Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 6 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Συνέχεια από Τετάρτη 10. Ιουνίου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 6

Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II


Ο ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

1. Το διπλό μέτωπο

Στον Κέλσο, ο οποίος άλλοτε χλεύαζε και άλλοτε αγανακτούσε για τους «μύθους» της Βίβλου, ο Ωριγένης δεν απαντά μόνο με το επιχείρημα ad hominem που είδαμε. Αυτός ο ειδωλολάτρης, λέει ακόμη, «αγνοεί εντελώς το πνεύμα των Γραφών μας, έτσι ώστε δεν επιτίθεται σε αυτές, αλλά στον δικό του τρόπο να τις κατανοεί¹». Δεν μπόρεσε να εισχωρήσει στην πρόθεση των ιερών συγγραφέων ούτε στον χαρακτήρα των αφηγήσεών τους. Αν το είχε κάνει, θα είχε αντιληφθεί δύο πράγματα, τα οποία θα είχαν εκμηδενίσει την κριτική του.

Πρώτα, θα έβλεπε ότι πολλές βιβλικές ιστορίες δικαιώνονται καθαυτές, ότι είναι δυνατές, αποδεκτές, οικοδομητικές, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει κανείς σε κανενός είδους αλληγορία: σε αυτό διαφέρουν πολύ από τους ελληνικούς μύθους, των οποίων τους επινοητές ο Πλάτων είχε δίκιο να εκδιώκει από την Πολιτεία του. Έτσι, δεν υπάρχει τίποτε ανάξιο του Θεού στον κατακλυσμό· τίποτε αδύνατο στην κατασκευή της Κιβωτού του Νώε· τίποτε σκανδαλώδες, υπό τον όρο βέβαια να το κατανοήσει κανείς σωστά, στην περιπέτεια των θυγατέρων του Λωτ· τίποτε άχρηστο, αλλά αντίθετα πολύτιμα διδάγματα, στην ιστορία του Ιωσήφ². Ας μην ξεχνούμε άλλωστε ότι, αν υπάρχουν στη Βίβλο απλοϊκά γνωρίσματα, ανθρώπινοι τρόποι ομιλίας για τον Θεό, αυτό συμβαίνει επειδή αυτή προσαρμόζεται σε όλους, στους απλούς όπως και στους σοφούς, διότι πρέπει ο καθένας να μπορεί να συλλέγει από τη χριστιανική διδασκαλία όσα το πνεύμα του και οι διαθέσεις του τον καθιστούν ικανό να δεχθεί³.

Δεύτερον, ακόμη και εκείνες οι ιστορίες της Παλαιάς Διαθήκης που φαίνονται λιγότερο σημαντικές δικαιώνονται, επειδή είναι τύποι των πνευματικών πραγματικοτήτων που συγκροτούν την Καινή Διαθήκη. Υπάρχουν μάλιστα ορισμένες «που δεν μπορεί κανείς να τις διαβάσει χωρίς να καταλάβει ότι περιέχουν ένα εικονικό νόημα». Η Γραφή, πράγματι, «αφηγείται συχνά αληθινά γεγονότα για να τα κάνει να χρησιμεύσουν ως βάση για υψηλότερες αλήθειες», και αν δεν απαξιώνει να μας ιστορεί πράξεις φαινομενικά σαρκικές, το κάνει για να τις μεταθέσουμε σύμφωνα με το πνεύμα της πίστης μας. Θα πρέπει λοιπόν «πρώτα να δείξει κανείς το κατά γράμμα νόημά τους, έπειτα να προσπαθήσει να σηκώσει τα μυστικά τους πέπλα».

Να, για παράδειγμα, ο Ιακώβ που αποκτά μεγάλα πλούτη και πολλαπλασιάζει τα ποίμνιά του κοντά στον Λάβαν, τον πεθερό του. Ο Κέλσος τον χλευάζει· «δεν βλέπει ότι αυτό που συνέβαινε στα πρόβατα του Ιακώβ ήταν τύπος, και ότι η αφήγηση έγινε προς διδασκαλία μας... Διότι ανάμεσά μας άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί στα ήθη τους όσο εκείνα τα πρόβατα ήταν ποικίλα στα χρώματά τους, εισήλθαν στην κληρονομία του Λόγου, ο οποίος ονομάζεται εικονικά Ιακώβ· διότι αυτή η ιστορία του Ιακώβ και του Λάβαν εικονίζει την κλήση των εθνών που ασπάζονται τη διδασκαλία του Χριστού⁴».

Ένας άνθρωπος όπως ο Κέλσος είναι ασφαλώς ανίκανος να το καταλάβει αυτό. Επειδή δεν ζει από την πίστη, δεν αντιλαμβάνεται τον δεσμό των δύο Διαθηκών· γι’ αυτό δεν πρέπει να απορεί κανείς που κατηγορεί τους χριστιανούς ότι «ζητούν, με απίστευτη μωρία, να θέσουν σχέση ανάμεσα σε πράγματα που δεν έχουν καμία σχέση». Τουλάχιστον, ας μην ισχυρίζεται κανείς ότι αυτοί οι χριστιανοί είναι, μέσα στην ίδια τους την Εκκλησία, νεωτεριστές, που ενεργούν έτσι «από ντροπή» και «για να βγουν από τη δύσκολη θέση»! Η ίδια η Γραφή μάς προειδοποιεί ότι ορισμένες από τις αφηγήσεις της περιέχουν τύπους, και ο δάσκαλός μας στις «αλληγορίες» είναι ο άγιος Παύλος⁵.

Αν λοιπόν ένα απολογητικό μέλημα απέναντι στον ειδωλολατρικό και λόγιο κόσμο εξηγεί εν μέρει τον αλληγορισμό του Ωριγένη, το μέλημα αυτό απέχει πολύ από το να είναι κυρίαρχο, και θα ήταν λάθος να επιμείνουμε σε αυτό. Κυρίως, τίποτε δεν επιτρέπει να δούμε σε αυτό ένα μέλημα «εξελληνισμού». Άλλωστε ο απολογητής μας είχε απέναντί του δύο άλλες ομάδες αντιπάλων, που τον απασχολούσαν περισσότερο: τους Ιουδαίους και εκείνους που σήμερα αποκαλούμε, με έναν ωραίο σφετερισμένο τίτλο⁶, Γνωστικούς· ή, όπως συνήθιζε να λέει αντιπαραθέτοντάς τους μεταξύ τους: «τους ανθρώπους της περιτομής» και «εκείνους της αίρεσης»⁷.

Αν και οι μεν θέλουν να εξυψώσουν τον Μωυσή, ενώ οι δε τον περιφρονούν και τον απορρίπτουν, τόσο οι μεν όσο και οι δε μιλούν άσχημα γι’ αυτόν. Όπως η Μαριάμ μαζί με τον Ααρών, μιλούν και αυτοί εναντίον του⁸. Αυτό συμβαίνει επειδή ούτε οι μεν ούτε οι δε γνωρίζουν να τον βλέπουν στη σχέση του με τον Ιησού Χριστό. Όλοι έχουν κοινό τούτο: ότι «αγνοούν την αληθινή μέθοδο που πρέπει να ακολουθηθεί» για την ανάγνωση των ιερών Βιβλίων.

Οι «άνθρωποι της περιτομής» δεν αποδίδουν στον μωσαϊκό Νόμο την τιμή που του ανήκει· δεν γνωρίζουν να βλέπουν «ποιο βάθος σοφίας και ποια υψηλότητα νοήματος είναι κλεισμένα μέσα του, επειδή, διαβάζοντάς τον, σταματούν χονδροειδώς στον φλοιό». Δεν «διδάχθηκαν από τον Ιησού να υψώνονται από τον κατά γράμμα νόμο στον πνευματικό νόμο»¹⁰. Ομοίως, «καθηλωμένοι στο γράμμα των προφητειών που αφορούν τον Σωτήρα», αρνούνται να πιστέψουν σε αυτόν «επειδή δεν τον είδαν να αναγγέλλει στους αιχμαλώτους την υλική απελευθέρωση, ούτε να ξαναχτίζει αυτό που θεωρούν ως την αληθινή Πόλη του Θεού, ούτε να εξολοθρεύει τα άρματα του Εφραΐμ, ούτε να τρώει το βούτυρο και το μέλι...». Η καρδιά τους έμεινε «σκληρή και ανόητη» και δεν τον δέχθηκαν. Διαβάζουν λοιπόν, αλλά δεν κατανοούν¹¹. Όλοι οι θείοι λόγοι είναι γι’ αυτούς σαν το κείμενο ενός σφραγισμένου βιβλίου¹².

Ωστόσο, κατέχουν τις Γραφές και αρνούνται στους μαθητές του Χριστού το δικαίωμα να τις ερμηνεύουν. Προσπαθούν να μας κρατήσουν στην τήρηση της περιτομής, του Πάσχα, των αζύμων, των κανόνων περί τροφής και ποτού, των εορτών, των νουμηνιών, του σαββάτου. Καθαρίζουν το εξωτερικό του ποτηριού και του πιάτου, δηλαδή του Νόμου και των Προφητών, και προσπαθούν να δείξουν πόσο καθαρό και άγιο είναι το εξωτερικό και κοινό τους νόημα¹³. Αρνούμενοι να παραδεχθούν οποιαδήποτε σημασία βαθύτερη από εκείνη που δείχνει άμεσα το κείμενο, ή αναζητώντας μερικές φορές κάποια κρυφή θεία πρόθεση έξω από τον Κύριο¹⁴, δεν μπορούν να κατανοήσουν το «θέλημα» της Γραφής ούτε «το τέλος του Νόμου»¹⁵.

Εντελώς διαφορετική είναι, με την πρώτη ματιά, η θέση των «ανθρώπων της αίρεσης». Μαθητές του Βαλεντίνου, του Βασιλείδη και του Μαρκίωνα —ο Ωριγένης παραθέτει συνεχώς αυτά τα τρία ονόματα μαζί¹⁶—, «διαιρεμένοι σε πολλές γνώμες, επινοώντας κάθε είδους μυθικές υποθέσεις», αυτοί οι «οπαδοί της λεγόμενης γνώσης»¹⁷ συμφωνούν όλοι στο να απορρίπτουν εκείνη την αρχαία Γραφή που οι Ιουδαίοι φυλάσσουν ζηλότυπα. Ισχυρίζονται ότι περιέχει χίλια πράγματα αδύνατα, απεχθή ή παράλογα¹⁸. Αυτό συμβαίνει επειδή, παίρνοντάς την κι αυτοί μόνο κατά γράμμα, «δεχόμενοι την σαρκικά», αρνούνται να δουν σε αυτήν το έργο του αγαθού Θεού, Πατέρα του Σωτήρα.

Έτσι διαρρηγνύουν την ενότητα των δύο Διαθηκών, απορρίπτοντας τον μόνο αληθινό Θεό για να πλάσουν δεν ξέρει κανείς ποια θεότητα, την οποία εκτιμούν ως υψηλότερη, αλλά η οποία στην πραγματικότητα δεν είναι παρά είδωλο. Όσο εξαρτάται από αυτούς, χωρίζοντας τα νέα βιβλία από τα παλαιά, «διαιρούν τη θεότητα»¹⁹. Διότι η θεία ενότητα είναι αλληλέγγυα με την ενότητα του Νόμου και του Ευαγγελίου²⁰. Όπως ο θεός τους δεν είναι Θεός, έτσι και ο Χριστός τον οποίο αναγγέλλουν δεν είναι ο Χριστός· δεν είναι παρά ένα πλάσμα της φαντασίας, το οποίο κοσμούν καταχρηστικά με το όνομά του²¹. Και όπως οι Ιουδαίοι απορρίπτουν τον Χριστό, έτσι αυτοί περιφρονούν το Άγιο Πνεύμα· επομένως δεν μπορούν ούτε αυτοί να γνωρίσουν τον Πατέρα²². Όπως ακριβώς οι Ιουδαίοι, έτσι και αυτοί οι άνθρωποι βρίσκονται έξω από τη σωτηρία, και για τον ίδιο λόγο: εξαιτίας της απόρριψης του πνευματικού νοήματος²³.

Σε αυτό το πρώτο μισό του 3ου αιώνα, ο ιουδαϊσμός ήταν ακόμη πολύ ζωντανός, μερικές φορές πολύ οξύς²⁴. Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτερα έτσι στην Παλαιστίνη, και γνωρίζουμε ότι η Καισάρεια ήταν τότε σημαντική εστία ραββινικής επιστήμης²⁵. Εκτός από τις περιπτώσεις όπου συμβουλευόταν ραββίνους για να επωφεληθεί από την πολυμάθειά τους, ο Ωριγένης είχε συχνές συνομιλίες με ορισμένους από αυτούς: τον ρωτούσαν σχετικά με τον Υιό του Θεού, με σκοπό, φαίνεται, να τον φέρουν σε δύσκολη θέση²⁶. Μερικές φορές τουλάχιστον, οι αντίπαλοι αναμετρήθηκαν σε δημόσια συζήτηση, μπροστά σε πολυάριθμο ακροατήριο²⁷.

Όσο για την ψευδή γνώση, τα κηρύγματα του Ωριγένη μάς βεβαιώνουν ότι διατηρούνταν σε πλήρη ισχύ²⁸. Στην Αλεξάνδρεια, η οποία υπήρξε «το φρούριό της»²⁹, κυριαρχούσε κυρίως η αίρεση του Βαλεντίνου: Valentini, robustissima secta³⁰, στην οποία είχε ανήκει, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, εκείνος ο Αμβρόσιος που επρόκειτο να γίνει για τον άνθρωπο που τον μετέστρεψε ένας μαθητής τόσο θερμός και τόσο φροντιστικός³¹. Αν και οι Βασιλειδιανοί ήταν τότε λιγότερο πολυάριθμοι, η πόλη θα πρέπει ακόμη να περιείχε ορισμένους, διότι ο ιδρυτής τους καταγόταν από αυτήν³². Κυρίως στην Καισάρεια, φαίνεται, ο Ωριγένης συγκρούστηκε με τον μαρκιωνισμό, του οποίου οι καλά οργανωμένες Εκκλησίες ήταν ισχυρές στη Συρία³³.


Αυτή η περίσταση πρέπει να σημειωθεί, διότι πρέπει να είχε το μερίδιό της στη στάση που υιοθέτησε ο κήρυκας. Ενώ ο Ειρηναίος καλούσε πρώτα τους αιρετικούς σε μια πιο νηφάλια και λιγότερο φαντασιώδη ερμηνεία ολόκληρης της Βίβλου, συμπεριλαμβανομένης της Παλαιάς Διαθήκης, ο Ωριγένης επικαλείται την πνευματική ερμηνεία για να υπερασπιστεί αυτή την Παλαιά Διαθήκη απέναντι σε αντιπάλους που την απορρίπτουν. Ο Μαρκίων, πράγματι, την απέρριπτε ως εξ ολοκλήρου «ψυχική»³⁴· το βιβλίο του των Αντιθέσεων ήταν, λέει ο Τερτυλλιανός, ad separationem legis et evangelii coactum³⁵· απέρριπτε κατ’ αρχήν κάθε «αλληγορία»³⁶. Το ίδιο έκανε και ο Βασιλείδης. Όσο για τον Βαλεντίνο, γνωρίζουμε ότι ήταν λιγότερο ριζοσπαστικός· διατηρούσε μεγάλα τμήματα της ιουδαϊκής Βίβλου, αλληγορίζοντάς τα για να βρίσκει εκεί το σύστημά του· φαίνεται όμως ότι μετά από αυτόν υπήρξαν μέσα στην αίρεσή του μεγάλες διαφοροποιήσεις³⁷. Σε κάθε περίπτωση, κυρίως τις θέσεις του Μαρκίωνα και του μαθητή του Απελλή φαίνεται ότι προσβάλλει το κήρυγμα του Ωριγένη³⁸.

Οι Ιουδαίοι και οι ψευδογνωστικοί ήταν λοιπόν ακόμη για την Εκκλησία φοβεροί αντίπαλοι³⁹. Ήταν ευτύχημα να μπορεί κανείς να τους πλήξει με το ίδιο όπλο, με το ίδιο χτύπημα! Χάρη στην πνευματική κατανόηση, η Εκκλησία απαλλάσσεται από τον ιουδαϊσμό χωρίς να χρειάζεται να αρνηθεί τη Γραφή, όπως εκείνοι που δεν γνωρίζουν να αναγνωρίσουν σε αυτήν τον Πατέρα του Ιησού. Η Γραφή γίνεται ολόκληρη πλήρως αντάξια του Θεού, χωρίς πλέον να εμποδίζει τη χριστιανική ελευθερία. Όλα τα βιβλία της βρίσκονται σε πλήρη «αρμονία», από το πρώτο έως το τελευταίο⁴⁰. Ο χριστιανισμός εμφανίζεται ταυτόχρονα παλαιός και νέος: παλαιός όπως ο κόσμος, νέος όπως η αυγή· παλαιός και νέος όπως ο Χριστός. Δεν είναι μια ξαφνική και χωρίς εγγύηση εισβολή, αλλά ούτε και υποδουλώνεται από το γράμμα κανενός παρελθόντος.

Η Βίβλος δεν διατηρείται μόνο ως κεφαλαιώδες έγγραφο, ως αρχεία που περιέχουν ορισμένους τίτλους ευγενείας ή ορισμένες θαυμαστές προρρήσεις· παραμένει αληθινά ολόκληρη η Γραφή, ο ζωντανός Λόγος του Θεού, χωρίς όμως να μένει ως ένας κώδικας. Τα πάντα μέσα της απευθύνονται ακόμη σε εμάς, ισχύουν ακόμη για εμάς, etiam nunc, επειδή όλα σε αυτήν κατανοούνται σύμφωνα με τη μοναδική Πρόθεση που φανερώνεται εκεί από την αρχή, όπως διδάσκει ο απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο:
«Το τέλος του Νόμου είναι η αγάπη που προέρχεται από καθαρή καρδιά και ειλικρινή πίστη»⁴¹. Η Γραφή είναι το Βιβλίο του σήμερα όπως και του χθες. Κάθε μέρα τρέφει από την αιώνια ουσία της τους πιστούς του Χριστού.

Η καθολική θέση, όπως ορίζεται έτσι, ήταν ισχυρή. Πράγματι, αυτό το όπλο της πνευματικής ερμηνείας δεν ήταν αυτοσχέδιο. Δεν είχε σφυρηλατηθεί βιαστικά εναντίον των αιρετικών, ως ένα τέχνασμα για να ξεφύγει κανείς in extremis από τον φονικό τους δυϊσμό. Από την πρώτη κιόλας ημέρα ήταν το όπλο των χριστιανών εναντίον των άπιστων Ιουδαίων και εναντίον των αδελφών τους, των ιουδαϊζόντων, οι οποίοι διακινδύνευαν να υπονομεύσουν την εξάπλωση της νέας πίστης και να παραχαράξουν για πάντα το πνεύμα της⁴². Ο Απόστολος των Εθνών της είχε δώσει τη σφραγίδα του. Εκείνοι που δεν ήθελαν να τη χρησιμοποιήσουν φαίνονταν να έχουν μόνο μία διέξοδο: να απορρίπτουν ως απόκρυφα τα κείμενα από τα οποία οι αιρετικοί αντλούσαν επιχειρήματα. Έτσι έκανε ο συγγραφέας των Κλημεντίων Ομιλιών⁴³. Αλλά αυτό ήταν απελπισμένος ελιγμός. Ήταν ένα πρώτο βήμα πάνω σε μοιραία κατηφόρα, που οδηγούσε στην εγκατάλειψη της αρχαίας Γραφής.

Ο Ωριγένης αισθάνεται ότι αυτή η εγκατάλειψη —πειρασμός που αναγεννιέται πάντοτε μέσα στους κόλπους του χριστιανισμού— θα ήταν θανάσιμη για την Εκκλησία. Γι’ αυτό καταβάλλει προσπάθεια να τελειοποιήσει το παραδοσιακό όπλο και να επεκτείνει συστηματικά τη χρήση του. Έτσι σώζει την ενότητα της βιβλικής αποκάλυψης⁴⁴. Αντιμετωπίζοντας με αυτόν τον τρόπο τους εχθρούς της δεξιάς και της αριστεράς, έχει συνείδηση ότι δεν επινοεί κανένα νέο επιχείρημα, ότι δεν εγκαινιάζει καμία νέα τακτική. Έχει επίσης συνείδηση, στον αγώνα του για τον λαό του Θεού⁴⁵, ότι δεν είναι μόνο ο υπερασπιστής της απειλούμενης πίστης, αλλά και ο προστάτης των ταπεινών πιστών.


Πόσοι από αυτούς δεν παρασύρθηκαν από το ιουδαϊκό «γράμμα»! Πόσοι δεν υποκύπτουν στις υποσχέσεις που τους δίνει η αίρεση για μια βαθύτερη διδασκαλία! Αντί για το κρασί που ευφραίνει την καρδιά του ανθρώπου και το αναζωογονητικό νερό του Λόγου, αυτοί οι Διδάσκαλοι δεν προσφέρουν παρά «το νοητικό ξίδι» των μύθων τους⁴⁶, αλλά το προσφέρουν μέσα σε λόγους τόσο απατηλούς ώστε οι απλούστεροι από τους αδελφούς μας ή εκείνοι των οποίων η πίστη δεν είναι πολύ ισχυρή πιάνονται εύκολα σε αυτούς⁴⁷. «Ας σηκωθούμε λοιπόν εναντίον αυτών των αιρετικών για την υπεράσπιση των αδελφών μας!»⁴⁸

Αλλά δεν θα ωφελούσε σε τίποτε να αποκρούει κανείς τις επιθέσεις τους, αν δεν φρόντιζε θετικά, μέσω μιας κατάλληλης εξήγησης της Γραφής, για τις ανάγκες της πνευματικής ζωής που αυτοί ισχυρίζονται ότι ικανοποιούν. Αν δεν γνωρίζει κανείς να αντλεί από την ίδια τη Βίβλο, για την καθημερινή τους τροφή, μια πνευματική διδασκαλία, «οι αιρετικοί Διδάσκαλοι, οι οποίοι υπό το πρόσχημα της γνώσης εξεγείρονται εναντίον της Εκκλησίας του Θεού, αρπάζουν τις αδύναμες ψυχές, που τότε συνωστίζονται γύρω τους για να λάβουν από αυτούς μια τροφή που γνωρίζουμε ότι είναι ακάθαρτη και απαγορευμένη»⁴⁹.
Έτσι ο «πόλεμος του Λόγου»⁵⁰ γεννά μια μεγάλη θετική προσπάθεια. Η απολογητική παρατείνεται σε πνευματικότητα και η διδασκαλία του «πνευματικού νοήματος» βλέπει το πεδίο εφαρμογής της να αυξάνεται επ’ άπειρον.

ΑΠΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΛΥΣΕΙΣ. ΜΙΑ ΣΟΦΗ ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ  ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΙΣΧΥ.

Σημειώσεις:



1.CC., 4, 17-18, 44, 53 —σ. 286, 287-288, 316-317, 325-326.
2.CC., 4, 37, 40, 50, 71 —σ. 307-308, 313, 323-324, 340-341· 6, 2 —σ. 71.
3.CC., 4, 20, 41-42, 45, 47 —σ. 289-290, 314-315, 317-320.
4.CC., 4, 21, 43-44, 49 —σ. 290-291, 315-317, 321-322.
5.
CC., 4, 38, 47, 51 —σ. 308-310, 319-320, 324.
6.Πρβλ. J. Lebreton, Revue d’his. eccl., τ. XIX —1923—, σ. 501: «Η ψευδής... γνώση σφετερίστηκε αυτόν τον ωραίο τίτλο και τον κατέστησε ύποπτο». CC., 5, 61: «εκείνοι που, εξαιτίας της υψηλής γνώμης που έχουν για τη γνώση τους, αποδίδουν στον εαυτό τους το όνομα των γνωστικών, περίπου όπως οι Επικούρειοι παίρνουν το όνομα των φιλοσόφων...» —σ. 64-65.
7.
Per., 4, 2, 1 —σ. 306-307· 4, 3, 2 —σ. 326. Jer., ομ. 1, 16 —σ. 15— κ.λπ. 1 Cor.: οἱ ἀπὸ τῶν αἰρέσεων —τ. IX, σ. 357· τ. X, σ. 43 και 45. Να συγκριθεί ο Τερτυλλιανός, ο οποίος συντάσσει το Adv. Judaeos και το Adv. Marcionem, ή ήδη ο Ιουστίνος —ο οποίος, κατά τη μαρτυρία του Ειρηναίου και του Ευσεβίου, είχε επίσης συγγράψει έργο κατά του Μαρκίωνα—, ή αργότερα ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος κ.λπ. «Ετερόδοξοι»: Mat., 17, 18 —σ. 631· Jo., 13, 16 —σ. 240· Apoc. schol., 12 —σ. 26· Ps. 5 —1169 B—, 40 —1413 B—, 50 —1453 C—, 63 —1489 D—, 67 —1505 B—, 126 —1641 D—, 143 —1669 D—, 149 —1681 C— κ.λπ. «Ετερόδοξοι στην πίστη»: Ps. 63 —1492 A. Πρβλ. Sel. Job., 20, 6 —1033 B-C· 20, 15 —1036 A-B. Για τα διάφορα είδη αιρετικών: Tit. —1303-1306.
8.Num., ομ. 7, 1 —σ. 38. Πρβλ. Mat., 11, 13-14 —σ. 54-57.
9.
CC., 2, 4 —σ. 130-131.
10.CC., 2, 1: ἀναβαίνειν ἀπὸ τοῦ κατὰ τὸ γράμμα νόμου ἐπὶ τὸν κατὰ τὸ πνεῦμα —σ. 127. Σε αυτό το χωρίο πρόκειται για τον Πέτρο και τους Εβιωνίτες.
11.Jer., ομ. 14, 13: Οὐκέτι σώζεται διήγησις παρ’ αὐτοῖς νομικὴ ἢ προφητική, ἀλλ’ εἰσὶν ἀναγινώσκοντες καὶ μὴ νοοῦντες —σ. 117. CC., 2, 76 —σ. 197-198.
12.Mat., 11, 11 —σ. 51.
13.Mat. ser., 23 —σ. 38-39.
14.Mat., 11, 11 —σ. 52.
15Mat. ser., 10 και 15 —σ. 17-21 και 28· 27: «Χωρίς καμία αμφιβολία, η αιτία της απιστίας των Ιουδαίων ήταν ότι δεν είδαν στον Ιησού τον Χριστό του Θεού, επειδή ο νους τους προσκολλόταν μόνο στις σωματικές ιστορίες και δεν ήθελαν να πιστέψουν τίποτε πνευματικό μέσα σε αυτές»· ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα —σ. 46-47. Mat., 11, 14 —σ. 55-57. Πρβλ. Ιουστίνος, Διάλογος, κεφ. 9, 1, και κεφ. 29, 2: «Οι Ιουδαίοι Διδάσκαλοι “δεν κατανοούν τις Γραφές”, επειδή δεν κατανοούν “το πνεύμα που βρίσκεται μέσα σε αυτές”» —τ. I, σ. 44 και 138.
16.Per., 2, 9, 5 —σ. 168. Jos., ομ. 7, 7 —σ. 335. Jer., ομ. 10, 5 —σ. 75· ομ. 17, 2 —σ. 144. Ez., ομ. 2, 5 —σ. 347· ομ. 7, 4 —σ. 395· ομ. 8, 2 —σ. 403. Reg., ομ. 1, 10 —σ. 19. Sel. Job. —1049 A. Ps. 36, ομ. 3, 11 —1347 C· Ps. 37, ομ. 2, 8 —1387 B. Mat. ser., 38 —σ. 73. Luc., ομ. 29 —σ. 179· ομ. 31 —σ. 188— κ.λπ. Ο κατάλογος μπορεί να είναι μακρότερος: Mat. ser., 33: «Και οι Μαρκιωνίτες βέβαια και οι Βασιλειδιανοί και οι Βαλεντινιανοί και οι Απελλιανοί και οι Οφίτες» —σ. 60· 46 και 47: «Μαρκίων, Βαλεντίνος, Βασιλείδης, Απελλής» —σ. 94 και 96. Rom., 8, 8: «Μαρκίων... ή Βασιλείδης ή Βαλεντίνος, ή οι λοιποί εισηγητές διεστραμμένων δογμάτων» —1181 B. Tit.: «οπαδοί του Μαρκίωνα, και του Βαλεντίνου, και του Βασιλείδη, και εκείνοι που αποκαλούν τους εαυτούς τους Τηθιανούς· αλλά και ο Απελλής...» —1303 D.
17
.Jo., V, 8: τοὺς τὴν ψευδώνυμον γνῶσιν μεταχειριζομένους —σ. 105. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 6, 20. Και ο τίτλος του μεγάλου έργου του Ειρηναίου: Ἔλεγχος καὶ ἀνατροπὴ τῆς ψευδωνύμου γνώσεως. Ή Κλήμης, Strom., 3, 4, 30 —τ. II, σ. 209· 3, 18, 110 —σ. 247· 4, 4, 17 —σ. 256.
18
.Gen., ομ. 2, 2 —σ. 27-28.
19.Mat., 10, 15 —σ. 19. Prière, 29, 12 —σ. 387. Tit.: «Όσο εξαρτάται από αυτούς, τέμνουν τη φύση της θεότητας» —1305 A. Ephes.: τῶν διακοπτόντων τὴν θεότητα κ.λπ. —σ. 407.
20.Rom., 2, 14: «Στους αιρετικούς... οι οποίοι με την ασέβειά τους διαιρούν την ενότητα της θεότητας και χωρίζουν τον νόμο από τα ευαγγέλια» —916 D.
21.Mat. ser., 46 —σ. 94.
22.Jer., ομ. 18, 9 —σ. 163.
23.Per., 4, 2, 1 —σ. 307-308. Lev., ομ. 5, 1: «Απομακρυνόμενοι από τις Γραφές, απομακρύνθηκαν και από τον Θεό που τις έδωσε στους ανθρώπους» —σ. 333· ομ. 13, 4: «Όσοι λοιπόν χωρίζουν τον Χριστό από τον δημιουργό Θεό Πατέρα του, οι αιρετικοί και οι Ιουδαίοι...» —σ. 473— κ.λπ. Jos., ομ. 12, 3: «Μη θέλοντας να κατανοήσουν αυτά τα πράγματα με νόημα αντάξιο του Αγίου Πνεύματος, εξέπεσαν από την πίστη» —σ. 370· ομ. 15, 1: «Μακάρι, αφού αυτά λέγονται συχνότερα και εντυπώνονται πολλές φορές στις ψυχές σας, να τα κρατήσετε, ώστε διαβάζοντάς τα να μη διατηρείτε σε αυτά ιουδαϊκό ή αιρετικό νόημα!» —σ. 382. Luc., ομ. 16 —σ. 108-109. Ps. 63, 6: αντί να ερευνούν τον Νόμο για να ανακαλύψουν το πνεύμα του, αναζητούν έξω από αυτόν και «ερευνούν την ανομία» —1492 B-C. Πρβλ. Κλήμης, Strom., 7, 16, 96 —τ. III, σ. 68.
24.
Στο Mat. ser., 114 —σ. 240—, ο Ωριγένης εκφράζεται σε παρελθοντικό χρόνο: «Μετά την πρώτη δούλη πρέπει να κατανοηθεί ότι η συναγωγή των Ιουδαίων κατά σάρκα έκανε τους μαθητές του Χριστού να αρνηθούν τον άρχοντα· αυτοί συχνά εξανάγκασαν τους πιστούς να αρνηθούν»· αλλά αυτός ο παρελθοντικός χρόνος δεν αποκλείει το παρόν. Γνωρίζουμε άλλωστε ότι, ακόμη και την εποχή του Χρυσοστόμου και του Αυγουστίνου, οι ποιμένες θα χρειαστεί να υπερασπιστούν το ποίμνιό τους απέναντι στην ιουδαϊκή προπαγάνδα. Για τη ζωτικότητα του ιουδαϊσμού στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες: Marcel Simon, Verus Israel, étude sur les relations entre chrétiens et juifs dans l’empire romain —135-425.
25.Πρβλ. M. Simon, Verus Israel, σ. 234-235.
26.CC., 1, 49 —σ. 101.
27.CC., 1, 45 —σ. 95.
28.Βλ. ιδίως τις ομιλίες 11, 12, 14 και 15 στον Ιησού του Ναυή και τις ομιλίες στον Ιεζεκιήλ. Πρβλ. Cadiou, Jeunesse d’Origène, σ. 136: «Είναι η γνώση που είναι ακόμη ζωντανή στις αρχές του 3ου αιώνα, αυτήν που μας γνωστοποιούν τα έγγραφά μας. Τη συλλαμβάνει κανείς στον Ωριγένη σε πλήρη ζωή, κηρυττόμενη στις διαλέξεις, προτεινόμενη στις ερμηνείες της Γραφής...»
29.
L. Cerfaux, La Gnose, essai théologique manqué, στο Irenikon, 1940, σ. 10.
30Ez., ομ. 2, 5 —σ. 347. Ps. 36, ομ. 2, 6 —1334 B. Ωριγένειες μαρτυρίες συγκεντρωμένες στο Harnack, Der Kirchen-geschichtliche Ertrag... —1919—, τ. I, σ. 30-39· τ. II, σ. 54-81. Πρβλ. Τερτυλλιανός, Adv. Valentinianos, I: Valentiniani, frequentissimum plane collegium inter haereticos —P. L., 2, 538 B.
31Ευσέβιος, Hist. eccl., 6, 18, 1 —τ. II, σ. 202.
32.
Ο Ωριγένης πρέπει να αγωνιστεί κυρίως εναντίον των Μαρκιωνιτών και των Βαλεντινιανών, εναντίον του Απελλή και του Ηρακλέωνα· πρβλ. Gen., ομ. 2, 2: «Ο Απελλής, ο οποίος υπήρξε βέβαια μαθητής του Μαρκίωνα, αλλά εφευρέτης μιας άλλης αίρεσης μάλλον παρά εκείνης που παρέλαβε από τον δάσκαλό του» —σ. 27-28. Οι Βασιλειδιανοί, λέει ο G. Bardy, «εμφανίζονται ως κομπάρσοι» —Dict. d’hist. eccl., τ. VI, στ. 1179· «στην εποχή του η αίρεση ολοκληρώνει την απώλεια κάθε πρωτοτυπίας, και οι τελευταίοι οπαδοί της, εγκαταλείποντας τον ασκητισμό που κήρυξαν οι ιδρυτές..., παραδίδονται στις γλυκύτητες μιας ευκολότερης ζωής» —Id., La théologie de l’Église de saint Irénée au concile de Nicée, σ. 28. Στον Κλήμη, ο Βασιλείδης —μαζί με τον γιο του Ισίδωρο— κατείχε μεγαλύτερη θέση. Στο Ez., ομ. 7, 3 —σ. 392—, θα παρατηρήσει κανείς ότι το όνομα του Βασιλείδη δεν εμφανίζεται· το ίδιο ομ. 2, 5 —σ. 347—, και ομ. 7, 3 —σ. 392· ή Lev., ομ. 8, 9 —σ. 407· ή Per., 2, 7, 1 —σ. 148. Αλλά, για παράδειγμα, I Cor.: «Μαρκίων ή Βασιλείδης» —τ. IX, σ. 236· Rom., 8, 11: «Αυτοί που προέρχονται από τη σχολή του Βαλεντίνου και του Βασιλείδη» —1191 B· ή Num., ομ. 9, 1: «Θα παραθέσω λόγια του Μαρκίωνα ή του Βασιλείδη ή οποιουδήποτε άλλου αιρετικού» —σ. 55. Πρβλ. Luc., ομ. 1 —σ. 5.
33
.Βλ. την πρόοδο στο Reg., ομ. 1, 10, η οποία φαίνεται να σημειώνει πράγματι την αυξανόμενη σειρά σημασίας των τριών ομάδων που πολεμώνται: «Αν ο Βασιλείδης μου κινήσει πόλεμο και τον συντρίψω δυνατά· αν ένας μαθητής του Βαλεντίνου εμφανιστεί με ερωτήματα και βγω νικητής από αυτόν τον αγώνα· αν, αφού αυτοί καταβληθούν, εμφανιστεί ο Μαρκίων και αποχωρήσει κι αυτός νικημένος, τότε πλατύνθηκε το στόμα μου εναντίον των εχθρών μου» —σ. 19. Πρβλ. Rom., 5, 6: «Ο Μαρκίων και οι λοιποί αιρετικοί» —1032 B. Ez., ομ. 1, 12 —σ. 336.
34.Πρβλ. Gilles Quispel, σχολιασμένος από H.-Ch. Puech, Revue de l’hist. des religions, τ. CXXX —1945—, σ. 149.
35.Τερτυλλιανός, Adv. Marcionem, I, 4, κεφ. 1 —Kroymann, σ. 423.
36.Mat., 15, 3: Ὁ Μαρκίων, φάσκων μὴ δεῖν ἀλληγορεῖν τὴν γραφήν —σ. 356. Rom., 2, 13: «Ο Μαρκίων βέβαια, στον οποίο δεν αρέσει να κατανοείται τίποτε μέσω αλληγορίας» —910 A. Πρβλ. Τερτυλλιανός, Adv. Marc., 1. 4, κεφ. 20 —σ. 484-485— κ.λπ.
37.Ο Τερτυλλιανός λέει ήδη, Adv. Valentinianos, κεφ. 4: «Γνωρίζουμε γιατί τους αποκαλούμε Βαλεντινιανούς, αν και φαίνεται ότι δεν είναι» —Kroymann, σ. 180. Για τις δύο σχολές που διαίρεσαν τους μαθητές του Βαλεντίνου: Quispel, The Original Doctrine of Valentine, στο Vigiliae christianae, τ. I —1947—, σ. 43-73.
38.Βρίσκει κανείς λίγες πληροφορίες στον Ωριγένη για τις λεπτομέρειες των διαφόρων «γνωστικών» διδασκαλιών. Του «αρκούσε να πολεμά τις ιδέες που ήταν κοινές σε όλους εκείνους που προέρχονται από τον Μαρκίωνα, τον Βασιλείδη ή τον Βαλεντίνο. Τα υπόλοιπα δεν του φάνηκαν άξια να αναφερθούν». Στα τελευταία του έργα, «πολεμά συχνότερα αυτή την αίρεση όπως παρουσιάζεται στο έργο του Απελλή» —R. Cadiou, Introd. au système d’Origène, σ. 21 και 96. Ωστόσο παραθέτει τον Απελλή σπάνια.
39.
Jos., ομ. 15, 1 —σ. 381-383.
40.Jo., 10, 42 —σ. 219. Mat., 14, 4 —σ. 280. Gen., ομ. 10, 5 —σ. 100. Ex., ομ. 5, 3 —σ. 187— κ.λπ.
41
,Mat. ser., 10 —σ. 19. Num., ομ. 9, 4 —σ. 59— κ.λπ. Πρβλ. Α΄ Τιμ. 1, 5-7. Ήδη Ειρηναίος, Adv. Haer., 2, 28, 1 —894 B· 4, 33, 8 —1077-1078. Αυτό θα είναι μία από τις κύριες σκέψεις του αγίου Αυγουστίνου: Confessions, 1. 12, κεφ. 18, αρ. 27 —P. L., 32, 835-836· 1. 13, κεφ. 24, αρ. 36 —στ. 860· De doctrina christiana, 1. 2, αρ. 10 —P. L., 34, 39— κ.λπ. Βοναβεντούρα, De red. art. ad theol., 26 —Q., τ. V, σ. 325.
42.
Πρβλ. H. Lietzmann, Hist. de l’Église ancienne, γαλλ. μτφρ., τ. I, σ. 267: «Καταφεύγοντας σε μια αλληγορική και τυπολογική ερμηνεία, η χριστιανοσύνη, η οποία αποκτούσε συνείδηση του εαυτού της, άρπαξε την Παλαιά Διαθήκη από τον ιουδαϊκό λαό για να την κάνει δικό της θεμελιώδες βιβλίο».
43.
Hom., 2, κεφ. 38-52 —P. G., 2, 103-112· ομ. 3, κεφ. 3-5 —112-113· ομ. 18, κεφ. 20 —420 A-B.
44
Per., 2, 4: Ὅτι εἷς Θεὸς νόμου καὶ προφητῶν, καὶ ὅτι ὁ αὐτὸς παλαιᾶς καὶ καινῆς διαθήκης Θεός —σ. 126· 2, 7, 1 —σ. 148. Και εκατό άλλα χωρία.
45.Num., ομ. 25, 4 —σ. 238.
46
.Mat. ser., 137 —σ. 282.
47
.Ex., ομ. 3, 2: «μήπως τυχόν υποκλέψουν, με τον στολισμό του λόγου, τους απλούστερους από τους αδελφούς μας» —σ. 164. Luc., ομ. 7: «Οφείλουμε σε αυτό το σημείο, για να μη εξαπατηθούν οι απλοί, να αντικρούσουμε αυτά που συνηθίζουν να προβάλλουν οι αιρετικοί» —σ. 49· ομ. 16: «εξαπατούν τις καρδιές των απλών» —σ. 108. Jo., 20, 33 —σ. 370. Πρβλ. Cant., 3: «Αυτοί όμως που κατανοούν τις Γραφές με γήινες και σαρκικές αισθήσεις και εξαπατούν άλλους διδάσκοντας έτσι» —σ. 238. Το ίδιο ο Ειρηναίος, Adv. Haer., 1, προοίμ., 1 —440 A· 4, προφ., 3 —974 B.
48.Gen., ομ. 4, 6 —σ. 56. Per., 2, 4, 3: «Επειδή μερικές φορές οι υποστηρικτές αυτής της αίρεσης συνηθίζουν να εξαπατούν τις καρδιές των απλούστερων με ορισμένα παραπλανητικά σοφίσματα» —σ. 130. Πρβλ. Sel. Job., XX, 19: «Αν ο ετερόδοξος βρει κάποιον ασθενή στην πίστη, τον λεηλατεί...» —1036 A.
49.
Jo., V, 8 —σ. 105. Αυτό το χωρίο μεταφράστηκε από τον G. Bardy, Origène, στο D.T.C., τ. II, στ. 1510: «Υπό το πρόσχημα της γνώσης, οι ετερόδοξοι εξεγείρονται εναντίον της αγίας Εκκλησίας του Θεού· πολλαπλασιάζουν τα βιβλία στα οποία υπόσχονται να εξηγήσουν τις ευαγγελικές και αποστολικές εντολές· αν εμείς σιωπήσουμε, αν δεν τους αντιτάξουμε τα σωτήρια και αληθινά δόγματα, θα κυριεύσουν τις ψυχές που πεινούν για την τροφή που σώζει και που ρίχνονται στις απαγορευμένες τροφές, πραγματικά μολυσμένες και βδελυρές. Γι’ αυτό μου φαίνεται αναγκαίο εκείνος που μπορεί να υπερασπιστεί την εκκλησιαστική διδασκαλία χωρίς να αλλοιώσει τίποτε από αυτήν, και που μπορεί να αντικρούσει εκείνον που επικαλείται την ψευδή γνώση, να αντισταθεί κατά πρόσωπο στους αιρετικούς και στα ψεύδη τους, να τους αντιτάξει το ύψος της ευαγγελικής διδασκαλίας και την αρμονική πληρότητα των δογμάτων που είναι κοινά στην Παλαιά και την Καινή Διαθήκη». Πρβλ. I Reg., ομ. 1, 10 —σ. 19.
50.
Num., ομ. 25, 4: «εκείνοι που γνωρίζουν να διεξάγουν τους πολέμους του λόγου» —σ. 238.

2. Ευσέβεια και ορθοδοξία

Δεν υπάρχουν σχόλια: