γὰρ θεοί εἰσιν, οὐκ ὅμοιοί εἰσιν· ἐπειδὴ δὲ ἀγένητοί εἰσιν…» (το κείμενο είναι φθαρμένο, αλλά αυτή είναι η πιθανότερη αποκατάσταση) «ἀνόμοιοί εἰσιν· τὰ γὰρ γενητὰ τοῖς παραδείγμασιν ὁμοιάζει, τὰ δὲ ἀγένητα ἀνόμοια, ἐπειδὴ μήτε ἐξ ἄλλου προέρχεται μήτε πρὸς ἄλλο».
Δεύτερον, σε εννέα χωρία της πραγματείας ο χριστιανικός Θεός αποκαλείται ἀγέννητος, και σε έξι από αυτά εκφράζεται αντίθεση είτε προς τον όρο γενητός είτε προς κάποιο άλλο παράγωγο του ρήματος γίγνομαι. Τα χωρία είναι: 4.1 τέλος, 6.2 τέλος, 8.2 αρχή, 10.1 αρχή, 15.1, 23.2. Αυτές φαίνεται να είναι οι αρχαιότερες εμφανίσεις αυτής της μορφής αντιθέσεως, αλλά θα τη συναντήσουμε αργότερα στον Ειρηναίο, στον Ιππόλυτο και στον Ωριγένη.
Τρίτον, ο όρος γεννητός αποδίδεται δύο φορές σε όντα διαφορετικά από τον αληθινό Θεό, και συνεπάγεται την έννοια του «κτιστού» σε αντίθεση προς το ἀγέννητος, δηλαδή το «ἄκτιστος». Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι σε κάθε περίπτωση η αναφορά αφορά προσωπικά όντα της ελληνικής μυθολογίας.
Ο Ἀθηναγόρας δεν φαίνεται να χρησιμοποιεί τον όρο γεννητός για απρόσωπα πράγματα με οποιαδήποτε έννοια. Και επειδή τα προσωπικά όντα συνήθως έρχονται στην ύπαρξη μέσω μιας διαδικασίας γεννήσεως, οι όροι «γεννημένος» και «δημιουργημένος» είναι στην πράξη ισοδύναμοι, παρόλο που ο πρώτος, με αυστηρή έννοια, σημαίνει όχι «δημιουργημένος» αλλά «προερχόμενος από γέννηση».
Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις Απολογίες δεν είναι ούτε εκτεταμένα ούτε ασήμαντα. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι οι ενδείξεις δείχνουν πως, κατά τον δεύτερο αιώνα, οι όροι που κατά την ετυμολογία τους υποδηλώνουν διαδικασία γεννήσεως και οι όροι που υποδηλώνουν δημιουργική πράξη χρησιμοποιούνταν περίπου με την ίδια σημασία.
Οι ετυμολογικά στερητικοί όροι δηλώνουν την ύστατη αυθυπαρξία και την καθολική αιτιότητα, και επομένως η σημασία τους είναι θετική μάλλον παρά αρνητική. Οι ετυμολογικά θετικοί όροι υποδηλώνουν την έλλειψη αυτών των ιδιοτήτων και γι’ αυτό φέρουν σε κάποιο βαθμό μια λογική απόχρωση αρνήσεως. (Το γεγονός αυτό αξίζει να σημειωθεί ως απάντηση, όσο φθάνει, στην κοινή άποψη ότι οι Πατέρες της Εκκλησίας όριζαν τη φύση του Θεού με αρνητικούς όρους. Η δήλωση αυτή έχει μεγαλύτερη βαρύτητα γραμματικά παρά θεολογικά.)
Εφόσον ο Θεός θεωρούνταν ως ο καθολικός Πατέρας, δεν υπήρχε μεγάλη ανάγκη να διακρίνεται αυστηρά η γέννηση από τη δημιουργία. Από τη σκοπιά του θεϊσμού, η σημασία είτε του ἀγέννητος («αγέννητος») είτε του ἀγένητος («άκτιστος») ήταν ουσιαστικά η ίδια. Ο Θεός ήταν το μόνο ον στο οποίο μπορούσε να αποδοθεί σωστά οποιοσδήποτε από αυτούς τους όρους. Επειδή η Πατρότητα του Θεού ήταν κεντρικό σημείο της χριστιανικής διδασκαλίας, οι καθιερωμένες ορολογικές συνήθειες έγιναν εύκολα αποδεκτές από τους χριστιανούς συγγραφείς, και μπορούσε να ονομάζεται είτε ἀγέννητος είτε ἀγένητος χωρίς καμία δυσκολία.
Αν τα χειρόγραφα μπορούν να θεωρηθούν έστω και κατά προσέγγιση αξιόπιστα, η πρώτη γραφή φαίνεται ότι επικράτησε, πράγμα φυσικότερο όταν γίνεται λόγος για ένα προσωπικό ον. Από την άλλη πλευρά, επειδή μεγάλο μέρος της πεπερασμένης δημιουργίας αποτελείται από απρόσωπα πράγματα, ήταν φυσικότερο —αν και ίσως όχι πάντοτε— να γίνεται αναφορά στα στοιχεία της πεπερασμένης δημιουργίας ως γενητά μάλλον παρά γεννητά, ιδίως όταν το αντικείμενο της συζητήσεως ήταν απρόσωπο. Από αυτό προέκυπτε εκείνη η αντίθεση που εκ πρώτης όψεως φαίνεται παράδοξη, μεταξύ ἀγεννήτου και γενητῶν.
Μια σύντομη παρατήρηση σχετικά με την αξιοπιστία της χειρόγραφης παράδοσης δεν είναι άσκοπη. Είναι βεβαίως υπερβολικό να ισχυρισθεί κανείς ότι τα χειρόγραφα έχουν πάντοτε δίκιο. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι χειρόγραφες αναγνώσεις του Ιππολύτου, για παράδειγμα, είναι αποδεδειγμένα εσφαλμένες, όπως όταν μας δίνουν τα γένημα ἐγένησαν οἱ γεννήσεως (Refutatio 8.9.2, 6.22.1· πρβλ. επίσης γεννετήν, 6.23.1). Ωστόσο μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι η γενική τάση είναι να παραλείπεται ένα γνήσιο ν παρά να προστίθεται ένα που δεν θα έπρεπε να βρίσκεται στο κείμενο.
Οι μορφές ἐγένησαν (6.29.6) και γεγενηκότων (6.30.6) αποτελούν επίσης χαρακτηριστικά παραδείγματα· και στα χωρία 6.38.2, 6.42.8 και 7.28.4 είναι απολύτως σαφές ότι το ένα ν του Ιππολύτου πρέπει να διορθωθεί στο διπλό νν του Ειρηναίου (Irenæus lat.), το οποίο υποστηρίζεται σε κάθε περίπτωση και από άλλα κειμενικά στοιχεία. Η γενική συνέπεια αυτής της τάσεως, αν εξεταστεί συνολικά, αποτελεί ένα αρκετά εντυπωσιακό σώμα μαρτυριών.
Θα μπορούσε, βεβαίως, να υποστηριχθεί ότι αυτή η συνέπεια αντανακλά την τάση των αντιγραφέων, πολλούς αιώνες αργότερα από το πρωτότυπο, και όχι τη συνήθεια των αρχικών συγγραφέων. Εναντίον αυτής της άποψης όμως συνηγορούν δύο γεγονότα.
Οι αντιγραφείς, σε αντίθεση με τους εκδότες, ήταν συνήθως απλοί και μάλλον επιρρεπείς στο να δημιουργούν δυσκολίες στο κείμενο παρά να τις διορθώνουν. Τα οπτικά τους λάθη έμοιαζαν με τις ακουστικές παρερμηνείες αμόρφωτων στενογράφων. Το να υποθέσουμε ότι αλλοίωσαν σκόπιμα έναν τόσο γνωστό όρο όπως ἀγένητος σημαίνει ότι τους αποδίδουμε μια απρόσμενη πνευματική πρωτοβουλία.
Δεύτερον, η φυσική τάση μιας συνειδητής φιλολογικής διορθώσεως σε μεταγενέστερη εποχή θα ήταν μάλλον να αφαιρεθεί ένα ν από το ἀγέννητος παρά να προστεθεί δεύτερο ν στο ἀγένητος. Όταν η θεολογική συζήτηση μετατοπίστηκε από τον θεϊσμό στη Χριστολογία, η γραφή ἀγέννητος προκάλεσε τις πιο οδυνηρές δυσκολίες και μάλιστα αποτέλεσε έναν από τους βασικούς άξονες της Αρειανικής αιρέσεως.
Ο Χριστός δεν ήταν ἀγέννητος· ήταν ο Υιός του Πατρός. Έπρεπε λοιπόν να καταταγεί ανάμεσα στα γενητά; Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε σοβαρά τον Ωριγένη και αργότερα οδήγησε τον Άρειο σε σύγχυση. Η μόνη λύση ήταν να γίνει αυστηρή διάκριση μεταξύ ἀγέννητος και ἀγένητος, και να καταστεί ο δεύτερος όρος το κεντρικό σημείο αντί του πρώτου. Το γεγονός όμως ότι οι Απολογητές, σύμφωνα με τα χειρόγραφα, προτιμούν να χρησιμοποιούν τον πρώτο όρο αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι η χειρόγραφη παράδοση είναι κατά βάση αξιόπιστη.
Μέχρι εδώ, λοιπόν, φαίνεται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ ἀγέννητος και ἀγένητος, εκτός από μια αόριστη αίσθηση ότι ο προσωπικός όρος ταιριάζει περισσότερο όταν γίνεται λόγος για ένα προσωπικό ον. Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε μάλλον με εναλλακτικές γραφές της ίδιας λέξης παρά με δύο διαφορετικούς όρους με διακριτές σημασίες.
Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται, σε γενικές γραμμές, και από τη μελέτη του Ειρηναίου. Στον Ειρηναίο ο τύπος ἀγέννητος εμφανίζεται πολύ συχνότερα από τον ἀγένητος και εφαρμόζεται συνήθως στον Θεό, ή τουλάχιστον στην ύστατη Δύναμη ή στον Πατέρα των γνωστικών αιρέσεων. Το ελληνικό κείμενο του Ειρηναίου είναι συχνά αβέβαιο, διότι, όπου σώζεται, προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από παραθέσεις που κάνουν ο Ιππόλυτος και ο Επιφάνιος. Όταν όμως αυτά ελεγχθούν με την αρχαία λατινική μετάφραση, προκύπτει αρκετά καθαρά ότι οι Γνωστικοί χρησιμοποιούσαν συνήθως τη μορφή με το διπλό νν. Το ἀγέννητος μεταφράζεται άλλοτε με ingenitus, άλλοτε με innatus, και τουλάχιστον σε μία περίπτωση απλώς μεταγράφεται με λατινικούς χαρακτήρες (Adversus haereses 1.11.3).
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ότι ο Ειρηναίος, όταν γράφει στο δικό του πρόσωπο, προτιμά τον τύπο ἀγένητος. Στο Adversus haereses 1.11.1, αν μπορούμε να εμπιστευθούμε το λατινικό κείμενο, οι nati æones τίθενται σε αντίθεση προς τον infectus pater. Αυτό ίσως αποτελεί μια τυχαία αντανάκλαση, μέσα σε γνωστικό πλαίσιο, της προσωπικής προτίμησης του Ειρηναίου. Στο Adversus haereses 4.38.1 κ.ε. υπάρχει ένα εκτενές χωρίο στο οποίο αναπτύσσει τις δικές του απόψεις — όχι εκείνες των γνωστικών αιρετικών — και εδώ το λατινικό κείμενο, σε όλες τις περιπτώσεις εκτός από μία, δίνει τον τύπο infectus, που αντιστοιχεί στον τύπο ἀγένητος.
Το ελληνικό κείμενο σώζεται στα Sacra Parallela (κείμενο στον Holl, Texte und Untersuchungen XVI, νέα σειρά I.1). Ένα χειρόγραφο γράφει ἀγέννητος με σχεδόν πλήρη συνέπεια, ενώ τα άλλα (τα οποία λέγεται ότι προέρχονται από κοινό αρχέτυπο) γράφουν με εξίσου σταθερό τρόπο ἀγένητος. Φαίνεται λοιπόν ότι η παράδοση με τα «δύο ν» πρέπει να προήλθε από συνειδητή αναθεώρηση, που έγινε υπό το φως φιλολογικής γνώσης από κάποιον που γνώριζε ότι ο συνηθέστερος τύπος με τον οποίο εμφανίζεται ο όρος στον Ειρηναίο έχει διπλό σύμφωνο· ενώ η άλλη παράδοση, που υποστηρίζεται και από τη λατινική μετάφραση, πρέπει να γίνει δεκτή στο συγκεκριμένο αυτό χωρίο.
Το χωρίο αξίζει να παρατεθεί, διότι δίνει μια χρήσιμη εικόνα της έννοιας που εκφράζει ο όρος ἀγεν(ν)ητος:
«Αν κάποιος πει: “Δεν θα μπορούσε ο Θεός να παρουσιάσει τον άνθρωπο τέλειο από την αρχή;”, ας κατανοήσει ότι, ως προς τον εαυτό Του, όλα είναι δυνατά στον Θεό, διότι είναι αμετάβλητος και ἀγέννητος. Τα δημιουργήματα (τὰ γεγονότα), όμως, επειδή απέκτησαν αργότερα ανεξάρτητη αρχή χρονικής υπάρξεως (γενέσεως), είναι για τον λόγο αυτό κατώτερα από Εκείνον που τα δημιούργησε. Τα όντα που δημιουργήθηκαν πρόσφατα (γεγενημένα) δεν μπορούν να είναι ἀγένητα. Εφόσον δεν είναι ἀγένητα, είναι κατώτερα από το τέλειο».
Στη συνέχεια υποστηρίζει ότι, επειδή ο άνθρωπος ήταν ανίκανος να δεχθεί την τελειότητα του Θεού, όντας ακόμη νηπιακός, ο Χριστός ήλθε με νηπιακή σάρκα για να εκπαιδεύσει τον άνθρωπο ώστε να φθάσει στο σημείο να μπορεί να δεχθεί μέσα του το Πνεύμα, στην οικονομία που ακολουθεί την Ενανθρώπηση.
Κατόπιν συνεχίζει:
«Η αδυναμία και η έλλειψη δεν βρίσκονταν στον Θεό, αλλά στον νεοδημιούργητο άνθρωπο, επειδή δεν ήταν ἀγένητος. Στον Θεό φανερώνονται εξίσου δύναμη, σοφία και αγαθότητα: δύναμη και αγαθότητα στο ότι θέλησε και δημιούργησε όντα που προηγουμένως δεν υπήρχαν· σοφία στο ότι έκανε τα δημιουργήματα αρμονικά και σύμφωνά μεταξύ τους. Καθώς τα δημιουργήματα λαμβάνουν αύξηση χάρη στην υπέρμετρη αγαθότητά Του και διατηρούνται για μακρό χρονικό διάστημα, θα αποκτήσουν τη δόξα του ἀγενήτου, αφού ο Θεός χαρίζει αφειδώς ό,τι είναι καλό. Ως προς τη δημιουργία τους δεν είναι ἀγένητα· αλλά επειδή διατηρούνται επί μακρούς αιώνες θα λάβουν τη δύναμη του ἀγενήτου, καθώς ο Θεός τους χαρίζει δωρεάν αιώνια διάρκεια. Έτσι ο Θεός έχει την υπεροχή σε όλα· μόνο Αυτός είναι ἀγένητος, πρώτος απ’ όλα και δημιουργός της υπάρξεως των πάντων. Όλα τα άλλα παραμένουν υποτεταγμένα στον Θεό. Και η υποταγή στον Θεό είναι παραμονή στην αφθαρσία, ενώ η αφθαρσία είναι η δόξα του ἀγενήτου. Με αυτή τη διάταξη και με τέτοια αρμονία και καθοδήγηση, ο γενητός και κτιστός άνθρωπος γίνεται κατά την εικόνα και ομοίωση του ἀγενήτου Θεού».
«Το θέλημα και η εντολή ανήκουν στον Πατέρα. Ο Υιός εκτελεί και δημιουργεί. Το Πνεύμα τρέφει και αυξάνει. Και ο άνθρωπος προοδεύει ήπια και ανέρχεται προς την τελειότητα, δηλαδή πλησιάζει προς το ἀγένητον. Διότι το τέλειο είναι το ἀγένητον, και αυτό είναι ο Θεός».
Σχετικά με ένα σημείο της αναγνώσεως του κειμένου, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και το χειρόγραφο της παραδόσεως με τα «δύο ν» γράφει ἀγένητος με ένα μόνο ν στην τελευταία εμφάνιση του όρου, όπως ακριβώς η λατινική μετάφραση υποστηρίζει το διπλό νν στην πρώτη εμφάνισή του. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Ειρηναίος ακολουθεί τη γενική παράδοση των Απολογητών, θεωρώντας ότι το ἀγεν(ν)ητος εκφράζει μία ενιαία έννοια, ανεξάρτητα από τη μορφή της γραφής. Ο τύπος ἀγέννητος είναι καταλληλότερος όταν γίνεται λόγος για τον προσωπικό Θεό, εφόσον όλες οι άλλες συνθήκες είναι ίσες· αλλά όταν ο όρος συζητείται με πιο γενικό και αφηρημένο τρόπο, γίνεται φυσικότερο να γράφεται ἀγένητος. Το νόημα παραμένει το ίδιο, αλλά η ορθογραφία καθορίζεται από μια ασυνείδητη αίσθηση ότι οι συνειρμοί που συνδέονται με τη μία ή την άλλη ετυμολογική προέλευση είναι περισσότερο ή λιγότερο κατάλληλοι.
Ωστόσο, σημαντικότερη από την ορθογραφία είναι η σημασία. Το ἀγένητον υπάρχει καθ’ εαυτό· η αιτία του βρίσκεται μέσα στην ίδια του την ύπαρξη. Επειδή είναι ανεξάρτητο από κάθε άλλη ύπαρξη, κατέχει την τελειότητα. Τα δημιουργήματα, επειδή η ύπαρξή τους δεν έχει το θεμέλιό της στον εαυτό τους, είναι αναγκαστικά ατελή. Η διαφορά ανάμεσα σε αυτά και στο ἀγένητον είναι η διαφορά ανάμεσα στο ενδεχόμενο και στο απόλυτο.
Ορισμένες ιδιότητες μπορούν να αποκτηθούν από τα δημιουργήματα εξαρτημένα και παράγωγα, εφόσον παραμένουν «υποτεταγμένα», δηλαδή εφόσον συνεχίζουν να υπάρχουν μέσα στους νόμους που έχουν επιβληθεί στην ύπαρξή τους και, φυσικά, εφόσον αυτοί οι νόμοι περιλαμβάνουν τέτοιες ιδιότητες. Έτσι ο άνθρωπος μπορεί να φθάσει στην αθανασία και να εισέλθει κατά κάποιον βαθμό «στη δόξα του ἀγενήτου», αλλά μόνο κατὰ χάριν και όχι καθ’ εαυτόν.
Στο ἀγένητον μόνο ανήκουν εκ φύσεως η παντοδυναμία, η τελειότητα, η δημιουργική δύναμη και η αγαθότητα, η δόξα, η αιωνιότητα, η αιτιότητα και η σοφία. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία του Ειρηναίου, δεν είναι απλώς ότι κάθε Αγαθότητα, Αλήθεια και Ομορφιά βρίσκονται στον Θεό, αλλά βρίσκονται σε Αυτόν επειδή είναι το ἀγένητον ή —όπως μπορεί μερικές φορές να γραφεί, λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική Του ύπαρξη— το ἀγέννητον. Όπως κι αν γραφεί η λέξη, είτε από χριστιανό είτε από γνωστικό είτε από πλατωνικό συγγραφέα, αυτό που προφανώς σημαίνει μπορεί να περιγραφεί καλύτερα, όχι με την αυστηρά εγελιανή έννοια, αλλά με γενικό τρόπο, ως «Το Απόλυτο».
Ήδη έχει αναφερθεί ότι το κείμενο του Ειρηναίου υποδηλώνει τη συνηθισμένη χρήση του ἀγέννητος με διπλό νν από τους Γνωστικούς τους οποίους παραθέτει. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται από τη μελέτη της Refutatio του Ιππολύτου. Εκτός από το πρώτο βιβλίο, το κείμενο αυτής της πραγματείας σώζεται μόνο σε ένα χειρόγραφο, το οποίο σε αρκετές περιπτώσεις —όπως έχει ήδη αναφερθεί— μπορεί να αποδειχθεί ότι παραλείπει ένα ν σε λέξεις της ομάδας που συγγενεύει με το ἀγεν(ν)ητος.
Παρά το γεγονός αυτό, ο τύπος ἀγένητος φαίνεται να εφαρμόζεται στον προσωπικό Θεό ή στον ύστατο Αἰῶνα μόνο σε τρία χωρία. Στο ένα (7.32.1) το λατινικό κείμενο του Ειρηναίου υποδηλώνει ότι στο ελληνικό κείμενο θα έπρεπε να διαβάζεται το διπλό νν. Στα άλλα δύο, όπου συζητούνται αντίστοιχα ο Νοητός και ο Ηράκλειτος (9.10.10 και 9.9.4), η λέξη εμφανίζεται μαζί με το αντίθετό της, σε μια μορφή που φαίνεται να είναι ημιτεχνικός τύπος —«γενητός–ἀγένητος»— που σκοπεύει να εκφράσει το παράδοξο του Υπέρτατου Όντος το οποίο υπάρχει ταυτόχρονα ως υπερβατικό και ως εμμενές. (Συγκρίνετε τη φράση που αποδίδεται στον Κάλλιστο, Refutatio 9.11.3, «γενητὸς καὶ παθητός», σχετικά με την ενανθρώπηση του Χριστού.)
Κατά τα άλλα, όλοι οι συγγραφείς που εξετάζει ο Ιππόλυτος φαίνεται να χρησιμοποιούν το διπλό νν όταν μιλούν για προσωπικές θεότητες.
Συνεχίζεται
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου