Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Η επινόηση της αναλογίας 8

Συνέχεια από Πέμπτη 12. Φεβρουαρίου 2026


Η επινόηση της αναλογίας 8


Μεταφυσική και οντοθεολογία

Του Jean-François Courtine

Κεφάλαιο πρώτο

Οντοθεολογία και Μετοντολογία
ΟΝΤΟΘΕΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΟΝΤΟΛΟΓΙΑ


.......Στην πραγματικότητα, όταν επικαλείται αυτό που «γνωρίζουμε ήδη», ο Heidegger μπορεί να παραπέμπει πολύ συγκεκριμένα σε ένα μάθημα του 1928 (Στο ίδιο έργο (Op. cit.), σ. 141-142· γαλλ. μτφρ. σ. 158.), όπου εκτίθεται πληρέστερα και λεπτομερέστερα ο διπλός χαρακτήρας της φιλοσοφίας (ή καλύτερα η διπλή έννοια: Doppelbegriff), ξεκινώντας από τον ίδιο τον Αριστοτέλη, ο οποίος ορίζει το μεταφυσικό του εγχείρημα συγχρόνως ως πρώτη φιλοσοφία και ως θεολογία (θεολογικὴ ἐπιστήμη) (Ο Αριστοτέλης δεν χρησιμοποιεί ποτέ — όπως είναι γνωστό — τη λέξη θεολογία για να δηλώσει την «θεολογική» ή «ανώτατη επιστήμη».Στο μάθημα αυτό, αφιερωμένο στη leibnizιανή διδασκαλία της κρίσης και στην αρχή του λόγου, ο Heidegger επιχειρεί να «μεταφράσει» την εννοιολογία του Leibniz στο πεδίο της θεμελιώδους οντολογίας που άνοιξε το Sein und Zeit......

Ας σταθούμε για μια στιγμή στην εξαιρετικά πυκνή και δύσκολη έκθεση αυτής της ασυνήθιστης έννοιας, στο παράρτημα με τίτλο: «χαρακτηρισμός της ιδέας και της λειτουργίας μιας θεμελιώδους οντολογίας». Η θεμελιώδης οντολογία, νοούμενη ως «εκ νέου θεμελίωση» (Grundlegung) της οντολογίας εν γένει, και υπό τον τίτλο της «επανάληψης» – «καταστροφής» της παράδοσης, οφείλει, για να ολοκληρωθεί, να πραγματοποιήσει μια αναστροφή ή μια στροφή (Umschlag), στο τέλος της οποίας λαμβάνει τη μορφή της μεταοντολογίας:

Στον βαθμό που δεν υπάρχει είναι – σημειώνει ο Heidegger – παρά μόνο εφόσον το ον βρίσκεται στο άνοιγμα του εκεί (im Da), η θεμελιώδης οντολογία, εφόσον ήδη εμπλέκει κατά λανθάνοντα τρόπο μια τάση προς μια πρωταρχική μεταφυσική μεταμόρφωση (Verwandlung), καθίσταται δυνατή μόνο όταν το είναι κατανοηθεί μέσα σε όλη του την προβληματικότητα. Η εσωτερική αναγκαιότητα για την οντολογία να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξεκίνησε φωτίζεται από το πρωταρχικό φαινόμενο (Urphänomen) της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή από το ότι το ον που είναι ο άνθρωπος κατανοεί το είναι· αυτή η κατανόηση συνεπάγεται πράγματι την επιτέλεση της διαφοράς μεταξύ είναι και όντος· είναι υπάρχει μόνο εφόσον το είναι-εκεί κατανοεί το είναι. Με άλλα λόγια: η δυνατότητα να υπάρχει είναι μέσα στην κατανόηση προϋποθέτει τη facticielle ύπαρξη του είναι-εκεί, και αυτή με τη σειρά της προϋποθέτει το facticiel υπό-υφιστάμενο είναι της φύσης. Στον ορίζοντα του ερωτήματος περί του είναι, τεθειμένου με ριζικό τρόπο, καθίσταται φανερό ότι όλα αυτά είναι ορατά και μπορούν να κατανοηθούν ως είναι μόνο εφόσον μια δυνατή ολότητα του όντος είναι ήδη εκεί. Από αυτό προκύπτει η αναγκαιότητα μιας ειδικής προβληματικής που λαμβάνει πλέον ως θέμα το ον στο σύνολό του (im Ganzen). Αυτή η νέα προβληματοποίηση εδράζεται στην ίδια την ουσία της οντολογίας και προέρχεται από τη στροφή της, από τη μεταβολή της. Αυτή την προβληματική είναι που χαρακτηρίζω ως μεταοντολογία (Ga., 26, σ. 199. Για αυτό το κείμενο, βλ. τις σελίδες του David Farrel Krell, «Fundamental Ontology, Meontology, Frontal Ontology», στο Intimations of Mortality, Time, Truth and Finitude in Heidegger’s Thinking of Being, Pennsylvania State University Press, 1986.).

Η μεταοντολογία, διευκρινίζει ακόμη ο Heidegger, δεν πρέπει να ερμηνεύεται με την έννοια μιας «αθροιστικής» οντικής επιστήμης, η οποία θα είχε ως έργο να επεξεργαστεί μια «εικόνα του κόσμου» (Weltbild) συγκεντρώνοντας τη συμβολή των διαφόρων επιμέρους επιστημών. Η ολότητα για την οποία πρόκειται εδώ είναι εκείνη του όντος συλληφθέντος στο όλον του, δηλαδή τόσο στην ιδρυτική του ενότητα όσο και στην κορύφωσή του.

Στο ίδιο αυτό μάθημα του 1928, ο Heidegger εξετάζει εκτενέστερα – εισαγωγικά – τον αριστοτελικό προσδιορισμό της φιλοσοφίας, τη στιγμή ακριβώς που ο Αριστοτέλης θεωρείται εξαρχής ως το «κορυφαίο σημείο» (Gipfelpunkt) στην ανάπτυξη της αρχαίας φιλοσοφίας με την κυριολεκτική έννοια («die eigentliche antike Philosophie»). Ο Heidegger υπογραμμίζει ρητά ότι πρόκειται και εδώ για τη «μεταμόρφωση» ενός θεμελιώδους προβλήματος – εκείνου της ίδιας της φιλοσοφίας μέσα στη διπλή της έννοια: πρώτη φιλοσοφία και θεολογία (Op. cit., σ. 202.). Με κίνδυνο αναμφίβολα να σκληρύνουμε την αναλογία, θα ήμασταν λοιπόν δελεασμένοι να υποστηρίξουμε ότι η θεμελιώδης οντολογία επαναλαμβάνει την οντολογική στόχευση – εδώ ονομαζόμενη παραδόξως πρώτη φιλοσοφία –, ενώ η μεταοντολογία, στην οποία η πρώτη οφείλει αναγκαστικά να μετασχηματιστεί μέσω μιας απότομης στροφής, αναλαμβάνει εκ νέου, δηλαδή ταυτόχρονα καταστρέφει, την πορεία που τείνει να συλλάβει το ον στην ολότητά του: θεολογία ή ίσως ακόμη κοσμο-λογία, κοσμοθεολογία (Το ερώτημα πρέπει λοιπόν να στραφεί στο καθεστώς του «κόσμου» στην αρχαία σκέψη και ιδίως στον Αριστοτέλη. Πρβλ. F. E. Martineau, «ΑΙΩΝ chez Aristote. De Caelo I, 9. Théologie cosmique ou cosmo-théologie?», Revue de métaphysique et de morale, 1979, σ. 32-69, και R. Brague, Aristote et la question du monde, «Épiméthée», Παρίσι, PUF, 1988.).

Υπό το σημείο της περατότητας, και ως προνομιακή έκφραση της πεπερασμένης ελευθερίας, χαρακτηρίζει ο Heidegger κατά την εποχή αυτή το φιλοσοφείν. Η φιλοσοφία μπορεί να οριστεί κατά πολύ γενικό τρόπο ως η ελεύθερη και ριζικότερη δυνατή προσπάθεια του ανθρώπου μέσα στην ουσιώδη περατότητά του. Και ο Heidegger συνεχίζει, με μια αρκετά εντυπωσιακή συμπύκνωση και με το τίμημα μιας τολμηρής συμπτύξεως ετερογενών φαινομενικά κειμένων:
Αυτό ακριβώς μαρτυρεί ο αριστοτελικός χαρακτηρισμός της φιλοσοφίας (Metaph. Γ1, 1003a21): «Ἔστιν ἐπιστήμη τις ἣ θεωρεῖ τὸ ὂν ᾗ ὄν καὶ τὰ τούτῳ ὑπάρχοντα καθ’ αὑτό». Υπάρχει δηλαδή μια ορισμένη επιστήμη που ερευνά το ον και ό,τι του ανήκει καθ’ ὅσον είναι ον. Ο Αριστοτέλης ονομάζει αυτή την επιστήμη (Metaph. Ε1, 1026a31 κ.ε.) πρώτη φιλοσοφία – φιλοσοφία του πρώτου, φιλοσοφία κατά πρώτο λόγο και με την κυριολεκτική σημασία (Ga., 26, σ. 12.).

Ο Heidegger φαίνεται εδώ να κατανοεί το κείμενο σαν να μιλούσε ο Αριστοτέλης για φιλοσοφία κυρία ή για ό,τι είναι φιλοσοφία κατ’ εξοχήν – κυρίως. Ο Αριστοτέλης – σημειώνει ακόμη ο Heidegger – επαναλαμβάνει αυτόν τον χαρακτηρισμό στο Ε1, 1026a31 κ.ε.: «καὶ περὶ τοῦ ὄντος ᾗ ὄν ταύτης ἂν εἴη θεωρῆσαι, καὶ τί ἐστι καὶ τὰ ὑπάρχοντα ᾗ ὄν». Σε αυτή την επιστήμη θα έπρεπε να ανήκει το εξής έργο: σχετικά με το ον, και καθ’ ὅσον είναι τέτοιο, να ερευνά και να διαφωτίζει τι είναι υπό αυτή την οπτική, και τι του ανήκει καθ’ ὅσον είναι ον («Και σε αυτήν θα έπρεπε να ανήκει το έργο να ερευνά το ον, καθ’ ὅσον είναι ον, και να διαφωτίζει τι είναι [από αυτή την άποψη] και τι του ανήκει ως τέτοιου».).

Εκείνο, λοιπόν, το οποίο αναζητεί η πρώτη φιλοσοφία είναι τὸ ὂν ᾗ ὄν – das Seiende, sofern es Seiendes ist, δηλαδή αποκλειστικά υπό το πρίσμα εκείνου που καθιστά το ον ον, αυτό που είναι: το είναι. Ως επιστήμη του είναι, επιστήμη που θεωρεί το ον αποκλειστικά σε συνάρτηση με το είναι του (εκείνο που το καθιστά να είναι και να είναι αυτό που είναι), η φιλοσοφία είναι πρώτη και του πρώτου, επιστήμη του Prius, όπως θα μπορούσαμε να πούμε στη γλώσσα του Schelling. Αλλά αμέσως αφού, με αυτόν τον τρόπο, τονίζει την «οντολογική» κλίση της φιλοσοφίας, στη «γνήσια» ή πρωταρχική της όψη, ο Heidegger αναδεικνύει τη θεολογική ή μάλλον θε(ι)ολογική όψη:
«Όμως ταυτόχρονα, ο Αριστοτέλης μιλά (1026a18 κ.ε.) για τη φιλοσοφία με την κυριολεκτική έννοια ως θεολογική (φιλοσοφία). Αυτή η τελευταία – η “θεολογική φιλοσοφία” (Ο τύπος «θεολογικὴ φιλοσοφία» δεν απαντά στον Αριστοτέλη, ο οποίος μιλά πάντοτε για θεολογικὴ ἐπιστήμη. Για το ερώτημα αν αυτή η «επιστήμη» ταυτίζεται με την «πρώτη φιλοσοφία» ή με την «ζητούμενη επιστήμη», παραπέμπουμε στην κλασική μελέτη του Augustin Mansion, «Philosophie première, philosophie seconde et métaphysique chez Aristote», Revue philosophique de Louvain, τ. 56, 1958, σ. 169-221. Ανατύπωση στα Études Aristotéliciennes. Métaphysique et théologie, επιμ. J.-F. Courtine, Παρίσι, Vrin-Reprise, 1985. Βλ. επίσης την εξαιρετική αποτύπωση του ζητήματος από τον Enrico Berti, «La Metafisica di Aristotele: “Onto-teologia” o “filosofia prima”?», Rivista di Filosofia neo-scolastica, 2-4, 1993, σ. 256-282· καθώς και, του ίδιου συγγραφέα, «La Métaphysique d’Aristote: “ontologie” ou “philosophie première”», Revue de Philosophie Ancienne, XIV, αρ. 1, 1996, σ. 61-85. Βλ. επίσης το αφιέρωμα της Revue philosophique de Louvain, τ. 90, Νοέμβριος 1992, «Métaphysique et ontologie – Études sur la métaphysique d’Aristote», με συμβολές των Jacques Follon, Pierre Destrée, Gilbert Gérard, Christian Rutten και Lambros Couloubaritsis (σ. 387-522).) – αναφέρεται», συνεχίζει ο Heidegger, «αἴτια τοῖς φανεροῖς τῶν θείων», στα «θεμέλια εκείνου που υπάρχει ως κυρίαρχο, έτσι όπως αναγγέλλεται στο φανερό ον» («Τα θεμέλια του κυρίαρχου που εκδηλώνεται στο φανερό ον»).

«…οὐ γὰρ ἄδηλον ὅτι εἶ που τὸ θεῖον ὑπάρχει, ἐν τῇ τοιαύτῃ φύσει ὑπάρχει καὶ τὴν τιμιωτάτην δεῖ περὶ τὸ τιμιώτατον γένος εἶναι» – η ανώτατη επιστήμη πρέπει κατ’ ανάγκην να είναι επιστήμη εκείνου που είναι το ανώτατο, δηλαδή του πρώτου.
Και ο Heidegger σχολιάζει ως εξής τον όρο θεῖον: «το ον καθαρά και απλά – ο ουρανός: αυτό που περιβάλλει και δεσπόζει, εκείνο κάτω από το οποίο και απέναντι στο οποίο είμαστε ριγμένοι, εκείνο από το οποίο καταλαμβανόμαστε και διαπερνώμαστε: το κυρίαρχο» (Op. cit., σ. 13: «…το ον καθαρά και απλά – ο ουρανός: το περιέχον και κυριαρχούν, εκείνο κάτω από το οποίο και απέναντι στο οποίο έχουμε ριφθεί, εκείνο από το οποίο έχουμε καταληφθεί και κατακλυστεί, το υπέρτατα ισχυρό». Στο παρασκήνιο αυτής της “ερμηνείας” βρίσκονται αναμφίβολα οι γραμμές 1074b3 και 1059b29, όπου εμφανίζεται το ρήμα περιέχειν.).
Η φιλοσοφία ως «θεολογία» (το θεολογεῖν), καταλήγει λοιπόν ο Heidegger, παραπέμποντας στο De Mundo, 391b4, θεωρεί τον «κόσμο» (κόσμος).

Συμπτύσσοντας έτσι το ένα στο άλλο – σύμφωνα με μια παραδοσιακή χειρονομία – δύο διαφορετικά, και αναμφίβολα ετερογενή, χωρία του Αριστοτέλη (Γ1 και Ε1), ο Heidegger πιστεύει ότι μπορεί να καταδείξει πως εξαρχής η «πρώτη φιλοσοφία» φέρει έναν διπλό χαρακτηρισμό: είναι «επιστήμη του είναι» και «επιστήμη του κυρίαρχου» (Wissenschaft vom Überwältigenden).

Σε αυτόν τον διπλό χαρακτήρα αντιστοιχεί, στη γλώσσα του Sein und Zeit, η δυαδικότητα της ύπαρξης και της «ερριμμένοτητας» (Geworfenheit).

Η φιλοσοφία, αντιδιαστελλόμενη από όλες τις οντικές επιστήμες που αναφέρονται σε ένα αντικείμενο το οποίο μπορεί κανείς να διατρέξει κατά βούληση και το οποίο προσφέρεται προς «εκμετάλλευση» υπό τη μορφή γνώσεων προς απόκτηση, ορίζεται ως προσπάθεια προς κατανόηση του ουσιώδους. Αυτό το ουσιώδες δεν είναι ένα σύνολο γνώσεων που πρέπει να αποκτηθούν, αλλά το είναι. Το είναι αυτό, το οποίο έχει ήδη κατανοηθεί πριν ακόμη αναδυθεί το τάδε ή το δείνα ον, και το οποίο μπορεί συνεπώς δικαίως να θεωρηθεί ως «πρώτο», «πρότερο», το prius. Ως επιστήμη του είναι, ως προσπάθεια προς προσδιορισμό και κατανόηση του λόγου του ὄντος ᾗ ὄν, ονομάζεται οντολογία.

Ο HEIDEGGER ΣΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ NATORP–JAEGER

Δεν υπάρχουν σχόλια: