Πέμπτη 31 Αυγούστου 2017

Από τον καημό του ενός στον διευθυντικό ή συγκρουσιακό εκσυγχρονισμό

π. Νικόλαος Λουδοβίκος
- 'Eναυσμα: Οι Διαλεκτικές των Εκσυγχρoνισμών* (με αφορμή τον Καημό του Ενός)

Πρόθυμα θά συμφωνούσαμε πώς ἐπείγει τά μέγιστα νά ἀναρωτηθοῦμε ἄν εἴμαστε θύματα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ.
Ἀπό τό Μεσαίωνα μέχρι τόν Beaudelaire ἀλλά καί τόν Edgar, Morin καί ἄλλους συγχρόνους, ὁ μοντερνισμός -μέ «βεβαιότητα καί ἀμός εἶναι λοιπόν τό κλειδί τῆς ἱστορίας, δηλαδή αὐτῆς πού ἀποκαλεῖται «νεώτερη ἱστορία», γιά χάρη τῆς ὁποίας ὑπῆρξε ἄλλωστε, ἐννοεῖται, ἡ Ἀναγέννηση, τῆς ὁποίας δημιούργημα εἶναι, μέ τή σειρά της ἡ ἔννοια τοῦ Μεσαίωνα. Κατόπιν τούτων ἡ Δύση προβαίνει, ex officio, ὡς διεκδικητής τοῦ ἐσχάτου νοήματος τῆς Ἱστορία// εἶναι τυχαῖο ἄραγε πώς γιά ὅλους τούς μή Δυτικούς λαούς ὁ ἐκσυγχρονισμός ὑπῆρξε ἀνέκαθεν, ὅπως τό παρατηρεῖ ὁ Jaques le Goff, ἀπολύτως ταυτόσημος μέ τόν ἐκδυτικισμό;
Θά ἦταν γοητευτικό νά ἐξερευνούσαμε, ἔστω ἀκροθιγῶς, μαζί μέ τόν Sir Isaiah Berlin τό πνευματικό ἀρχέτυπο τοῦ μοντερνισμοῦ, στίς ρίζες τοῦ Ρομαντισμοῦ[2]. Ὄχι μόνον διότι ἡ διαμάχη μεταξύ Ρομαντισμοῦ καί Κλασσικισμοῦ ὑπῆρξε τό θεμελιῶδες νεώτερο μοντέλο τῆς πάλης μεταξύ Νέου καί Παλαιοῦ, ἀλλά καί ἐπειδή ὁ Ρομαντισμός παρέσχε καί ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νά παρέχει τό πλαίσιο τοῦ νεωτερικοῦ πνευματικοῦ περιεχομένου τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ -ἀσχέτως ἄν ὁ τελευταῖος στόν μή Δυτικό κόσμο παρεισδύει κυρίως μέ τή μορφή οἰκονομικῶν καί ἀναπτυξιακῶν σχημάτων. Κατά τόν Berlin λοιπόν στήν ρίζα τοῦ Ρομαντισμοῦ κατ’ ἀρχήν βρίσκεται ἡ ἀντίληψη πώς ὁ πυρήνας τῆς πραγματικότητας εἶναι δημιουργία, ἐφεύρεση, κατασκευή ἐκ τοῦ μηδενός - πώς δηλαδή ὁ προσωπικός κόσμος τοῦ καθενός εἶναι ἐντέλει ὅπως ἐμεῖς τόν φτίαχνουμε. Δεύτερο στοιχεῖο, συνδεμένο μέ τό πρῶτο, ἀποτελεῖ ἡ ἀντίληψη πώς δέν ὑπάρχει καθορισμένη δομή τῶν πραγμάτων, ἀλλά ἀέναη συμπαντική αὐτοδημιουργία.
Ὕλη καί Πνεῦμα, ὡς ἕνα μυθικό Καθόλου, αὐτοδημιουργοῦνται μέ ἀέναη πρωτοτυπία σέ διαρκῶς νοηματικά σχήματα χωρίς συμμόρφωση σέ συγκεκριμένα κριτήρια. Ὡς ἐκ τούτου ἡ δημιουργικότητα εἶναι ὁ μόνος πυρήνας νοήματος, ἐπινοώντας νέες διαρκῶς ἀξίες, τορπιλλίζοντας κάθε ἀποκλειστική καί καθιερωμένη τάξη σημασιῶν. Ὁ λιμπεραλισμός, ἡ ἀνεκτικότητα, ἡ σχετικοποίηση κάθε ἀπολύτου ἀποτελοῦν ἔτσι ἐκφάνσεις τῆς ρομαντικῆς αὐτοσυνειδησίας καί συμπεριφορᾶς, πλάϊ στίς ἐπαναστατικές, κατά καιρούς, ἐξάρσεις πρός λιγότερο ἤ περισσότερο ὁλοκληρωτικές ἐπικυριαρχίες καί πολιτικές - ὅπως ὁ φασισμός…
Ὁ ρομαντισμός εἶναι ἔτσι πού πρῶτος ἀναδεικνύει ὡς οὐσία τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τήν ἀπόσπαση, τήν ἔκσταση ἀπ’ τό δεδομένο τοῦ Εἶναι, πρός αὐτό πού δέν ἔχει ἀκόμνη κατορθωθεῖ. Ἀποτέλεσμα μιᾶς συγκεκριμένης ἐπίσης ἐξέλιξης στήν ὀντολογία γιά τήν ὁποία θά μιλήσουμε πιό κάτω, ὁ ἐκμοντερνισμός/ἐκσυγχρονισμός εἶναι ἔτσι ἐκ-στατικός καί ὡς πρός τίς οἰεσδήποτε κοινοτικές παραδόσεις, τά ἱστορικά ἐκεῖνα μορφώματα πού ἀποτέλεσαν ἀείποτε τά ὑποθέματα τῆς αὐτοσυνειδησίας τῶν λαῶν. Ὡς πρός τήν ἴδια τή Δύση βεβαίως ἡ ἐκσυγχρονιστική διαλεκτική μοντερνισμοῦ-παραδόσεων γνώρισε τήν κορύφωσή της μέ τόν Hegel. Εὔλογη αἰτία πρός τοῦτο τό κορυφαῖο ἐγχείρημα τοῦ τελευταίου, ἱστορικοποίησης τοῦ Ἀπολύτου, ἀνάδειξης τοῦ ἱστορικοῦ σέ μοναδικό τόπο καί τρόπο τοῦ Θεοῦ ἡ ἱστορική εἶναι ἡ μόνη πραγμάτωση τοῦ Λόγου, ὑλική καί πνευματική αὐτοσυνείδητη σύγκραση τοῦ νῦν μέ τό ἀεί, hic et nunc, ὡς ὑποκείμενο καί ὡς κράτος. Τό μελλούμενο ἔτσι ἀποκαλύπτεται ὡς οὐσία τοῦ ἤδη συντελεσμένου, ὡς ἄφευκτη ἀνέλιξή του σ’ ἀκόμα ψηλότερη βαθμίδα αὐτοσυνειδησίας καί ἐλευθερίας  τό μοντέρνο γίνεται ἡ ἀναγκαιότητα τῆς τελείωσης τοῦ παραδομένου. Μ ὅλους τούς μύριους κινδύνους τοῦ ἐγχειρήματος τῶν ὁποίων μέγιστος ἀναλυτής κατά τόν 20ο αἰώνα ὑπῆρξε νομίζω ὁ Karl Popper  μέ τόν Hegel ἔχουμε πιστεύω τό πρῶτο ἔναυσμα θεωρητικῆς σχηματοποίησης τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ ὡς στοιχείου τοῦ Εἶναι, πού δένει τήν ἀναγκαιότητα μέ τήν ἐλευθερία, τήν ἱστορία μέ τήν ἔκσταση, στή Δύση. Ἡ δυτική ἱστορική ταυτότητα εἶναι ἔτσι δεμένη μέ τόν ἐκσυγχρονισμό ἀβιάστως καί αὐτονοήτως πλέον  πολλά θά μποροῦσαν νά εἰπωθοῦν ἐδῶ γιά τήν ἴδια τή θεωρία τοῦ Κράτους στή νεώτερη Δύση, ἀλλά τό μικρό αὐτό κείμενο δέν προσφέρεται διόλου γιά κάτι τέτοιο.
Γεγονός εἶναι ὡστόσο πώς ὁ ἐκσυγχρονισμό/ἐκδυτικισμός τῶν ὑπολοίπων χωρῶν δέν ἐξελίσσεται μέ τήν ἴδια αὐτονόητη διαλεκτική. Εἶναι νομίζω ἀρκετά διαφωτιστικές ἐπ’ αὐτοῦ οἱ διακρίσεις πού ἐπιχειρεῖ ὁ J. Le Goff μεταξύ τριῶν τύπων ἐκσυγχρονισμοῦ/ἐκμοντερνισμοῦ/ἐκδυτικισμοῦ[3]. Πρόκειται α) Γιά τόν ἱσορροπημένο ἐκμοντερνισμό, ὅπου ἡ ἐπιτυχής διείσδυση τοῦ νεώτερου δέν κατέστρεψε τίς ἀξίες τοῦ ἀρχαίου ἤ παλαιοῦ, ὅπως γιά παράδειγμα συνέβη στήν Ἰαπωνία ἤ τό Ἰσραήλ. β) Τόν συγκρουσιακό ἐκμοντερνισμό, ὅπου ἡ τάση πρός τό νεώτερο, ἄν καί προσβάλλει μόνο ἕνα τμήμα τῆς κοινωνίας, δημιουργεῖ σοβαρές συγκρούσεις μέ τίς παλαιές παραδόσεις, ὅπως συνέβη λόγου χάρη στίς χῶρες τοῦ μουσουλμανικοῦ κόσμου καί γ) τόν διστακτικό ἐκμοντερνισμό, ὁ ὁποῖος κάτω ἀπό διάφορες μορφές ἐπιχειρεῖ μιά πρόχειρη συμφιλίωση νεώτερου καί παλαιοῦ, μέσω ἐπιμέρους ἐπιλογῶν, χωρίς δυνατότητα ὡστόσο ἐπίτευξης νέων κραταιῶν ἱσορροπιῶν, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει στόν κόσμο τῆς μαύρης Ἀφρικῆς σήμερα.
Τό ἐρώτημα πού θά θέσουμε εὐθυς ἀμέσως εἶναι, τό ποιό εἶδος ἐκσυγχρονισμοῦ φαίνεται νά ὑποβάλλει ὁ Ράμφειος «Καημός τοῦ Ἑνός» καί ποιά προβλήματα δημιουργοῦνται ὡς ἐκ τῶν συγκεκριμένων ἐπιλογῶν του. Θά παραμείνουμε, ἐννοεῖται, στό φιλοσοφικό καί, ὅπου χρειάζεται, στό θεολογικό πεδίο.

1. Ο ΣΥΓΚΡΟΥΣΙΑΚΟΣ ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΟΝΕΩΤΕΡΙΚΑ ΤΟΥ ΑΔΙΕΞΟΔΑ.
Στήν ἑλληνική κοινωνία συναντᾶ λοιπόν κανείς καί τούς δύο τελευταίους τύπους ἐκμοντερνισμοῦ/ἐκσυγχρονισμοῦ. Τό «συντηρητικό» μέρος της ἀκολουθεῖ, πολλῶν μελῶν τῆς Ἐκκλησίας συμπεριλαμβανομένων, τόν διστακτικό ἐκσυγχρονισμό, ἐπιχειρώντας πρόχειρους καί συνήθως ἀπολογητικούς συγκερασμούς νέου καί παλαιοῦ, μέ πυριφλεγή τή μέριμνα συχνά νά μήν θιγεῖ τίποτε τό ὁποῖο τυγχάνει ἁπλῶς παραδεδομένο, ἀδιαφορώντας ὡστόσο γιά τήν ἐσωτερική του ἀλήθεια καί ἀποκρούοντας μέ ἔντονο ἄγχος κάθε πιθανότητα κριτικῆς του. Ἡ τάση αὐτή, πού ὑποβοηθεῖται ἀπό τό συνήθως χαμηλό ἐπίπεδο παιδείας τῆς ἀκαδημαϊκῆς θεολογίας, δέν εἶναι τυχαῖο πώς ἐξικνεῖται συνηθέστατα ἐντέλει μέχρις φονταμενταλισμοῦ, στίς ψυχωτικές ὤσεις καί βεβαιότητες τοῦ ὁποίου ἀσμένως καί ἀδιακρίτως ἀναπαύεται στή συνέχεια. Ἡ κατάσταση αὐτή ἀποκλείει ἐξ ὀρισμοῦ τήν γνώση τοῦ διαφορετικοῦ, εἴτε στή φιλοσοφία εἴτε στή θεολογία καί μάλιστα μέ ὄρους ἀπολύτους: ὁ,τιδήποτε τελικά δέν βεβαιώνει τό ἀπολύτως ἀπρόσβλητο τῆς (ἀνασφαλοῦς καί παραληρηματικῆς) ταυτότητάς μου εἶναι «πλάνη», «αἴρεση», «δαιμονισμός», - δέν ὑπάρχει ἀλήθεια εἰμή μόνον σέ μένα καί σέ ὅσους ταυτίζονται μαζί μου. Κοινό στήν Ἑλλάδα, τή Ρωσία καί τά Βαλκάνια, τό φαινόμενο ὀφείλεται σέ μακρά κρίση ταυτότητας λόγω τραγικῶν ἱστορικῶν περιπετειῶν: τά ἔθνη αὐτά ἀποκλείσθηκαν γιά δεκαετίες ἤ γιά αἰῶνες ἀπό τήν αὐτόνομη ἀνάπτυξη καί ἔτσι ἐμφανίζουν βαθύ φόβο πρός αὐτό πού συνάντησαν ὅταν προέβαλαν ξανά πρός τόν Δυτικό κόσμο.
Τῆς ἴδιας ὅμως αὐτῆς ἀγχωτικῆς ἀνασφάλειας περί τήν ταυτότητα γέννημα εἶναι, εἰδικά μάλιστα στόν τόπο μας, καί τό ἕτερο εἶδος ἐκσυγχρονισμοῦ, ὁ συγκρουσιακός δηλαδή ἐκσυγχρονισμός. Ἄν ο διστακτικός ἐκσυγχρονισμός στεγάζει κυρίως φονταμενταλιστικά στοιχεῖα καί ὁμάδες, ὁ συγκρουσιακός ἐκσυγχρονισμός στεγάζει ἀντιθέτως, τούς διαφωτιστικῶς ἐνισταμένους πρός τούς πρώτους. Πάντως καί στή δεύτερη αὐτή περίπτωση, τόσο ἡ γνώση τῆς παράδοσης οσο καί ἡ γνώση τοῦ Δυτικοῦ πνευματικοῦ παραδείσου εἶναι ἐλλιπής, ἀποσπασματική καί ἐπιλεκτική. Ὁ διαφωτιστικά καθαγιαζόμενος σκοπός εἶναι πού ἔχει σημασία καί γιά τήν ἐπίτευξή του ἐπιστρατεύονται βίαιες καί ἀποσπασματικές ἑρμηνεῖες τῆς παράδοσης, ἐξωθούμενες πρός τήν καταναγκαστική συνάντηση μέ ἐξωραϊσμένες κατ’ ἐπιλογήν ὄψεις τοῦ Δυτικοῦ μεγαλείου. Ἔτσι ὅμως, γιά χάρη τοῦ κατεπείγοντος τοῦ ζητήματος, οὔτε ἡ ἀλήθεια τῆς παράδοσης διασώζεται οὔτε ἡ ἀγωνία καί τά προβλήματα τῆς Δύσης κατοπτεύονται. Τό μέγα πρόβλημα ὅπως θά δοῦμέ τοῦ συγκρουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ εἶναι, νομίζω, πώς ὁλοένα καί περισσότερο βαθαίνει, ἀντί νά γεφυρώνει, τό χάσμα μεταξύ νέου καί παλαιοῦ, ἐκσυγχρονισμοῦ καί παράδοσης, Διαφωτισμοῦ καί φονταμενταλισμοῦ, «πεφωτισμένων» διανοητῶν καί λαοῦ. Ἔτσι ὅμως, ἐπιπλέον, παρακωλύεται καί ὁ ἱσορροπημένος ἐκσυγχρονισμός.
Θεωρῶ τόν Στέλιο Ράμφο ὡς ἐπικεφαλή τή στιγμή αὐτή, στήν Ἑλλάδα, τῆς ἰδεολογίας τοῦ συγκουσιακοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ. Ὁ «Καημός τοῦ Ἑνός» εἶναι πράγματι ἕνας κῆπος ἐπιλεγμένων καταφορῶν, συγκρούσεων βεβιασμένων ἑρμηνειῶν πού ἀποσκοπεῖ μανιχαϊστικά σχεδόν, στήν ἄμεση κατατρόπωση (πλήν ὀλίγων στοιχειωδῶν ἐπιβιωμάτων) τοῦ ἀρχαίου κακοῦ τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, ἀπό τόν ἐκσυγχρονισμένο καί ἀποτελεσματικό ἀγαθό τῆς Δυτικῆς θεωρίας καί πράξης. Ὁ θεολογικά πεπαιδευμένος ἀναγνώστης δυσφορεῖ κατά συρροήν παρακολουθώντας τόν συγγραφέα νά ἀνασκολοπίζει μία πρός μία θεμελιώδεις θέσεις τῆς Ὀρθόδοξης θεολογίας, ἀδιαφορώντας αὐτονοήτως γιά τόν πνευματικό τους λόγο καί βάθος. Ἡ κατασυκοφάντηση τῆς Θ. Εὐχαριστίας ὡς νευρωτικῆς «δοξολογικῆς ἀγκύλωσης» (σ. 116) καί τῆς θεολογίας τῆς νοερᾶς προσευχῆς ὡς «ἁπλῆς λεκτικῆς ἀναφορᾶς στό Θεό» (σ. 235) καθώς καί σύνολης τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς (σ. 245 κ.α) ὡς ἄρνησης τοῦ πλήρους ἀνθρώπινου ἑαυτοῦ, ἤ τῆς ἐξομολόγησης ὡς «ψυχοθεραπείας τοῦ ὁμαδικοῦ καί μή ἐξατομικευμένου ἀνθρώπου» (σ. 286), συμπορεύονται ἁρμονικά μέ τήν καταδίκη τῆς ὀρθόδοξης Χριστολογίας (σ. 106) καί Τριαδολογίας. Ὅλα αὐτά καί ἄλλα παρόμοια, ἔχουν ἐπισημανθεῖ οὕτως ἤ ἄλλως ἀπό κριτικούς τοῦ βιβλίου[4], ὅπως καί τά μεγαλυνάρια του πρός Ἀκινάτη καί Λούθηρο διότι αὐτοί μετά τόν Αὐγουστίνο προετοίμασαν καί θεμελίωσαν τήν Δυτική μεγάλη ἔξοδο πρός τό αὐτοσυνείδητο ἄτομο καί τόν ἄκρως δημιουργικό κόσμο του, ἐνάντια στίς παντοειδεῖς θρησκευτικο-εκκλησιαστικές καθηλώσεις.
Ἡ ἱστορία τῆς ὀρθὀδοξης θεολογίας στό Ράμφο εἶναι σχηματική καί δέν ἀξίιζει τόν κόπο νά ληφθεῖ στά σοβαρά, ἀφοῦ ὁ συγγραφέας ἔχει προαποφασίσει τά κριτήριά του καί δέν φαίνεται νά ἐνδιαφέρεται ν’ ἀπομονώσει τήν παθολογία ἑνός πνευματικοῦ μορφώματος ἀπό τό εἶναι του. Ἄν ὑπάρχει σήμερα παρ’ ἡμῖν διάχυτος σπιριτουαλισμός ἤ μονοφυσιτικές μερικεύσεις τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου αὐτό ὀφείλεται ἐν πολλοῖς στήν ἀθρόα εἰσαγωγή κριτηρίων τά ὁποία αὐτούσια συναντᾶ κανείς στή Δύση, ἀπ’ τόν Αὐγουστίνο καί τό δυτικό Μυστικισμό μέχρι τούς μεγάλους δυτικούς θεολόγους τοῦ 20ου αἰώνα[5] – πάντως δέν ἀποτελεῖ ἐγγενές χαρακτηριστικό τῆς ἑλληνικῆς πατερικῆς γραμματείας[6]. (Αὐτό φυσικά διόλου δέν σημαίνει πώς ἡ Δυτική θεολογία εἶναι -ἐξάλλου- συλλήβδην καί ἐξολοκλήρου κακή. Ἀντιθέτως διαθέτει βαθειά καί γνήσια ἀναζήτηση τῶν οὐσιωδῶν καί ἀξιοζήλευτη συχνά ἐπιστημοσύνη, καθώς καί ὑπαρξιακή συνέπεια- ἄλλωστε οἱ δρόμοι τῆς αὐτοσυνειδησίας της διέρχονται ἀφεύκτως πλέον σήμερα καί ἀπ’ τήν ὀρδόδοξη παράδοση.) Ἡ ἀπίστευτη ἐπιπλέον μονομέρεια τῆς ἀνάγνωσης τῆς Δυτικῆς θεολογικῆς παράδοσης στήν ὁποία ὁ Ράμφος χαρίζει ὁλοθύμως ὁλόκληρη τήν εὔνοιά του, δέν δημιουργεῖ δυστυχῶς προϋποθέσεις ἀληθινῆς ἐπιστημονικῆς συζήτησης ἐπ’ αὐτῆς. Ὁ συγκρουσιακός ἐκσυγχρονισμός εἶναι πάντοτε ἐπιθετικός// στόχο του ἔχει μᾶλλον τή σάρωση τοῦ ἀντιπάλου παρά τή συζήτηση τῆς ἀλήθειας.
Γιά τούς λόγους αὐτούς δέν ἀξίζει τόν κόπο νά ἐμμείνουμε στήν κατάδειξη λαθῶν καί διαστρεβλώσεων στόν «Καημό τοῦ Ἑνός» -στόχος τοῦ βιβλίου δέν εἶναι τόσο ἡ ἀλήθεια οσο ἡ ἀνατροπή. Ἄν ἔχει κάτι σημασία θά ἦταν ἡ κατάδειξη τῆς ἀτέλειας τῶν μέσων πού ὁ συγγραφέας χρησιμοποιεῖ γιά τήν πάσῃ θυσίᾳ ἀνατροπή αὐτή, κοντολογίς, τήν ἀτέλεια τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ Ράμφου πού προκύπτει λόγω τῆς ἐπιλεκτικῆς γνώσης τῆς ἴδιας τῆς μοντερνικότητας τήν ὁποία εὐαγγελίζεται.
Ἐδώ ἀκριβῶς βρίσκεται τό μέγα παράδοξο! Ὁ συγγραφέας τοῦ «Καημοῦ τοῦ Ἑνός» ἐπιχειρεῖ τόν εὐαγγελισμό τοῦ μοντερνισμοῦ μέ ἀπολύτως προ-μοντέρνα ἐργαλεῖα, μιλά γιά ἐκσυγχρονισμό μέ τήν γλώσσα τῆς προ-νεωτερικότητας. Δύο εἶναι κυρίως τά σημεῖα στά ὁποία θά μπορούσαμε νά ἑστιάσουμε τήν προσοχή μας ἐν προκειμένῳ. Τό πρῶτο εἶναι ἡ προμοντέρνα κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας ἀπ’ τόν Ράμφο, ὡς ρουσσωικό ἀπ’ εὐθείας συμβόλαιο κλειστῶν ἀτομικοτήτων, χωρίς καμμιά συμβολική μεσίτευση- ἀφοῦ Σύμβολα διαθέτει μόνον ἡ ἀτελής, ὁμαδική βυζαντινή καί νεοελληνική κοινωνία!
Τό ζήτημα εἶναι τεράστιο καί δεν εἶναι φυσικά δυνατή ἡ πραγμάτευσή του ἐδῶ. Μποροῦμε ἐδῶ νά ἐπαναλάβουμε[7] πώς κύριο δημιούργημα τοῦ νεώτερου δυτικοῦ κόσμου ἀπό τόν Descartes μέχρι τόν Κάντ εἶναι ὁ ἀποσυνδεμένος, ὑπερεξηρμένος, ἀποκλειστικά ψυχικός ἑαυτός πού κατοπτεύει καί ἐλέγχει παραδόσεις καί κοινότητες, δρώντας ὡς ἐσωτερικευμένο αὐτοδύναμο Ἐγώ, ἀνεξάρτητα ἀπό αὐτές καί προσδιορίζοντάς τες. Στό ψυχικό αὐτό ἐσωτερικευμένο ὑποκείμενο θά προστεθεῖ βαθμιαῖα μέσω τοῦ Διαφωτιστικοῦ νατουραλισμοῦ καί τοῦ ρομαντισμοῦ ἕνα φυσικό ψυχοσωματικό περίβλημα, οὕτως ὥστε μέχρι τόν Schiller, τόν Holderlin καί κυρίως τόν Hegel, τό ὑποκείμενο νά θεωρηθεῖ ὡς πλήρως ἐσωτερικό καί ἐξατομικευμένο ἀλλά καί ἐνσώματο, φυσικό ὄν ἐν ταυτῷ. Ἀποτέλεσμα αὐτῆς τῆς νέας προοπτικῆς ὑπῆρξε ἡ ἀκόμα βαθύτερη ἐσωτερική ὑποκειμενοποίηση τοῦ Δυτικοῦ ἀνθρώπου καθώς ὁ κόσμος του, πιό πλούσιος τώρα περιλαμβάνει ὄχι μόνον ἕνα ὑποκείμενο ἀπολύτου λογικοῦ ἐλέγχου ἀλλά καί μιά ἀπόλυτα ἀτομική φυσική σωματοψυχική ἔκφραση, ὅσο κι ἄν αὐτή ἡ τελευταία ὑποβαθμίζεται συνήθως ἐνώπιον τοῦ «πνευματικοῦ» της ἐπικοδομήματος. Ἡ ἐσωστρέφεια γίνεται τώρα βαθύτερη, οἱ ἠθικοί καί κοινωνικοί νόμοι ἐσωτερικεύονται ἀκόμη περισσότερο καθιστάμενοι αὐτόνομες ἀτομικές συμπεριφορές, ὅπως ἀπαράμιλλα μᾶς τό ἔδειξε ὁ Norbert Elias καί ἡ κοινωνία ἐνεργεῖται ὡς θεσμικό συμβόλαιο μεταξύ κλειστῶν ἀτομικοτήτων. Αὐτή ἡ, θεσμική καί μόνον, μονομέρεια στήν ἀντίληψη καί τή βίωση τῆς κοινωνίας θά ὁδηγήσει, κατά τή σύγχρονη ἐποχή, στήν κατάρρευση τῆς παραδοσιακῆς κοινότητας στή Δύση, μέ τήν διαίρεση της σέ πολλούς αὐτοσκοπούς καί τήν ταυτόχρονη ἀποξήρανση πολλῶν κοινῶν πηγῶν νοήματος – ὁ Lucacs, ὁ Adorno, ὁ Horkheimer καί φυσικά ὁ Marcuse μᾶς περιέγραψαν τούς ἀναβαθμούς τῆς κατάρρευσης αὐτῆς, τήν μερίκευση τῶν κοινωνικῶν ρόλων καί τήν ἀπώλεια, κατά τόν Καστοριάδη, τῆς ὀντολογίας τοῦ κοινωνικοῦ εἶναι[8]. Φυσικά ἡ ἀπώλεια αὐτή εἶναι δυνατόν νά περιγραφεῖ, νομίζω, ὅπως καί ἡ ὀντολογία τοῦ ὑπερεξηρμένου, ἐσωτερικευμένου καί περίκλειστου ὑποκειμένου (αὐτοῦ πού ὁ Nobert Elias ἀποκαλοῦσε «χωρίς Ἐμεῖς Ἐγώ», «we’ less I») μέ ὅρους μιᾶς ὀντολογίας τῆς Ἰσχύος, ἤ τῆς βουλήσεως γιά Δύναμη. Ὅπως καί νά ἔχει τό πράγμα, ἡ κοινωνία πλέον αὐτή ὄχι μόνον δέν εἶναι καθαρῶς εὐθεῖα καί ἁρμονική συνύπαρξη ἐσωστρεφῶν πριγκίπων, ὅπως πιστεύει ὁ Ράμφος, ἀλλά, ἐπίσης εἶναι καί αὐτή, συμβολική καί ἔμμεση, μέ κορυφαῖο τέτοιο Σύμβολο τήν ἴδια τήν μεσαιωνική ἀντίληψη περί Ἐκκλησίας[9]. Ἡ Ἐκκλησία ὡς θεσμικό καί ἰδρυματικό Σύμβολο τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄνθος καί κορυφαῖο πρότυπο τοῦ Δυτικοῦ κοινωνικοῦ Συμβόλου ἐν γένει. Θά λέγαμε ἄλλωστε γενικά πώς τό Συμβολικό στή Δύση εἶναι πολύ περισσότερο ἀνεπτυγμένο, ἀπ’ ὅτι στήν Ἀνατολή. Εἶναι στή Δύση πού «ἀνακαλύφθηκαν» οἱ συμβολικές ἀμοιβαιότητες του Marcel Mauss καί τοῦ Levi-Strauss, ἡ ἀπαγόρευση τῆς αἱμομειξίας καί ἡ ἀνταλλαγή τῶν δώρων, καθώς καί τό ἀσυνείδητο τοῦ Lacan τό δομημένο ὡς γλώσσα. Ἡ δυτική διϋποκειμενικότητα δέν ὑφαίνεται στό δίκτυο τοῦ Φανταστικοῦ ἀλλά θεμελιωδῶς σ’ αὐτό τοῦ Συμβολικοῦ. Τό Συμβολικό αὐτό δέν ἐξουσιάζεται, οὔτε κατανοεῖται, οὔτε ἐξουδετερώνεται ὅπως νομίζει ὁ συγγραφέας τοῦ «Καημοῦ τοῦ Ἑνός» οὔτε στή Δύση, οὔτε εἰδικά στήν Ἀμερική. Ἄν θά μπορούσαμε νά σκεφθοῦμε ποτέ ὄχι μιάν ἐξουδετέρωση (αὐτό εἰδικά θά ἦταν καταστροφικό γιά τίς Δυτικές κοινωνίες, διότι δέν θά ἄφηνε κανένα συνεκτικό ἰστό πίσω του) ἀλλά μιά ριζική ὑπαρξικοποίηση τοῦ Συμβολικοῦ στή Δύση, γιά κάτι τέτοιο δέ θά ἀρκοῦσε καθόλου ἡ ράμφεια ………….. ἐσωστρέφεια τῶν –κατά Elias- «ἐγκιβωτισμένων Δυτικῶν Ἐγώ». Θά χρειαζόταν στήν κυριολεξία μιά νέα ὀντολογία τοῦ κοινωνικοῦ, πράγμα γιά τό ὁποῖο ἡ δυτική παράδοση ἀπό μόνη της δέν ἐπαρκεῖ.
Ἡ ὑπαρξικοποίηση αὐτή τοῦ συμβολικοῦ εἶναι , παραδόξως πολύ πιό προχωρημένη σέ μιά κοινωνία ὅπως ἡ Ἑλληνική. Τό πρόβλημα ἐδῶ εἶναι ἡ ἀδυναμία τῆς δομικῆς ἤ θεσμικῆς πλευρᾶς τῶν Συμβόλων. Ἡ ὑπαρξιακή πλευρά λειτουργεῖ ἐδῶ ἀφομοιώνοντας καί ἀποδυναμώνοντας τήν ἀντικειμενική καί θεσμική πλευρά, ἡ δομή τείνει νά γίνει περισσότερο κοινωνία ὡς communio, παρά ἀντικειμενική κοινωνία ὡς soocietas Ἡ τάση αὐτή ἔχει βαθειές ρίζες στήν Ὀρθόδοξη θεολογική παράδοση καί θά τήν ἀναλύσουμε σύν Θεῷ ἀλλοῦ -εἶναι ὅμως ἄκρως πνευματικά συμαντική παρά τό ἔλλειμά της ὡς πρός τήν ἄμεση ϊστορική ἀποτελεσματικότητα. Μπορεῖ συνεπῶς νά ὑπάρξει ἀμφίπλευρη ὠφέλεια σέ μιά συνάντηση μεταξύ Ἀνατολικοῦ καί Δυτικοῦ Συμβολικοῦ. Ὅπως καί νἄχει τό πρᾶγμα ἡ ἀπό μέρους τοῦ Ράμφου κατανόηση τῆς σύγχρονης κοινωνίας εἶναι ἀποφασιστικά προμοντέρνα: ὁ Ράμφος νομίζει πώς ἡ σύγχρονη Δυτική κοινωνία εἶναι ἄμεση καί ἀμετάβλητη συνέχεια τῶν ἰταλικῶν ἀναγεννησιακῶν κοινωνιῶν πού περιέγραψε ὁ Jacob Burckhardt ὡς γενέτειρες τοῦ νεώτερου ἀνεπτυγμένου ἀτομικισμοῦ καί τῆς νέας ἠθικῆς καί θρησκείας του, στό κλασσικό ἔργο του γιά τόν «Πολιτισμό τῆς Αναγέννησης στήν Ἰταλία»[10]. Στήν πραγματικότητα ἡ ἐξέλιξη τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν ὑπῆρξε ἀπείρως πιό πολύπλοκη καί  ἕνας ὅρος ἀκριβῶς πολυπλοκότητος ὑπῆρξε ἡ πολυδαίδαλη ἀνάπτυξη τοῦ Συμβολικοῦ τους συστήματος καί τήν πλαισίωση ἤ ἐπέρεισή του στήν ἐκτεταμένη θεσμοποίηση τῶν κοινωνικῶν δομῶν ὁ συγγραφέας τοῦ «Καημοῦ τοῦ Ἑνός» δέν ἔχει ὅμως ἀντιληφθεῖ τό βάθος τοῦ μοντέρνου δυτικοῦ κοινωνικοῦ/ἱστορικοῦ.
Ἄν ὅμως ἡ ἰδεδης ἐκσυγχρονισμένη κοινωνία πού ἔεχει ὁ Ράμφος ὑπόψη του εἶναι ἀποφασιστικά προμοντέρνα, ἐκεῖ ὅπου τά ἐργαλεῖα του καθίστανται ὄχι ἁπλῶς προνεωτερικά ἀλλά κυριολεκτικῶς ἀρχαϊκά εἶναι στό ζήτημα τῆς ὀντολογίας τοῦ νέου προσώπου, τό ὁποῖο ἔχει νά προτείνει πρός χρήση τῶν ἐκσυγχρονιστῶν καί εἰς ἀντικατάσταση τοῦ «ἐμπνευσμένου ἀπό τόν ὑπαρξισμό» προσώπου τῶν Γιανναρᾶ καί Ζηζιούλα. Τό Ράμφειο Ἐγώ, θεμελιωμένο σέ μιάν ἰδιότυπη ἑρμηνεία τῆς ἔννοιας τοῦ ἐνυποστάτου, ὅπως αὐτή ἀπαντᾶ στό Λεόντιο Βυζαντινό, εἶναι ἕνα καθαρά νατουραλιστικό καί κυρίως, ταυτόχρονα, μυθικό Ἐγώ, μέ καθαρά ἀρχαϊκές συντεταγμένες. Ἐξηγοῦμαι: ὁ συγγραφέας ἀναζητᾶ στό Ἐνυπόστατο ἕναν τρόπο «νά ξεπεράσουμε τόν ἑαυτό μας χωρίς νά παραιτούμεθα τῆς φυσικῆς μας ὀντότητας (σ. 347). Πράγματι ἡ «ὑπαρξιστική» χρήση τῆς ἔννοιας τῆς ἐκστάσεως κατά τά νεώτερα χρόνια ἀπό τούς Ἕλληνες θεολόγους ὑποβάλλει συχνά τήν ἰδέα τῆς ἐγκατάλειψης τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης ὀντότητας πρός χάρη ἀμφίβολων φιλοσοφικῶν «θέσεων». Μιά ἄλλη ἔννοια τῆς φύσεως καθώς καί ἡ ἀντίληψη τῆς ἔκστασης ὡς ἀφορώσας στήν ἴδια τή φύση καί ὄχι στήν ἔξοδο ἀπ’ αὐτήν[11], εἶναι ἡ πραγματική πατερική διδασκαλία. Ὅπως καί νἄχει τό πράγμα, ὁ Ράμφος ἐνῶ ζητεῖ τήν κατάφαση στή συγκεκριμένη ἀνθρώπινη φύση δέν παύει νεοπλατωνικότατα ν’ ἀναζητεῖ τήν πληρότητά της, ὡς νατουραλιστικό φωτισμό της στή Σημασία: εἶναι αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἑρμηνεία του τοῦ πατερικοῦ ἐνυποστάτου. Ὅπού, ὅπως ἡ ἀνθρώπινη φύση ἐν-ὑποστασιάζεται ἐξαρχής στήν Ὑπόσταση τοῦ Λόγου, ἔτσι, στά πλαίσια μιᾶς ἀνθρωπολογίας ἄκρως νατουραλιστικῆς τό Ἐγώ, ὡς σωματοψυχική ὀντότης, φωτίζεται μόνον στή σημασία, ἤγουν «τόν ἐμμενῆ καί ὑπερούσιο ἑαυτό» τό Πρόσωπο, τό «πλατύτερο εἶναι μου» ὅπου σκηνώνουν στανικῶς καί οἱ ἄλλοι. (σ. 358 κ.ἄ.). Ἔτσι ἡ καθολικότητα γίνεται ἀτομική ὑπόθεση τοῦ Ἐγώ, ἀφοῦ ὑψωνόμενο κατά βούληση στήν «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας». Σημασία τήν ὁποία Αὐτό καί μόνον ἐκλέγει, καθίσταται, ἀδιαφορώντας γιά τό ἄν οἱ ἄλλοι συμφωνοῦν γιά αὐτό, τόπος ἀναγωγῆς καί συνάξεως πάντων, ὥστε νά δρᾶ ἱστορικά καί ἐξ’ ὀνόματός τους. Τό Ἐγώ ὑψωνόμενο στή Σημασία τῆς αὐτεπάγγελτης προσωπικῆς καθολικότητάς του γίνεται, χωρίς κανένα κόπο, χωρίς τόν χριστιανικό Σταυρό τῆς ἀποδεδειγμένης θυσίας γιά τόν ἄλλον, χωρίς δυνατότητα ἔξωθεν ἐπαλήθευσης, τό Πᾶν, ἕνας νατουραλιστικός Θεός: «Πρόσωπο εἶμαι ὡς ἐπέκεινα τῆς οὐσίας μου, ἐπέκταση τῆς ἀτομικότητός μου στό ἄπειρο» (σ.399), ἰσχυρίζεται ὁ συγγραφέας.
Πρόκειται γιά ἕνα ὑπέρχρονο, μυθικό, ἀρχαϊκό Ἐγώ, πιστή μεταφορά τοῦ Πλωτίνειου μυθικοῦ Ἐγώ τοῦ ἐκ-στατικοῦ Μύστη στά καθ’ ἡμᾶς. Ἡ ὁμοιότητα μέ τίς Ἐννεάδες εἶναι πράγματι κάτι παραπάνω ἀπό συγκλονιστική. Διαβάζουμε (Ἐνν. VI, 9, 11): ἥξει οὐχ εἰς ἄλλο (ἐνν. ἡ ψυχή, τό Ἐγώ) ἀλλ’ εἰς ἑαυτήν καί οὕτως οὐκ ἐν ἄλλῳ οὖσα ἐν οὐδενί ἐστιν ἀλλ’ εἰς αὐτῇ (σημ. σέ πλήρη ἐσωτερίκευση) […] γίνεται γάρ καί αὐτή τις οὐκ οὐσία ἀλλ’ ἐπέκεινα τῆς οὐσίας ταύτῃ ἦ προσομιλεῖ». Ἡ μυθοντολογία» (ὅπως θά προτιμούσα νά τήν ὀνομάσω) αὐτή τοῦ Ἐγώ στό Πλωτίνο εἶναι γιά μύριους ἱστορικούς λόγους πολύτιμη - εἶναι ὅμως συνάμα σήμερα πλέον ἐπικίνδυνη ἄν πρόκειται νά ἐφαρμοσθεῖ κατά γράμμα σέ μιάν ὀντολογία τοῦ πραγματικοῦ ἀνθρώπινου Ἐγώ. Γιατί; Διότι ἀπ’ τό μυθικό αὐτό Ἐγώ τοῦ Ράμφου τό ὑψωνόμενο ἀκαθέκτως στήν «ἐπέκεινα τῆς οὐσίας» σημασία, ἀπουσιάζει τό Ἀσυνείδητο, ἀγνοεῖται, προνεωτερικότατα μέσα στό μυθικό φῶς τῆς ἔλλογης καί ἐλεγχόμενης αὐτῆς ἐσωτερικότητας, ἡ ὁπή, τό κενό, ὁ Καιάδας τοῦ μή-νοήματος πού εἶναι τό ἀσυνείδητο. Λείπει δηλαδή, για νά θυμηθοῦμέ τόν Lacan, τό «ὁλοκληρωτικά πραγματικό», ἀποσιωπᾶται ἡ δομή τῆς σχέσης καί τῆς γλώσσας πού ἐλαύνει τίς Φανταστικές προελάσεις τοῦ Ἐγώ. Ἔτσι ἡ ὕψωση τοῦ μυθικοῦ αὐτοῦ ἐγώ στή σημασία εἶναι φανταστική, (ὅπως θἄλεγε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στό Ζ’ Ἀντιρρητικό του) καθώς κινδυνεύει νά εἶναι ἀκατοίκητη ἀπ’ τίς (ἀσυνείδητες) ὤσεις καί τίς πραγματικές σχέσεις πού συνιστοῦν ἕνα φυσικό ἀνθρώπινο Ἐγώ. Τό ράμφειο Ἐγώ δέν ἔχει παρελθόν ἀλλά μόνο μέλλον: εἶναι ἕνα μή πραγματικό, μυθικό, ὑπερναρκισσικό πλάσμα πού χωρίς καμμιά ἀβεβαιότητα ἀλλά καί οὐδεμία σχέση (ἀφοῦ δέν διαθέτει ἀσυνείδητο γιά νά ἐμποδίζεται ἀπό τό σκότος του καί νά βοηθιέται ἀπ’ τήν ἀναφορικοτητά του) ἀνατείνεται νευρωτικά στή Σημασία, ἐπειδή ἔχει χάσει δια παντός τόν Ἄλλον.

Εἰπώθηκε, «νευρωτικά». Πράγματι: καθώς τό Ἐγώ, κατά τή Ράμφεια ἑρμηνεία τοῦ Ἐνυποστάτου, εἶναι συμβεβηκός τοῦ Προσώπου/Σημασίας, («δίχα αὐτοῦ τό εἶναι οὐκ ἔχον», ἑπομένως, κατά Μάξιμο Ὁμολογητή), ἐπειδή ἀκριβῶς εἶναι ἀνύπαρκτο χωρίς τήν ὑπέρβαση πρός τή Σημασία, εἶναι , κατά συνέπεια ἀδύνατον νά μήν πραγματώνει τήν ὑπέρβαση αὐτή ἄν πράγματι θέλει νά ὑπάρξει. Ἔτσι ἡ Σημασία εἶναι τό ὄντως ὄν, ἀναγκάζοντας τό Ἐγώ νά καταφύγει στό (ναρκισσικό) μύθο της προκειμένου νά θεωρηθεῖ ὡς ὑπάρχον. ! ὑπέρβαση λοιπόν αὐτή εἶναι ἀναγκαστική, ἀνελεύθερη δηλαδή: μέ ψυχαναλυτικούς ὅρους τουτέστιν, τό Ἐγώ καλεῖται νά γίνει νευρωτικό, σπρώχνεται βιαίως στή φαντασίωση (τῆς Ἰσχύος;) ὡς μόνη δυνατότητα ὑπάρξεως, στό θεμελιῶδες δηλαδή αὐτό ἄγχος τῆς ταυτότητας πού ἀποτελεῖ (ἄς θυμηθοῦμέ τόν Henri Ey) τόν πυρῆνά κάθε νεύρωσης, στή συνέχεια. Ἀντιθέτως πρός αὐτά ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος εἶναι ὁ πράγματι αὐτόνομος, αὐτάρκης ἄνθρωπος, καθολικός ἄν τυχόν ἔχει ταπεινά τόν Θεό ὅλον καί τόν ἄνθρωπο ὅλον καθώς καί τήν κτίση ἐντός του, ὡς φορέας τοῦ ὁμοούσιου ὅλου τῆς κτίσεως μέσα του. Ἐλεύθερα, διά τοῦ Σταυροῦ τῆς κενώσεως πρός τόν πραγματικόν Ἄλλον, εἶναι δυνατόν νά διατελεῖ ἐσωστρεφής, μοναδικός καί ἑνωμένος ἐν ταυτῷ μέ τό πᾶν, «πράξει καί οὐ φαντασία»…
Φυσικά ἐπιπλέον τά παραπάνω δέν ἔχουν σοβαρή σχέση μέ τούς σημερινούς δυτικούς φιλοσοφικούς καί θεολογικούς προβληματισμούς γιά τό ὑποκείμενο. Ἡ Δύση τείνει ἴσως νά ξεπεράσει (καί θέλει νά ξεπεράσει παντελῶς) τόν πειρασμό τῆς ἀναζήτησης Ὑπερανθρώπων. Βρίσκεται μάλιστα, ἴσως τώρα στή φάση τοῦ ἐπαναπροσδιορισμοῦ τῆς ἀναγακιότητας ἀποδόμησης τῆς φυσικῆς ὀδύνης πού ἀπορρέει ἀπ’ τήν κατάλυση τῆς φαντασίωσης γιά ἀπεριοριστη Ἰσχύ, ἡ ὁποία θεωρεῖ ὡς καθῆκον της νευρωτικά τήν Εὐτυχία καί τήν ἔλλειψή της ὡς τήν θεμελιώδη σύγχρονη ἁμαρτία καί ἐνοχή. Θά μπορούσαμε ἴσως νά πιστέψουμε πώς μέ τό τέλος τῆς ἐνοχῆς ἀπέναντι στή δυστυχία, ἄν τουλάχιστον πιστέψουμε τόν Pascal Bruckner πού διαβλέπει ἕνα τέτοιο τέλος[12], θά ἀνέκαμπτε στήν πραγματικότητα ἴσως ἡ κουλτούρα τῆς λατρείας τῆς Ἰσχύος στή Δύση;
* από το περιοδικό ΙΝΔΙΚΤΟΣ τεύχος 17, 2003 (σελ. 116-128)
πηγή: Aντίφωνο
geromorias

ΣΧΟΛΙΟ: Φυσικά ο Ράμφος κακοποιεί ό,τι δέν κατέχει, αλλά τό ίδιο συμβαίνει καί μέ τόν Λουδοβίκο, ο οποίος στηριζόμενος στήν μείωση τής φιλοσοφίας σέ κοινωνιολογία στήν μετά-Εγελιανή εποχή καί στήν μείωση τής θεολογίας σέ ανθρωπολογία στήν μετα-σχολαστική εποχή, ταυτίζει τήν ψυχή τής αρχαίας φιλοσοφίας μέ τό σύγχρονο Εγώ. Η ΨΥΧΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΤΗΝ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗ. Καί σήμερα αντικαθίσταται από τό Πρόσωπο, τήν ανακάλυψη τού Αυγουστίνου. Η ΔΥΣΗ ΤΑΥΤΙΣΕ ΤΟΝ ΝΟΥ ΜΕ ΤΟ ΕΓΩ. Ξεχνώντας ότι ο νούς είναι θύραθεν καί έρχεται στόν άνθρωπο δέν εξέρχεται ο άνθρωπος. Εγκαθίσταται. Τί απομένει από τήν Πατερική παράδοση εάν χαθεί η Ψυχή καί ο Νούς;

Αμέθυστος

Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ - π. Σεραφείμ Ρόουζ

Η ΨΥΧΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ - THE SOUL AFTER DEATH
ΜΕΤΑΘΑΝΑΤΙΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΗΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ





Πηγή: http://www.imlagada.gr/UsersFiles/admin/documents/Downloads/8_psihi_thanatos.pdf

ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ - Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως (1)


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ
Ἔκδοσις ἀκριβὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεως

Κείμενο
Μετάφραση (Αρχιμ. Δωρόθεος Πάπαρης)


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1. ῞Οτι ἀκατάληπτον τὸ θεῖον καὶ ὅτι οὐ δεῖ ζητεῖν καὶ
Ότι το θείο είναι ακατάληπτο και ότι δεν πρέπει να ερευνά κανείς και να
περιεργάζεσθαι τὰ μὴ παραδεδομένα ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἁγίων προφητῶν
περιεργάζεται αυτά που δεν μας έχουν παραδοθεί από τους αγίους προφήτες
καὶ ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν.
και αποστόλους και ευαγγελιστές.

"Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε. ῾Ο μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν ἐν τοῖς κόλποις
«Τον Θεό ποτέ κανείς δεν τον είδε. Ο μονογενής του Υιός, που βρίσκεται
τοῦ πατρός, αὐτὸς ἐξηγήσατο". ῎Αρρητον οὖν τὸ θεῖον καὶ
μέσα στην αγκαλιά του Πατέρα του, αυτός μας τον γνώρισε». Το θείο λοιπόν
ἀκατάληπτον. "Οὐδεὶς γὰρ ἐπιγινώσκει τὸν πατέρα εἰ μὴ ὁ υἱός, οὐδὲ
είναι άρρητο και ακατάληπτο. «Διότι κανένας δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά
τὸν υἱὸν εἰ μὴ ὁ πατήρ". Καὶ τὸ πνεῦμα δὲ τὸ ἅγιον οὕτως οἶδε τὰ τοῦ
μόνον ο Υιός· ούτε τον Υιό γνωρίζει κανείς παρά μόνον ο Πατέρας». Και το
άγιο Πνεύμα επίσης γνωρίζει τα του Θεού,
θεοῦ, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου οἶδε τὰ ἐν αὐτῷ. Μετὰ δὲ τὴν
όπως το πνεύμα του ανθρώπου γνωρίζει τα του ανθρώπου. Και μετά τήν πρώτη
πρώτην καὶ μακαρίαν φύσιν οὐδεὶς ἔγνω ποτὲ τὸν Θεόν, εἰ μὴ ᾧ αὐτὸς
εκείνη και μακάρια φύση του Αγίου Πνεύματος κανείς ποτέ δεν γνώρισε το Θεό,
ἀπεκάλυψεν, οὐκ ἀνθρώπων μόνον ἀλλ᾿ οὐδὲ τῶν ὑπερκοσμίων
παρά μόνον εκείνος στον οποίο ο ίδιος ο Θεός αποκάλυψε· κανένας από τους
δυνάμεων καὶ αὐτῶν, φημί, τῶν Χερουβὶμ καὶ Σεραφίμ.
ανθρώπους δεν τον γνώρισε ούτε από τις υπερκόσμιες δυνάμεις, ακόμη, νομίζω,
και αυτά τα Χερουβίμ και τα Σεραφείμ.

Οὐκ ἀφῆκε μέντοι ἡμᾶς ὁ Θεὸς ἐν παντελεῖ ἀγνωσίᾳ· πᾶσι γὰρ ἡ γνῶσις
Αλλά ο Θεός δεν μας άφησε σε τέλεια άγνοια. Διότι η γνώση της υπάρξεως
τοῦ εἶναι Θεὸν ὑπ᾿ αὐτοῦ φυσικῶς ἐγκατέσπαρται. Καὶ αὐτὴ δὲ ἡ
του Θεού έχει εκ φύσεως δοθεί σε όλους μας. Ακόμη και η ίδια η κτίση  
κτίσις καὶ ἡ ταύτης συνοχή τε καὶ κυβέρνησις, τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας
και η συνοχή και η διακυβέρνησή της διακηρύσσει το μεγαλείο της φύσεως
ἀνακηρύττει φύσεως. Καὶ διὰ νόμου μέν καὶ προφητῶν πρότερον,
του Θεού. Μας φανέρωσε, όσο είναι δυνατόν, τη γνώση του εαυτού Του
ἔπειτα δὲ καὶ διὰ τοῦ μονογενοῦς αὐτοῦ Υἱοῦ, Κυρίου δὲ καὶ Θεοῦ καὶ
πρώτα με το νόμο και τους προφήτες και έπειτα με τον μονογενή Υιό του,
Σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ  Χριστοῦ, κατὰ τὸ ἐφικτὸν ἡμῖν τὴν ἑαυτοῦ
τον Κύριο και Θεό μας, Σωτήρα Ιησού Χριστό.
ἐφανέρωσε γνῶσιν.

Πάντα τοίνυν τὰ παραδεδομένα ἡμῖν διά τε νόμου καὶ προφητῶν καὶ
Όλα, λοιπόν, που μας έχει παραδώσει ο νόμος, οι προφήτες, οι απόστολοι
ἀποστόλων καὶ εὐαγγελιστῶν δεχόμεθα καὶ γινώσκομεν καὶ σέβομεν
και οι ευαγγελιστές τα αποδεχόμαστε, τα γνωρίζουμε και τα σεβόμαστε
οὐδὲν περαιτέρῳ τούτων ἐπιζητοῦντες· ἀγαθὸς γὰρ ὢν ὁ Θεὸς
και δεν ζητάμε τίποτε περισσότερο απ’ αυτά. Διότι ο Θεός είναι αγαθός και
παντὸς ἀγαθοῦ παρεκτικός ἐστιν οὐ φθόνῳ οὐδὲ πάθει τινὶ
μας παρέχει όλα τα αγαθά. Δεν πέφτει ούτε σε ζήλεια ούτε σε κάποιο άλλο
ὑποκείμενος· "μακρὰν γὰρ τῆς θείας φύσεως φθόνος τῆς γε ἀπαθοῦς
πάθος· διότι ο φθόνος είναι μακριά από τη θεία φύση, η οποία είναι απαθής
καὶ μόνης ἀγαθῆς". ῾Ως οὖν πάντα εἰδὼς καὶ τὸ συμφέρον ἑκάστῳ
και μόνη αγαθή. Επειδή λοιπόν γνωρίζει τα πάντα και προνοεί για το
προμηθούμενος, ὅπερ συνέφερεν ἡμῖν γνῶναι ἀπεκάλυψεν, ὅπερ δὲ
συμφέρον του καθένα, αποκάλυψε σε μας αυτό που μας συνέφερε να
οὐκ ἐδυνάμεθα φέρειν, ἀπεσιώπησε. Ταῦτα ἡμεῖς στέρξωμεν καὶ
γνωρίζουμε, ενώ αποσιώπησε αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε. Ας
ἐν αὐτοῖς μείνωμεν μὴ μεταίροντες ὅρια αἰώνια, μηδὲ ὑπερβαίνοντες
αρκεσθούμε και μείνουμε σ’ αυτά, χωρίς να μετακινούμε τα αιώνια σύνορα
τὴν θείαν παράδοσιν.
και χωρίς να παραβαίνουμε τη θεία παράδοση.

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Τσόμσκι: "H Eλλάδα θα διαλυθεί!"

Image result for τσόμσκι
Του Νόαμ Τσόμσκι 

Η συνέντευξή του πριν λίγα χρόνια στο ΒΗΜΑ ήταν αποκαλυπτική ενώ οι πρόσφατες δηλώσεις του στα Ρωσικά μέσα κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου σε ότι αφορά τα συνολικά σχέδια της Δύσης. 
«Αυτό που ονομάζουν “αγορές”, δεν είναι κάτι ακαθόριστο. Είναι οι μεγάλες τράπεζες σε παγκόσμιο επίπεδο. Γερμανικές, γαλλικές και εμμέσως αμερικανικές τράπεζες. Η τραπεζική κοινότητα, λοιπόν, είναι αυτή που θέλει να αποπληρωθεί. Δεν τους ενδιαφέρει το τίμημα».

«Έπαιρναν πάντα και παίρνουν ακόμη αυτό που θέλουν, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ίσως είναι η καταστροφή της Ελλάδας. Η κατάσταση δεν είναι ανάλογη, αλλά υπάρχουν δύο παραδείγματα χωρών, όπως η Αργεντινή και η Ισλανδία, που δεν υπάκουσαν και πλέον πηγαίνουν καλά. 
Ωστόσο αυτές οι δύο χώρες είχαν το δικό τους νόμισμα, μπορούσαν να πουν “δεν δεχόμαστε τους νόμους του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος” και είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν αλλιώς».

«Η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει ακριβώς αυτό, αφού δεν έχει το δικό της νόμισμα», τονίζει ο διανοητής και εκφράζει την ανησυχία του, «Είναι το οικονομικό σύστημα “στυγνή ληστεία’’. 

Οι οίκοι αξιολόγησης συμπληρώνουν ιδανικά το “γκανγκστερικό σύστημα”, αφού έχουν συνυπολογίσει, πριν από κάθε επένδυση, ότι αν κάτι δεν πάει καλά στη χώρα στην οποία γίνονται επενδύσεις, τότε θα αναλάβει τα χρέη η εκεί κυβέρνηση, δηλαδή οι φορολογούμενοι. Δηλαδή κάτι το οποίο αποτελεί σκάνδαλο, αυτοί το έχουν συμπεριλάβει στους υπολογισμούς τους! Γι’ αυτό και κάποιοι, πολύ λίγοι, ακόμη και μέσα σε αυτήν την κρίση, τα καταφέρνουν μια χαρά».

«Η Ελλάδα έχει μπει σε ένα παιχνίδι υπερβολικής σπατάλης για όπλα και αυτό έχει προκαλέσει μεγάλα προβλήματα στη χώρα, αφού ο προϋπολογισμός για τους εξοπλισμούς είναι πολύ μεγαλύτερος από όσο θα μπορούσε να αντέξει η οικονομία σας. 
Σκεφτείτε λίγο πρακτικά. 
Στην ακραία περίπτωση σοβαρής εμπλοκής μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, η πιθανότητα να χρησιμοποιηθεί όλος αυτός ο στρατιωτικός εξοπλισμός και να φέρει αποτέλεσμα είναι σχεδόν μηδενική. Διότι απλώς η δύναμη της Τουρκίας είναι πολλαπλάσια ποσοτικά. Το λατρεύουν αυτό οι ΗΠΑ. Σχεδόν όλη η οικονομία των ΗΠΑ στηρίζεται στους εξοπλισμούς». 

Ο διανοητής στρέφει τα πυρά του και στην ΕΚΤ λέγοντας:

«Ο ρόλος της ΕΚΤ είναι να εκπροσωπεί το συμβούλιο των προέδρων των εμπορικών τραπεζών, οι οποίες δίνουν δάνεια σε ανθρώπους που ενδιαφέρονται να αγοράσουν τις ελληνικές υποδομές που θα ξεπουληθούν. 

Έτσι, η ΕΚΤ προσπαθεί να δημιουργήσει μια αγορά για τους πελάτες της. Είναι ο μόνος κοινός ευρωπαϊκός οικονομικός οργανισμός. Δεν υπάρχει άλλος κοινός νομοθετικός ή φορολογικός οργανισμός. 
Αυτό σημαίνει ότι η Ε.Ε. διοικείται από τους τραπεζίτες. Περνάει η δική τους αντίληψη για το πώς λειτουργεί η οικονομία», και προσθέτει, «Πιστεύουν ότι το όποιο δάνειο μπορεί να αποπληρωθεί μόνο κόβοντας τους μισθούς. Αυτό κάνουν και στην Ελλάδα και έτσι ενισχύουν τη μετανάστευση. Είναι η ίδια πολιτική που ακολουθήθηκε και τη δεκαετία του 1920 και οι θεωρίες που απορρίφθηκαν από τον Τζον Μέιναρντ Κέινς. Όλα σήμερα υποτάσσονται στη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία των γερμανικών και γαλλικών τραπεζών».

«Η ΕΚΤ έχει τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της μείωσης των μισθών για την αποπληρωμή των χρεών και της αύξησης των επιτοκίων, ώστε αυτά να γίνεται αδύνατο να αποπληρωθούν. Και όλο αυτό μέχρι να αναγκαστούν οι Έλληνες να δουλεύουν σχεδόν τσάμπα, άρα να μην μπορούν να αποπληρώσουν το χρέος», λέει ο Τσόμσκι και δηλώνει απαισιόδοξος στην περίπτωση που κάποια χώρα καταφέρει να επανακτήσει τον έλεγχο από το χρηματοπιστωτικό σύστημα λέγοντας, «για παράδειγμα, οι πολιτικοί των Βαλτικών Χωρών έχουν μεταφέρει τις προεκλογικές συζητήσεις από τα οικονομικά θέματα στις εθνικιστικές ταυτότητες. Έχουν στρέψει τους Λιθουανούς ή τους Λετονούς και τους Εσθονούς εναντίον των Ρώσων. Έτσι, οι λαοί δεν ασχολούνται με τον νεοφιλελευθερισμό και δεν αντιλαμβάνονται τι φταίει για τη μετανάστευση».

«Μοιάζει σαν η Ελλάδα να παραδόθηκε έπειτα από μια στρατιωτική επέμβαση, η οποία έχει στόχο τα εδάφη σας, τα ‘’ασημικά’’ σας, αλλά και τον δημόσιο τομέα. Το δίλημμα ήταν ‘’παραδοθείτε τώρα, διότι αργότερα θα είναι χειρότερα’’. Έτσι ο Τσίπρας παραδόθηκε ολοκληρωτικά».

«Ωστόσο, όπως του έλεγαν ο Βαρουφάκης και ο Αμερικανός σύμβουλός του Τζέιμς Γκαλμπρέιθ, δεν ήταν τόσο δύσκολο να βγείτε από το ευρώ. Θα υπήρχε μια μεταβατική περίοδος, στη διάρκεια της οποίας η ελληνική κυβέρνηση θα έπρεπε να αναλάβει τον έλεγχο των τραπεζών που θα κατέρρεαν. 
Η ανάληψη αυτού του ελέγχου δεν είναι καθόλου κακή ιδέα. Εάν η κυβέρνηση το είχε κάνει και τις είχε εθνικοποιήσει, τότε θα είχε εξασφαλίσει τα μέσα πληρωμής κατά τη διάρκεια μετάβασης και έτσι θα έσωζε τον δημόσιο τομέα, τις συντάξεις και την περιουσία της χώρας. Έπρεπε να πει ‘’εάν δεν καταλήξουμε σε συμφωνία, θα αποκηρύξουμε το χρέος προς το ΔΝΤ, την ΕΚΤ και την τρόικα’’».

«Το κόστος ζωής θα αυξηθεί για τους Έλληνες περί το 30%, οι φόροι θα αυξηθούν επιπλέον γύρω στο 20% και το στύψιμο αυτό θα αναγκάσει σχεδόν το ένα πέμπτο του πληθυσμού να μεταναστεύσει πολύ γρήγορα.
Πρόθεση της Ευρώπης είναι να συντρίψει παντελώς την Ελλάδα. Ίσως και ένα εκατομμύριο Έλληνες εργάτες θα αναγκαστούν να πάνε στη Γερμανία και σε άλλες χώρες και θα συμβάλουν στην πτώση των μισθών πανευρωπαϊκά. 
Είναι ένας ταξικός πόλεμος ενάντια στους εργαζόμενους της Ευρώπης».

- Ο Νόαμ Τσόμσκι είναι καθηγητής στο Τμήμα Γλωσσολογίας και Φιλοσοφίας του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης (MIT)
Πηγή εφημ. "Κοινωνείν"

kostasxan

Eλληνισμός με συνείδηση Σιγκαπούρης.

Του Χρήστου Γιανναρά
Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».

Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να

ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.

H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.

H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).

H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.

Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.

Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;

Kατά κοινή ομολογία η Aννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Oσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.

Eίναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».

Oταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. Oσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.


Πηγή:  kathimerini.gr

Η θαυμαστή εμφάνιση της Αγίας Τριάδος στον Ρώσο άγιο Αλέξανδρο του Σβιρ

Άγιος Αλέξανδρος του Σβίρ (1448—30 Αυγούστου 1533)
Το μέγα αυτό θαύμα έγινε ως εξής. Το έτος 1508 σε ηλικία 60 ετών αφ’ ότου ο όσιος Αλέξανδρος άρχισε τότε να ασκείται με αγώνες που υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη σε πείνα, δίψα και στην αντοχή του ψύχους, ελπίζοντας ότι με το πρόσκαιρο αυτό ψύχος του χειμώνα θα αποφύγει τη μέλλουσα αιώνια κόλαση. Οι δαίμονες όμως, βλέποντας να καταπολεμούνται απ’ τον Όσιο και καταλαβαίνοντας ότι επρόκειτο να εξοστρακιστούν απ’ αυτόν, προσπάθησαν απ’ την αρχή να τον τρομοκρατήσουν. Εμφανίζονταν άλλοτε μεν σαν θηρία και άλλοτε σαν φίδια που έτρεχαν κατεπάνω του με συριγμούς και θηριώδη αγριότητα και του προκαλούσαν πολλούς άλλους πειρασμούς.
Μια νύχτα ο όσιος Αλέξανδρος πήγαινε προς το μοναχικό ερημητήριο του οπού συνήθιζε να προσεύχεται μόνος του, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα αναρίθμητο πλήθος δαιμόνων, σαν να ‘ταν στρατός πολύς, και άρχισαν να πηδούν κατεπάνω του με μανία, να τρίζουν τα δόντια τους, ενώ απ’ το στόμα τους φαινόταν έβγαινε μια μεγάλη φλόγα και με λύσσα να του φωνάζουν:
Φύγε, φύγε απ’ αυτόν τον τόπο, αναχώρησε γρήγορα απ’ εδώ, για να μην πεθάνεις με θάνατο κακό.
Ο Όσιος όμως, σαν καλός μαχητής του Ιησού Χριστού οπλισμένος με προσευχή, δεν τρομοκρατήθηκε καθόλου απ’ αυτούς, γιατί γνώριζε την ασθενική δύναμη τους. Και η προσευχή, του έβγαινε από το στόμα του σαν πύρινη φλόγα και κατέκαψε και αφάνισε όλες τις ανίσχυρες λεγεώνες των δαιμόνων.
Ο όσιος Αλέξανδρος συνέχισε τότε το δρόμο του και ήρθε στο μοναχικό ερημητήριο του όπου έκανε τις συνηθισμένες προσευχές του στο Θεό, οπότε ξαφνικά ένας άγγελος με λαμπρά ενδύματα παρουσιάστηκε μπροστά του. Βλέποντας τον ο Όσιος αισθάνθηκε φόβο και τρόμο και πέφτοντας στο έδαφος έμεινε εκεί σαν νεκρός. Ο άγγελος τον έπιασε από το χέρι και του είπε:
Είμαι άγγελος Κυρίου και ο Θεός με έστειλε να σε διαφυλάξω απ` όλες τις απάτες του πονηρού διαβόλου και να σού υπενθυμίσω τα θεια οράματα που είχες δει σ’ αυτόν τον τόπο που έχεις εγκατασταθεί – γιατί οι εντολές Του πρέπει να εκτελεστούν – ο Κύριος σε εξέλεξε να γίνεις οδηγός σε πολλούς για τη σωτηρία τους. Σού δηλώνω ότι το θέλημα του Θεού είναι να χτίσεις σ’ αυτόν τον τόπο μια εκκλησία στο όνομα της Αγίας Τριάδος, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να ιδρύσεις μοναστήρι.
Κι αφού είπε αυτά ο άγγελος έγινε άφαντος.
Ο όσιος Αλέξανδρος όμως αγαπούσε την ησυχία και ήθελε να ζήσει σ’ αυτή όλες τις μέρες της ζωής του – γι’ αυτό προσευχόταν όλο και περισσότερο στο Θεό να τον ελευθερώσει από κάθε απάτη του εχθρού. Κάποτε που είχε απομακρυνθεί απ’ την καλύβα του και όπως το συνήθιζε προσευχόταν μερικές ώρες συνέχεια, ξαφνικά εμφανίστηκε πάλι ο άγγελος Κυρίου και του είπε:
-Αλέξανδρε, όπως σου είπα την προηγούμενη φορά, φτιάξε μια εκκλησία, συγκέντρωσε αδελφούς και ίδρυσε μοναστήρι, γιατί πολλοί που επιζητούν να σωθούν θα έρθουν σε σένα και πρέπει να τους οδηγήσεις «εις οδόν σωτηρίας».
Και λέγοντας αυτά ο άγγελος έγινε και πάλι άφαντος.
Κατά το 1508 πάλι, που ο Όσιος συμπλήρωνε τον 23ο χρόνο σ’ αυτή την έρημο κι ενώ ήταν στο ερημικό κελί του μια νύχτα και κατά τη συνήθεια του προσευχόταν, ξαφνικά στο σημείο που βρισκόταν έλαμψε ένα μεγάλο φως. Ο Όσιος ξαφνιάστηκε και σκέφτηκε: «Τι να σημαίνει αυτό;» Και αμέσως είδε τρεις ανθρώπους να έρχονται προς αυτόν ντυμένοι με λαμπρά, λευκά ενδύματα. Ήταν ωραιότατοι και αγνοί, λάμποντας περισσότερο απ’ τον ήλιο και αστράφτοντας με μια ανέκφραστη ουράνια δόξα. Καθένας τους κρατούσε στο χέρι κι ένα σκήπτρο.
Όταν τους είδε ο Όσιος έτρεμε ολόκληρος, γιατί τον κατέλαβε φόβος και τρόμος Και μόλις συνήλθε λίγο προσπάθησε να τους προσκυνήσει μέχρι το έδαφος*. Εκείνοι όμως τον έπιασαν απ’ το χέρι, τον σήκωσαν και του είπαν:
Έχε ελπίδα, μακάριε, και μη φοβάσαι.
Και ο Άγιος είπε:
-Κύριοί μου, εάν βρήκα κάποια χάρη ενώπιον σας, πέστε μου ποιοι είστε που, ενώ έχετε τόση δόξα και λαμπρότητα, καταδεχθήκατε να έρθετε προς το δούλο σας, γιατί ποτέ μου δεν είδα κανένα με τέτοια δόξα όπως εσείς.
Εκείνοι του απάντησαν:
-Μη φοβάσαι, άνθρωπε θείων επιθυμιών, γιατί το Άγιο Πνεύμα ευαρεστήθηκε να κατοικήσει σε σένα για την αγνότητα της καρδιάς σου και όπως σου προείπα πολλές φορές έτσι και τώρα σου λέω ότι πρέπει να φτιάξεις εκκλησία, να συγκεντρώσεις αδελφούς και να δημιουργήσεις μοναστήρι, γιατί με σένα ευδόκησα να σώσω πολλές ψυχές και να τους φέρω στην επίγνωση της αλήθειας.
Ακούγοντας αυτά ο Όσιος γονάτισε και πλημμυρισμένος από δάκρυα είπε:
-Κύριέ μου, ποιος είμαι εγώ ο αμαρτωλός, ο χειρότερος απ’ όλους τους ανθρώπους, που θα ήμουν άξιος ν’ αναλάβω τέτοιες ευθύνες, σαν κι αυτές για τις οποίες μου μίλησες; Είμαι αδύνατος για ν’ αποδεχτώ τέτοια αποστολή. Γιατί εγώ ο ανάξιος δεν ήρθα σ’ αυτόν τον τόπο για να κάνω αυτά που με προστάζεις, αλλά μάλλον για να κλάψω τις αμαρτίες μου.
Μόλις είπε αυτά ο Όσιος κειτόταν κάτω στο έδαφος και ο Κύριος τον έπιασε πάλι απ’ το χέρι, τον σήκωσε και του είπε:
-Σήκω όρθιος, πάρε θάρρος και δύναμη και κάνε όλα όσα σε πρόσταξα.
Ο Όσιος απάντησε:
-Κύριε μου, μη θυμώνεις μαζί μου που τόλμησα να σου αντιμιλήσω – πες μου, σε τίνος το όνομα θέλεις να τιμάται ή εκκλησία που η αγάπη Σου για το ανθρώπινο γένος θέλει να χτιστεί σ’ αυτόν τον τόπο;
Και ο Κύριος είπε στον Όσιο:
Όπως βλέπεις τον ένα να σου μιλάει με τρία πρόσωπα, φτιάξε την εκκλησία στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της Αγίας Τριάδος «εν μια τη ουσία». Σου αφήνω την ειρήνη Μου και η ειρήνη Μου που σου χαρίζω θα είναι μαζί σου.
Και ξαφνικά ο Όσιος είδε τον Κύριο με απλωμένα φτερά να βαδίζει στο έδαφος, σαν να περπατούσε με τα πόδια, και μετά έγινε άφαντος.
Ο όσιος Αλέξανδρος ήταν συνεπαρμένος από πολλή χαρά και φόβο και ευχαρίστησε θερμά γι’ αυτό το Θεό, που τόσο αγαπάει το ανθρώπινο γένος. Μετά άρχισε να σκέπτεται πώς και πού θα χτίσει την εκκλησία. Αφού σκέφτηκε πολύ και προσευχήθηκε γι’ αυτό στο Θεό, άκουσε ξαφνικά μια μέρα μια φωνή να του μιλάει από ψηλά. Κοιτάζοντας προς τα πάνω ο Όσιος είδε έναν άγγελο του Θεού που φορούσε μανδύα και κουκούλια να στέκεται στον αέρα με απλωμένα φτερά και με τον ίδιο τρόπο που άλλοτε εμφανίστηκε στο μεγάλο Παχώμιο, με τα χέρια του τεντωμένα προς τον ουρανό να λέει: «Είς Άγιος, είς Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και μετά είπε στον Όσιο:
-Αλέξανδρε, ας χτιστεί ή εκκλησία σ’ αυτόν τον τόπο στο όνομα του Κυρίου που εμφανίστηκε σε σένα με τρία πρόσωπα, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, της αδιαιρέτου Τριάδος.
Και λέγοντας αυτά σημείωσε στον τόπο εκείνο το σημείο του σταυρού με το χέρι του και έγινε άφαντος. Ο Όσιος ευφράνθηκε πολύ με το όραμα αυτό, δοξολόγησε το Θεό που δεν παρείδε τη δέησή του και στο σημείο αυτό τοποθέτησε ένα σταυρό.
πηγή: oodegr

Οξώπετρα ή ελεγεία του απορριμμένου λίθου

Χρήστος Γιανναράς
Η ποίηση δεν σχολιάζεται. Δικαιούμαι, ωστόσο, να υπομνηματίζω την ελπίδα. Έλληνας εγώ, σε έτος απολωλός 1992.  Και κουβαλώ αυτό το όνομα βαθειά πληγή επώδυνη. Σε ζαλιστικούς δαιδάλους πολυμήχανης ευτέλειας, διορυγές τρωκτικών στον ιερό τόπο και τρόπο της πότε Ελλάδας. Δικαιούμαι λοιπόν να τεχνουργώ, έστω αμήχανα, την όποια περιολκή θραυσμάτων ελπίδας. Να μην χαθεί στην επιπόλαια τύρβη όση Ελλάδα αποτέθηκε στη σημαντική της Οξώπετρας.
Σελίδες αριθμημένες τριάντα εννιά και κει η Ελλάδα ακόμα
Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
ή ζώου ταπεινωμένου.
Ψηλαφητή ευγένεια, αφτιασίδωτη, με πρώτη την αρχοντιά της γλώσσας. Αρχοντιά αιώνων κοινωνίας της ζωής, γλώσσα τιθασσευμένη να μεταγγίζει την αμεσότητα, όπως η αφή την αίσθηση, η όπως
Της κλίμακας η κουπαστή κι εκείνη άβαφη
κι από τις πολλές απαλές που πέρασαν παλάμες λεία.
Μίτος η γλώσσα στο λαβύρινθο ατέρμονων συγχύσεων όπου τα σημαίνοντα παραπέμπουν σε ανύπαρκτα σημαινόμενα. Στρεβλωτικά πρωτοσέλιδα, δυσλεξικές ιδεολογίες, φλύαρα μπαλκόνια δύσαρθρης χυδαιότητας. Η αρχόντισσα γλώσσα η ελληνική πεισματικά πεταμένη
Μες στις ακαθαρσίες
τη λάβρα και τις καβαλίνες.
Πόσο άραγε θα ζήσει ακόμα η γλώσσα του Ελύτη. Πόσοι παγιδευμένοι άγγελοι στα άναρθρα σημερινά σχολειά θα συλλαβίσουν νόημα. Πόσοι θα συνεχίσουν το μελώδημα της μουσικής γραφής αρνούμενοι τον μονοτονικό ευνουχισμό της, τη λεξιπενία του χρηστικού κρετινισμού. Ερώτημα και ευχή –
Ανθοποιόν εύχος εξ ερημαίων τόπων
– λυγμός θρηνητικός και εύχητική νοσταλγία. Μήπως και γενήσεται εις κεφαλήν γωνίας ο έξω-λίθος, ο απορριμμένος, όν απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες. Προοδευτικοί της οπισθοβατικής κατρακύλας, έμποροι των ιερών της πολιτικής, ασελγομανεϊς της ακοινώνητης «επικοινωνίας». Απολάκτισαν τον ακρογωνιαίο, για να υψώσουν το τίποτα της χαρτοκοπτικής ανυπαρξίας τους. Κι όμως, στις σελίδες του Ελύτη η Ελλάδα καιροφυλαχτεί, όπως
Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο που υπάρχε
 Παρ’ όλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα.
Δεν ενδιαφέρει ο τόπος, ούτε καν η Ιστορία. Ζωτικός και ζωοποιός είναι μόνο ο λόγος-τρόπος. «Φιλοσοφώτερον ποίησις ιστορίας εστίν». Την ελληνική ταυτότητα την ορίζει η σοφία της ποίησης, όχι η αποδεικτική της Ιστορίας. Ο τρόπος της παραίτησης, της άοπλης μέθεξης. Της εκούσιας απώλειας που είναι πάντα εύρεσηΑυτό που ήταν πάντοτε η αποφατική Ελλάδα. Και που κλείνεται αποκαλυπτικά στη μονοκοντυλιά του στίχου:
Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει.
Ηράκλειτος, Πλωτίνος, Αρεοπαγίτης, Μάξιμος, Γρηγόριος Παλαμάς, διαδρομή δύο χιλιάδων χρόνων αποφατισμού  σε ένα μόνο στίχο. Η μέσα λάμψη πριν και πέρα απο τη νόηση, «η άγνοια η υπερτέρα πάσης γνώσεως». Όταν ποδηγέτης είναι ο έρωτας. Και όταν «άπας ο αγών περί των πραγμάτων εστίν ου περί νοημάτων και λέξεων»: Για να ξεχωρίσει η φλόγα του έρωτα από τις ανταύγειες των αισθημάτων. Ο τόπος της Προσκύνησης από τη σημαντική των Προσκυνουμένων. 
Είμαστε ακόμη στά δεσμά. Λοξά περνάν οι αχτίδες
Από τα ματόκλαδα κι ίριδα πάνω στ’ αρμυρό
Το δάκρυ βγάνουν.  Από κει το φως των Μάγων
Κι η πορεία για κει όπου η Προσκύνησις άλλο νόημα
Ν' αποκτήσει γίνεται.
Μας χειραγωγεί ο ποιητής τους δεσμώτες. Αποκλείονται οι φαντασιωδώς απελεύθεροι οιηματίες. Η χειραγωγία του ελληνικού λόγου προϋποθέτει πάντοτε τον ρεαλισμό της επίγνωσης των δεσμών, της δέσμευσης στο «εκ μέρους», στο «δι’ έσόπτρου». Πάντοτε δάκρυ αρμυρό επώδυνης δίψας για το «εν, ούτινος εστί χρεία». Εκεί, στο δάκρυ, λάμπει δρομοδείχτης και χειραγωγός η ποίηση. Εκεί διδάσκεται η Προσκύνηση των αρρήτων. Και μόνο τότε η ποίηση διαρκεί και η Ελλάδα επιβιώνει. Ο χρόνος καταλύεται έστω και μόνο με τη σημαντική του ειδώλου στο έσοπτρο. Γιατί το είδωλο καλεί και η κλήση «επί το πρωτότυπον διαβαίνει». Άφθαρτη από τον χρόνο η κλήση, όσο καλεί στο κάλλος τής πάντοτε επόμενης μέθεξης του πραγματικού. Ναι
Η πραγματικότητα ωφελεί εάν έπεται.
Όμως το πριν, το είδωλο, μόνον αυτό
Σ η μ α ι ν ε ι · που ο χρόνος πάνω του δεν πιάνει.
Μια Ελλάδα που δεν καλεί σε τίποτα, που δεν σημαίνει τίποτα, δεν είναι Ελλάδα. Παλεύουμε οι ανύπαρκτοι για δίκαια εθνικά «νοητήν ειδωλολατρίαν ειδωλοποιούντες εν εαυτοίς». Τα είδωλα των δικαίων μας παραπέμπουν σε νοητικά σκαριφήματα, όχι στην ψηλαφητή αίσθηση του πραγματικού. Στα χωρικά μας ύδατα λιμνάζει η αφελληνισμένη ψυχή μας, τη γη μας την αποϊερώσαμε με αντιπαροχή την πλασματική ευζωία.
Αχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο υπονομευμένη από
θεότητα είναι
Η γη.
Ποτέ τέτοια υποψία. Όσο αρκούσαν οι παρακρούσεις της «προόδου», τα κροταλίσματα της «ανάπτυξης». Τα ευτελιστικά ιδεολογήματα, η μικρονοϊκή συνθηματολογία. Απομείναμε μετέωροι, έρμαια των παραισθησιογόνων της «πολιτικοποίησης», εκτοπλάσματα της ιερής μας γης που σαρκώνει τον Άσαρκο και χωρεί τον Αχώρητο.
Που κι η πέτρα ποθεί ναού νέου να ’ναι το άγκωνάρι
Και το κοράλλι θάμνους λείους να βγάνει για ν’
απομιμηθεί το στέρνο σου.
Άσχετοι. Καθώς η ίθαγενώς εκπατρισμένη διανόηση, αυτάρκης στον βλαχαδερό της «εκσυγχρονισμό». Ανδρείκελα που κομπάζουν τον πιθηκισμό τους, λείχουν δημόσια το ναρκισσικό τους εγώ, διαλαλούν ξεδιάντροπα την ξιπασμένη τους ανεστιότητα. Τι σημαίνει Ελλάδα, όταν δεν είναι σάρκα του ιερού, τι σημαίνει γη δίχως βωμούς, δίχως «ήθεα», δίχως τάφους προγόνων;
Και καθάπερ Ηράκλειτος λέγεται προς τους ξένους
ειπείν
τους βουλομένους εντυχείν αυτώ
 οι επειδή προσιόντες είδον αυτόν θερόμενον προς τώ
ιπνώ έστησαν,
εκέλευε γαρ αυτούς εισιέναι θαρρούντας· είναι γαρ
και ενταύθα θεούς.
Υπονομευμένη από τη θεότητα ακόμα και η πυροστιά όπου λούφαζε ο Ηράκλειτος. Άλλοτε. Σήμερα απόμεινε ο κλαυθμός του ποιητή που δέχεται σαν χάρη την αφή της γης. Μετέωρος σε διαμέρισμα μεταξύ οικοδομήσιμου «αέρα» και νεκρής ασφάλτου.
Κλαίω· που ξανά μου δίνεται
Να πατήσω χώμα υπέροχο καστανό τριγυρισμένο θάλασσα.
Χάρισμα η αίσθηση της γης και χάρισμα η ποίηση που την κάνει κλαυθμό. Δώρο ατίμητο ο λυγμός του ποιητή που μας κελεύει εισιέναι θαρρούντας στην εγγύτητα του απωτάτου. Να ψηλαφήσουμε την εύρεση του απορριμμένου λίθου, να συλλαβίσουμε ελεγεία στην οξώπετρα, να ψάλλουμε μαζί του
τον Ιησού του ήλιου, τον μετά κάθε Σάββατο ανατέλλοντα.
Γιατί μόνο η νίκη καταπάνω στο θάνατο σπονδυλώνει τη ζωή, αναπιάνει το κοινό ζυμάρι της φθοράς σε ουράνιο άρτο, κανει την πατρίδα ερωτική προτύπωση της μένουσας πόλης. Μόνο αν βεβαιωθεί ο θάνατος ως ανατολή
ο θάνατος, ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα.
Έλληνας εγώ, σε έτος μη-σωτήριο, έτος απολωλός, και δικαιούμαι να ευλογώ τον Οδυσσέα Ελύτη. Για την άρρητη βεβαιότητα που την έκανε λόγο.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό “Αντί”, το 1992 – λίγους μήνες μετά την έκδοση της ποιητικής σύνθεσης του Οδυσσέα Ελύτη «Τα ελεγεία της Οξώπετρας». Αναρτάται σήμερα στο Αντίφωνο  στην επέτειο του θανάτου, του μεγάλου μας ποιητή. 

Πηγή: Αντίφωνο