Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ωριγένους Περί Αρχών-Εισαγωγή 6

Συνέχεια από Πέμπτη 4. Ιουνίου 2026

ΠΕΡΙ ΑΡΧΩΝ 3
Ωριγένης


Επιμέλεια: Manlio Simonetti

Unione Tipografico-Editrice Torinese


II. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ, ΔΟΜΗ, ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ PRINCIPIA

1. Ο ΤΙΤΛΟΣ

Ο τίτλος του έργου Περὶ ἀρχῶν μαρτυρείται ποικιλοτρόπως στα ελληνικά αρχίζοντας από τον Ευσέβιο (H. E., VI, 24) και παρατίθεται στην πρωτότυπη γλώσσα στον πρόλογο που ο Ρουφίνος προέταξε στη μετάφρασή του. Ακριβώς από εδώ συμπεραίνουμε ότι ήδη ο λατίνος μεταφραστής βρισκόταν σε αμηχανία ως προς την ακριβή σημασία που ο Ωριγένης είχε προσδώσει στον όρο ἀρχαί· πράγματι, σχολιάζει έτσι τον ελληνικό τίτλο: quod vel de principiis vel de principatibus dici potest. Στους νεότερους χρόνους δόθηκαν δύο ερμηνείες.¹ Σύμφωνα με τη μία, οι ἀρχαί θα έπρεπε να νοηθούν με την έννοια των θεμελιωδών διδασκαλιών (Grundlehren· Hauptlehren) της χριστιανικής πίστης· σύμφωνα με την άλλη, θα έπρεπε να νοηθούν με την έννοια των συστατικών αρχών του Είναι, των πραγμάτων (Daseinsprinzips, επομένως διδασκαλία περί των πρώτων πραγμάτων).

Η πρώτη ερμηνεία —Koetschau, Schnitzer κ.λπ.— βρίσκει στήριξη, πέρα από το γεγονός ότι για τον Ωριγένη υπάρχει μία μόνο ἀρχή των πραγμάτων, δηλαδή ο Πατέρας, και όχι περισσότερες ἀρχαί, προπάντων στον πρόλογο που ο Ωριγένης προέταξε στο έργο του, στον οποίο παρουσιάζονται, ως σημείο εκκίνησης για την έρευνα, οι κύριες προτάσεις του κανόνα της πίστης σε περιεκτική μορφή, αγκαλιάζοντας και θέματα που δεν φαίνεται να μπορούν να συμπεριληφθούν στην έννοια της ἀρχής,² και προβάλλεται η πρόθεση να τακτοποιηθούν τα αποτελέσματα της έρευνας σε μια συνολική και καθολική έκθεση.

Αλλά η άλλη ερμηνεία —Koch, von Ivanka, Daniélou κ.λπ.— φαίνεται καλύτερα εγκλιματισμένη στο φιλοσοφικό και λογοτεχνικό περιβάλλον της εποχής. Η έρευνα περί των ἀρχῶν, δηλαδή περί των συστατικών αρχών του Είναι, βρίσκεται στη βάση της αρχαιότερης ελληνικής φιλοσοφικής θεωρητικής σκέψης, και το πρόβλημα συζητούνταν όσο ποτέ την εποχή του Ωριγένη: ας σκεφθούμε τις δύο αρχές των Στωικών —τὸ ποιοῦν καὶ τὸ πάσχον· θεὸς καὶ ὕλη: SVF, I, 24· II, III— και τις τρεις αρχές των Πλατωνικών —θεός, ὕλη, ἰδέα ή παράδειγμα: DIELS, Doxographi Graeci, σ. 287 κ.ε.· ALBIN., Epit. 8, 1. Και γνωρίζουμε την ύπαρξη συγγραμμάτων περὶ ἀρχῶν —Λογγίνος, Δαμάσκιος· πρβλ. επίσης ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Quis dives, 36, 8— και ενοτήτων αφιερωμένων σε αυτό το θέμα στις Επιτομές και στις Δοξογραφίες —πρβλ. ανωτέρω. Η Επιτομή του Αλβίνου, στη διάταξη της ύλης —Θεός, κόσμος, άνθρωπος, δαίμονες, ελευθερία—, είναι πολύ κοντά στη διάταξη της ύλης στα ωριγενικά Principia. Συζητήσεις γύρω από το θέμα μαρτυρούνται και στο αιρετικό πεδίο: ας σκεφθούμε τις δύο αρχές —Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, Θεός της Καινής Διαθήκης— ή τις τρεις αρχές —αγαθός Θεός, δημιουργός, κακός Θεός— για τις οποίες γινόταν λόγος στο μαρκιωνιτικό περιβάλλον.

Ως προς το γεγονός ότι για τον Ωριγένη η μόνη αληθινή αρχή είναι ο Θεός, παρατηρείται ότι, ακριβώς ως αποτέλεσμα των συζητήσεων και της σχολικής παράδοσης, ο όρος στην εποχή του θα έπρεπε να είχε κάπως εκλαϊκευθεί ή, καλύτερα, να είχε επεκταθεί ως προς τη σημασία του, έτσι ώστε να δικαιολογεί μια έκθεση επάνω σε θεμελιώδη ζητήματα θεωρητικού αντικειμένου και χαρακτήρα· και, προπάντων, ότι πλέον εκείνος ο τίτλος παραδοσιακά συνεπαγόταν την πραγμάτευση ορισμένων θεμάτων: Θεός, ύλη, νοητός κόσμος κ.λπ., έτσι ώστε ο Ωριγένης, χρησιμοποιώντας τον, δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να προσαρμοστεί σε μια σχολική παράδοση, έστω κι αν γι’ αυτόν ούτε η ύλη ούτε τα νοητά κτίσματα αποτελούσαν μια αληθινή και κυριολεκτική ἀρχή. Αλλά με αυτόν τον τρόπο φθάνει κανείς στο φαινομενικά παράδοξο συμπέρασμα ότι οι δύο ερμηνείες που δόθηκαν για τον τίτλο του έργου του Ωριγένη, αν και ριζικά διαφορετικές μεταξύ τους κατ’ αρχήν, στην πράξη αποκαλύπτονται πολύ κοντινές μεταξύ τους και δεν αποκλείουν η μία την άλλη, καθόσον ο τίτλος περὶ ἀρχῶν, αρχικά και σημασιολογικά ειδικός για πραγματεία περί των πρώτων αρχών, μπορούσε την εποχή του Ωριγένη να χρησιμοποιηθεί για να χαρακτηρίσει μια πραγματεία επάνω σε σημαντικά θέματα θεωρητικού χαρακτήρα.

2. ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΣΕ ΒΙΒΛΙΑ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑ

Η διαίρεση των Principia σε τέσσερα βιβλία μαρτυρείται καλά, πέρα από τη ρουφίνεια μετάφραση, από τα αποσπάσματα του Ιουστινιανού και της Φιλοκαλίας και από τον Φώτιο, ο οποίος στον κώδ. 8 της Βιβλιοθήκης του μας δίνει πληροφορίες για το ωριγενικό έργο. Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για διαίρεση που ανάγεται στον ίδιο τον Ωριγένη και συνδέεται, όπως συνήθως συμβαίνει σε έργα κάποιας έκτασης, με το περιορισμένο μέγεθος του παπύρινου κυλίνδρου —πρβλ. κατωτέρω. Ο Ευσέβιος δεν κάνει λόγο για αυτή τη διάκριση σε βιβλία.

Τα λατινικά χειρόγραφα διαιρούν κάθε βιβλίο σε μεταβλητό αριθμό κεφαλαίων, από ένα μέγιστο 11 για το βιβλίο II έως ένα ελάχιστο 4 για το βιβλίο IV, το οποίο άλλωστε είναι κάπως μικρότερο σε μέγεθος από τα άλλα τρία. Ο Koetschau προβάλλει την πιθανότητα αυτή η διαίρεση σε κεφάλαια να ανάγεται στον ίδιο τον Ρουφίνο, αλλά δεν αποκρύπτει ούτε την πιθανότητα μια αρχικά λιγότερο αναλυτική διαίρεση του Ρουφίνου, περισσότερο ή λιγότερο αντίστοιχη προς εκείνη που μας μαρτυρείται από την ελληνική παράδοση, να επεκτάθηκε στη συνέχεια στη χειρόγραφη παράδοση. Πάντως δεν έχει αμφιβολίες όταν ανάγει τη διάκριση σε κεφάλαια που εισήγαγε στην έκδοση στον codex Lucullanus —L. Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αποδέχεται κατά βάση τη διαίρεση σε κεφάλαια του κώδ. Augiensis· και κατά τα λοιπά κάνει λόγο μόνο για την πολύ πιο λεπτομερή διαίρεση που αναφέρεται στα χειρόγραφα Bambergensis και Casinensis και σημειώνει ότι ο Parisinus 12125 και άλλα χειρόγραφα δεν έχουν τον ίδιο αριθμό κεφαλαίων. Στο κατά τα άλλα εξαιρετικά προσεκτικό έργο αντιπαραβολής του παρέλειψε να καταγράψει, ως δευτερεύουσας σημασίας, τη συστηματική σημείωση των διαφορετικών κεφαλαίων για όλα τα χειρόγραφα. Η Harl, η οποία επισήμανε αυτό το κενό, διαπίστωσε, π.χ., ότι ο Parisinus 16322 παραλείπει εντελώς τους τίτλους των διαφόρων κεφαλαίων.

Ένας κατάλογος των θεμάτων —δηλαδή των κεφαλαίων— των Principia παρατίθεται από τον Φώτιο στη Βιβλιοθήκη, κώδ. 8. Στους τίτλους, αν και με διάφορες εξαιρέσεις, παρουσιάζει μια βασική σύγκλιση με τη λατινική παράδοση. Ωστόσο ο αριθμός των κεφαλαίων, σε σχέση με αυτή την παράδοση, είναι πολύ περιορισμένος: λείπει η ένδειξη του I, 4, και τα I, 5-8 ομαδοποιούνται σε ένα μόνο κεφάλαιο· το ίδιο ισχύει για τα II, 1-3· II, 8-9· III, 2-4. Λείπει επίσης η ένδειξη του IV, 3 και του IV, 4 —ανακεφαλαίωση. Για τα κεφάλαια 1-3 του βιβλίου IV, η Φιλοκαλία παρουσιάζει έναν συνολικό αρχικό τίτλο που αντιστοιχεί ουσιαστικά στους τίτλους τους οποίους η λατινική παράδοση κατανέμει στα τρία κεφάλαια και, περιορισμένα στα δύο πρώτα, σε εκείνους που παραδίδονται από τον Φώτιο.

Η διαίρεση σε κεφάλαια που παραδίδεται στα ελληνικά παρουσιάζεται πολύ πιο έγκυρη από εκείνη που διαβάζουμε στα ρουφίνεια χειρόγραφα· και όχι τόσο λόγω της γλώσσας όσο λόγω της ουσίας. Πράγματι, ο υπερβολικός κατακερματισμός των λατινικών χειρογράφων αποδεικνύεται πολλές φορές όχι μόνο αυθαίρετος αλλά και αδέξιος: βλ. όσα παρατηρούμε σχετικά με τα I, 4· I, 7· II, 9 κ.λπ. Ακόμη και όταν αυτός βρίσκει, σε σχέση με τους τίτλους στα ελληνικά, κάποια δικαιολόγηση στην ύλη του έργου, τελικά δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να υποδιαιρεί και να διακρίνει διάφορα μέρη ενός επιχειρήματος, του οποίου η ελληνική παράδοση φανερώνει αντίθετα την ενιαία όψη. Από την άλλη πλευρά, και οι τίτλοι της ελληνικής παράδοσης έχουν μικρή πιθανότητα να είναι πρωτότυποι, διότι μια τόσο λεπτομερής φροντίδα στον ορισμό των διαφόρων μερών μιας πραγματείας φαίνεται ξένη προς τη συνθετική τεχνική έργων του τύπου του ωριγενικού. Θα μπορούσαν να ανάγονται στο έργο αναθεώρησης των ωριγενικών συγγραμμάτων που επιτελέστηκε από τον Πάμφιλο και τον Ευσέβιο στη βιβλιοθήκη της Καισάρειας· πάντως αναδεικνύουν καλά τις διάφορες ενότητες στις οποίες αρθρώνονται τα τέσσερα βιβλία της πραγματείας.


3. ΔΟΜΗ ⁵


Είναι κοινή γνώμη, η οποία ακόμη μαρτυρείται ποικιλοτρόπως στα εγχειρίδια πατρολογίας και λογοτεχνικής ιστορίας, ότι η διαίρεση των Principia του Ωριγένη σε τέσσερα βιβλία αντιστοιχεί ακριβώς σε μια σαφή διαίρεση της πραγματευόμενης ύλης σε τέσσερις ενότητες, αφιερωμένες αντιστοίχως στον Θεό —βιβλίο I—, στον κόσμο —βιβλίο II—, στην ελεύθερη βούληση —βιβλίο III—, στην Αγία Γραφή —βιβλίο IV. Αλλά αυτή η άποψη, που ήδη σποραδικά είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση στο παρελθόν, υποβλήθηκε πιο πρόσφατα σε ριζικές κριτικές, και πολύ δικαιολογημένα. Πράγματι, σε όποιον διαβάζει προσεκτικά το έργο, αυτό δεν παρουσιάζεται καθόλου ως χαρακτηριζόμενο από το απλό και γραμμικό σχήμα που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά μάλλον από συνεχείς επαναλήψεις, από περισσότερο ή λιγότερο εκτεταμένες παρεκβάσεις, από τέτοιες ανισορροπίες ώστε ιδίως στα δύο πρώτα βιβλία να κάνουν να φαίνεται απλουστευτική, μάλλον αυθαίρετη, η διαίρεση σε δύο θεμελιώδη θέματα:

Θεός και κόσμος. Πράγματι, περί Θεού γίνεται λόγος τόσο στο βιβλίο I, στα κεφάλαια 1-3, όσο και στο βιβλίο II, στα κεφάλαια 4-7· και περί κόσμου πραγματεύεται στα I, 5-8· II, 1-3· 9. Και για το ίδιο θέμα γίνεται ξανά λόγος στο III, 5. Το ίδιο πρέπει να ειπωθεί και για την επανάληψη πιο επιμέρους θεμάτων: περί της ύλης γίνεται λόγος στα II, 1-2 και έπειτα στο III, 6 χωρίς ουσιώδεις διαφορές, και το ίδιο περί του τέλους του κόσμου, που περιγράφεται στα I, 6· II, 10· III, 6. Και θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε. Επιχειρήθηκε να διασωθεί η βασική διάκριση με την παρατήρηση ότι οι διάφορες επαναλήψεις προέρχονται από το γεγονός ότι τα διάφορα θέματα πραγματεύονται και επανέρχονται στη συνέχεια σε διαφορετικά επίπεδα. Πρόκειται για παρατήρηση τουλάχιστον εν μέρει ορθή, όπως θα δούμε, αλλά μόνο υπό τον όρο να εγκαταλειφθεί ακριβώς το βασικό σχήμα που θέλησε κανείς να υποθέσει.

Στην πραγματικότητα, όπως πολύ σωστά παρατήρησε ο Steidle, η διαίρεση του έργου σε τέσσερα βιβλία καθορίστηκε μόνο από ανάγκες εκδοτικού χαρακτήρα, σε σχέση με το μήκος των παπύρινων κυλίνδρων: είναι περιττό να σταθώ στην εγκυρότητα αυτού του εξωτερικού κριτηρίου διαίρεσης, για το οποίο έχουν προσκομισθεί πολλές αποδείξεις διαφόρων ειδών. Όσον αφορά ειδικά τον Ωριγένη, ας δει κανείς, π.χ., την αρχή του βιβλίου II και το τέλος των βιβλίων IV και VI του Κατὰ Κέλσου, όπου ο συγγραφέας υπαινίσσεται το επαρκές μήκος των επιμέρους βιβλίων· και προπάντων την αρχή του βιβλίου XIII του Υπομνήματος στο κατά Ιωάννην, όπου ο Ωριγένης απολογείται επειδή διαίρεσε ανάμεσα σε ένα βιβλίο και σε άλλο το υπόμνημα στο επεισόδιο της Σαμαρείτιδας και δικαιολογείται λέγοντας ότι το βιβλίο XII είχε φθάσει σε επαρκή έκταση.

Στη θέση της διαίρεσης σε τέσσερις ενότητες, ο Steidle πρότεινε μια άλλη σε τρία μέρη, μη συνδεδεμένη με τη διαίρεση σε βιβλία. Συνδέεται με την παρατήρηση του Völker, ο οποίος είχε δει στο έργο του Ωριγένη τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο ασύνδετων πραγματειών, συντεθειμένων από τον Ωριγένη σε συνάρτηση με τη διδασκαλία του στο Διδασκαλείον της Αλεξάνδρειας, και την τροποποιεί με την έννοια ότι διακρίνει σε αυτό τρία σαφώς ξεχωριστά μέρη: I, 1-II, 3· II, 4-IV, 3· IV, 4, που χαρακτηρίζονται από την παρουσία του ίδιου σχήματος: Θεός, τα λογικά κτίσματα, ο κόσμος. Στο πρώτο μέρος η ύλη θα πραγματευόταν συνθετικά, ως εισαγωγή· στο δεύτερο με πιο εκτεταμένη και αναλυτική μορφή· στο τρίτο με συνοπτική μορφή. Θα επρόκειτο, τελικά, για τρεις κύκλους σπουδών που διαδέχονταν ο ένας τον άλλον για τους μαθητές της σχολής.¹⁰

Μεγάλη αξία του Steidle είναι ότι υπέδειξε τη σαφή τομή που υπάρχει ανάμεσα στο II, 3 και στο II, 4 και, σε δευτερεύουσα γραμμή, ότι κατανόησε πως ο Ωριγένης επαναλαμβάνει περισσότερες φορές το ίδιο σχήμα στην πραγμάτευση της ύλης. Δεν είναι όμως δυνατόν να τον ακολουθήσουμε στην ανασύνθεση που προτείνει, προπάντων εκεί όπου θεωρεί τις τρεις ενότητες των Principia ως κύκλους σπουδών. Από τη μια πλευρά, σε αυτή την ερμηνεία αντιτίθεται η υπερβολικά μεγάλη διαφορά έκτασης που διαφοροποιεί τη μία ενότητα από την άλλη, κυρίως την τελευταία, η οποία βρίσκεται σχεδόν στην αναλογία του 1 προς 10 σε σχέση με τη δεύτερη. Από την άλλη πλευρά, όσα γνωρίζουμε για τη μέθοδο διδασκαλίας του Ωριγένη οδηγούν στο να αποκλείσουμε τη δυνατότητα να διακρίνουμε sic et simpliciter στα Principia —τα οποία, χωρίς αμφιβολία, συνδέονται με μια σειρά μαθημάτων— εκείνη τη διδασκαλία.

Πράγματι, από τον Ευχαριστήριο λόγο του Γρηγορίου Θαυματουργού —πρβλ. κατωτέρω— γνωρίζουμε ότι ο Ωριγένης, ύστερα από έναν προπαιδευτικό κύκλο πάνω στις διάφορες κατευθύνσεις της ελληνικής φιλοσοφίας, εισήγαγε τους μαθητές του στη συστηματική μελέτη της Αγίας Γραφής. Είναι τα μεγάλα Υπομνήματα στον Ματθαίο, στον Ιωάννη κ.λπ. που μπορούν να μας δώσουν μια ακριβή ιδέα της ωριγενικής μεθόδου διδασκαλίας, όχι τα Principia, με την έννοια ότι η εμβάθυνση αυτού ή εκείνου του σημείου του εκκλησιαστικού δόγματος εκκινούσε από την ερμηνεία ενός συγκεκριμένου χωρίου της Γραφής, ίσως μέσα στο πλαίσιο της συστηματικής μελέτης του βιβλίου στο οποίο ανήκε εκείνο το χωρίο. Δεν έχουμε, αντίθετα, κανένα στοιχείο για να ισχυριστούμε ότι ο Ωριγένης έκανε ποτέ στη σχολή μια περισσότερο ή λιγότερο συστηματική έκθεση των αληθειών της πίστης ανεξάρτητα από τη μελέτη ενός βιβλίου της Γραφής, του τύπου εκείνου που διαβάζουμε στα Principia.¹¹

Μπορούμε ακόμη να προσθέσουμε ότι η διαίρεση που προτείνει ο Steidle δεν εξηγεί πειστικά ορισμένες επαναλήψεις που παρατηρούνται στη δεύτερη από τις τρεις ενότητες, όπως την επανάληψη στα III, 5-6 του θέματος που πραγματεύεται στο II, 9·¹² και προπάντων ότι δεν φαίνεται να εκτίμησε επαρκώς την αξία που έχουν, μέσα στην οικονομία του έργου, οι διάφορες πραγματεύσεις περί του τέλους του κόσμου, οι οποίες φαίνονται τοποθετημένες στο κλείσιμο μιας ενότητας, όπως ακριβώς οι πραγματεύσεις περί της Τριάδας έχουν τη θέση τους στην αρχή.

Η ανεπάρκεια των προσπαθειών που αποβλέπουν στην εξήγηση της δομής των Principia φαίνεται να δικαιώνει όσους δεν διακρίνουν σε αυτά τίποτε άλλο παρά ένα σύνολο πραγματειών διαφόρων θεμάτων. Είναι πέρα από κάθε αμφιβολία ότι η συνήθεια να εργάζεται εξηγητικά επάνω στο ίχνος που προσέφεραν τα βιβλία της Γραφής δεν ευνόησε στον Ωριγένη την ικανότητα να αναπτύξει με τάξη και μέθοδο μια ευρείας πνοής πραγματεία. Ας προστεθεί ακόμη ότι τέτοιου είδους μέριμνες δεν ήταν συχνές στους αρχαίους συγγραφείς. Δεν εκπλησσόμαστε λοιπόν όταν παρατηρούμε στη γραμμή ανάπτυξης του ωριγενικού έργου επαναλήψεις, μετατοπίσεις, παρεκβάσεις: ας δει κανείς τις παρεκβάσεις των I, 4, 1-2· II, 8, 5· III, 4, 3· τη συχνότητα με την οποία επανέρχεται σε ορισμένα ζητήματα που ο συγγραφέας θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικά, όπως, π.χ., εκείνο περί της σωματικότητας των λογικών κτισμάτων —II, 3· III, 6· IV, 8—· τη μετατόπιση που προκαλεί στη δομή του προλόγου του βιβλίου I η υπερβολικά λεπτομερής αναφορά στην έννοια του ασώματου.¹³

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ως απλώς θεωρητική πρόθεση την πρόθεση, που διατυπώνεται στο τέλος του προλόγου, να συνδεθούν τα διάφορα θέματα σε ένα ενιαίο και ομοιογενές σύνολο· και, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά, είναι δυνατόν να διακρίνει στη γραμμή ανάπτυξης του έργου ορισμένες σταθερές, ορισμένες αλληλουχίες ανάμεσα στο ένα θέμα και στο άλλο, οι οποίες, αν και συσκοτίζονται και διαταράσσονται από τις μετατοπίσεις στις οποίες υπαινιχθήκαμε παραπάνω, αποκαλύπτουν την πρόθεση να διεξαχθεί η πραγματεία σύμφωνα με μια ορισμένη προκαθορισμένη τάξη.¹⁴

Με την εξαίρεση που αποτελείται από τα III, 5-6, για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω, τα βιβλία III και IV δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερες δυσκολίες: το III, 1-4 αποτελεί μια συνολικά ομοιογενή ενότητα, αφιερωμένη σε θεμελιώδη ζητήματα ηθικού περιεχομένου: υπεράσπιση της ελεύθερης βούλησης, μελέτη των περιστάσεων και των πειρασμών που ωθούν στην αμαρτία, πάντοτε με σκοπό την επαναβεβαίωση της ηθικής ευθύνης του ανθρώπου. Το ίδιο μπορούμε να πούμε για το IV, 1-3, ενότητα αφιερωμένη στην Αγία Γραφή, δηλαδή στο θεμέλιο κάθε δυνατής γνώσης του Θεού και του κόσμου, με σκοπό να διασαφηνιστεί ο θεόπνευστος χαρακτήρας της, η σημασία της, το περιεχόμενό της και προπάντων τα κριτήρια που πρέπει να διέπουν την ορθή ερμηνεία της.

Φαίνεται αντίθετα δυσκολότερο να ξεδιαλυθεί, έστω και εν μέρει, το κουβάρι που αποτελείται από το σύνολο των δύο πρώτων βιβλίων. Πάντως μέσα σε αυτά είναι δυνατόν να διακριθούν δύο αρκετά ομοιογενείς ενότητες: I, 1-6 και II, 4-11· και οι δύο ενότητες χαρακτηρίζονται από την παρουσία ενός σχήματος που επαναλαμβάνεται όμοιο στη μία και στην άλλη: Θεός —Πατέρας, Υιός, Άγιο Πνεύμα—, λογικά κτίσματα —φύση, προέλευση, προορισμός—,¹⁵ τέλος του κόσμου.

Όσο για το μακρό ενδιάμεσο τμήμα —I, 7-II, 3—, αν το δει κανείς προσεκτικά, αυτό πραγματεύεται θέματα άμεσα συναφή με τον κόσμο που προήλθε από την πτώση των λογικών κτισμάτων: πράγματι συζητείται περί των άστρων —I, 7—, περί των αγγέλων —I, 8—, περί της διάταξης του υλικού κόσμου —II, 1-2—, περί του τέλους του κόσμου σε σχέση με την τελική σωματικότητα ή ασωματικότητα των λογικών κτισμάτων —II, 3. Τελικά, έχουμε εδώ την αναλυτική και εκτενή επανάληψη όσων είχαν εκτεθεί πιο συνθετικά στο I, 5 και προπάντων στο I, 6. Ο ίδιος ο Ωριγένης μας ωθεί να κατανοήσουμε με αυτόν τον τρόπο τη λειτουργία του I, 7-II, 3 μέσα στην οικονομία του έργου, εκεί όπου στην αρχή του I, 6 μιλά για την προηγούμενη πραγματεία ως διεξαχθείσα generali sermone,¹⁶ και στην αρχή του II, 1 παραδέχεται ότι το θέμα που τώρα προτίθεται να πραγματευθεί, ο κόσμος και η τάξη του, είχε ήδη αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης στο προηγούμενο βιβλίο. Με αυτή την έννοια, το τμήμα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στο I, 7 και στο II, 3 διαμορφώνεται, στη δομή του έργου, ως αναπόσπαστο μέρος της πρώτης ενότητας και, πιο συγκεκριμένα, ως συμπλήρωμα και εμβάθυνση των θεμάτων περί του κόσμου των λογικών κτισμάτων που σκιαγραφήθηκαν στο I, 6.

Αφού αναδείξαμε στα δύο πρώτα βιβλία των Principia την παρουσία ενός σχήματος που καθορίζει θεμελιωδώς τη δομή τους και που επαναλαμβάνεται στο ένα και στο άλλο βιβλίο, αναρωτιόμαστε για ποιον λόγο ο Ωριγένης προτίμησε να εισαγάγει αυτή την επανάληψη αντί να αναπτύξει πιο γραμμικά και αρμονικά την ύλη, ομαδοποιώντας τα διάφορα θέματα σε ενιαίες πραγματεύσεις και χωρίς να τα κατακερματίζει σε δύο διακριτές και αντίστοιχες: Πατέρας I, 1 και II, 4-5· Υιός I, 2 και II, 6· Άγιο Πνεύμα I, 3 και II, 7 κ.λπ.

Το ερώτημα είναι ακόμη περισσότερο δικαιολογημένο, καθόσον παρατηρούμε εμφανείς επαναλήψεις των ίδιων θεμάτων στο πέρασμα από το ένα σχήμα στο άλλο, κυρίως όσον αφορά τα λογικά κτίσματα: βλ. II, 9 σε σύγκριση με I, 6-7.

Θα ήταν υπερβολικά αλαζονικό να θέλει κανείς να υποδείξει έναν ακριβή λόγο αυτής της συμπεριφοράς, η οποία θα μπορούσε να έχει καθοριστεί μόνο από συγκυριακούς λόγους που μας διαφεύγουν εντελώς. Ωστόσο, η προσεκτική σύγκριση ανάμεσα στις παράλληλες πραγματεύσεις των δύο βιβλίων μάς οδηγεί να διατυπώσουμε με επιφύλαξη την υπόθεση ότι η επανάληψη θα μπορούσε να έχει προέλθει από την πρόθεση του Ωριγένη να πραγματευθεί τα ίδια θέματα σε δύο διαφορετικά επίπεδα.

Σε αναφορά προς τη διάκριση που εισάγεται στον πρόλογο ανάμεσα σε θέματα δογματικά ήδη ορισμένα, τα οποία μπορούν μόνο να εμβαθυνθούν και να διευκρινιστούν, και σε θέματα που απλώς υπαινίσσεται γενικά ο κανόνας της πίστης και που αφήνονται ανοιχτά στην ελεύθερη συζήτηση, τα ζητήματα που πραγματεύονται στην πρώτη ενότητα, θεωρούμενα στο σύνολό τους, αποδεικνύεται ότι ανήκουν στον δεύτερο τύπο: βλ., π.χ., την πραγματεία περί του Πατέρα —I, 1—, η οποία αφορά την ασωματότητά του, εκείνη περί του Υιού —I, 2—, η οποία αφορά τις διάφορες επωνυμίες του, για να μη μιλήσουμε για την έκθεση περί των λογικών κτισμάτων, η οποία είναι όλη συλληφθείσα ως απλή πρόταση πάνω σε ζητήματα μη δογματικά ορισμένα.¹⁷

Αντίθετα, η επανάληψη των ίδιων θεμάτων στη δεύτερη ενότητα —από το II, 4 και εξής— γίνεται, συνολικά, με βάση ζητήματα ήδη ορισμένα από το εκκλησιαστικό Μαγιστήριο και που εμβαθύνονται κυρίως σε πολεμική με τους αιρετικούς —Γνωστικούς, Μοντανιστές, Χιλιαστές—: περί του Πατέρα γίνεται λόγος σε πολεμική με τη γνωστική διάκριση ανάμεσα στον Θεό της Παλαιάς Διαθήκης και στον Θεό της Καινής Διαθήκης —II, 4-5· περί του Υιού εμβαθύνεται ο τρόπος της ενανθρώπησης —II, 6· περί των λογικών κτισμάτων γίνεται λόγος κυρίως σε σχέση με την ανθρώπινη ψυχή —II, 8· το τέλος του κόσμου εξετάζεται από την οπτική των ανταμοιβών και των ποινών —II, 10-11. Είναι περιττό να υπενθυμίσω ότι πρόκειται για μια διάκριση γενικού χαρακτήρα: άλλωστε ήδη υπαινιχθήκαμε τις ανισορροπίες που χαρακτηρίζουν τη γραμμή ανάπτυξης του έργου και τις επαναλήψεις των ίδιων θεμάτων στην πρώτη και στη δεύτερη ενότητα. Αλλά μέσα σε αυτά τα όρια η διάκριση φαίνεται να έχει την εγκυρότητά της.

Ήδη επισημάναμε τη δυσκολία ένταξης των III, 5-6 σε οποιοδήποτε σχήμα που θέλει να αποδώσει τη δομή ολόκληρου του έργου. Πρόκειται για δύο κεφάλαια στενά συνδεδεμένα σύμφωνα με το σχήμα λογικά κτίσματα — τέλος του κόσμου, τα οποία αποτελούν τρίτη επανάληψη όσων είχαν εκτεθεί στα I, 5 κ.ε. και στα II, 8 κ.ε. Και, αν δεν λείπει κάποιο νέο στοιχείο —βλ. την εκτενή πραγματεία περί της subiectio του Χριστού στον Πατέρα στο III, 5, 6-7 και την ερμηνεία του Γεν. 1, 26 στο III, 6, 1—, συνολικά όσα εδώ εκθέτει ο Ωριγένης τα είχε ήδη πει προηγουμένως, και μάλιστα περισσότερες από μία φορές.

Αλλά ακόμη περισσότερο από την επανάληψη προκαλεί θαυμασμό η θέση στην οποία αυτή είναι τοποθετημένη, στο τέλος του βιβλίου III, δηλαδή στο τέλος μιας εκτενούς έκθεσης θεμάτων ηθικού χαρακτήρα και πριν από την πραγματεία περί της Αγίας Γραφής: μέσα σε αυτό το πλαίσιο τα θέματα κοσμολογικού χαρακτήρα που πραγματεύονται στα III, 5-6 παρουσιάζονται εντελώς απομονωμένα τόσο από όσα προηγούνται όσο και από όσα ακολουθούν.

Οι γενικές διατυπώσεις με τις οποίες ο Ωριγένης στα III, 5, 1 και III, 6, 1 εισάγει τα θέματα που ο ίδιος παραδέχεται ότι έχει ήδη πραγματευθεί δεν μας λένε τίποτε γύρω από τους λόγους που καθόρισαν την επανάληψή τους. Μόνο ως υπόθεση, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές στο III, 5 σε δυσκολίες που προβάλλονταν από αντιπάλους, μπορούμε να σκεφθούμε μια retractatio καθορισμένη από παρατηρήσεις και αντιρρήσεις που εγέρθηκαν, μέσα στο πλαίσιο της σχολής και ίσως και έξω από αυτήν, από τη γνώση όσων ο Ωριγένης είχε εκθέσει στα δύο πρώτα βιβλία του έργου του. Τελικά, τα III, 5-6 διαμορφώνονται ως προσθήκη-παράρτημα, ίσως μόνο για συγκυριακούς λόγους, στο βιβλίο III, αλλά συνδεδεμένη με τα θέματα που πραγματεύθηκαν στα δύο πρώτα βιβλία.

Ένα αρκετά ακριβές παράλληλο μάς προσφέρεται από το IV, 4, όπου για ακόμη μία φορά ο Ωριγένης ένιωσε την ανάγκη να επιστρέψει σε θέματα ήδη πολλές φορές εκτεθειμένα, για να τα εμβαθύνει, να τα διευκρινίσει, να τα εξηγήσει ολοένα καλύτερα. Ο χαρακτήρας ανακεφαλαίωσης που έδωσε σε αυτό το καταληκτικό κεφάλαιο του έργου δικαιολογεί αυτές τις επαναλήψεις καλύτερα απ’ ό,τι συμβαίνει στα III, 5-6· αλλά το κριτήριο βάσει του οποίου τα δύο χωρία εισήχθησαν στο κείμενο φαίνεται ουσιαστικά το ίδιο.

Συμπερασματικά: στα δύο πρώτα βιβλία ο Ωριγένης θέλησε να κάνει μια έκθεση συνολικού χαρακτήρα σύμφωνα με το σχήμα: Θεός — λογικά κτίσματα — τέλος του κόσμου· και το σχήμα επαναλαμβάνεται δύο φορές σε δύο διαφορετικά επίπεδα, την πρώτη φορά με κυρίως θεωρητικό ενδιαφέρον, τη δεύτερη φορά με μεγαλύτερη προσκόλληση στα δεδομένα της πίστης και στις απαιτήσεις της πολεμικής εναντίον των αιρετικών.

Τα άλλα δύο βιβλία αφιερώθηκαν σε προβλήματα πιο ιδιαίτερου χαρακτήρα: την ατομική ευθύνη, την Αγία Γραφή, που στα μάτια του Ωριγένη είχαν ιδιαίτερη σημασία. Παρεκβάσεις, επαναλήψεις, μεταγενέστερες αναθεωρήσεις διατάραξαν με ποικίλους τρόπους αυτή τη γραμμή ανάπτυξης, αλλά όχι σε σημείο να την αλλοιώσουν εντελώς.

Σημειώσεις:

1.Πρβλ., πέρα από τους προλόγους των έργων των Schnitzer και Koetschau, H. Koch, Pronoia und Paideusis, Berlin, 1932, σ. 251 κ.ε.· J. Daniélou, Origène, Paris, 1948, σ. 106 κ.ε.· E. V. Ivanka, Plato Christianus, Einsiedeln, 1964, σ. 110 κ.ε.· B. Steidle, στο ZNTW, 1941, σ. 236 κ.ε.
2.Βλ., π.χ., την αναφορά στην Αγία Γραφή, στους αγγέλους, στην ελευθερία της ανθρώπινης βούλησης.
3.Περιορισμένα στα βιβλία III και IV, από τα οποία προέρχονται τα αποσπάσματα.
4
.Πρβλ., πέρα από τον πρόλογο του Koetschau, M. Harl, στο «Studia Patristica» III (TU LXXVIII), σ. 57 κ.ε.
5.
Για αυτό το θέμα χρησιμοποιώ ευρέως όσα έγραψα στο «Riv. di Fil. Class.», 1962, σ. 273 κ.ε., 372 κ.ε., όπου παραπέμπω για πληρέστερη πληροφόρηση.
6.Πρβλ. W. Völker, Das Vollkommenheitsideal des Origenes, Tübingen, 1931, σ. 83, ο οποίος αναφέρεται επίσης σε μια παλαιά γνώμη του Thomasius —1837.
7.
Πρβλ. το άρθρο του Steidle που παρατίθεται στη σημείωση 1. Τα συμπεράσματά του συμμερίζεται η Harl στο άρθρο που παρατίθεται στη σημείωση 4.
8.
Πρβλ. R. Cadiou, La jeunesse d’Origène, Paris, 1936, σ. 281.
9.Ο Steidle στηρίζεται μόνο στην αυθεντία του Traube· αλλά πρβλ. επίσης πρόσφατα, σχετικά με τον Ευσέβιο Καισαρείας, όσα παρατηρεί ο Bardy στην εισαγωγή —σ. 105— στην έκδοση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας (SC LXXIII).
10.
Σύμφωνα με τον Steidle, σε αυτούς τους υποτιθέμενους σχολικούς κύκλους ο Ωριγένης θα είχε κυρίως την πρόθεση να πολεμήσει τους Μαρκιωνίτες. Στην πραγματικότητα ο Ωριγένης δεν φαίνεται να αφιέρωσε ποτέ στον Μαρκίωνα μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ό,τι στον Βαλεντίνο και στον Βασιλείδη, με τους οποίους τον συνδέει συστηματικά, ευθυγραμμίζοντάς τον ουσιαστικά με τους άλλους Γνωστικούς· πρβλ. τις σημειώσεις στα II, 7, 1 και II, 9, 5.
11.Όσα αντλούμε από τον Γρηγόριο αναφέρονται στη διδασκαλία που άσκησε ο Ωριγένης στην Καισάρεια —πρβλ. κατωτέρω· αλλά δεν έχουμε λόγο να αμφιβάλλουμε ότι η προηγούμενη διδασκαλία που άσκησε στην Αλεξάνδρεια την εποχή της σύνθεσης των Principia διεξαγόταν με διαφορετικό τρόπο, δεδομένου του κυρίαρχου ενδιαφέροντος για τη μελέτη της Γραφής, το οποίο ο Ωριγένης εκδήλωσε από την αρχή της δραστηριότητάς του ως διδασκάλου και θεολόγου.
12.
Αλλά σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο πρέπει να παραδεχθούμε ότι κάθε προτεινόμενη εξήγηση αποδεικνύεται ανεπαρκής· πρβλ. κατωτέρω.
13.
Και βλ. επίσης το συμπέρασμα του έργου —IV, 4—, το οποίο είναι ταυτόχρονα ανακεφαλαίωση όσων ειπώθηκαν προηγουμένως και περαιτέρω επανάληψη ορισμένων επιμέρους σημείων.
14.Για μια λεπτομερή εξέταση αυτής της πλευράς της δομής των Principia παραπέμπουμε στις εισαγωγικές σημειώσεις στα επιμέρους κεφάλαια και στο άρθρο που παρατίθεται στη σημείωση 5.
15
.Σχετικά με αυτό επισημαίνουμε την ασυνέπεια που έδειξαν ορισμένοι μελετητές θέλοντας να διακρίνουν την πραγματεία περί των λογικών κτισμάτων από εκείνη περί του κόσμου. Για τον Ωριγένη η δημιουργία και η διάταξη του κόσμου βρίσκεται σε συνάρτηση με την αμαρτία και την αποκατάσταση των λογικών κτισμάτων, έτσι ώστε τα δύο θέματα δεν πρέπει να διακρίνονται, αλλά να συνδέονται στενά ως συμπληρωματικά.
16.Για αυτό το χωρίο πρβλ., πέρα από τη σημείωση ad loc., τη σημείωση 17.
17.Στην αρχή του I, 7, 1 ο Ωριγένης αναγνωρίζει ότι μέχρι τώρα πραγματεύθηκε ελεύθερα ζητήματα και υπόσχεται να παραμείνει πιο προσκολλημένος στο εκκλησιαστικό δόγμα· αλλά αυτή η πρόθεση εφαρμόζεται μόνο για λίγες γραμμές —αναφορά στη δημιουργία όλων των σωματικών και ασώματων όντων—· πράγματι, αμέσως μετά περνά στην πραγματεία περί των άστρων, θέμα που ορίζεται ως ελεύθερο στον πρόλογο.

4. ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: