Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2023

Κώστας Γρίβας, Αυτά που γίνονται στο Ισραήλ μπορεί να οδηγήσουν σε 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά λάθος


Οι βασικοί δρώντες στην κρίση στο Ισραήλ όπως και οι μεγάλες δυνάμεις μπορεί να μην επιθυμούν κλιμάκωση της σύγκρουσης αλλά αυτά που γίνονται στο Ισραήλ μπορεί να οδηγήσουν σε 3ο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά λάθος σημειώνει ο Καθηγητής της Σχολής Ευελπίδων, Κύριος Κώστας Γρίβας φέρνοντας και το παράδειγμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου σαν παράδειγμα. Ο Κύριος Καθηγητής μεταξύ άλλων αναφέρει Δυστυχώς το Ισραήλ φαίνεται ότι έχει εγκλωβιστεί σε μία λογική οριστικής λύσης του παλαιστινιακού ότι κι αν σημαίνει αυτό το πράγμα και ουσιαστικά επιδιώκει την, την εξάλειψη του παλαιστινιακού πληθυσμού από τη λωρίδα της γάζας. Pέραν του ότι αυτό, πέραν των άλλων έτσι προβλημάτων, ότι είναι μία εθνοκάθαρση που αγγίζει τα όρια της γενοκτονίας, πέραν του ότι θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στις χώρες της περιοχής, δεν συζητάμε να ερχώνταν εδώ και στην Κύπρο μεγάλο μέρος αυτού του πληθυσμού, θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα ήδη έχουμε κολοσσιαίο πρόβλημα, θα γινόμασταν στην καλύτερη περίπτωση να το πούμε έτσι θα είχαμε τη μοίρα του Λιβάνου, και κλείνω με αυτό, στην καλύτερη των περιπτώσεων αλλά και το καθεστώς αλ-Σίσι πολύ δύσκολα μπορεί να ανταπεξέλθει σε μία τέτοια πρόκληση, όσον αφορά τη διαχείριση αυτού του πληθυσμού και την ενσωμάτωση του, αυτά τα προβλήματα θα ήταν τεράστια και για αυτό λοιπόν φοβάμαι και εγώ από τη στιγμή που το Ισραήλ έχει εγκλωβιστεί σε μία λογική έτσι, ολοκληρωτικών λύσεων ότι μπορεί να επιδιώκει και μία επέκταση του πολέμου, εναντίον του Ιράν να συμπαρασύρει και τις Ηνωμένες Πολιτείες σε αυτό τον πόλεμο, δεδομένο ότι θεωρεί το Ιράν υπαρξιακή απειλή για αυτό. Όχι ότι έχει άδικο σε πολλά, αλλά έχει άδικο σε ότι εάν οδηγηθεί σε αυτή την την επίθεση μπορεί πλέον να ανοίξει ο ασκός του Αιόλου και να πάμε σε πάρα πάρα, πάρα πολύ ακραίες καταστάσεις. Κοιτάξτε νομίζω ότι το Ισραήλ έχει υποστεί ένα είδος γεωπολιτικής κόπωσης όλα αυτά τα χρόνια, έχει εγκλωβιστεί σε μία παγίδα που δημιούργησαν οι ίδιες του οι στρατιωτικές επιτυχίες, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο ξεκίνησε ήδη δηλαδή από τον πόλεμο των έξι ημερών όταν το, η σαρωτική του νίκη του επέφερε ένα αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάληψη Χερσονήσου του Σινά δηλαδή, την οποία δεν μπορούσε να διαχειριστεί, αυτό προκάλεσε τον πόλεμο φθοράς, μετά τον πόλεμο του γιομ κιπούρ και μετά μία σειρά από, από προβλήματα στα οποία το Ισραήλ συνεχώς να δώσεις στρατιωτικές λύσεις και συνεχώς αποτυγχάνει. Νικάει στα πεδία των μαχών, αλλά η μία νίκη φέρνει την αντεπίθεση κατά κάποιο τρόπο, την αντίδραση. Οπότε νομίζω ότι έχει εγκλωβιστεί σε αυτό, είναι μία χώρα που έχει πλέον σε μεγάλο βαθμό έχει αλλάξει και δημογραφικά δηλαδή τα πιο ακραία στοιχεία έχουν μεγαλώσει σε ποσοστό του πληθυσμού, οπότε είναι κατά κάποιο τρόπο εντός ή εκτός εισαγωγικών φυσιολογική αυτή του, αυτός ο φανατισμός δεν σημαίνει όμως αυτό ότι δεν αποτελεί πάρα πάρα πολύ μεγάλο κίνδυνο, εγώ θα έλεγα όχι μόνο για την ειρήνη στην περιοχή, γενικότερα για την παγκόσμια ειρήνη, χωρίς να σημαίνει αυτό επαναλαμβάνω ότι το Ισραήλ δεν έχει πάρα πολλά δίκια και δεν είναι, είναι πολύ δύσκολο και είναι πάρα, πάρα πολύ μεγάλο λάθος να εγκλωβιστούμε σε μία λογική Ρεάλ Μαδρίτης, Μπαρτσελόνα καλοί, κακοί. Ευτυχώς υπάρχει μία πολύ πιο μετριοπαθή στάση και στις Ηνωμένες Πολιτείες και από τους αντιπάλους του Ισραήλ όπως είναι το ΙΡΑΝ, το ΙΡΑΝ είναι ένας πολύ έτσι κυνικός μεν, αλλά πολύ ψυχρός και ρεαλπολιτίκ έτσι, παίκτης πολύ δύσκολα θα εγκλωβιστεί σε κάποια αντιπαράθεση μεγάλης κλίμακας γιατί πολύ απλά φοβούνται και αυτοί, δεν έχουν καμία τέτοια διάθεση, δεν έχουν καμία διάθεση το σιιτικό Ιράν το οποίο ήταν αυτό που περισσότερο συνεισέφερε, και δια χιλιάδων νεκρών να καταπολεμηθεί το ISIS στην, στη Συρία και στο ΙΡΑΚ να, να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο για την προώθηση ακραίων Σουνιτικών οργανώσεων. Οπότε όπως και πριν είναι πολύπλοκη η εξίσωση. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι πολύ εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε σε φαινόμενα ντόμινο δηλαδή οι δρώντες να χάσουν τον έλεγχο όπως έγινε, όπως περιγράφει εκπληκτικά η Μπάρμπαρα Τούτσμαν, στο βιβλίο της “The guns of August” πως, ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε ακριβώς από μία σειρά τέτοιων γεγονότων που το ένα προκαλούσε το άλλο εις βάρος των επιδιώξεων και των θελήσεων των, των αρχηγών των χωρών εκείνης της εποχής και οδηγηθήκαμε στο Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο. Λοιπόν δεν είναι, οποίοι θεωρούν ότι, ότι όλα είναι υπό έλεγχο ότι ακριβώς επειδή οι μεγάλοι παίκτες δεν θέλουν, ότι κανείς δεν πρόκειται να πατήσω τα κουμπιά και παρόμοιες άλλες έτσι αναλύσεις του καφενέ στου λιμανιού την άκρη, να ξέρουν ότι αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πολύ εύκολα μπορεί να οδηγηθούμε σε πολύ ακραίες καταστάσεις σε παγκόσμιο επίπεδο εάν αυτή η πυρκαγιά ξεφύγει από τα στενά όρια του Ισραήλ

«ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ» Μαρτσέλο Βενετζιάνι

Η ιδεολογία κερδίζει την πραγματικότητα, ο πολιτικός λόγος την αλήθεια

ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Τι σας λείπει περισσότερο αυτούς τους μήνες ως πολίτης, ως δημοσιογράφος και ως «σκεπτόμενος»; Η αλήθεια. Ναι, η αλήθεια, αυτή η βαρετή κοπέλα που φαίνεται πολύ μεγάλη, πολύ επιτακτική, πολύ απόλυτη για να παντρευτεί και να προσαρμοστεί στο μικροκλίμα των ημερών μας, ή μάλλον στο μικρό και δηλητηριώδες κλίμα του παρόντος. Τήν βλέπω να φεύγει αγανακτισμένη και πληγωμένη από το μιντιακό-πολιτικό τσίρκο, να συρρικνώνεται στο στόμα των πολιτικών στο Παλάτι, να πεθαίνει στο μυαλό των διανοουμένων και να διαστρέφεται στις διαβόητες στήλες των εφημερίδων. Το λέω αυτό από την καθημερινή εμπειρία αναπολώντας πάρα πολλά πρόσφατα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων πανδημιών, πολέμων και οικονομικών, ενεργειακών και περιβαλλοντικών κρίσεων, που τα βρίσκω ακριβώς αντίστροφα στην αναπαράσταση που δίνουν μάρτυρες, ηθοποιοί και αφηγητές. Άλλο η πραγματικότητα, άλλο η αναπαράσταση των μέσων ενημέρωσης. Άλλο η ιστορία, άλλο η αναδόμηση. Δεν έχει νόημα να προσπαθήσουμε να αποκαταστήσουμε την αλήθεια των πραγμάτων, μένει μόνο αυτό που υποστηρίζεται με ισχυρότερα μέσα. Η ιδεολογία κερδίζει την πραγματικότητα, ο πολιτικός λόγος την αλήθεια. Η συστηματική οργάνωση της μη αλήθειας, μέχρι την αντιστροφή των γεγονότων και των ευθυνών, κερδίζει την αλήθεια: η μυθοπλασία παρεισφρέει επίσης στη ζωή και την επικοινωνία και ανταποκρίνεται σε προπαγανδιστικούς σκοπούς και στη χειραγώγηση γεγονότων. Το ψεύτικο αξίζει περισσότερο από το πραγματικό, επίσης επειδή είναι πιο ευέλικτο και επομένως προσαρμόζεται στον χρήστη (είναι πιο εύπλαστο και επομένως ταιριάζει σε αυτούς που το φορούν). Όσοι κατέχουν την ιδεολογική ηγεμονία της πληροφόρησης μπορούν να σας κάνουν να μοιάζετε με θύμα ή τιμωρό, ήρωα ή σκλάβο, ανεξάρτητα από την αλήθεια των γεγονότων. Αν η αλήθεια δεν συμπίπτει με τα ιδεολογικά ή υλικά τους συμφέροντα, τόσο το χειρότερο για την αλήθεια.

Πολύ συχνά απομακρύνεται από τα Ανάκτορα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων της δικαιοσύνης, η αλήθεια δεν αποκαθίσταται στις πλατείες, στα σπίτια και στους δημόσιους και ιδιωτικούς χώρους της σημερινής ζωής. Αλλά ακόμη και εδώ εξαφανίζεται γιατί η προσομοίωση και η προσποίηση, η εμφάνιση και η μεταμφίεση, η υποκρισία και η διγλωσσία κυριαρχούν στην καθημερινότητα. Ακόμη και η κοινή λογική υποχωρεί στην ευκολία μακροπρόθεσμα. Πράγματι δεν υπάρχει κοινός κόσμος, ο καθένας βλέπει τα πράγματα από τη δική του οπτική γωνία και χρησιμότητα. Καθαρός υποκειμενισμός και σχετικισμός. Όποιος πιστεύει ότι το τέλος της αντικειμενικής και κοινής αλήθειας είναι η αρχή της ελευθερίας και η εγγύηση της δημοκρατίας ανατρέπει την πραγματικότητα: χωρίς μια κοινή αλήθεια βασισμένη στην πραγματικότητα, η αλήθεια του ισχυρότερου κερδίζει, αρκεί να είναι ισχυρότερη. Κάθε άλλο από ελευθερία και ανθρώπινα δικαιώματα.

Είναι το πιο επείγον πρόβλημα των χρόνων μας: η απώλεια της αλήθειας. Και η υποταγή της σε κάτι άλλο: στη θέληση για κυριαρχία, στην ανάγκη για τζίρο, στην πρωτοκαθεδρία της ηδονής ή, πιο μετριοπαθώς, της ευκολίας, στη νίκη του Κόμματος, του Μηχανισμού ή της Εταιρείας, σε κάθε περίπτωση της Εξουσίας. Δεν θα μπορούμε πλέον να κάνουμε διάλογο εάν συνεχίσουμε να αγνοούμε την αλήθεια. Θα σταματήσουμε να ζούμε με άλλους, να μοιραζόμαστε μοίρα και δουλειά, ζωή, αγάπη και θάνατο, αν συνεχίσουμε αυτή την κατεδάφιση της αλήθειας για χάρη ατομικού ή κομματικού κέρδους. Η επιστημονική αιτιολόγηση για την απώλεια της αλήθειας έχει χτιστεί με τα χρόνια: εδώ και αρκετό καιρό μας διδάσκουν στα σχολεία ότι η αλήθεια δεν υπάρχει. Υπάρχει ερμηνεία, άποψη, γνώμη. Δεν υπάρχει αλήθεια που να ισχύει για όλους και για πάντα, η αλήθεια μου αποκλίνει από τη δική σου και αλλάζει με τις αλλαγές του χρόνου. Έτσι σχετικοποιημένη, η αλήθεια ανάγεται σε απλή και προσωρινή χρήση, και επομένως υποβάλλεται πρώτα στο βλέμμα και μετά στη βούληση του υποκειμένου. Φαίνεται πλέον ως επίκτητη και αδιαμφισβήτητη αλήθεια ότι δεν υπάρχει αντικειμενική αλήθεια, αλλά δεν είναι έτσι, πιστέψτε με. Υπάρχει μια σφαίρα αβέβαιων και αμφισβητήσιμων πραγμάτων, αλλά υπάρχει επίσης μια σφαίρα σαφών και προφανών πραγμάτων, χωρίς τα οποία δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε και να επικοινωνήσουμε. Και στη μέση υπάρχει μια άπειρη πορεία από πραγματικότητες που έρχονται πιο κοντά στην αλήθεια, που κινούνται προς αυτήν. Για να ζούμε, να κάνουμε διάλογο, να έχουμε σχέση με τους άλλους και να είμαστε στον κόσμο, μπορούμε μόνο να ξεκινήσουμε από ορισμένα και αληθινά πράγματα: τη βεβαιότητα ότι είμαστε άνθρωποι και θνητοί, πρώτα από όλα, και μετά από τη βεβαιότητα της ταυτότητάς μας. Όπως μάς τήν δίνει τό σώμα, η καταγωγή, η προέλευση, ο τόπος που γεννηθήκαμε, οι ανθρώποι από τους οποίους προερχόμαστε, ο κόσμος. Η βεβαιότητα της προηγούμενης εμπειρίας, η βεβαιότητα ότι έχουμε προφέρει ορισμένες λέξεις, ότι έχουμε αναλάβει ορισμένες δεσμεύσεις, ότι έχουμε κάνει ορισμένες επιλογές: το παρελθόν μας θα παρουσιάσει επίσης περιοχές αβεβαιότητας λόγω της αστάθειας της μνήμης, των εξαπατήσεων της εμφάνισης και της αμφισβήτησης ορισμένων πραγμάτων, αλλά είναι επίσης ένας τόπος αλήθειας και πραγματικοτήτων που πραγματικά συνέβησαν και δεν μπορούμε να ανακαλέσουμε ή να σχετικοποιήσουμε. Φυσικά είναι το κάλεσμα της φύσης, η κοινή βεβαιότητα να δούμε αυτά που βλέπουμε, να ακούσουμε αυτά που νιώθουμε. Φυσικά είναι το παρόν. Οι αισθήσεις, οι στοργές, οι ανάγκες δείχνουν πραγματικές εμπειρίες. Ακόμα κι όταν αρνούμαστε στον εαυτό μας τις αλήθειες της ζωής, είμαστε μέσα της, μέχρι το μεδούλι. Το να γεννιέσαι, να γερνάς, να πεθαίνεις, να δημιουργείς, να καταστρέφεις δεν είναι ψευδαισθήσεις ή απόψεις.

Πριν από την ελευθερία και τη δικαιοσύνη, πριν από τον πλουραλισμό και τα δικαιώματα, υπάρχει η αναγνώριση της αλήθειας. Δεν είναι αλήθεια ότι η αλήθεια σκοτώνει την ελευθερία. Οι δεσποτισμοί του παρελθόντος δεν γεννήθηκαν στο όνομα της αλήθειας αλλά από την υποκειμενική αλαζονεία όσων ισχυρίστηκαν ότι ταυτίζονται με την αλήθεια και αποφασίζουν στο όνομά της έναντι των άλλων: κανείς δεν ενσαρκώνει την αλήθεια, είμαστε όλοι σε διαφορετικούς βαθμούς μέσα στην αλήθεια, αλλά κανένας άνθρωπος δεν είναι η αλήθεια. Ο δεσποτισμός και η τρομοκρατία δεν προκύπτουν καν από την αξίωση αντιπροσώπευσης της αλήθειας, αλλά αντίθετα από τη διαστρέβλωση της αλήθειας και την υποταγή της σε ένα Απόλυτο: το Κόμμα, τήν Εξουσία, το Απόλυτο, τήν Τάξη, τήν Φυλή, τόν Επίγειο Παράδεισο . Στο όνομα της υπεροχής, η αλήθεια τροποποιείται και διαγράφεται.

Η αλήθεια ανήκει στη γνώση και όχι στην εξουσία, είναι αναζήτηση και όχι μονοπώλιο, είναι σκοπός και όχι μέσο και επομένως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επίθεση, αλλά για γνώση. Σήμερα, λέγαμε, ζούμε ανάμεσα σε αδύναμες σκέψεις και δυνατές δυνάμεις (τις ισχυρές εξουσίες): η αλήθεια είναι το αντίθετό τους, μια δυνατή σκέψη σε ένα εύθραυστο σώμα.

Σκλάβοι της ελευθερίας – Livio Cadè


Ad libitum (κατά βούληση), όπως φαίνεται και αρέσει σε κάποιον. Βρίσκουμε αυτή τη ρίζα lib, που δηλώνει ευχαρίστηση και επιθυμία, στον πόθο και την ελευθερία. Επομένως, το να είσαι ελεύθερος θα σήμαινε να έχεις τη δυνατότητα να ικανοποιήσεις μια επιθυμία ή να αποφύγεις την απογοήτευση. Όταν αφαιρείται αυτό που εμποδίζει ή απαγορεύει την υλοποίηση των προθέσεών μας (των επιθυμιών μας), νιώθουμε ελεύθεροι. Εξ ου και μια παραδοσιακή και παραπλανητική συσχέτιση μεταξύ ελευθερίας και ευτυχίας. Επομένως ο άνθρωπος «πάει να αναζητήσει την ελευθερία, που είναι τόσο αγαπητή». Αλλά μην αφήνετε να πιστεύεται ότι οι άνθρωποι, όπως ο Κάτων, αγαπούν την ελευθερία τόσο πολύ ώστε να θυσιάζουν τη ζωή τους για αυτήν. Πράγματι, συνήθως τήν συνδέουν με το βάρος της ευθύνης και τήν ανταλλάσσουν πρόθυμα με αντάλλαγμα την ασφάλεια. Και η κοινωνία μας ζει στην εμμονή της ασφάλειας, της ασφάλισης που καλύπτει κάθε κίνδυνο. Από την άλλη, όμως, γινόμαστε μάρτυρες ενός παράδοξου πληθωρισμού νέων ελευθεριών, μιας αδυναμίας συγκράτησης της επιθυμίας. Μια γενική ακράτεια που θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ανθρωπότητα και αυξάνει τη "δυσφορία του πολιτισμού" με άγνωστες μέχρι πρότινος ανησυχίες.

Γενικά δεν σκεφτόμαστε την ελευθερία μέχρι να διακυβευτεί, όπως δεν σκεφτόμαστε την υγεία όταν είμαστε καλά. Είναι λοιπόν λογικό να πιστεύουμε ότι όσο περισσότερο το συζητάμε, τόσο λιγότερο υπάρχει. Τι είναι όμως ελευθερία; Σκέφτομαι πρώτα από όλα τη δύναμη να κάνω κάτι (είμαι ελεύθερος να κάνω παιδιά γιατί έχω την ικανότητα να παράγω). Στη συνέχεια η απουσία εμποδίων στη βούληση (τίποτα δεν με εμποδίζει να κάνω παιδιά) και η έλλειψη καταναγκασμού (τίποτα δεν με υποχρεώνει να κάνω παιδιά). Όποιος δεν έχει αποτελεσματικά μέσα και ταλέντα δεν είναι ελεύθερος. Και όποιος παρεμποδίζεται από σωματικούς και ψυχολογικούς περιορισμούς ή από κοινωνικές απαγορεύσεις και περιορισμούς δεν είναι ελεύθερος. Υπάρχουν έθιμα, προκαταλήψεις και νόμοι που ρυθμίζουν και αναστέλλουν την ελευθερία των ανθρώπων. Αλλά οι ανθρώπινοι κανόνες, σε αντίθεση με τους φυσικούς, δεν μπορούν a priori να εμποδίσουν κανέναν να τους παραβιάσει. Επομένως καταφεύγουν στον εκφοβισμό και απειλούν με τιμωρία.

Ο προβληματισμός για την έννοια της ελευθερίας στην πραγματικότητα συμπίπτει με την εξέλιξη της δυτικής κοινωνίας και τη φιλοσοφία της. Μαλώνοντας γι' αυτό το έχουμε κάνει λεπτό σαν τρίχα, εύθραυστο σαν μαραμένο λουλούδι. (Με την προσπάθειά μας να τη συζητήσουμε, την έχουμε κάνει τόσο λεπτή όσο μια τρίχα, τόσο εύθραυστη όσο ένα μαραμένο λουλούδι). Στην Παλαιά Διαθήκη δεν υπάρχει ορισμός της ελευθερίας. Tον δίκαιο άνθρωπο δεν τον ένοιαζε να είναι ελεύθερος. «Υπακούω τα διατάγματά σου. Προσέχω τις παραγγελίες σου. Έχω πάντα στο μυαλό μου τις εντολές σου» λέει ο ψαλμωδός, που βρίσκει τη χαρά του σε αυτή την αγάπη του Νόμου. Η υποταγή στο Θείο αντηχεί σαν μια μεγαλειώδη χορωδία σε όλες τις θρησκείες. Όχι η άρνηση της ελευθερίας αλλά η αγάπη για τη δουλεία (Δεν είναι άρνηση της ελευθερίας, αλλά αγαπητική δουλεία), αυτή η απελευθέρωση που προέρχεται από το να υπηρετούμε ένα Ιδανικό μεγαλύτερο από εμάς. Η προσωκρατική Ελλάδα κυριαρχείται από την ιδέα της Αναγκαιότητας, της Μοίρας ή του Λόγου, στον οποίο πρέπει να υποταχθούν οι άνθρωποι και οι Θεοί. Και ήταν ίσως όταν η ελευθερία έγινε ο αντίποδας της ανάγκης, πού άρχισε μια μοιραία παρακμή. Πόσα μαθήματα ελευθερίας χρειάστηκε να αντέξει ο άνθρωπος, που διεξήχθησαν στην κόψη του σπαθιού ή της γκιλοτίνας, υπό τον ήχο των κανονιών και των βομβών;

Μια κρίσιμη πτυχή που ξεχνάμε εύκολα είναι ότι η ελευθερία προϋποθέτει πάντα, από διαλεκτική αναγκαιότητα, την ύπαρξη της σκλαβιάς. Έτσι ήταν στην αρχαία Ρώμη, στη διάκρισή της μεταξύ δούλων και ελεύθερων πολιτών, έτσι είναι και σήμερα. Το ποιος πρέπει να είναι υπηρέτης και ποιος αφέντης είναι ένα σύνθετο και αμφιλεγόμενο ζήτημα. Η κοινωνία μας το έχει λύσει αυτό καθιερώνοντας μια εξίσωση μεταξύ ελευθερίας και χρήματος. Ως συγκρητισμός εξουσιών και για την αποτελεσματικότητά του στην άρση των εμποδίων, το χρήμα είναι ένα μέτρο της ελευθερίας ενός ατόμου. Όσο περισσότερα έχει, τόσο πιο ελεύθερος είναι. Αυτή η φιλοσοφία -γνωστή ως φιλελευθερισμός- επιτρέπει σε μερικούς να συσσωρεύουν τεράστιες ποσότητες ελευθερίας ενώ τη στερούν από άλλους, αλλά τουλάχιστον έχει το πλεονέκτημα να διευκρινίζει μια έννοια που είναι από τη φύση της ασαφής.

Οι Κινέζοι, λιγότερο ιδεαλιστές από εμάς, αντιστέκονται στον πειρασμό της ελευθερίας για χιλιετίες. Δεν είχαν ούτε τη λέξη ούτε την έννοια. Προς τα μέσα του 19ου αιώνα, όταν εντάθηκαν οι ανταλλαγές και οι μολύνσεις με τη Δύση, προσπάθησαν να μεταφράσουν την ξένη προς αυτούς ιδέα με περιφράσεις όπως: «αυτό που προέρχεται από τον εαυτό του», δηλαδή κάτι που έχει από μόνο του το δικό του λόγο ύπαρξης, χωρίς τίποτα έξω από τον εαυτό του να το καθορίζει. Μια έκφραση που η Κίνα μάλλον χρησιμοποίησε χωρίς φιλοσοφικές προθέσεις αλλά για να διεκδικήσει πολιτιστική και πολιτική αυτονομία και να υπερασπιστεί τον εαυτό της από ξένες παρεμβάσεις.

Τελικά, μπορούμε να πούμε για την ελευθερία αυτό που είπε ο Αυγουστίνος για τον χρόνο: όταν δεν το σκέφτομαι ξέρω τι είναι, όταν το σκέφτομαι δεν ξέρω πια. Αλλά το κοινωνικό μας σύστημα φαίνεται να μην μπορεί να επιβιώσει χωρίς να σχηματίσει άποψη γι' αυτό. Τι βαθιά και άγνωστη ελευθερία είναι να μην έχεις γνώμη! Το τυπικό μας βίτσιο (ελάττωμα) είναι «να νοηματοδοτούμε τα πράγματα», ξεχνώντας ότι τα πράγματα έχουν ήδη μια αίσθηση, ένα νόημα και μπορούμε μόνο να το ανακαλύψουμε. Υπό αυτή την έννοια, η ελευθερία θέτει κρίσιμα ερωτήματα, ακόμη και μεταφυσικής φύσεως. Για εμάς, στην πραγματικότητα, τίποτα δεν γίνεται χωρίς αιτία. Ο Χιουμ προσπάθησε να αποδείξει ότι η αιτία δεν υπάρχει. Είπε ότι ήταν απλώς μια ιδέα που προκλήθηκε από συνήθεια, και ίσως δεν παρατήρησε το ολίσθημα. Επομένως, αν υποθέσουμε ότι οι αιτίες και οι συνθήκες είναι πραγματικές, πώς μπορούμε να σκεφτούμε ότι αυτό που προκαλείται από κάτι άλλο είναι ελεύθερο; Η ελευθερία θα απαιτούσε ένα ον causa sui που δεν εξαρτάται από τίποτα, απολύτως ελεύθερο. Αλλά ένα τέτοιο ον θα ήταν Θεός, μια Υπέρβαση. Και ο άνθρωπος θα ήταν ελεύθερος μόνο αν συμμετείχε σε αυτό το Απόλυτο, μοιράζοντας τα προνόμιά του ως αυτόνομη και άκτιστη φύση. Στην πραγματικότητα, η σκιά του δημιουργού της βαραίνει πάντα την ελευθερία του πλάσματος.

Ο Θεός είναι το πρωτότυπο του ελευθερωτή, εκείνου που στη Βίβλο λυτρώνει τον άνθρωπο από την κατάσταση της δουλείας του. Αλλά αυτή η ελευθερία δεν είναι μοναδική στον άνθρωπο, αφού μπορεί να του αφαιρεθεί ανά πάσα στιγμή. Αν «ό,τι έχω προέρχεται από τον Θεό», δεν έχω τίποτα δικό μου, ούτε καν τη δική μου ελευθερία. Η ελευθερία, με τη ριζοσπαστική της έννοια, δεν μπορεί να είναι κάτι που μας δίνεται, είτε από ένα πολιτικό καθεστώς είτε από έναν Δημιουργό που μας δημιουργεί προικισμένους, με απόφασή του, με ελεύθερη βούληση. Μια ελευθερία που δίνεται από άλλους δεν μας κάνει ελεύθερους υποτελείς, αντιθέτως αναδεικνύει την εξάρτησή μας.

Τελικά, η θέση της σύγχρονης σκέψης, η οποία επίσης δηλώνει φιλελεύθερη, είναι ακριβώς αυτή η ιδέα -ίσως προτεσταντικής προέλευσης- που βλέπει τον άνθρωπο ως αποτέλεσμα πολλαπλών προορισμών: φυσικών και οικονομικών νόμων, ασυνείδητων ορμών, εξελικτικών μηχανισμών. Δεν υπάρχει χώρος για ψυχή που ζει σύμφωνα με εκείνον τον «νόμο της ελευθερίας» για τον οποίο μιλάει ο απόστολος Ιάκωβος. Έτσι, ενώ επιδιώκει να απελευθερωθεί από ηθικούς και θρησκευτικούς περιορισμούς, η νεωτερικότητα προϋποθέτει έναν ντετερμινιστικό κόσμο που τον αλυσοδένει. Η ελευθερία επιβιώνει ως ρητορικό φετίχ, αντίβαρο στους καταναγκασμούς που υποστηρίζει η επιστήμη .

Ο ίδιος ο ισχυρισμός μας να πραγματοποιήσουμε μια δωρεάν εξέταση της πραγματικότητας έρχεται σε σύγκρουση με την ιδέα ότι αυτή η έρευνα αποφασίζεται από ακούσια νευρολογικά φαινόμενα. Ακόμη και ο τεράστιος χώρος που κατακτά η τεχνολογία συμβάλλει στην ενίσχυση της ιδέας ότι ο άνθρωπος εξαρτάται από μηχανικές και προγενέστερες ανάγκες. Και το διαστελλόμενο σύμπαν του Διαδικτύου δεν μας παγιδεύει πλέον στην τυχαία κίνηση των ατόμων αλλά σε αυτή των σημείων και των μηνυμάτων. Ο νέος και πιο ισχυρός ντετερμινισμός είναι το νέο μοιραίο που συνδέεται με τις μορφές μαζικής επικοινωνίας.

Είμαι νοσταλγός για εκείνη την αρχαία σκέψη στην οποία η ελευθερία δονούσε ακόμα ανέκφραστη, χωρίς όνομα ή μορφή, προτού η νεωτερικότητα την κάνει τόσο φορτική. Σκέφτομαι το Τάο Τε Τσινγκ, ένα μυστηριώδες και μεγαλειώδες ποίημα όπου η ελευθερία είναι απλώς ένα άρωμα, τόσο προφανές που είναι αδιανόητο, συν-ουσιώδες για την ύπαρξη. Ο Laozi λέει ότι φυλάει τρεις θησαυρούς: συμπόνια, λιτότητα, ταπεινοφροσύνη. Όπως ο ψαλμωδός, δεν σκοπεύει να αφήσει ελεύθερα τις ορμές και τις επιθυμίες του ανθρώπου, αλλά, όπως θα έλεγε ο Έμερσον, μας προσκαλεί να κολλήσουμε το άρμα μας σε ένα αστέρι, στη γνώση και την πρακτική του Δρόμου. Προερχόμενος από το Τάο, ο άνθρωπος μοιράζεται την ακατάσχετη και ανείπωτη φύση του. Τι νόημα έχει να συζητάμε για την ελευθερία; Μπορεί κανείς κάλλιστα να ζήσει χωρίς μια τέτοια ιδέα.

Ούτε ο Κομφούκιος δεν μεταφράζει την ιδέα της ελευθερίας σε λέξεις, ούτε αισθάνεται την ανάγκη να βρει έναν όρο για να ορίσει την ανθρώπινη εμπειρία που αντιστοιχεί σε αυτήν. Είναι σημαντικό γι' αυτόν ο άνθρωπος να συμμορφώνεται με τα διατάγματα του Ουρανού που εξασφαλίζουν κανονικότητα και συνέχεια στη ζωή. Η κίνηση των άστρων και η ανθρώπινη ζωή ανήκουν στην ίδια αμετάβλητη τάξη. Έτσι η ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να βασίζεται σε ομοιόμορφες και τελετουργικές συμπεριφορές, να υπακούει στο Νόμο που διέπει τις σχέσεις του ατόμου με την οικογένεια, την κοινότητα, το Κράτος.

Για τον Λάοζι, το να ακολουθείς το Τάο σημαίνει να ανακαλύπτεις εκ νέου αυτή τη φυσική απλότητα και τον αυθορμητισμό που θα είναι η ψυχή της ποίησης του Ζεν. Η κερασιά ανθίζει, ένα πουλί τραγουδά, το χιόνι πέφτει, ο βάτραχος βουτάει στη λιμνούλα. Δεν είναι ελευθερία ενός εγώ, αλλά ελευθερία από το εγώ, ή από ένα ψυχολογικό κέντρο και τις αυταπάτες του ιδιοποίησης και ελέγχου. Για τον Κομφούκιο είναι αντίθετα ο καρπός της ηθικής πειθαρχίας, του ακριβούς σεβασμού των ρόλων και των καθηκόντων. Ο Κομφουκιανισμός στοχεύει στην καλή οργάνωση της κοινωνίας, ο Ταοϊσμός ενθαρρύνει έναν ορισμένο αναρχικό ατομικισμό. Και οι δύο όμως ακολουθούν μια λογική ανταλλαγής, όχι κυριαρχίας. Ο Δρόμος είναι ένα ευρύ δίκτυο από το οποίο δεν ξεφεύγει τίποτα, που δένει τον άνθρωπο με τους άλλους και με το σύμπαν. Είναι η ικανότητα να δημιουργείς αρμονικές αλληλεπιδράσεις και αμοιβαία οφέλη, γιατί το Τάο δρα για το καλό όλων, χωρίς προτιμήσεις.

Δεν είναι να ρωτάς «είμαι ελεύθερος;» αλλά «πώς πρέπει να ζήσω;», «πώς πρέπει να συμπεριφέρομαι σε αυτή την περίσταση;», μια ερώτηση που προϋποθέτει αναγκαστικά την ελευθερία αλλά την υποτάσσει σε μια διαίσθηση του εαυτού και του ρόλου του στο σύμπαν. Η ευτυχία προκύπτει από την προσαρμογή στην παγκόσμια αρμονία, από την εκπλήρωση πνευματικών καθηκόντων. Δεν είναι η αναζήτηση ενός αγαθού που διατηρείται με ζήλια για τον εαυτό του, αλλά μια συνεννόηση μεταξύ των φιλοδοξιών του καθενός και των νόμων της ζωής. Ουτοπία που η ανησυχητική κοινωνία μας πάντα απογοήτευε.

Ο Κομφούκιος λέει: «στα εβδομήντα ενήργησα ακολουθώντας την καρδιά μου χωρίς να παραβαίνω κανέναν κανόνα», δηλαδή υπάκουα στις επιθυμίες μου παραμένοντας συντονισμένος με το Τάο. Αυτή η ώριμη γαλήνη δεν εξαρτάται από την αποδυνάμωση των παθών αλλά από την ικανότητα να ακούς μια βαθιά νοημοσύνη ή, όπως θα λέγαμε, να ακολουθείς τον Λόγο , να κάνεις το θέλημα του Θεού. δεν είναι μια παραγωγή, αλλά μια παραχώρηση, ακολουθώντας την Οδό και υπακούοντας σε αυτήν με σίγουρη εγκατάλειψη. Είναι μια παραγγελία που βγαίνει κατευθείαν από την καρδιά, ένας πιστός καθρέφτης των πραγμάτων. Δεν είναι ζήτημα να βάλουμε την ελευθερία και την αναγκαιότητα σε σύγκρουση, όπως κάνουμε, αλλά να δούμε την οικεία συνοχή τους.

Έχουμε ένα παράδειγμα αυτού στον αρχαίο όρκο υπακοής του μοναχού. Στη ρυθμική εξέλιξη της ύπαρξής του, που χαρακτηρίζεται από υποχρεωτικές τελετές και αξιώματα, ένιωθε μέρος μιας μεταφυσικής Τάξης. Η ανταμοιβή για την υπακοή ήταν η απελευθέρωση από τη θέλησή του. Η «παραγγελία» ισχύει στην πραγματικότητα τόσο για ένα σωστά οργανωμένο σύστημα όσο και για εντολή. Οι Κινέζοι υποκλίθηκαν στο Τάο. Ο μοναχός, αντικρίζοντας τον Θεό, είπε το αμήν του , μια λέξη που παραπέμπει σε μια ιδέα στερεάς, βραχώδους σταθερότητας. Έτσι να είναι, έτσι πρέπει να είναι.

Τελικά, όλοι πρέπει να τελετουργούν και να δίνουν τάξη στη ζωή. Και ο σύγχρονος άνθρωπος, που ισχυρίζεται ότι είναι ελεύθερος, είναι σκλάβος των τελετουργιών και των φορμαλισμών περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, υπακούει με μια παθητικότητα που τον απαλλάσσει από τη λήψη αποφάσεων και τον προβληματισμό. Αρκεί να θυμηθούμε την τραγική παντομίμα της πανδημίας. Στη ρίζα της μαζικής υπακοής δεν υπήρχε ο απλός φόβος αλλά αυτή η σχεδόν μυστικιστική αίσθηση ανύψωσης που πηγάζει από τη συμμετοχή σε μια μεγάλη συλλογική τελετουργία. Η διεξαγωγή της τελετής υγείας με την πιο σχολαστική τήρηση των προβλεπόμενων χειρονομιών αντιπροσώπευε μια προσπάθεια αποκατάστασης του χάους και αποκατάστασης της τάξης στον κόσμο. Ποιος δεν θυμάται εκείνα τα «ουράνια διατάγματα» που καθιέρωσαν κανόνες και πρωτόκολλα, τον σκοτεινό και μυστηριώδη χαρακτήρα τους; Όχι πολιτικές πράξεις αλλά λειτουργίες στις οποίες ο κόσμος συμμετείχε με θρησκευτικό και φανατικό ζήλο.

Υπακοή εμποτισμένη όχι με πίστη αλλά με αδράνεια, και με δεισιδαιμονία που συνδέεται με περίσσεια παιδείας παρά με άγνοια. Η πληροφόρηση και το σχολείο σήμερα δεν αντιπροσωπεύουν μια εκπαίδευση στη γνώση αλλά ένα τεράστιο σύστημα προετοιμασίας της σκέψης και της βούλησης. Έτσι, όσο περισσότεροι άνθρωποι μελετούν, τόσο λιγότερα ξέρουν, τόσο λιγότερα ξέρουν, τόσο περισσότερα νομίζουν ότι ξέρουν και όσο περισσότερα νομίζουν ότι ξέρουν, τόσο πιο ελεύθεροι νιώθουν. Δεν συμμορφώνεται με έναν αιώνιο δρόμο αλλά με την εφήμερη γνώμη των ειδικών , δίνει αποδικητική αξία στην κυρίαρχη κουλτούρα, αισθάνεται ασφαλής μόνο εάν προστατεύεται από τις προκαταλήψεις της «πλειοψηφίας», αυτής της απεχθούς οντότητας που μετατρέπει επίσης τη ζωή και την αλήθεια σε ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ.

Οι αρχαίοι Κινέζοι ήταν κυρίως αγρότες, λιγότερο μορφωμένοι και επομένως σοφότεροι από εμάς. Ήξεραν ότι για να ζήσουν έπρεπε να κατανοήσουν και να υποστηρίξουν τη φύση. Ζούσαν «σύμφωνα με τους αρχαίους νόμους στους οποίους προεδρεύει ο Ήλιος. Ήταν όλοι υπάκουοι και εργατικοί υπηρέτες, και κάθε σύννεφο στον ουρανό είχε περισσότερη δύναμη από τη θέλησή τους. Αλλά ήξεραν ότι η γη είχε περισσότερη καλή θέληση από τους ανθρώπους». Η απόδραση από τη φυσική τάξη δεν θα τους φαινόταν έκφραση ελευθερίας αλλά τρέλας. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας εξέγερσης δεν θα μπορούσε παρά να είναι το χάος και η καταστροφή.

Αυτό δεν συνεπαγόταν σύγκρουση με τις φυσικές δυνάμεις, επειδή η κινεζική σκέψη δεν γνώριζε την αντίθεση μεταξύ Πνεύματος και Φύσης που κατακλύζει τη Δύση, δυαδική από την κλήση. Ακόμη και σήμερα, όταν η κβαντική φυσική μας έχει εκπαιδεύσει σχετικά με την μη πραγματικότητα του αντικειμένου, απέχουμε πολύ από το να πιστεύουμε στην μη πραγματικότητα του εγώ. Εξακολουθούμε να νιώθουμε ότι είμαστε μια μονάδα, μια μυστηριώδης οντότητα αντίθετη με τον κόσμο που φαντάζεται τον εαυτό του ξεχωριστό ακόμη και από τις βιολογικές του δομές, από τα ένστικτά του. Είναι ακριβώς αυτή η ιδέα ενός εαυτού σε αντίθεση με έναν μη-εαυτό που μας κλείνει σε ένα σύστημα προσδιορισμών που είναι μια αντίφαση κάθε ελευθερίας. Στο να γεννιόμαστε, στο να αρρωσταίνουμε, στο να υποφέρουμε, στο να γερνάμε, στο να πεθαίνουμε, βλέπουμε πάντα την παρεμβατικότητα ενός μη εαυτού που μας αναγκάζει. Επομένως, το να είμαστε ελεύθεροι σημαίνει να νιώθουμε υπεύθυνοι για όλα όσα μας συμβαίνουν, ακόμα και για όσα δεν φαίνεται να εξαρτώνται από τη θέλησή μας.

Πάντα σκεφτόμαστε τις ελευθερίες –πολιτικές, οικονομικές ή κοινωνικές– που βρίσκονται έξω από εμάς. Αλλά αληθινή ελευθερία είναι το «κάθισμα στη λήθη», το να ξεχνάς τον εαυτό του και ό,τι κλείνει το είναι του στο ενδεχόμενο, στην εμμονή του ορίου. Ελευθερία που ξεπερνά κάθε έννοια και επομένως δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προβληματισμού. Ωστόσο, όπως λέει ο Nagarjuna, «η διδασκαλία γίνεται με βάση δύο αλήθειες: τη σχετική αλήθεια του κόσμου και την απόλυτη αλήθεια. Η απόλυτη πραγματικότητα δεν μπορεί να διδαχθεί χωρίς πρώτα να βασιστεί κανείς στην πρακτική τάξη των πραγμάτων». Έτσι, μπορούμε να συλλάβουμε μια σχετική ελευθερία, που εκδηλώνεται με συνηθισμένες ανθρώπινες μορφές, και απόλυτη, προνόμιο του Θεού και του θεωμένου ανθρώπου. Και το πρώτο τείνει προς το άλλο ως προς τον ορίζοντά του.

Περπατώντας στο Δρόμο, αφού περάσετε τα μονοπάτια των βράχων, το βλέμμα πλαταίνει και γίνεται πιο απλό, η επιθυμία εκλεπτύνεται, υπάρχει μια ησυχία που εξαγνίζεται από τον πόνο, απόσπαση μιας καρδιάς που γνώρισε τη ματαιότητα των πραγμάτων. Ωστόσο, ας προσέχουμε να μην αποδίδουμε τα συναισθηματικά μας στερεότυπα στην καρδιά. Η καρδιά είναι ο χώρος που καλωσορίζει την ύπαρξη. Όντας άδειος, είναι ελεύθερος, τίποτα δεν τον δεσμεύει. Είναι όμως ένα δημιουργικό κενό, από το οποίο πηγάζουν τα πάντα. Η ελευθερία του δεν εξαρτάται από το να έχει ή να είναι κάτι. Μια ελεύθερη καρδιά δεν θέλει να κατέχει τίποτα. Όσο λιγότερα έχει, τόσο πιο ελεύθερη είναι. Η τέλεια ελευθερία είναι η φτώχεια του να μην έχεις, να μην ξέρεις, να μην θέλεις, να μην είσαι. Γι' αυτό μας τρομάζει και προτιμάμε τα «δικαιώματα» μας, τα υπάρχοντά μας.

Είναι η αδαμαντική μοναξιά του Ενός. Άψογη ελευθερία κορυφών στις οποίες το βλέμμα δεν μπορεί να μείνει χωρίς να προσβληθεί, σαν από περίσσεια φωτός. Μπορούμε να το καταλάβουμε σε ορισμένες στιγμές του λυκόφωτος της ψυχής ή πριν πέσουμε για ύπνο, όταν τίποτα δεν έχει πια σημασία, ο εαυτός και ο κόσμος γίνονται μακρινές σκιές και το μυαλό δεν είναι πλέον αλυσοδεμένο σε σκέψεις και συναισθήματα. Αλλά μια κορυφή δεν προορίζεται για να τη ζεις. Η ζωή μας είναι ικανοποιημένη με στίγματα και σχετικές ελευθερίες: απλές φιλοδοξίες, μια αφοσιωμένη αγάπη, κάποια αδρανής ομορφιά. Έτσι, στη φανταστική συνάντηση με τον Κομφούκιο, ο ληστής Zhi περιγράφει φυσικά συναισθήματα: «το μάτι θέλει να δει, το αυτί θέλει να ακούσει, το στόμα θέλει να γευτεί γεύσεις, η ζωτική ενέργεια θέλει να εκδηλωθεί πλήρως». Η ζωή είναι σύντομη, «ένα άλογο που τρέχει που πηδάει ένα χαντάκι». Εδώ είναι μια καλή εικόνα της ελευθερίας.

Αλλά ο βάλτος των ειδώλων και των ψεύτικων ελευθεριών ανοίγεται μπροστά μας: χρήματα και κοινωνική θέση . Το ελεύθερο πολιτικό μας σύστημα, ο ελεύθερος τρόπος ζωής μας, οι νόμοι που μας καταπιέζουν ελεύθερα . Μια ελεύθερη αγορά που είναι μόνο περιφρόνηση για τον άνθρωπο και τις πραγματικές του ανάγκες, η ελεύθερη κυκλοφορία των αγαθών που ανάγει τον άνθρωπο και την ίδια την ελευθερία σε εμπόρευμα. Ελευθερία του Τύπου υποταγμένη στο μεγάλο κεφάλαιο· ελεύθερη σεξουαλικότητα, ελεύθερα μοντέλα οικογένειας, επαναστάτες ενάντια σε μια κοσμική τάξη. μια ελεύθερη τέχνη εξύψωσης της ασχήμιας. μια τεχνολογία που ισχυρίζεται ότι μας ελευθερώνειαπό τη φύση και από τη δική μας ανθρωπιά. Κάθε μέρα καλούμαστε σε απατηλές απελευθερώσεις. Κατάθλιψη όταν ο ορίζοντας των επιθυμιών μας στενεύει, ενθουσιασμένοι όταν φαίνεται να διευρύνεται. Αναγκασμένοι να χειραφετήσουμε τον εαυτό μας, αναγκασμένοι να είμαστε ελεύθεροι. Τι τρομερή εποχή είναι αυτή που ακόμα και η ελευθερία γίνεται σκλαβιά!

Οι αρχαίοι ίσως κατάλαβαν ότι μιλώντας για ελευθερία θα οδηγούσε τον άνθρωπο στην καταστροφή. Δεν τής έδωσαν λοιπόν όνομα. Σήμερα εμείς, λιγότερο σοφοί, πρέπει να απελευθερωθούμε από την ελευθερία. Όπως λέει ο Νίτσε: «Πρέπει τώρα να περιορίσουμε σε αιώνια σιωπή όλη τη θορυβώδη ψευδοκουλτούρα της εποχής μας». Έτσι, για πρώτη φορά στην ιστορία, θα πρέπει να κάνουμε μια επανάσταση για να είμαστε λιγότερο ελεύθεροι. Καταδικάστε τις ψευδοελευθερίες μας σε αέναη εξορία, θεραπευτείτε από τις ελευθεριακές ψυχώσεις μας και ίσως από τους δικούς μας λόγους για την ελευθερία. Γιατί ο ορισμός της , το κλείσιμό της σε μια έννοια, είναι από μόνο του αντιφατικό. Η ελευθερία είναι ένα σιωπηλό ανίκητο τίποτα. Αλλά και κάτι τόσο παράλογο όσο η ζωή.


Schiavi della libertà – Livio Cadè - EreticaMente

Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία(4)

 Συνέχεια από 24 Οκτωβρίου 2023

                              Η ενότητα μέσα στην Εκκλησία
                                          
             ή
                                 Η αρχή του καθολικισμού

Στο πνεύμα των πατέρων της Εκκλησίας των τριών πρώτων αιώνων
                                   Του Johann Adam Möhler

                                         Τμήμα πρώτο
                     Η ενότητα του πνεύματος της Εκκλησίας

Κεφάλαιο 1: Η μυστική ενότητα γ

§5

Το πόσο χαρακτηριστικό είναι για τον Χριστιανισμό να γίνεται κατανοητός ως ένα πράγμα (υπόθεση) ζωής και της κοινής ζωής, καθιστά κατανοητό το γεγονός, πώς ο Χριστιανισμός αυξήθηκε και εξαπλώθηκε κάτω από την ειδωλολατρία. Ο Ιουστίνος διηγείται, πως ο ίδιος κερδήθηκε από τη ζωή των Χριστιανών, από την άμεση θεώρηση της ζωής για τον Χριστιανισμό (1, γράφει ο Ιουστίνος: διαβαλλόμενος ακούων χριστιανούς, ορών και αφόβους προς τον θάνατον και πάντα τα άλλα νομιζόμενα φοβερά, ενενόουν αδύνατον είναι εν κακία υπάρχειν αυτούς), και διαβεβαιώνει επανειλημμένως το ίδιο και για άλλους (2: ο γαρ και επί πολλών των παρ ημίν γεγενημέων αποδείξαι έχομεν, οι εκ βιαίων και τυράννων μετέβαλον ηττήθέντες, η γειτόνων καρτερίαν βιου παρακολουθήσαντες, η συνοδοιπόρων πλειονεκτουμένων υπομονήν ξένην κατανοήσαντες, ή συμπραγματευομένων πειρασθέντες). Ο Γρηγόριος ο Θαυματουργός δεν το λέει με μικρότερη έμφαση για τον εαυτό του (3: ουχ ούτως ούτος τα περί αρετών ημίν διεξήει λόγοις, επι δε τα έργα μάλλον παρεκάλει, και παρεκάλει πλέον τοις έργοις η οις έλεγεν). Αυτή η όσια, θεϊκή ζωή, που είναι διαδεδομένη στην Εκκλησία, είναι αυτή που πολλές φορές εκχυνόμενη από αυτήν περιλάμβανε και έλκυε με ένα μυστηριώδη και ακαταμάχητο τρόπο τους μη Χριστιανούς (4, παρατίθεται Ωριγένους κατά Κέλσου: πολλοί ώσπεροι άκοντες, προσεληλύθασι χριστιανισμώ, πνεύματος τινός τρέψαντος αυτών το ηγεμονικόν από του μισείν τον λόγον επί το υπεραποθανείν αυτού, και φαντασιώσοντας αυτούς ύπαρ ή όναρ.). Για τον λόγο αυτό λένε οι απολογητές του Χριστιανισμού, πως δρούσε «με πνεύμα και εξουσία», και όχι με τον τρόπο της σχολικής σοφίας, η οποία ήθελε να πείσει και να κερδίσει με γυμνές έννοιες. Ο Ωριγένης παρατηρεί, επιτιθέμενος στον Κέλσο, ο οποίος μιλούσε περιφρονητικά για τον Ιησού και τους Αποστόλους: «Σε αυτόν που μπορεί να παρατηρήσει με οξυδέρκεια και χωρίς προκαταλήψεις τις πράξεις των Αποστόλων, θα του γίνει σαφές, πως κήρυτταν την χριστιανική διδασκαλία με θεϊκή δύναμη. Καθώς δεν ήταν η διαλεκτική και η ρητορική τους παιδεία, που υπέτασσε τους ακροατές τους. Μου φαίνεται, πως αν ο Ιησούς επέλεγε άνδρες ως υπηρέτες του Λόγου Του, οι οποίοι κατείχαν αυτό που συνήθως ονομάζεται σοφία, και ήταν σε θέση να κερδίσουν τις μάζες με εξυπνάδα και τεχνητές ομιλίες, με το δίκιο τους θα πίστευαν, πως δρα όπως οι φιλόσοφοι, που έχουν μια σχολή: η υπόσχεση Του, πως ο λόγος Του είναι εκ Θεού, δε θα εκπληρωνόταν. Γιατί θα βασιζόταν στην πειστική δύναμη μιας σοφίας λόγων και αναπαραστάσεων. Και η πίστη θα ήταν παρόμοια, όπως την παρουσιάζουν οι σοφοί του κόσμου τούτου στις διδασκαλίες τους: θα ήταν ανθρώπινη σοφία, και όχι θεϊκή δύναμη (Α’ Κορινθίους 2, 5: ἵνα ἡ πίστις ὑμῶν μὴ ᾖ ἐν σοφίᾳ ἀνθρώπων, ἀλλ᾿ ἐν δυνάμει Θεοῦ.) Ποιος όμως από αυτούς, που βλέπει ψαράδες και τελώνες, που δεν έμαθαν καν στοιχεία επιστήμης (όπως γράφει περί αυτών το Ευαγγέλιο, και ο Κέλσος ευχαρίστως το πιστεύει, πως λένε την αλήθεια, όταν διατρανώνουν την άγνοια τους), αλλά με σιγουριά μιλούν για την πίστη στον Ιησού, όχι μόνο με τους Εβραίους, αλλά και στους άλλους λαούς κηρύττουν με επιτυχία, ποιος δε θα διερευνήσει, από που τους δόθηκε αυτή η πειστική δύναμη; Ποιος δε θα ήθελε να πει, πως ο Ιησούς, με τα λόγια «Ακολουθήστε με, και θα σας κάνω αλιείς ανθρώπων», δε τους γέμισε ταυτόχρονα με μια θεϊκή δύναμη; Για τον λόγο αυτό πληρώθηκαν με δύναμη εκείνοι, που ακούν το με δύναμη εκφρασμένο κήρυγμα τους. Και φανερώνουν τη δύναμη αυτή με το φρόνημα τους, την με τη ζωή τους, με τον αγώνα τους για την αλήθεια μέχρι θανάτου» (5). Η πρόσληψη των ειδωλολατρών στην Εκκλησία αντιστοιχούσε στην εκπεφρασμένη θεμελιώδη κοσμοθεωρία του Χριστιανισμού περί της ανάδυσης του μέσα στον άνθρωπο. Δεν ικανοποιούνταν με την απλή δήλωση, πως προτιμούσαν τις θρησκευτικές έννοιες του Χριστιανισμού από εκείνες των ειδωλολατρικών θρησκειών. Δεν ήθελαν να γίνεται αποδεκτός ο Χριστιανισμός μετά από μια απλή σύγκριση εννοιών, και πως η προτίμηση του οφείλεται στη σύγκριση αυτή. Ο ειδωλολάτρης έπρεπε πρώτα να δοκιμαστεί στη στάση του προς τους Χριστιανούς. Και όταν πείθονταν πως προσέλαβε τον Χριστιανισμό στη ζωή του, και πως είναι πλήρως πεπεισμένος από αυτόν, πως τον εσωτερίκευσε, πως η διδασκαλία του Χριστού είναι εκ Θεού, τότε προχωρούσαν στην πράξη της μύησης. Η Εκκλησία εκφράζει ωραία την πεποίθηση αυτή, ονομάζοντας φωτισμένους τους αναγεννημένους (6), και την χριστιανική ζωή αληθινή και θεϊκή φιλοσοφία (7).

§ 6

Από την θεμελιώδη τοποθέτηση της Εκκλησίας, πως δια των επιδράσεων της εκκλησιαστικής σύναξης, την οποία εμψυχώνει το Άγιο Πνεύμα, πάνω στο άτομο, καθορίζεται η χριστιανική του ζωή και από αυτή η χριστιανική του γνώση, εξαρτώνται οι βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις για την ανάδυση της ειδωλολατρίας. Δια της αντιθέσεως τους εξηγούν πλήρως την σειρά ιδεών που θα αναπτύξουμε. Ο Θεόφιλος συμπεραίνει πως ο πολυθεϊσμός προέρχεται από την ηθική κατάπτωση των ανθρώπων, των οποίων η περί Θεού συνείδηση συσκοτίστηκε λόγω αυτής, καθώς δια της κατάπτωσης επήλθε βαθιά ομίχλη πάνω από το πνευματικό μάτι, ώστε μέσα σε αυτό να μην μπορεί πλέον να καθρεφτισθεί και να προσληφθεί η θεότητα. Ο άνθρωπος τώρα κατευθύνει το βλέμμα πάντα προς τη γη, και καθώς δεν μπορούσε να ζήσει εντελώς χωρίς Θεό, δημιουργεί τους δικούς του θεούς κατά την αντίληψη του, δηλαδή γήινους θεούς (1). Για το λόγο αυτό απαιτεί καθαρότητα ηθών, για να καταλάβει κανείς τον Χριστιανισμό. Και όπως δια της ειδωλολατρικής σύναξης διδόταν η αμαρτία, με όλες τις επιδράσεις που πήγαζαν από αυτήν, μεταξύ των οποίων βρίσκονταν η εσφαλμένη αντίληψη περί Θεού και η θρησκευτική πλάνη, έτσι δια της ζωής μέσα στην αγία χριστιανική Εκκλησία, έπρεπε να δίδεται η αληθινή γνώση, η οποία σχηματίζεται από τη χριστιανική ζωή, και οι δυο πλησιάζουν η μια την άλλη. Και όπως εκεί η ηθική ανικανότητα και ο ηθικός θάνατος του καθενός ξεχωριστά, όπως και ολόκληρων των γενεών κληρονομήθηκε άμεσα από την προηγούμενη του σειρά, ώστε πηγαίνοντας προς τα πίσω να συνδέεται με την αμαρτία του πρώτου ανθρώπου, έτσι και η πρόσληψη της χριστιανικής αρχής ζωής, σε μια συγκεκριμένη σειρά και στον καθένα ξεχωριστά, έχει ως προϋπόθεση τη σύνδεση του και την πνευματική του καταγωγή, από όλα τα προηγούμενα χριστιανικά γένη, και φτάνει μέχρι τον Χριστό (2). Και όπως εκεί, όποιος είχε την καταγωγή από τις προηγούμενες γενιές, μπορούσε να αποφύγει, και να μην κληρονομήσει κάποια πνευματική διαταραχή, έτσι τώρα, όποιος δεν κατάγεται πνευματικά από την αδιάκοπη χριστιανική Εκκλησία, συνειδητά ή ασυνείδητα, δεν έχει καμιά αναγέννηση, καμιά ιδιότητα υιού του Θεού. Όπως παλιότερα, όποιος ήταν τοποθετημένος στη μάζα της αμαρτίας, προσλάμβανε ένα περιορισμό και άρνηση της ζωής, έτσι τώρα, όποιος τοποθετημένος στη ζωή της αγίας Εκκλησίας, μετέχει του πλήρως πραγματικού. Όπως παλιότερα δια της σωματικής γέννησης ο άνθρωπος τοποθετούνταν στη δουλεία της αμαρτίας, έτσι τώρα, δια της πνευματικής γέννησης από την Εκκλησία, τοποθετείται στην ελευθερία των τέκνων του Θεού.

§ 7

Από την μέχρι τώρα παρουσίαση προκύπτει ως κυρίως αποτέλεσμα για τον προσδιορισμό της αρχής της ενότητος της χριστιανικής Εκκλησίας ότι:

Αυτή αποτελείται από μια ζωή, που κινείται άμεσα και πάντοτε από το θεϊκό Πνεύμα, και η οποία διατηρείται και αναπαράγεται δια της αγαπητικής αλληλεπίδρασης των πιστών.

Κατά μέρος προκύπτουν και τα εξής συμπεράσματα:

Ι. Η πίστη ή η χριστιανική γνώση και αγάπη που δημιουργεί τη σύναξη των πιστών, είναι μεταξύ τους άμεσα συνδεδεμένες. Όπου αναπτύχθηκε η πίστη δια της μετάδοσης του Αγίου Πνεύματος, εκεί φανερώνεται ως ενοποιητική η θεϊκή δύναμη, και όπου βρίσκεται ένωση, εκεί είναι δεδομένη η ίδια πίστη.

ΙΙ. Ιδιαιτέρως: Όπως χωρίς την Εκκλησία δεν μαθαίνουμε τίποτα ιστορικά περί του Χριστού, έτσι τον βιώνουμε και μέσα μας, μόνο από και μέσα στην Εκκλησία. Και όσο περισσότερο προσλαμβάνουμε μέσα μας την μέσα σε αυτήν ρέουσα θεϊκή ζωή, τόσο πιο ζωντανή γίνεται μέσα μας η σύναξη των πιστών, όσο πιο θερμά ζούμε εμείς μέσα σε αυτήν και αυτή σε μας, τόσο πιο ζωντανή αποδεικνύεται η πειστικότητα του Χριστού μέσα μας, και αυτού που Αυτός είναι και θα έπρεπε για μας να είναι. Αυτός ίδρυσε τη σύναξη, Αυτός ήρε το μεσότοιχο που ήταν μεταξύ των ανθρώπων, από εκχύθηκε η αγάπη για το Άγιο Πνεύμα στις καρδιές μας. Πως θα μπορούσαμε να φτάσουμε σε μεγαλύτερη συνείδηση της δύναμης και της αξίας Του, παρά δια της συνειδητής πρόσληψης της σύναξης των πιστών μέσα μας, που είναι το πιο χαρακτηριστικό Του έργο. Καθώς επιπλέον ο Χριστός δίδεται στους πιστούς άμεσα μέσα από τη ζωή, για τον λόγο αυτό έχει καταστεί δική τους ζωή και αχώριστος από αυτήν (1: Ιγνάτιος, ad. Magn. C9: εν η (Κυριακή ζωή) και ζωή ημών ανέτειλε δι αυτού, και του θανάτου αυτού, ον τινές αρνούνται.- Ιησούς Χριστός το αδιάκριτον ημών ζην. C1. Άδω τα εκκλησίας εν αις ένωσιν εύχομαι σαρκός και πνεύματος Ιησού, του δια παντός ημών ζην). Η χριστιανική τους ζωή όμως είναι ένα με τη ζωή της Εκκλησίας, από την οποία τους εκχύθηκε, και για τον λόγο αυτό αχώριστη από αυτήν.

ΙΙΙ. Τα κατηγορήματα της Εκκλησίας, ενωμένη, αγία, αληθής, είναι κατά την ουσία της ένα. Το Άγιο Πνεύμα είναι επίσης το Πνεύμα της Αληθείας, και η αγιότητα και η αγάπη είναι το ίδιο πράγμα (2: Ιουστίνος: οι μισάλληλοι και αλληλόφονοι και προς τους ουχ ομόφυλους δια τα έθνη εστίας κοινάς μη ποιούμενοι, νυν μετά την επιφάνειαν του Χριστού ομοδίαιτοι γινόμενοι). Ή ως εξής: η αρχή που συνενώνει τους πιστούς, η αγάπη, είναι ταυτόσημη με την αγιότητα. Η αγάπη είναι πηγή της αληθείας, ή: τη γνώση του Χριστιανού σχηματίζου οι από την ψυχή του (διάθεση του) αναδυόμενες, από τη διάνοια του συλληφθείσες, διαθλασμένες και σε έννοιες συμπεριληφθείσες ακτίνες της αγίας του αγάπης (3: Ωριγένης, Σχόλιο στο κατά Ματθ. Τόμος ΧΙΙ, ν.14: οιμαι γαρ ότι υπέρ εκάστης αρετής της γνώσεως , τινά σοφίας μυστήρια κατάλληλα τω ειδει της αρετής ανοίγεται τω κατ’ αρετήν βιώσαντι, διδόντος του σωτήρος τοις μη κρατηθείσιν υπό των του άδου πυλών τοσαύτας κλείδας, όσαι εισίν αι αρεταί, ανοιγούσας ισαρίθμους πύλας, κατάλληλα κατά την αποκάλυψιν των μυστηρίων εκάστη αρετή). Επειδή η ενότητα, η αλήθεια, και η αγιότητα είναι δώρα του Αγίου Πνεύματος, μπορούμε να πούμε: καθώς είναι πάντα μέσα στην Εκκλησία, δεν μπορεί να πάψει να είναι ενωμένη, αγία και αληθής.

Τέλος 1ου κεφαλαίου


Συνεχίζεται με: Η λογική ενότητα

Περί Θειας και Θεοποιού Μεθέξεως ή περί τής Θείας και Υπερφυούς απλότητος(1)

Περί Θειας και Θεοποιού Μεθέξεως ή περί τής Θείας και Υπερφυούς απλότητος
-Τα ζώα και τα άψυχα δεν μετέχουν αγιότητας
-Κτιστές χάριτες δεν Θεώνουν
Αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά
Κείμενο - Μετάφραση

Πηγή αρχαίου κειμένου: ΕΠΕ τ. 3 κεφ. 41. Σελ. 212-219.


 Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, ξεκινώντας την αναίρεση τών επιχειρημάτων εκείνων τών Δυτικότροπων αιρετικών που βλασφημούσαν το Άκτιστο φως ως κτιστό, χρησιμοποιεί ένα πρώτο αμυντικό επιχείρημα που θα δούμε στο παρόν 1ο μέρος αυτού τού έργου του. Απαντώντας στο επιχείρημα που τού έλεγαν οι αιρετικοί, ότι αν οι άγιοι μετέχουν Ακτίστων ενεργειών τού Θεού, τότε μετέχουν δήθεν αγιότητας και τα άλλα κτίσματα, ξεκαθαρίζει ότι άλλο είναι η αγιαστική Χάρις και άλλο είναι οι λοιπές Άκτιστες ενέργειες στις οποίες μετέχουν τα λοιπά κτίσματα, γιατί αν η αγιότητα θα ήταν κοινή, θα οδηγούμασταν σε αγιοποίηση ακόμα και τών ζώων.

Λέει λοιπόν ο άγιος, ότι ακόμα και κτιστή αν λέγαμε ότι είναι η Χάρη τού Θεού, το αδιέξοδο θα παρέμενε, καθώς όπως μία δήθεν κτιστή χάρη θα αγίαζε τους ανθρώπους, θα αγίαζε ομοίως και όλα τα λοιπά κτίσματα, εφ' όσον μετέχουν όλα τής ίδιας Χάριτος. Συνεπώς πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ Αγιαστικής Ακτίστου Χάριτος και λοιπών "μοιρών" τής ιδίας Ακτίστου Χάριτος, αλλά με διαφορετικό αποτέλεσμα και όχι αγιαστικό, ανάλογα με το ον στο οποίο μετέχεται.

1. Εμπρός λοιπόν τώρα, ας προβάλουμε αυτό που λένε φανερά κάποιοι και θεωρούν ότι προκαλεί απορία. Επειδή μάς λένε:

«Αν λέτε τη Χάρη που βρίσκεται μέσα στους Αγίους Άκτιστη, δεν λέτε τίποτα άλλο, παρά μόνο ότι όλα τα κτίσματα μετέχουν του Θεού, επειδή ο Θεός διέρχεται μέσα απ' όλα και μεταδίδει σε όλα, σε άλλα μεν το "είναι", σε άλλα δε εκτός από το "είναι" και τη ζωή, αισθητικά ή λογικά ή νοερά. Τότε θα είναι Άκτιστο σε όλα αυτά, σε άλλα μεν το "είναι", σε άλλα η ζωή, και σε άλλα απ' αυτά, (μαζί με τα προηγούμενα), και η σκέψη (το λογίζεσθαι) και η λογική (το νοείν)».

Όσο για εμάς, συμφωνώντας με τους Αγίους, δεν θα τους αξιώναμε καμιάς συλλογιστικής απαντήσεως· επειδή στα Χριστιανικά δόγματα κυριαρχεί η πίστη, και όχι η απόδειξη. Για χάρη όμως των παρασυρόμενων από την επιχειρηματολογία εκείνων, χρειάζεται να απαντήσουμε προς αυτούς ως εξής:

Ώ λαμπρότατοι, αν λέτε κτιστή τη θεουργό Χάρη στους Αγίους, επειδή όλα τα κτιστά μετέχουν του Θεού, τότε όλα θα ονομασθούν από σάς άγια και θα θεοποιηθεί από σάς όλη η κτίση! Επειδή δεν θα είναι άγια μόνο τα λογικά, με την μεγαλύτερη μετοχή τής θεοποιού δωρεάς τού Πνεύματος σε κάποιους από τους λογικούς, αλλά και τα άλογα, καθώς επίσης μαζί με αυτά και τα άψυχα.

Τι σημασία έχει αν το ένα έχει λάβει καλύτερη ύπαρξη και ζωή από το άλλο; Θα παρατηρήσεις μάλιστα διαφορά και στα άγια. Έτσι θα σού φανεί αγιότερη η μέλισσα από τη μύγα, η προβατίνα από τη μέλισσα, άλλα πράγματα από την αμνάδα, και από αυτά ο άνθρωπος, έστω και αν τύχει να είναι Ιεζάβελ. Και επίσης, το μυρμήγκι είναι αγιότερο από τα κουνούπια, και από τα κουνούπια ο κριός· και αν θέλεις ο ταύρος ή ο ελέφαντας ή άλλο θηρίο· κι από αυτά πάλι ο άνθρωπος, ακόμη και αν είναι σάν τον Αχαάβ. Τέτοιος άγιος μπορεί να είναι και αυτός που μάς σύρει σε τέτοιες χαμηλού επιπέδου γελοιότητες εξ αιτίας των καταγέλαστων δοξασιών του, ο οποίος προφανώς είναι αντιτασσόμενος και στο Ευαγγέλιο του Χριστού.

2. Εάν πράγματι η θεοποιός δωρεά του Πνεύματος στους Αγίους είναι κτιστή, και μάλιστα ως συνήθεια ή μίμησις φυσική, (όπως τριγυρίζει διδάσκοντας αυτός που μάς διαβάλλει), τότε οι Άγιοι Θεούμενοι δεν υπερβαίνουν τη φύση· ούτε γεννώνται από τον Θεό, ούτε είναι πνεύμα ως γεννημένοι από Πνεύμα, ούτε είναι ένα πνεύμα μαζί με τον Κύριο ως ενωμένοι σ' Αυτόν· ούτε μόνο στους πιστεύοντες στο όνομά Του έδωσε ο Χριστός εξουσία να γίνουν τέκνα Θεού με την ενανθρώπισή Του (Βλέπε Ιω. 1: 12 ε. 3: 6. Α' Κορινθίους 6: 17). Επειδή και πριν από την ενανθρώπησή Του υπήρχε αυτό σε όλα τα έθνη, (αν τουλάχιστον υπάρχει μέσα σ' εμάς με φυσικό τρόπο), και επίσης σε όλους τους τωρινούς δυσσεβείς και ασεβείς.

Άκουσε τον σεβαστό Μάξιμο κατά την ανάπτυξή του προς τον Πύρρο, λέγοντας: «με το νεύμα του Θεού εκινούντο και ο Μωυσής και ο Δαβίδ και όσοι χώρεσαν τη θεία ενέργεια μετά την απόθεση τών ανθρώπινων και σαρκικών ιδιωμάτων»(
Ζήτησις μετά Πύρρου, ΡG 91, 297Α).

Και πάλι αλλού, «έτσι ώστε η εικόνα να ανέλθει προς το αρχέτυπο και να προσλάβει τη θεία ενέργεια, (ή μάλλον να γίνει θεός με τη θέωση), και πλέον να απολαύσει την έκσταση αυτών που υπάρχουν και νοούνται φυσικά σ' αυτή, λόγω της χάριτος του Πνεύματος που τη γοήτευσε (την υπερενίκησε)»(Περί αποριών, ΡG 91, 1076C).

3. Επομένως δεν βελτιώνονται απλώς κατά τη φύση οι θεωθέντες, αλλά προσλαμβάνουν την ίδια τη θεία ενέργεια, αυτό το Πνεύμα το άγιον· επειδή αυτό είναι το ίδιο κατά τον μέγα Βασίλειο: «όταν το κατανοούμε με τη συναφή του αξία, το αντιλαμβανόμαστε μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό, και όταν θυμηθούμε την ενεργούμενη Χάρη στους μετόχους, λέμε ότι είναι μέσα μας»(Περί Αγίου Πνεύματος 26, 63, ΡG 32, 184C).
Αν όμως είναι μέσα στα κτίσματα όλα όπως και μέσα στους Αγίους, και κατά τις σοφές σκέψεις σας κτίζει ως Θεός και στους Αγίους την αγιότητα, όπως και στα άλλα δημιουργεί ό,τι είναι κατάλληλο, τι χρειαζόταν ο Χριστός και η παρουσία του; Ποια είναι η ανάγκη τού κατά Χριστόν βαπτίσματος, και τής εξουσίας και δυνάμεως που προκύπτει σ' εμάς απ' αυτό; Ποια η ανάγκη Πνεύματος που εμφυσάται και πάλι απ' την αρχή, και στέλνεται να κατοικεί μέσα μας; Επειδή θα είναι μέσα μας όπως και μέσα στο κάθε τι. Και θα είναι και ο Θεός κατά τον ίδιο τρόπο και Κτίστης και Θεοποιός.
Και όμως ο μέγας Βασίλειος λέει σαφώς, «εάν ο Θεός ομοίως κτίζει και γεννά, κατά τον ίδιο τρόπο κτίστης μας και πατήρ είναι και ο Χριστός, αφού είναι Θεός, και δεν χρειάζεται η υιοθεσία του Αγίου Πνεύματος»(Μ. Βασιλείου, Κατά Ευνομίου 4, ΡG 29, 692Α). «Μάς συνανέστησε», -λέει ο Απόστολος-, και μάς συνεκάθισε στα επουράνια εν Χριστώ Ιησού, για να δείξει στους επερχόμενους αιώνες τον υπερβάλλοντα πλούτο της Χάριτός Του με καλοσύνη προς εμάς, εν Χριστώ Ιησού. Επειδή είστε σωσμένοι με την Χάρη μέσω της πίστεως· και αυτό δεν είναι από σάς· το δώρο είναι του Θεού, όχι από έργα, για να μη καυχηθεί κανείς».
Εσύ όμως μάς κατασκευάζεις τη θέωση μόνο από τα έργα τής κατά φύσιν μιμήσεως, λέγοντας ότι η εκ φύσεως μίμηση είναι θεοποιό δώρο και θεία Χάρη;
«Όποιος δεν έχει Πνεύμα Χριστού, αυτός δεν είναι δικός Του», και «το Πνεύμα τού Θεού κατοικεί σ' εμάς», και «όλοι σε ένα Πνεύμα ποτισθήκαμε», και «αυτός που ενώνεται με τον Κύριο είναι ένα πνεύμα με Αυτόν», και «ο Χριστός κατοικεί στις καρδιές των πιστών δια του Πνεύματος», και «αφού ακούσαμε το λόγο τής αληθείας, στον οποίο αφού πιστέψαμε σφραγισθήκαμε μέσω του Αγίου Πνεύματος της επαγγελίας, το Οποίο είναι αρραβώνας της κληρονομιάς μας» και «απ' αυτό γνωρίζουμε ότι μένουμε σ' Αυτόν και Αυτός μένει σ' εμάς, επειδή μάς έδωσε από το Πνεύμα Του», και «δεν λάβατε πνεύμα δουλείας αλλά Πνεύμα υιοθεσίας».

4
. Εσύ μετόχους καί θεωρούς κτισμάτων αποκαλείς και τους από άκραν καθαρότητα καρδίας ιδόντες καί δοκιμάσαντες την λαμπρότητα του Θεού και υποδεχθέντες τον Υιόν ελθόντα μαζί με τον Πατέρα να κατασκευάσει διαμονήν εις αυτούς καί κατά τήν επαγγελίαν να έμφανίση εαυτόν εις αυτούς; Τί λέγεις, άνθρωπε; Το Πνεύμα του Χριστού, το Πνεύμα του Θεού, το Πνεύμα τής επαγγελίας το άγιον, τον αρραβώνα της κληρονομιάς των άγιων, το Πνεύμα της υιοθεσίας, την επαγγελία του Πνεύματος, την οποία έλαβε από τον Πατέρα ο Υιός και εχάρισε στους πιστούς του, το εκκεχυμένο -από του Πνεύματος αυτού στους δούλους και τις δούλες του Θεού, κατά τον προφήτην Ιωήλ- Πνεύμα, θεωρείς κτίσμα και φυσική μίμησιν, και τριγυρίζεις κηρύσσοντας δυσσεβείς τους μή ανεχομένους να βλασφημούν κατά τον δικό σου τρόπο; Δεν σέβεσαι τον απόστολον, άνθρωπε, λέγοντα «ότι τα στόματα ημών είναι ναός του μέσα μας αγίου Πνεύματος»; Καί πάλιν, «είσθε ναός Θεού καί το Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;». Άραγε θα κατεδέχετο ποτέ να τιμήσει με την προσηγορίαν τού ναού το δουλικόν κατοικητήριον; Εάν δέ αυτός είναι μέσα μας, με όποιον τρόπον είναι καί μέσα σ' όλα, τότε ναός του Θεού είναι και έκαστον των αλόγων και των θηρίων και των ερπετών, διότι παραλείπω να αναφέρω ότι είναι καί έκαστος τών λατρευσάντων ταύτα Ελλήνων, καί τών άλλων σεβασμάτων αυτών. Εις μάτην δε καί ο απόστολος κατά τούτο εγκωμιάζει τους πιστούς, και μάλιστα τους δοκίμους, λέγων, «δέν γνωρίζετε ότι είσθε ναός Θεού καί τό Πνεύμα του Θεού κατοικεί μέσα σας;», «εάν βεβαίως δεν είσθε αδόκιμοι».

5. Aλλά, λέγει, «κατακερματίζετε το Πνεύμα το θείον, χαρακτηρίζοντες αυτό υφειμένον, άκτιστον καί υπερκείμενον, καί μετρείτε τον Θεόν λέγοντες ότι είς τον ένα μέν άγιον προσυπάρχει μεγαλυτέρα είς τόν άλλον δέ ολιγωτέρα χάρις καί ότι αυτη δεν είναι εκείνη η ομοίωσις την οποίαν προσέδωσεν έκαστος εις τόν εαυτόν του διά τής μιμήσεως του Θεού, αλλα κάτι διάφορον από αυτήν, ερχόμενον άνωθεν ως άκτιστον δώρον». Σε ποιον νομίζεις ότι απευθύνεις ταύτα, σ' εμας ή στον προφήτην; Μάλλον δε τα απευθύνεις εις τον Θεόν ο οποίος δι' ενός αυτών των προφητών είπε, «θα εκχύσω εις πάσαν σάρκα από το Πνεύμα» καί εις τον απόστολον λέγοντα «μερισμούς Πνεύματος άγιου» καί εις τον Διονύσιον γράφοντα σαφώς, «υπάρχει εν το οποίον επιθυμούν πάντες οι ενοειδείς, μετέχουν δε εις αυτό όχι ενιαίως, αν καί είναι ταυτό καί εν, αλλά όπως η θεία ζυγαριά διανέμει εις εκαστον κατ’ αξίαν τον κλήρον». Δεν ζυγίζεται ούτε μετρείται λοιπόν το Πνεύμα, αλλ' αυτό μάλλον μετρεί τα μετέχοντα, κατανέμον εις έκαστον εαυτό κατά την σωστικήν δικαιοσύνην του· ούτε εκείνο είναι το μεριζόμενον, αλλ' εμείς είμεθα οι μη δυνάμενοι να χωρέσωμεν τό όλον, όταν εκείνο επιλάμπει αμερώς.

6. Είναι σχετικώς γεγραμμένον ότι καί ο Παύλος ήλθεν εις επαφήν με βραχείαν λάμψιν τού μεγάλου φωτός. Καί τήν επί τού όρους δόξαν τού Κυρίου είδαν οί συναναβάντες με αυτόν μαθητές «όχι ολόκληρον, για να μη χάσουν καί την ζωήν μαζί με την όρασιν». Εκείνο δέ όχι μόνον είναι αμέριστον εν τω μέσω μεριστών, αλλά καί τούς κατά το δυνατόν μετέχοντες ενώνει ως ενοποιός δύναμις πρός την ενότητα καί θεοποιόν απλότητα του συντονιστού (σνναγωγού) Πατρός. Έτσι το Πνεύμα προβαίνοντας αγαθοπρεπώς καί πληθυνόμενον δια την ένωσιν των προνοουμένων μένει εντός εαυτού κατά υπερούσιον δύναμιν. Εάν δέ η τοιαύτη πρόχυσις καί αποστολή καί πρόοδος είναι επίσης καί φανέρωσις (διότι λέγει, «εις έκαστον δίδεται η φανέρωσις τού Πνεύματος πρός το συμφέρον του»), θά είναι μετρητόν τό Πνεύμα, μετρούν τήν φανέρωσιν κατά τήν αναλογίαν των μυστικώς συναντώντων αυτό; Καί ως ανωφελές εις όλους, αφού ποτέ δεν εκφαίνεται τελείως καί υπερέχει απειροπλασίως πάσης εκφάνσεως καί νοήσεως, μερίζεται ή είναι συντεθειμένον από κατώτερον καί ανώτερον; Καί ούτε εκείνο δέν καταλαμβάνετε, σείς οι εις όλα σοφοί, ότι το φαινόμενον ή νοούμενον ή μετεχόμενον δέν είναι μέρος του Θεού, διά να υποστεί έτσι καί μερισμόν ο Θεός κατά την άποψίν σας, αλλά κατά κάποιον τρόπον καί όλος έκφαίνεται καί μή όλος, καί νοείται καί δεν νοείται, καί μετέχεται καί δεν μετέχεται;

7. Εάν δε και κατά τον μέγαν Διονύσιον «θέωσις είναι η προς τόν Θεόν αφομοίωσις καί ένωσις», πώς θα ήταν δυνατόν νά δεχθούμε εμείς ότι η θέωσις είναι φυσική μίμησις; Βεβαίως μας είναι απαραίτητος η ομοίωσις, για να γίνουμε προσαρμοστικοί πρός την ένωσιν εκείνην, διά τής οποίας επιτελείται η θέωσις. Χωρίς όμως τήν ενωσιν η ομοίωσις δεν θα επαρκέσει πρός θέωσιν. Λέγω δέ ότι είναι άναγκαία εκείνη η θέωσις να προσγίνεται από την ενέργειαν καί τήρησιν των θείων εντολών, η οποία δεν τελείται απλώς από φυσικήν μίμησιν, αλλά από την δύναμιν του Πνεύματος, η οποια εφίπταται από άνω κατά την ιεράν αναγέννησίν μας καί προσφύεται απορρήτως στους βαπτισθέντες. Δι' αύτής «οι μη γεννηθέντες από αίματα, ούτε από θέλημα ανδρός, ούτε από θέλημα σαρκός, αλλά εκ Θεού ως αρτιγέννητα βρέφη «δύνανται να φθάσουν εις το μέτρον του πληρώματος του Χρίστου». Διότι λέγει, «εκείνος ο οποίος δεν έχει αποκτήσει ένθεον ύπαρξιν δέν δύναται ποτέ να γνωρίσει ούτε να ενεργήσει κάτι από τα θεοπαράδοτα». Διδάξου λοιπόν κατά το λόγιον από την βάσιν, ω φίλε, το υπερφυές τής θεώσεως· διότι αυτής της οποίας η φύσις δέν αναφύεται εν αρχή παρ' έαυτής, πώς θα είναι το τέλος φυσικόν καί κτιστόν; Καί άν υπέρκειται σε μεγάλον βαθμόν τής φυσικής μιμήσεως κατά τήν αρχήν της, πώς τελειωθείσα θα είναι κτιστή και φυσική μίμησις; Βαπτίζει καί ο Ιωάννης ο υιός του Ζαχαρία, αλλά μόνον είς τό ύδωρ· βαπτίζει καί ο Ιησούς ο Υιός του Θεού, αλλά είς ύδωρ καί Πνεύμα. Ποία λοιπόν είναι η πρόσληψις; Αραγε μόνον το όνομα; Καθόλου. Είναι αυτή η θεουργός χάρις καί δύναμις, το ίδιο το Πνεύμα το άγιον, όχι περιχεόμενον κατ' ουσίαν εις τον βαπτιζόμενον, αλλά περιφυόμενον κατά την εμφύτως ενυπάρχουσαν χάριν τού αγιασμού. Εάν δε αυτή είναι κτίσμα καί εμείς οι μεταλαβόντες αυτής μετελάβομεν κάτι κτιστόν, πώς είναι άκτιστον το άγιον Πνεύμα;

8. Διά να πούμε δέ κατά τον μέγαν Αθανάσιον, «αν γινώμεθα θείας φύσεως κοινωνοί διά της μετουσίας τού Πνεύματος, παραφρονεί όποιος λέγει ότι το Πνεύμα είναι της κτιστής φύσεως και όχι της τού Υιού». Πώς δε και ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού, αν βαπτίζει καί αυτός εν κτίσματι κατά τον Ιωάννην καί εμβάλλει κτιστήν δύναμιν καί χάριν εις τούς βαπτιζομένους, ο κατά τον Παύλον «ορισθείς», δηλαδή αναγνωρισθείς και επικυρωθείς, «Υιός του Θεού εν δυνάμει κατά το Πνεύμα της αγιωσύνης δια της αναστάσεως νεκρών»;. Τί είναι λοιπόν η δύναμις η οποία εφάνη και ανεκήρυξε τον Ιησούν Υιόν τού Θεού; Κτίσμα; Καί πώς εγνωρίσθη από αυτήν ότι είναι Θεός; Και μην υπολογίσεις τήν δύναμιν η οποια εκαθάρισε τούς λεπρούς, εφώτισε τούς τυφλούς, ανώρθωσε τούς κυρτούς, συνέσφιξε τούς παραλύτους, διότι είναι δείγμα φαρισαϊκής αμβλυωπίας να βλέπει κανείς πρώτα εκείνην, αλλά να προσέχεις πρώτα εκείνην η οποία έλυσεν αφανώς τήν σειράν τών αμαρτημάτων καί άνοιξε δρόμον είς το Πνεύμα τής αγιωσύνης, και ανορθώνει και φωτίζει τον έσω άνθρωπον διά τής πρός τόν Θεόν συνάφειας ανιστώσαν εκ νεκρών και επιτρέποντας στην ψυχήν να ζει θείως, δίδουσα θείαν αίδιον πράγματι ζωήν Θεού. Η δε ανάστασις του σώματος συνηθίζει να ακολουθεί αυτήν, καθώς και ο θάνατος αρχικώς ακολούθησε τόν θάνατον τής ψυχής· διότι τούτο είναι θάνατος της ψυχής, η αλλοτρίωσις της εν Θεώ ζωής. Και αυτός είναι πράγματι δεινός θάνατος, ο δε μετ' αυτόν, δηλαδή ο του σώματος είναι μετ’ αυτόν ευκταίος, διότι αποτελεί καρπόν φιλανθρωπίας, της οποίας φευ θα στερηθούν οι του ομίλου των καταδίκων κατά την μέλλουσαν κρίσιν. Διότι τοιαύτη ανάστασις αναμένει τους μη χρησιμοποιήσαντες καλώς το δοθέν από τον Θεόν τάλαντον της θείας χάριτος, η οποία είναι συνημμένη διηνεκώς με εκείνον τον δεύτερον θάνατον, όπως μας το εφανέρωσεν ο Ιωάννης δια της Απокαλύψεως! Και είναι χειροτέρα θανάτου. Αν δε εκείνοι με τον τρόπον αυτόν ζουν αθάνατα καί συγχρόνως έχουν αποθάνει, πολλοί των εδώ ζώντων είναι νεκροί, όπως έδειξε ό Κύριος ζωής καί θανάτου· υπάρχει λοιπόν καί ψυχής νέκρωσις, ενώ κατά την φύσιν αυτη μένει αθάνατος. Πώς λοιπόν θα ζήσει, αφού κατέχει κτιστήν ζωήν; Αλλά ζώσα κατ’ αύτήν είναι νεκρά. Εάν είναι να αναβιώσει αυτη είς ανωτέραν σφαίραν, πρέπει να μεταλάβει της ακτίστου ζωής, αυτής η οποία δεν χωρίζεται από το πνεύμα. Διά τούτο λέγει ο Βασίλειος, ο οποίος μετέσχε ταύτης καί ομιλεί έκ πείρας· «καί η ζωή τήν οποίαν μεταβιβάζει τό Πνεύμα είς τήν υπόστασιν άλλου δέν χωρίζεται από αυτό, αλλά καί αυτό έχει εν εαυτώ τήν ζωήν καί οι μετέχοντες αυτού ζούν θεοπρεπώς, κατέχοντες θείαν καί επουράνιον ζωήν».

9. Θέλεις όμως να διδαχθείς καί τούτο σαφώς, ότι οι καταξιωμένοι να θεωθούν λαμβάνουν το Πνεύμα το άγιον όχι κατά την ούσίαν αλλά κατά τήν άκτιστον ελλαμψιν καί χάριν; Ακούσε τόν λέγοντα, «σκοπός τής ουρανίου ιεραρχίας είναι η πρός τόν Θεόν κατά τό δυνατόν αφομοίωσις καί ένωσις, αφού ο Θεός καταστήσει τούς θιασώτες του θεία αγάλματα, διαυγέστατα καί ακηλίδωτα, δεκτικά τής αρχιφώτου καί θεαρχικής ακτίνος». Εάν δε το μεθεκτόν είς όλους, αν και είναι εν, μετέχεται όχι ενιαίως αλλά διαφόρως, τί εμποδίζει να μετέχουν μέν του Θεού καί οί άγιοι, καί οί μή άγιοι νά υπάρχει όμως διαφορά σ' αυτές τις μεθέξεις κατά τούτο, ότι η μία είναι άκτιστος ή δε άλλη κτιστή; Ό μέγας Αθανάσιος είπεν «εις Θεός υπάρχει, ο Πατήρ», η αρχή των πάντων κατά τόν άπόστολον, «διότι ο Λόγος προέρχεται εξ αυτού γεννητώς και τό Πνεύμα εξ αυτού εκπορευτώς». Αν τον ερώτα κανείς, πώς λοιπόν από όλα τα όντα εκ του Πατρός μόνον τον Υιόν και το Πνεύμα λέγεις αληθινόν Θεόν καί αδιαίρετον από τον Πατέρα, θα απεκρίνετο ευθέως, ότι τούτο συμβαίνει εξ αιτίας τής διαφοράς υπάρξεως, (διότι ο μέν Υιός καί τό Πνεύμα προέρχονται από τόν Πατέρα ως άπαύγασμα καί ακτίς φωτός, αυθυποστάτως όμως, όλα δε τα άλλα προέρχονται ώς κτίσματα από τόν δημιουργόν). Έτσι και εμείς θα πούμε ότι, αν καί όλα μετέχουν του Θεού, βλέπομεν πάντως πολλήν καί μεγίστην διαφοράν τής μεθέξεως τών άγιων. Πράγματι, πες μου, πώς έκ τών μετεχόντων εις τήν ζωήν του Θεού αίσθητικώς ή λογικώς ή νοερώς κανενός η ζωή δεν λέγεται θεοειδής ή ένθεος, καί κανένα από αυτά δέν γίνεται θείον ή θεόληπτον ή θεοφόρον, μάλλον δέ Θεός, αν δέν ανήκει εις τά θεωμένα; Οσα δέ ζουν κατ' αίσθησιν, ώς καί τά στερούμενα τελείως αίσθήσεως, δέν υπάρχει πιθανότης νά ζήσουν ποτέ ενθέως, μολονότι καί αυτά μετέχουν του Θεού.

10. Βλέπεις ότι, αν και το θειον είναι μέσα εις όλα καί μετέχεται από όλα, όμως μόνον εις τούς αγίους είναι κυρίως μέσα καί από αυτούς μόνον μετέχεται κυρίως; Καί τόσον είναι τούτο βέβαιον καί αληθές, ώστε όπως ενώ είναι καί λέγονται πολλοί θεοί, είς είναι δι' ημάς ο αληθινός Θεός, καί όπως, ενώ είναι καί λέγονται πολλοί υιοί, από εμάς κηρύσσεται είς αληθινά Υιός Θεού, διό καί μονογενής άλλωστε, έτσι, άν καί πολλοί μάλλον δέ πάντες μετέχουν του Θεού, μόνοι μέτοχοι Θεού καί μέτοχοι Χριστού λέγονται οι άγιοι. Διότι, λέγει ό Παύλος, «είναι αδύνατον οί άπαξ φωτισθέντες καί γευσάμενοι τής επουρανίου δωρεάς καί γενόμενοι μέτοχοι του άγιου Πνεύματος», εννοών οπωσδήποτε ότι δέν ήσαν μέτοχοι προηγουμένως. Καί ο Κύριος υπόσχεται νά έλθει καί νά εγκαταστήσει μονήν είς τούς αγαπήσαντας αυτόν καί αγαπηθέντας από αυτόν, πάντως μέ την έννοιαν ότι δέν ήταν παρών καί δέν κατώκει (δεν ήταν ενοικών) εις αυτούς προηγουμένως. "Επρεπε δέ πάντως oι θεωθέντες νά έχουν πολλήν ομοιότητα πρός τόν Θεόν καί οι υιοποιηθέντες πολλήν ομοιότητα πρός τόν Υιόν". Οπως λοιπόν ο Θεός είναι μόνος ών, μόνος ζών, μόνος άγιος, μόνος αγαθός, «μόνος έχων αθανασίαν, φως οικών άπρόσιτον», μολονότι πολλοί υπάρχουν και πολλοί ζουν, είναι άγιοι και αγαθοί και αθάνατοι, κατοικούν εις φως καί χώρον ζώντων, έτσι και μόνοι οι άγιοι είναι μέτοχοι Θεού, μολονότι όλοι μετέχουν.

ΟΤΑΝ ΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΓΙΑ ΘΕΟ ΕΝΝΟΟΥΝ ΤΙΣ ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ. Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΑΣ ΧΑΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΝ ΧΑΡΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ. Ο ΟΡΟΣ ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΟΝΟΜΑ ΟΠΩΣ ΣΤΗΝ Π.Δ..

π. Ν. Λουδοβίκος: Αμαρτία: από την Ενοχή στην Μετάνοια


Από την συζήτηση που ακολούθησε την εισήγηση του π. Νικολάου Λουδοβίκου «Η Ελλάδα ως Ανατολή της Δύσης και ως Δύση της Ανατολής: Ο Ρικαίρ, ο Ντούγκιν κι εμείς»

ΑΣ ΞΑΝΑΚΟΥΣΟΥΜΕ ΤΙΣ ΑΠΛΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙ ΑΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΤΑ. ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΚΑΤΑΛΗΓΟΥΝ ΚΑΚΟΔΟΞΙΕΣ ΚΑΙ ΥΒΡΕΙΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ.

ΜΟΝΟΝ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΟΙ ΟΠΟΙΟΙ ΕΧΟΥΝ ΓΝΩΡΙΣΕΙ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ, ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ, ΠΟΣΟ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ ΕΙΝΑΙ, ΤΟΣΟ ΩΣΤΕ ΟΣΟ ΑΥΞΑΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΧΑΡΗ ΤΟΣΟ ΠΙΟ ΒΑΘΕΙΑ ΒΛΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΤΕΧΕΙ.
Ο ΠΑΛΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΔΕΙ ΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ. ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΗΣ ΧΑΡΗΣ. ΓΙ ΑΥΤΟ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΚΛΗΣΙ Η ΟΠΟΙΑ ΔΙΝΕΤΑΙ, ΟΠΩΣ ΦΑΝΕΡΩΣΕ Ο ΑΓΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΣΕ ΟΠΟΙΟΝ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΚΑΠΩΣ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΟ ΔΙΔΑΞΕ Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΚΑΡΙΣΜΟΥΣ.

Απομαγνητοφώνηση αποσπασμάτων από την ομιλία
0:10-4:00
Ερώτηση:
Απ’ όσο έχω καταλάβει, το ζήτημα της ενότητας της Εκκλησίας είναι καίριο για τον Χριστιανισμό. Το καταλαβαίνω μέσα από το Ευαγγέλιο και τους πατέρες της Εκκλησίας. Η σκέψη η δική μου είναι η εξής: θα μπορούσε μια διαταραχή στην ενότητα της Εκκλησίας να δημιουργήσει ακόμα και φυσικές καταστροφές;
Απάντηση π. Λουδοβίκος:
Δεν είμαι, δεν είμαι προφήτης, ούτε υιός προφήτου, αλλά η χαμένη ενότητα της Εκκλησίας είναι ένα συνταρακτικό γεγονός αν τυχόν συμβεί. Έτσι. Η ενότητα της Εκκλησίας κατ’ αρχήν είναι ένας τρόπος, είναι ένα γεγονός που συμβαίνει μέσα μου, μέσα στον καθένα από μας, σε κάθε μέλος της, δεν επιβάλλεται απ’ έξω. Δεν είναι ότι υπάρχει ο επίσκοπος και είμαστε ενωμένοι. Είναι το γεγονός ότι το ομοούσιο πραγματώνεται πλέον όχι μόνο στο Θεό, αλλά και σε μένα. Και παρόλο του ότι είναι διαφορετικοί όλοι οι άλλοι δίπλα μου, για μένα είναι όρος της ύπαρξής μου. Είναι αυτό που είπα προηγουμένως, ότι ουσιαστικά η διανομή των δώρων της ύπαρξης μου ολόκληρης και η μετοχή ταυτίζονται ως γεγονότα. Αυτή είναι μεγάλη ανακάλυψη.[ΓΙΝΟΜΑΣΤΕ ΔΗΛ. ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΘΕΟΙ]
Έλεγα προχθές σε κάποιον ότι ο τρόπος της κρίσης, της έσχατης κρίσης, είναι ένα μεγάλο σκάνδαλο. Γιατί ο Θεός φαίνεται σαν να έχει ξεχάσει τελείως οτιδήποτε έχει πει, τα πολλά που έχει πει στην Παλιά και στην Καινή Διαθήκη. Και κάνει ένα είδος κριτική, ένα είδος κρίσης στον άνθρωπο το οποίο είναι συγκλονιστικά μονομερές για μερικούς. Επείνασα και ουκ εδώκατε μοι φαγείν. Τι είναι αυτό; Ελεημοσύνη, διανομή. Έτσι. Εδίψησα και ουκ εποτίσατε με. Τι είναι αυτό; Διανομή. Ελεημοσύνη. Ξένος και ου συνηγάγετε με. Τι είναι αυτό; Διανομή. Γυμνός και ου περιεβάλετε με. Μα έλεος, πες και τιποτ’ άλλο. Λίγο διαλογισμό, λίγο στοχασμό, λίγο αυτό δεν κάναμε κι εμείς; Δεν γίναμε λίγο πιο σοβαροί; Δεν …με τον εαυτό μας και τους άλλους σε κάποιο λίγο πιο υψηλό επίπεδο;
Γιατί αυτό το φοβερό πράγμα και επιμένει; Γιατί Αυτός είναι από τη φύση του έλεος. Και ο Ίδιος κάνει μια τρομακτική κίνηση προς τα σένα, βασικά σου δίνει τον εαυτό Του. Αυτό είναι θέωση. Και θέλει και εσύ να κάνεις το ίδιο. Καταλαβαίνετε; Αυτό είναι η ενότητα. Η ενότητα είναι κάτι, το οποίο όποιος το ανακαλύψει, μπαίνει στην Εκκλησία για τα καλά. Και αρχίζει να το ερωτεύεται αυτό το πράγμα, να το αγαπάει αυτό το πράγμα.[ΜΕΤΟΧΗ, ΕΤΣΙ ΛΕΓΕΤΑΙ] Πραγματικά αυτό έχει να κάνει με την οντολογία. Γι’ αυτό σας λέω, η ενότητα της Εκκλησίας είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Θεός διαμοιράζει τον εαυτό Του στον κόσμο,[ΑΚΤΙΣΤΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ ΟΙ ΟΠΟΙΕΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΟΥΣΙΑ ΠΑΡΟΤΙ ΟΥΣΙΩΝΟΥΝ ΑΛΛΑ ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΑΣΙΑΖΟΥΝ] και το πως εγώ γίνομαι εικόνα Του με τον ίδιο τρόπο αυτόνε, καταλάβατε. Και αυτά θα τα ανακαλύψει κάποια στιγμή όλος ο κόσμος ξανά, γιατί είναι ξανά προς ανακάλυψη… αλλά ας προσέξουμε, έχει περάσει η εποχή των ηγεμονικών λόγων και των ηγεμονικών λύσεων. Δεν υπάρχει κανένας να σας πει την αλήθεια. Και όποιος ξέρει κάτι από την αλήθεια, ξέρει ότι η διαδικασία της έχει να κάνει με την πράξη της αλήθειας.
Σήμερα έχουμε ανάγκη τρομερή να φανερώσουμε τον εαυτό μας μέσα από τέτοιους τρόπους, ούτως ώστε, όπως έκανε κάποτε η Παναγία. Η Παναγία είναι στο…ασκούσε το ομοούσιο. Θέλησε να βάλει το Θεό στην ιστορία αντί να δώσει δικές της λύσεις. Ήταν πολύ προχωρημένα πράγματα βέβαια. Εντάξει, λέμε τώρα.

8.53..Αυτό που λέμε εκκοπή του θελήματος δεν υπάρχει. Αν κανείς κόψει το θέλημα, θα περιπέσει σε κατάθλιψη. Υπάρχει μόνο εκπαίδευση του θελήματος. Και αυτό που λέμε υπακοή στη μοναστική γλώσσα, είναι η μεταμόρφωση ενός φίλαυτου θελήματος σε φιλάδελφο και φιλόθεο. Γι’ αυτό πρέπει να προσέχουμε τη λέξη εκκοπή, δεν υπάρχει κόψιμο του θελήματος. Γι’ αυτό και όλη η έκτη Οικουμενική Σύνοδος επιμένει ότι το θέλημα καλλιεργείται. …Το θέλημα είναι σωτήριο αν καλλιεργηθεί. Γιατί ξαφνικά μαθαίνω να θέλω για χάρη πολλών…

19.40…και στην κυριολεξία σου καταστρέφει την ελευθερία. Δεν έχεις την ελευθερία να αμαρτήσεις. Ενώ στην Ορθοδοξία, αμαρτία είναι δικαίωμα μου. Ακούτε τι λέω. Είναι το δικαίωμα, το οποίο έχω να αποτυγχάνω, γιατί ενώπιον του Θεού ομολογώ, και ενώπιον της κοινότητας, ότι δεν ξέρω.
Έρχεται ως παρατήρηση: Είναι εύκολα παρεξηγήσιμο αυτό.
Καθόλου εύκολο! Γιατί είμαι πραγματικά ελεύθερος.
….παρατηρήσεις που δεν ξεχωρίζουν ακουστικά
Ακούστε κάτι, ο Απόστολος Παύλος το είπε αυτό. Προσέξτε λέει, είστε ελεύθεροι, αλλά την ελευθερία προσέξτε πως θα την χρησιμοποιήσετε.[ΕΙΠΕ ΕΠΙΣΗΣ ΟΤΙ ΑΛΛΑ ΘΕΛΩ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΚΑΝΩ, ΔΙΟΤΙ ΚΑΤΕΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΕΩΣΦΟΡΟΥ. ΑΥΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΠΟΥ ΘΕΛΩ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ; ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΘΕΜΑ.] Αλλά δεν αίρεται η ελευθερία αυτή. Εάν αρθεί η ελευθερία ο άνθρωπος γίνεται αναγκαστικά σωσμένο ανακυκλωμένο μπουκάλι (και παίρνει το μπουκάλι και το δείχνει). Δεν έχει πλέον καμία δυνατότητα συνεργίας. Τελείωσε η ελευθερία, τελείωσε η συνεργία. Αλλά η συνεργία έχει λάθη. Όπως ένα ζευγάρι μέχρι να μάθει την αγάπη, να συνεργήσει δηλαδή τέλεια, συνεργεί ατελώς. Και καυγαδίζει, και ο καυγάς είναι μια πολύ υγιής κατάσταση μέχρι να μάθουμε την αγάπη. Ναι και ένας καλός οδηγός, ένας πνευματικός, δε θα πει στο ζευγάρι ηθικιστικά, σταματήστε! Ή χωρίστε (προσθέτει η Φλέσσα), αλλά θα τους πει συνεχίστε, γιατί είναι πολύ γόνιμο αυτό, γιατί έχει κατακτήσεις αυτό, γιατί έχει επόμενα βήματα αυτό. Αλλά να ξέρετε αυτό, και το λέω με κάποια αίσθηση πικρίας, το πόσο άγνωστη, σ’ αυτό τον πυρήνα της είναι η Ορθοδοξία, στον τόπο εδώ που γεννήθηκε. Είναι κάτι που προξενεί μελαγχολία. Θα ελευθέρωνε πάρα πολύ τον κόσμο αυτό το πράγμα. Και έρχονται και μας ρωτάνε για την ομοφυλοφιλία κλπ., είναι καλό ή κακό αυτό το πράγμα; Η ίδια η έννοια της αμαρτίας, δεν έχει τίποτα να κάνει με την ηθική. Να άλλη μια δήλωση προκλητική. Δεν έχει τίποτα να κάνει με την ηθική η αμαρτία.[ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΡΠΟΣ ΤΗΣ]
Ο κ. Κοντογιώργης λέει κάτι για την έννοια παραδείσου και κόλασης..
Μα δεν υπάρχει παράδεισος και κόλαση από πλευράς του Θεού.
Ναι αλλά διακινείται ευρέως. Η Ορθοδοξία έχει και την οικονομία.
Ναι, σε ένα πολιτισμό ενοχής, η κόλαση είναι ανάγκη να διακινείται ως μέσο σωφρονισμού. Αλλά αν διαβάσετε την ορθόδοξη παράδοση, θα δείτε ότι ο Θεός ου κολάζει. Αυτά είναι του Αυγουστίνου αυτά. Η κόλαση δεν υπάρχει απ’ την πλευρά του Θεού, η κόλαση είναι που φτιάχνω εγώ. Ο Θεός δεν ξέρει πως να φτιάξει κόλαση, δεν ξέρει πως να κολάζει, ξέρει πως να αγαπάει.[ΙΣΩΣ ΔΕΝ ΣΥΜΦΩΝΗΣΟΥΝ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΥΠΗΚΟΟΙ ΤΩΝ ΦΑΡΙΣΑΙΩΝ ΠΟΥ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΚΑΙ ΑΦΑΝΙΣΤΗΚΑΝ] Τίποτ’ άλλο. Και αυτό είναι μια προ αιώνων κατάσταση. Το λένε οι πατέρες αυτό, όχι εγώ. Όταν λέει ο Δαμασκηνός «ο Θεός ου κολάζει, κόλασις Θεού αμεθεξία». Τι έγινε; Έρχεται, γίνεται η ενσάρκωση, σου δίνει την αιώνια ζωή, και σου λέει, από εδώ και πέρα αυτή η αιώνια ζωή δεν είναι για σένα αυτό που νομίζεις. Θέα του Θεού χωρίς μετοχή που το βιώνεις σαν κόλαση, επειδή σου λείπει, τον βλέπεις και σου λείπει, αυτό είναι η κόλαση. Ή θα είναι θέα και μετοχή μαζί.[ΑΛΛΟ Η ΥΙΟΘΕΣΙΑ] Αυτά είναι ξεκαθαρισμένα πράγματα στην πατερική παράδοση. Κανείς δεν διαφωνεί. ..και ο Άγιος Βασίλειος λέει πως παραδέχεται ότι χρησιμοποιεί την κόλαση παιδαγωγικά, αλλά δεν είναι έτσι τα πράγματα. Οι Άγιοι το ξέρουν