Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 5 Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού ROBERTO PECCHIOLI

Συνέχεια από Τρίτη 16. Ιουνίου 2026

Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΕΞΑΡΤΗΣΕΩΝ 5
Να γεμίσουμε το κενό στον καιρό του μηδενισμού


ROBERTO PECCHIOLI

Εκδόσεις IMPRIMERE, 2026

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ: Ο ΚΙΝΗΤΗΡΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΗΤΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ

Η διαφήμιση είναι παιδαγωγική: σε διδάσκει μέχρι ποιο σημείο σε πιστεύουν ανόητο.
Quote Magazine

......Ο Baudrillard μιλά επίσης για αποϋλοποίηση της πραγματικότητας. Ο καταναλωτής ζει μέσα σε ένα σύστημα που αναπαράγει, πλαστογραφεί και μεγεθύνει τα πάντα μέσα σε μια γιγαντιαία φούσκα, ομοίωμα της πραγματικότητας, μεταμορφωμένης σε υπερπραγματικότητα. «Δεν υπάρχει πλέον ούτε μυθοπλασία ούτε πραγματικότητα· η υπερπραγματικότητα τις καταργεί και τις δύο». Η εικονική απομίμηση, το απατηλό της ομοίωμα, γίνεται πιο ελκυστικό από το πρωτότυπο. Το μαρτυρούν τεχνητοί τόποι όπως τα θεματικά πάρκα, που επιτρέπουν ήδη από την παιδική ηλικία να ικανοποιούνται οι ονειροφαντασίες με ανοιχτά μάτια, και που έχουν γίνει τουριστικοί προορισμοί δημοφιλέστεροι από τις πόλεις της τέχνης και τα τοπία της φυσικής ομορφιάς. Το φαντασιακό της Disneyland δεν είναι ούτε αληθινό ούτε ψεύτικο· είναι μια μηχανή αποτροπής, σκηνοθετημένη για να αναγεννήσει, στο αντίστροφο πεδίο, τη μυθοπλασία του πραγματικού. Ζούμε μέσα στην εννοιολογική αντιστροφή της σχέσης ανάμεσα σε ζήτηση και προσφορά, κατανάλωση και παραγωγή. Εφόσον από τον καταναλωτή εξαρτάται η οικονομική ανάπτυξη, το τοτέμ της προόδου, η παραγωγή αναγκών/εξαρτήσεων είναι η προσταγή της οικονομίας....

§ 3 Οι εξαρτήσεις και ο νόμος του Say

Όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη παράγραφο αποτελούν μια ιδιοτυπία του μεταμοντέρνου συστήματος των εξαρτήσεων: την υπεροχή της προσφοράς υποστηριζόμενης από έναν φοβερό διαφημιστικο-προπαγανδιστικό μηχανισμό επί της ζήτησης. Πρόκειται για αντιστροφή των κλασικών οικονομικών νόμων, σύμφωνα με τους οποίους είναι η ζήτηση που καθορίζει την προσφορά: η συντριπτική μεταθανάτια νίκη —στην κοινωνία της κατανάλωσης— του νόμου του Say.61 Ο οικονομολόγος από τη Λυών, στην αυγή των σύγχρονων οικονομικών μελετών μετά τη φιλελεύθερη και αστική Γαλλική Επανάσταση, διατύπωσε τον «νόμο των αγορών», σύμφωνα με τον οποίο η προσφορά δημιουργεί τη δική της ζήτηση. Η παραγωγή αγαθών γεννά εισόδημα επαρκές για την αγορά τους, προλαμβάνοντας κρίσεις υπερπαραγωγής και καθιστώντας περιττή την κρατική παρέμβαση. Στην οικονομική συζήτηση τα συμπεράσματα του Say αμφισβητήθηκαν ευρέως, ιδίως από τον Karl Marx τον 19ο αιώνα και από τον John Maynard Keynes τον 20ό.62 Παραμένουν ωστόσο ένα σημαντικό πέρασμα της κλασικής οικονομικής σκέψης. Ακόμη περισσότερο στην εποχή της παραγωγής που βασίζεται στην κατανάλωση.

Δεν είναι εδώ ο τόπος για μια ανάλυση του καταναλωτισμού και των επιπτώσεών του στη ζωή του homo sapiens, αντικείμενο μιας τεράστιας οικονομικής, ανθρωπολογικής, πολιτικής και κοινωνιολογικής βιβλιογραφίας. Βέβαιο είναι ότι η κατανάλωση είναι ο σκοπός του «καπιταλισμού της σαγήνης» —Michel Clouscard—· επομένως η κατασκευή της επιθυμίας είναι η κατηγορική προσταγή ενός πολυάριθμου, μαχητικού στρατού ειδικών της συμπεριφορικής ψυχολογίας, της νευρολογίας, της νευροβιολογίας και του marketing. Το τελευταίο είναι «το σύνολο των δραστηριοτήτων που αποσκοπούν να επηρεάσουν την επιλογή του καταναλωτή» —Russell Winer. Ο Αμερικανός οικονομολόγος Philip Kotler,63 ο μεγαλύτερος θεωρητικός του marketing, διακρίνει τέσσερις προσανατολισμούς που διαδέχθηκαν ο ένας τον άλλο στον χρόνο: προς την παραγωγή· προς το προϊόν· προς τις πωλήσεις· τέλος, προς το ίδιο το marketing, μια ταυτολογία, η εργαστηριακή δημιουργία των αναγκών του υποκειμένου, του πελάτη-καταναλωτή. Πρόκειται για μια προδραστική στρατηγική στην οποία το σύστημα επινοεί ανύπαρκτες ανάγκες μέσω της διαφημιστικής επικοινωνίας —η ίδια ένας καταναγκασμός επανάληψης— και των υπαρξιακών προτύπων που προωθεί. [Τό a'priori, τό spiritus creator, το μηδέν και η δημιουργία εκ του μηδενός του σάν θεού δαιμονανθρώπου]Αυξάνει την προσφορά αγαθών, υπηρεσιών, ηθών, συμπεριφορών, συνηθειών, για να τροφοδοτεί συνεχώς την οικονομία μέσω της καταναλωτικής νοοτροπίας, με τη συντονισμένη δράση προσφοράς, επαγόμενης επιθυμίας, ανάγκης, ικανοποίησης, επακόλουθης δυσαρέσκειας, η οποία επανεκκινεί το κύκλωμα περαιτέρω αναγκών/επιθυμιών/καταναλώσεων. Η μεταμοντέρνα προσφορά, απέραντη, λαμπερή, σαγηνευτική, πραγματώνει τον νόμο του Say και μοιάζει πολύ με την εξάρτηση, την ψευδή ανάγκη που γίνεται εμμονική αναζήτηση, κέντρο της ζωής.

Οι δάσκαλοι της προπαγάνδας γνωρίζουν καλά την «πυραμίδα του Maslow»,65 την ιεραρχία των αναγκών που αναπαρίσταται οπτικά και διαρθρώνεται σε πέντε επίπεδα. Τα πρώτα τέσσερα ορίζονται ως ανάγκες ελλείμματος, ενώ το τελευταίο ορίζεται ως ανάγκη του Είναι. Η πυραμίδα υποδιαιρείται σε φυσιολογικά κίνητρα· κίνητρα ασφάλειας· κοινωνικά κίνητρα ή κίνητρα του ανήκειν· κίνητρα εκτίμησης· κίνητρα αυτοπραγμάτωσης. Κατά τη γνώμη του εισηγητή της, η κορυφή της πυραμίδας —το πέμπτο επίπεδο— μπορεί να επιτευχθεί μόνο αφού έχουν ικανοποιηθεί οι υποκείμενες ανάγκες. Το σύστημα των εξαρτήσεων —υποστηριζόμενο από την προσφορά— ανατρέπει την κατάταξη. Πολλές εξαρτήσεις —τα ναρκωτικά, ο τζόγος, ο αλκοολισμός, τα φάρμακα, το κάπνισμα, η σταθερή σύνδεση με smartphone και υπολογιστή— φθάνουν να υπερπηδούν ακόμη και τις θεμελιώδεις ανάγκες. Τείνουν να μεταμορφωθούν σε αναγκαιότητες, των οποίων η μη ικανοποίηση έχει καταστροφικές ψυχικές, σωματικές, κοινωνικές και συμπεριφορικές συνέπειες. Οι εξαρτήσεις θα έπρεπε να ανήκουν στον πέμπτο «όροφο» της πυραμίδας, τον υψηλότερο, διότι, στο μυαλό εκείνου που υποφέρει από αυτές, αφορούν τη σφαίρα της προσωπικής πραγμάτωσης.

Αντιθέτως, είναι η ένδειξη μιας έλλειψης, ενός ελλείμματος ή μιας εμμονής. Οι πρωτογενείς ανάγκες, στην κανονική κατάσταση, είναι οι πιο επιτακτικές: όποιος πεινά πολύ δύσκολα κατορθώνει να συγκεντρωθεί στην εργασία ή στις σχέσεις. Οι σκέψεις και οι επιθυμίες προσανατολίζονται προς την τροφή. Μόλις ικανοποιηθεί η όρεξη, αυτή χάνει την επείγουσα ισχύ της και αφήνει χώρο σε κάτι άλλο. Στις εξαρτήσεις, η ικανοποίηση δεν ομαλοποιεί το υποκείμενο παρά μόνο προσωρινά.

Ακόμη και η ανάγκη του ανήκειν, η έμφυτη επιθυμία να δίνει και να λαμβάνει κανείς στοργή και αγάπη, γίνεται εξάρτηση ανάμεσα σε απομονωμένα άτομα, αμοιβαία αδιάφορα, όταν δεν είναι ανοιχτά εχθρικά μέσα σε συνεχή ανταγωνισμό. Προϊόντα όπως η κοκαΐνη, πέρα από το ζήτημα της εξάρτησης, λαμβάνονται συχνά για τη βελτίωση σωματικών, σεξουαλικών και διανοητικών επιδόσεων. Φαίνονται να υποστηρίζουν την ανάγκη αυτοπραγμάτωσης, επιτυχίας, εμπιστοσύνης, την επιθυμία αναγνώρισης. Η γνώση αυτών των ψυχικών μηχανισμών χρησιμοποιείται από το σύστημα της κατανάλωσης —την αγορά ως μέτρο όλων των πραγμάτων— για να χειραγωγήσει την ανθρώπινη ψυχή, οδηγώντας την να ζει από ψεύτικες ή ανεστραμμένες ανάγκες, οι οποίες μετατρέπονται σε ακατάσχετες επιθυμίες που πρέπει να ικανοποιηθούν χωρίς να λαμβάνονται υπόψη ηθικά κριτήρια, οικονομικές σκέψεις, έως την παρανομία, το πάθος, τον αυτοτραυματισμό, τη σπατάλη του εαυτού.

Η ολοένα ευρύτερη προσφορά παλαιών και νέων εξαρτήσεων δημιουργεί τη ζήτηση. Αν η παραγωγή ορισμένων εμπορευμάτων και η διάδοση συμπεριφορών ή κλίσεων είναι η αιτία που δημιουργεί μια αγορά, είναι φανερό ότι το πρόβλημα των εξαρτήσεων κάθε άλλο παρά φυσικό είναι. Πολύ λιγότερο μπορεί να εξηγηθεί με όρους εσφαλμένης απάντησης σε κοινωνικές δυσφορίες, σε υπαρξιακές ελλείψεις, ή να καταλογισθεί στην εγκληματικότητα που τις εκμεταλλεύεται. Ένα μεγάλο μέρος των εξαρτήσεων, άλλωστε, είναι απολύτως νόμιμες ή βρίσκονται σε πορεία κανονικοποίησης/νομιμοποίησης. Επομένως, αποτελούν ένα γιγαντιαίο κοινωνικό πρόβλημα που τροφοδοτείται από τα πάνω, εν μέρει αρνείται, ελαχιστοποιείται ή θεωρείται ένα είδος παράπλευρης ζημίας του άθικτου φιλελεύθερου συστήματος στην πολιτική, φιλελευθεριστικού στην οικονομία και τη χρηματοπιστωτική σφαίρα, ελευθεριακού στις κοινωνικές αξίες και ελευθεριάζοντος στις ιδιωτικές και οικείες συμπεριφορές. Πρόκειται για στοιχεία απανθρωποποιητικού κοινωνικού ελέγχου, αλλά και μιας κυνικής κυκλικής οικονομίας θεμελιωμένης στην προσφορά, όπου ο ιδρώτας της ανθρώπινης εργασίας επιστρέφει γρήγορα στις ολιγαρχίες που οργανώνουν τις εξαρτήσεις. Ένα ερώτημα που δεν τίθεται ποτέ είναι το εξής: χωρίς το μέγεθος, τη διεισδυτικότητα, την πανταχού παρουσία του διαφημιστικού συστήματος και του συστήματος της ψυχαγωγίας, πνευμόνων της ιδεολογίας της κατανάλωσης, θα υπήρχαν άραγε οι εξαρτήσεις στη μαζική μορφή της μετανεωτερικότητας; Και μήπως οι εξαρτήσεις δεν είναι ένα από τα στοιχεία που δημιουργούν τη γενικευμένη κοινωνική δυσφορία; Αιτίες και συναιτίες, όχι αποτελέσματα.

§ 4 Οι σχιζο-μάζες

Οι σχιζο-μάζες είναι μια ακόμη έννοια που εισήγαγε ο Gilles Deleuze. Στη μετανεωτερικότητα ο άνθρωπος ωθείται να απελευθερωθεί από τα πάντα, ακόμη και από τον ίδιο του τον εαυτό, διότι ακριβώς «ο ίδιος ο εαυτός του» είναι εκείνο που τον πλήττει και τον βαραίνει. Διαλύεται λοιπόν σε σχιζο-μάζα.66 Η σχιζοφρένεια είναι μια διάσπαση της προσωπικότητας, η ψυχική διαταραχή που αλλοιώνει τον τρόπο σκέψης, πρόσληψης της πραγματικότητας, συμπεριφοράς και έκφρασης συναισθημάτων. Η μετανεωτερικότητα προκαλεί απομόνωση, ανικανότητα να αποδοθεί νόημα στη ζωή, διασπώντας τον άνθρωπο από τις μορφές του ανήκειν του και ακόμη από την υγιή σχέση με τον Εαυτό, νοούμενο ως ενοποίηση της συνείδησης και του ασυνειδήτου που αντιπροσωπεύει την ψυχή στο σύνολό της. Είναι το προϊόν της εξατομίκευσης, της διαδικασίας ενσωμάτωσης των διαφόρων όψεων της υποκειμενικής προσωπικότητας —Carl Gustav Jung. Η καταφυγή στις εξαρτήσεις γίνεται ο τρόπος για να απαλυνθεί το κακό της ζωής του διχασμένου ατόμου μπροστά στην πικρή θέαση της πραγματικότητας.

Επειδή η μετανεωτερικότητα είναι το προϊόν της κατάρρευσης των μεγάλων συλλογικών «αφηγήσεων» —ιδεωδών, πνευματικών, πολιτικών— από τον φιλελεύθερο ατομικιστικό και υλιστικό αναγωγισμό —και τον μεταμαρξιστικό, τα αδελφομάχαιρα αδέλφια της σύγχρονης εποχής—, οι εξαρτήσεις είναι η διέξοδος που επινοήθηκε για να διατηρηθεί η ανθρωπότητα υποταγμένη και να καταστεί προσαρμοστική, σπρωγμένη στη δίνη συμπεριφορών, ηδονών, κλίσεων, καταναλώσεων, των οποίων η έλλειψη γεννά τη στέρηση στη δική της ιδιότυπη μετανεωτερική μορφή: την κατάσταση οδύνης λόγω της παύσης της επίδρασης μιας ουσίας ή μιας συμπεριφοράς στην οποία ο οργανισμός και η ψυχή έχουν εθιστεί. Γίνεται κανείς θεατής —της τηλεόρασης, του smartphone, του υπολογιστή, του πορνογραφικού περιεχομένου, του θεάματος που «πρέπει να συνεχιστεί»— εξαρτημένος από τη ροή εικόνων που ψυχαγωγούν σύντομα μέχρι το επόμενο καρέ. Η αέναη ψυχαγωγία της κοινωνίας του θεάματος είναι η γλυκιά δικτατορία που αποκοιμίζει, επιβάλλει κλείνοντας το μάτι και καθιστά παθητικούς. Μια εξάρτηση βασισμένη στη σαγήνη. Μειώνεται η επιθυμία της γνώσης, διευρύνεται εκείνη της ψυχαγωγίας: αυτό που σαγηνεύει νικά αυτό που ανυψώνει. Η εξουσία τρίβει τα χέρια της ικανοποιημένη.

Επειδή η άμεση ηδονή —η αμεσότητα του «πραγματικού χρόνου» είναι το σύγχρονο κριτήριο— γοητεύει περισσότερο από τη γνώση και τον στοχασμό, η υπεραφθονία πληροφοριών, δηλαδή η εξάρτηση από τις οθόνες, παράγει μόνιμη διάσπαση προσοχής, κομφορμισμό, ισοπέδωση. Αφαιρεί τον κόπο της σκέψης και καταργεί τη σχέση. Οι σύγχρονες εξαρτήσεις δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες, διότι είμαστε «οι χαμογελαστοί δεσμοφύλακες του εαυτού μας» —Francesco Borgonovo. Αυτό μεταμορφώνει τα άτομα σε «διαιρετά», αποκομμένα από τον ίδιο τους τον εαυτό, αναλώσιμα πιόνια, σχιζο-μάζες. Όλα αυτά ονομάζονται θριαμβευτικά ελευθερία, μια παράξενη ευφορική κατάσταση στην οποία απαγορεύεται να πει κανείς όχι. Ο Ρώσος πολιτικός φιλόσοφος Aleksandr Dugin68 χρησιμοποιεί ένα παράδοξο: η ζωή είναι ένα πλυντήριο. Με την έννοια ότι οι μετανεωτερικές σχιζο-μάζες, μεταμορφωμένες σε εξαρτημένες από τις εξαρτήσεις, έχουν ανάγκη από την κατανάλωση, από τη μορφή-εμπόρευμα, από το περιττό και ακόμη και από εκείνο που είναι βλαβερό, για να επιβιώσουν. Η εξουσία το γνωρίζει και παρέχει —σε υψηλή τιμή— το πλυντήριο, όπως ο Μεφιστοφελής προσφέρει στον Faust τις ηδονές με αντάλλαγμα την ψυχή.

Ο κορεάτης γερμανόφωνος φιλόσοφος Byung-Chul Han,70 κριτικός της μετανεωτερικότητας, είναι ένας έγκυρος μελετητής των εξαρτήσεων. Παρά την απόσταση από τη σκέψη του Deleuze, μία έννοιά του πλησιάζει την κατηγορία της σχιζο-μάζας. Για τον Han οι σύγχρονοι άνθρωποι είναι «σμήνη», όμοια με συσσωματώματα εντόμων σε κίνηση. Απομονωμένα άτομα, έστω και μέσα στη διασύνδεση· χωρίς ψυχή ούτε πνεύμα, ένα σμήνος δεν γίνεται ποτέ κοινότητα, ούτε γνωρίζει το «εμείς». Μια παλινδρομική τυπολογία, για την κυριαρχία επί της οποίας αρκεί η συμπεριφορά του σμήνους να αναλυθεί με τη στατιστική και τον λογισμό των πιθανοτήτων. Οι ανθρωπιστικές επιστήμες αφήνουν τη θέση τους σε μαθηματικά μοντέλα πρόβλεψης/επαγωγής.

Το υποκείμενο ικανό να αυτοαναιρεθεί μέσα σε ένα πλήθος που βαδίζει για μια κοινή δράση, συμπεραίνει ο Han, παραχωρεί τη θέση του σε ένα ψηφιακό σμήνος ανώνυμων, απομονωμένων ατόμων, καθένα από τα οποία βρίσκεται στο έλεος των δικών του εξαρτήσεων, άτακτων και καταναγκαστικών. Ξηραίνεται η αφήγηση του εαυτού, μεταμορφωμένη σε επιδειξιομανία εξαρτημένη από τα «μου αρέσει» που συλλέγονται στα νέα μέσα. Ζούμε σε ένα δεσποτικό καθεστώς που εκμεταλλεύεται την ελευθερία. Το αριστούργημά του είναι η αυτοεκμετάλλευση, η κατανάλωση του εαυτού. «Φανταζόμαστε ότι είμαστε ελεύθεροι, αλλά στην πραγματικότητα εκμεταλλευόμαστε εθελοντικά τον εαυτό μας μέχρι την κατάρρευση. Αυτή η κατάρρευση ονομάζεται burnout. Είμαστε σαν ένας δούλος που αρπάζει το μαστίγιο από τον κύριο και μαστιγώνει ο ίδιος τον εαυτό του, πιστεύοντας ότι απελευθερώθηκε. Η αυτοεκμετάλλευση δημιουργεί μια απατηλή αίσθηση ελευθερίας. Συγχρόνως, αισθανόμαστε αόριστα ότι δεν είμαστε πραγματικά ελεύθεροι, παρασυρόμενοι από τη μία εξάρτηση στην άλλη. Μια αίσθηση κενού μας διαπερνά. Η κληρονομιά του φιλελευθερισμού είναι το κενό. Δεν έχουμε πλέον αξίες ή ιδεώδη με τα οποία να το γεμίσουμε».72

Η μη-πια-κοινωνία, πεπεισμένη ότι απελευθερώθηκε από κάθε όριο, παγιδεύεται σε καταστροφικούς αυτοκαταναγκασμούς. Το υποκείμενο της επίδοσης είναι πεπεισμένο ότι είναι ελεύθερο από την εξωτερική κυριαρχία που το αναγκάζει να εργάζεται για να καταναλώνει, να πραγματώνει τον εαυτό του, να πληρώνει τις εξαρτήσεις του. Η παύση της εξωτερικής αρχής κυριαρχίας δεν καταργεί την καταναγκαστική δομή, αλλά κάνει την ελευθερία και τον καταναγκασμό να συμπίπτουν. Το υποκείμενο εγκαταλείπεται ελεύθερα στην εξάρτηση.

Το στιγμιότυπο του 21ου αιώνα που αποτυπώνει ο Han αποκαλύπτει επίσης το πρόβλημα της υπερδραστηριότητας, η οποία καθιστά ανίκανους για ησυχία. Δεν γνωρίζουμε πλέον να αποδεχόμαστε την παύση, η οποία γίνεται άγχος, ανυπόφορη πλήξη, κενό. Η στοχαστική ανάπαυση είναι αδύνατη, γεμισμένη από στρες που χρησιμεύουν για την αναπαραγωγή και επιτάχυνση του υπάρχοντος. Ο ναρκισσισμός αντικαθιστά τη συνάντηση με αυθεντικές εμπειρίες, κυριαρχούμενος από την ασφυκτική αίσθηση ότι δεν επιτυγχάνεται ποτέ ένας καθορισμένος στόχος. Έτσι, στην κοινωνία της επίδοσης, το άτομο καταστρέφει τον εαυτό του για να τον πραγματώσει. Υποβαθμιζόμαστε μέχρι του σημείου να γίνουμε απλά πακέτα δεδομένων, κοπάδι που αφήνεται να παρακολουθείται και να κατευθύνεται. Είμαστε δούλοι ερεθισμάτων που κατακλύζουν την προσοχή μας. Η συνέπεια είναι η κοινωνία της εξάρτησης. Πεπεισμένοι ότι είμαστε ελεύθεροι, κινούμαστε τρικλίζοντας από τη μία εξάρτηση στην άλλη».73


Μία από τις πιο ολέθριες εξαρτήσεις αφορά το smartphone. Από τότε που υπάρχει το μικρό μαγικό κουτί πάνω στο οποίο περνούμε σκυμμένοι μεγάλο μέρος του χρόνου μας, μεταβάλλεται η εγκεφαλική δομή, προειδοποιεί ο ψυχολόγος Jonathan Haidt.74 Η εντατική χρήση των smartphone επηρεάζει αρνητικά τη γνωστική και συναισθηματική ανάπτυξη των εφήβων, αυξάνει το άγχος και την κατάθλιψη, μειώνει την ικανότητα προσοχής και συγκέντρωσης, αλλοιώνει τους ρυθμούς του ύπνου και δημιουργεί κυκλώματα εξάρτησης συνδεδεμένα με τη ντοπαμίνη. Το smartphone είναι προϊόν μας που μας καθιστά προϊόντα του! Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η εξάρτηση από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Μέσα που γίνονται σκοποί και έπειτα εξαρτήσεις, ενισχυμένες από το σύστημα της κατανάλωσης, φυλακές που χρησιμοποιούνται για να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να χειραγωγούν το ζώο που είναι όλο και λιγότερο sapiens.

Σημειώσεις:


61.
Jean-Baptiste Say (1767-1832), μέγιστος Γάλλος εκπρόσωπος της κλασικής οικονομικής σχολής, φίλος του Άγγλου David Ricardo. Traité d’économie politique (1803).
62.John Maynard Keynes (1883-1946), Βρετανός οικονομολόγος, από τους σημαντικότερους του 20ού αιώνα. Η Γενική Θεωρία της Απασχόλησης, του Τόκου και του Χρήματος (1936) είναι θεμέλιος λίθος της οικονομικής σκέψης.
63.
Philip Kotler (1931), Αμερικανός οικονομολόγος. Το δοκίμιο Marketing Management (1967) είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του marketing.
64.Ο καταναγκασμός της επανάληψης είναι έννοια του Sigmund Freud· δηλώνει μια ασυνείδητη και ακαταμάχητη ώθηση να ξαναζεί κανείς ασυνείδητα συμπεριφορικά σχήματα ή καταστάσεις του παρελθόντος.
65.Abraham Maslow (1908-1970), Αμερικανός ψυχολόγος. Επεξεργάστηκε τη θεωρία της ιεραρχίας των ανθρώπινων αναγκών.
66.
Η έννοια των σχιζο-μαζών εκτέθηκε από τον G. Deleuze και τον Félix Guattari στον Αντι-Οιδίποδα το 1972.
67
.Η έννοια του Εαυτού (Selbst), σύμφωνα με τον Ελβετό ψυχίατρο, ψυχαναλυτή και ανθρωπολόγο Carl Gustav Jung (1875-1961), εκφράζει την ενοποίηση της συνείδησης και του ασυνειδήτου και αντιπροσωπεύει την ψυχή στο σύνολό της, προϊόν της εξατομίκευσης, της διαδικασίας ενσωμάτωσης της προσωπικότητας.
68.Aleksandr Dugin, Ρώσος φιλόσοφος (1962) παραδοσιοκρατικού προσανατολισμού. Η τέταρτη πολιτική θεωρία (2009).
69.Ο Faust του J. W. Goethe είναι το μέγιστο αριστούργημα της γερμανικής λογοτεχνίας. Ο χαρακτήρας του Μεφιστοφελή είναι ένας διάβολος επιφορτισμένος να αγοράσει την ψυχή του Faust, του πρωταγωνιστή.
70.
Βλ. σημείωση 19 του παρόντος κεφαλαίου. Η ιδέα του ανθρώπινου σμήνους εκφράστηκε από τον B.-C. Han στο Στο σμήνος. Οράματα του ψηφιακού. Εκδ. Nottetempo, 2015.
71.Το σύνδρομο που ονομάζεται burnout —καμένος, εξουθενωμένος— είναι μια δυσφορία συνδεδεμένη με την υπερφόρτωση, ιδίως εργασιακή, η οποία οδηγεί σε συναισθηματική, σωματική και ψυχική εξάντληση.
72.B.-C. Han, Η κοινωνία της κόπωσης. Εκδ. Nottetempo, 2020. Όπ.π.
73.
Πώς η εξάρτηση από το smartphone αλλοιώνει τον εγκέφαλο των παιδιών μας, Salute Mentale Sicilia, 1 Μαρτίου 2026.
74.
Jonathan Haidt, Αμερικανός ψυχολόγος (1963). Φυλετικοί νόες (2012), Η αγχώδης γενιά (2024).

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III
ΝΕΥΡΟΔΟΥΛΟΙ


Δεν κατανοούμε σχεδόν τίποτε από τα ερείπια, έως ότου γίνουμε εμείς οι ίδιοι ερείπια.
Heinrich Heine

Δεν υπάρχουν σχόλια: