Τετάρτη 10 Ιουνίου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 5 Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Συνέχεια από Πέμπτη 4. Ιουνίου 2026

Ιστορία και Πνεύμα 5

Η κατανόηση της Αγίας Γραφής κατά τον Ωριγένη

Του Henri de Lubac

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ


ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ ΚΑΤΑ ΤΟΥ Ωριγένη

4. Το έργο του Ωριγένη

Ο Ωριγένης, πεθαίνοντας, άφηνε ένα τεράστιο έργο. Περιλάμβανε σχεδόν χίλιους τίτλους. Αυτός ο απέραντος θησαυρός, που αποτελούνταν κυρίως από ερμηνείες των ιερών Βιβλίων, αξιοποιήθηκε ευρέως για περισσότερο από έναν αιώνα, χωρίς η διάδοσή του να συναντήσει σοβαρά εμπόδια. Αναμφίβολα, οι επικρίσεις δεν έλειπαν. Είχαν εμφανιστεί ήδη κατά την αλεξανδρινή περίοδο της ζωής του Ωριγένη, είχαν διπλασιαστεί την επομένη του θανάτου του· στις επόμενες γενεές, ένας Μεθόδιος Ολύμπου, ένας Πέτρος Αλεξανδρείας, ένας Ευστάθιος Αντιοχείας, ένας Παχώμιος είχαν φανεί αποφασιστικοί, μερικές φορές βίαιοι, αντίπαλοι. Ήταν άλλωστε αναπόφευκτο, όσο προόδευε η προσπάθεια θεολογικού στοχασμού και όσο οριζόταν η ορθοδοξία, να παρατηρούνται περισσότερο οι δισταγμοί, οι ανεπάρκειες του μεγαλύτερου από τους προνικαίους στην έκθεση της πίστης. Η ίδια η μεγαλοφυΐα του, που τον είχε κάνει να παίξει σημαντικότερο ρόλο στην επεξεργασία του δόγματος, τον καθιστούσε εκ των υστέρων πιο ευάλωτο.

Ωστόσο, από την πρώτη στιγμή, δεν του έλειψαν ούτε οι υπερασπιστές. Οι απολογίες πολλαπλασιάζονταν στον ρυθμό των επιθέσεων. Ο θαυμασμός που ομολογούσαν άνδρες τόσο σημαντικοί και τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους όσο ένας Αθανάσιος και ένας Ευσέβιος Καισαρείας μπορούσε να φαίνεται οριστική εγγύηση. Το έργο είχε ακτινοβολήσει αμέσως, στη Δύση όπως και στην Ανατολή.¹⁴⁷ Μέσα από τις αψιμαχίες, παρέμενε άθικτο και συνέχιζε να διαδίδεται. Αλλά από το 375 περίπου και έπειτα, όλα άλλαξαν. Η επίθεση μεγάλης κλίμακας που εξαπέλυσε ο άγιος Επιφάνιος στο Πανάριον προκάλεσε την πρώτη από τις θύελλες μέσα στις οποίες επρόκειτο να ναυαγήσουν τα ωριγενικά γραπτά.

Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα τον 6ο αιώνα, όταν οι δογματικές υπερβολές του Σύρου μοναχού Στεφάνου Bar Sudaili, ο οποίος είχε φτιάξει ένα παράξενο σύστημα αναμειγνύοντας μερικές ιδέες του Περὶ ἀρχῶν με στοιχεία δανεισμένα από τη Γνώση και την Καββάλα,¹⁴⁸ προκάλεσαν τους κεραυνούς του Ιουστινιανού. Το σοβαρότερο τότε δεν ήταν ο κατάλογος των δεκαπέντε αναθεματισμών που συνέταξαν οι Πατέρες της Συνόδου του 553 έξω από τις επίσημες συνεδριάσεις τους,¹⁴⁹ αφού στην πραγματικότητα οι πηγές τους δεν είναι ωριγενικές.¹⁵⁰ Ήταν η καταστροφή που ακολούθησε. Αρχισμένη στο τέλος του 4ου αιώνα, αυτή τη φορά διεξήχθη συστηματικά. Ο θεολόγος αυτοκράτορας δεν αστειευόταν, ούτε και ο ζήλος της μερίδας που τον είχε ειδοποιήσει. Σχεδόν ολόκληρο το έργο του Ωριγένη χάθηκε. Έτσι, από την εκτενή αλληλογραφία του, χωρισμένη σε τέσσερα ή πέντε τμήματα, δεν έμειναν παρά δύο επιστολές και μερικά αποσπάσματα.¹⁵¹ Από τα ερμηνευτικά έργα —μολονότι οι αρχές της ερμηνείας δεν είχαν τεθεί υπό αμφισβήτηση— δεν έχουμε πλέον σήμερα, στο πρωτότυπο, παρά μόλις ένα εικοστό.¹⁵² Οι έρευνες που έγιναν στις βιβλιοθήκες της Ανατολής δεν μπόρεσαν να φέρουν ξανά στο φως παρά «μερικά ασήμαντα ψήγματα».¹⁵³ Μετρά κανείς την αξία μιας τέτοιας απώλειας; Ο Επιφάνιος και ο Ιουστινιανός στάθηκαν άξιοι υπηρέτες των εχθρών της χριστιανικής παιδείας.

Ευτυχώς, υπήρχε ένας ορισμένος αριθμός λατινικών μεταφράσεων. Ορισμένες οφείλονταν στον άγιο Ιλάριο, στον άγιο Ιερώνυμο, σε διάφορους άλλους.¹⁵⁴ Οι περισσότερες ήταν από την πένα του Ρουφίνου της Ακυληίας.¹⁵⁵ Υπερβολικά δυσφήμησαν αυτές τις μεταφράσεις του Ρουφίνου. Οι τελευταίοι ιστορικοί που τις μελέτησαν αντιδρούν δικαίως απέναντι σε μια υπερβολική αυστηρότητα.¹⁵⁶ Ανταποκρίνονταν καλά στον σκοπό τους. Είναι ρέουσες, σαφείς, ευχάριστες στην ανάγνωση, πράγμα που είναι βεβαίως μια αρετή. Μολονότι ο συγγραφέας τους δηλώνει «ανίκανος να αποδώσει με την ίδια ευγλωττία» όπως ο Ιερώνυμος την κίνηση της ωριγενικής περιόδου,¹⁵⁷ στην πραγματικότητα φαίνεται συχνά να την αποδίδει με πραγματική επιτυχία. Θα τις θέλαμε, ασφαλώς, πιο πιστές, πιο κατά λέξη. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν μόνο εκείνη του Περὶ ἀρχῶν θέτει στον ιστορικό του δόγματος πραγματικά σοβαρά προβλήματα.¹⁵⁸ Εκείνη του σχολίου στην Πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολή είναι μια σύνοψη, που δηλώνεται ως τέτοια· φτιαγμένη, επιπλέον, με βάση ένα φθαρμένο κείμενο, ο Ρουφίνος μάς εκμυστηρεύεται ο ίδιος ότι του ζήτησε έναν εξαιρετικά επίπονο μόχθο.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο μεταφραστής δεν διστάζει μπροστά σε ελαφρές προσαρμογές· κάποιες φορές παραφράζει, λιγότερο συχνά συνθέτει· δεν στερεί από τον εαυτό του την ευκαιρία να δώσει καθ’ οδόν εξηγήσεις που κρίνει αναγκαίες για τους Λατίνους. Εφόσον προειδοποιεί έντιμα τον αναγνώστη για το είδος των ελευθεριών που παίρνει, μπορεί κανείς να τον πιστέψει όταν τυχαίνει να γράφει: «Simpliciter ut invenimus transtulimus.»¹⁵⁹ Αυτές οι λέξεις αφορούν τις ομιλίες στον Ιησού του Ναυή, στους Κριτές και στους ψαλμούς 36-38. Για τις ομιλίες στη Γένεση, στην Έξοδο και στο Λευιτικό, η μετάφραση ομολογείται πιο ελεύθερη,¹⁶⁰ χωρίς να υπάρχει λόγος να υποπτευόμαστε συνήθως την ουσιαστική της πιστότητα. Όλο το σύνολο έχει για εμάς ανεκτίμητη αξία.

Την ημέρα που, ύστερα από την επίμονη πρόσκληση του φίλου του Μακαρίου, καταπιάστηκε με το έργο, όσο πεπεισμένος κι αν μπορούσε να είναι ότι έκανε χρήσιμο έργο, ο Ρουφίνος δεν υποπτευόταν τη μοναδική σημασία της επιχείρησής του. Πόσο ευτυχές είναι ότι δεν άφησε να τον αποθαρρύνει η φιλονικία που του προκάλεσε ο άγιος Ιερώνυμος! Έσωσε από οριστική καταστροφή μερικά από τα πολυτιμότερα μνημεία της χριστιανικής αρχαιότητας, προορισμένα να διαμορφώσουν για πολύ καιρό τις λατινικές διάνοιες.¹⁶¹

Περισσότεροι από ένας ιστορικοί, ωστόσο, αρνήθηκαν στον εαυτό τους τη χρήση αυτών των μεταφράσεων. Ακόμη κι αν ήταν δέκα φορές πιο ύποπτες, ένας τέτοιος πουρισμός θα ήταν και πάλι υπερβολικός. Εξυπηρετεί υπερβολικά καλά την οκνηρία και την έλλειψη περιέργειας. Βεβαίως, επιβάλλονται πολλές προφυλάξεις. Δεν μπορεί κανείς να πιέζει αυτή ή εκείνη την έκφραση. Δεν μπορεί κανείς να στηριχθεί σε αυτή ή εκείνη τη λεπτομέρεια, που κινδυνεύει να είναι γλώσσα. Αλλά όταν πρόκειται όχι για μια ακριβή και παροδική διατύπωση ή για ένα ιδιαίτερο σημείο διδασκαλίας, αλλά για εκείνο που αποτελεί, τρόπον τινά, το υφάδι της σκέψης όπως και του λόγου, βρισκόμαστε σε πιο ασφαλές έδαφος. Σε αυτή την περίπτωση περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλες, το αληθινό φάρμακο δεν είναι η αποχή· είναι, αντιθέτως, η μαζική χρήση. Για να έχει κανείς πιθανότητα να φθάσει στον αυθεντικό Ωριγένη, πρέπει να πολλαπλασιάσει τις παραθέσεις. Τα παράλληλα χωρία τότε αλληλοελέγχονται, αλληλοπροσδιορίζονται και αλληλοσχολιάζονται, ιδίως όταν αντιπαρατίθενται, για παράδειγμα, μια φράση από τα λατινικά του Ρουφίνου, μια άλλη από τα λατινικά του Ιερωνύμου, και τέλος μια τρίτη διατηρημένη στο πρωτότυπο. Πράγματι, αυτό δεν είναι σπάνιο, και από αυτές τις αντιπαραβολές αναδύεται μια εντύπωση ενότητας. Μέσα από την ποικιλία των έργων του, όπως και μέσα από τη διαφορετικότητα των εκδοχών που μας τα παραδίδουν, ο Ωριγένης εμφανίζεται, τις περισσότερες φορές, εκπληκτικά όμοιος με τον εαυτό του.¹⁶²


Ταυτόχρονα, αυτή η διαπίστωση καταδικάζει ένα άλλο είδος περιορισμού. Μερικές φορές υποτιμήθηκαν, ή και συστηματικά παραμερίστηκαν, όχι μόνο οι ομιλίες που δεν τις έχουμε πλέον παρά σε μετάφραση, αλλά και εκείνες των οποίων το ελληνικό κείμενο σώζεται ακόμη, καθώς και γραπτά όπως η Προτροπή στο μαρτύριο. Αυτά, πίστευαν, ήταν μάρτυρες ενός «λαϊκού ωριγενισμού»· ήταν «εκλαϊκεύσεις», εξωτερικά κείμενα, ανάξια να συμβάλουν στην ανασύσταση της αληθινής ωριγενικής σύνθεσης. Μόνο το Περὶ ἀρχῶν, το Κατὰ Κέλσου και, μέχρι ενός σημείου, τα μεγάλα υπομνήματα μπορούσαν να προσφέρουν δοκιμασμένα υλικά... Μια τέτοια διάκριση είναι αυθαίρετη. Προέρχεται από παρανόηση της προσωπικότητας του Ωριγένη και του ίδιου του είδους της σκέψης του. Το ότι όλα όσα βγήκαν από την πένα ή από το στόμα αυτού του μεγάλου ανθρώπου δεν παρουσιάζουν τα ίδια χαρακτηριστικά, ή ότι δεν πρέπει να αποδίδεται σε όλα ίση σημασία, είναι απολύτως φανερό. Αλλά το ότι όλα δεν έχουν την ίδια ειλικρίνεια, ότι όλα δεν έχουν την ίδια σοβαρότητα, τίποτε δεν επιτρέπει να το σκεφθούμε. Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι οι τόμοι για τον άγιο Ιωάννη και η Προτροπή στο μαρτύριο είναι αφιερωμένα στον ίδιο Αμβρόσιο. Ο Ωριγένης δεν ήταν από εκείνα τα περίεργα και αποστασιοποιημένα πνεύματα που «εισχωρούν στην ιερή επιστήμη όπως ένας ταξιδιώτης εισέρχεται σε μια πόλη για να εξερευνήσει τα μνημεία της».¹⁶³ Ο χριστιανισμός του δεν ήταν μια θεωρητική ενασχόληση αποκομμένη από τη ζωή, ούτε ένα όνειρο στο περιθώριο των μεριμνών της μεγάλης Εκκλησίας. Στους υψηλότερους στοχασμούς του όπως και στις πιο πρακτικές προτροπές του, ήταν —για να χρησιμοποιήσουμε μια σημερινή έκφραση— ένας στρατευμένος χριστιανισμός. Η συνέχεια θα μας το δείξει. Οι ιστορικοί που παραγνώρισαν αυτό το γεγονός, φανταζόμενοι έναν διανοούμενο που φορούσε μάσκα για να μιλήσει στον λαό και του οποίου η βαθιά ζωή βρισκόταν έξω από τη χριστιανική κοινότητα, αυτοί οι ιστορικοί πλανήθηκαν ταυτόχρονα στη μέθοδό τους και στην ερμηνεία τους. Θέλοντας να κάνουν μια επιλογή μέσα στο ωριγενικό έργο, δεν στέρησαν μόνο από τον εαυτό τους κεφαλαιώδεις πηγές· νόθευσαν έτσι το νόημα και εκείνων ακόμη που διατηρούσαν.

Στους ενδοιασμούς και στις προκαταλήψεις που μόλις αναφέρθηκαν προστέθηκε μερικές φορές μια άλλη αιτία πλάνης. Μπορεί κανείς να είναι λόγιος, διορατικός κριτικός, επιπλέον φιλόσοφος, και ωστόσο να έχει ελάχιστη πρόσβαση στα πνευματικά προβλήματα που εδώ διακυβεύονται αδιάκοπα. Μπορεί ταυτόχρονα να μη νιώθει τίποτε, να μη φαντάζεται τίποτε από αυτό που είναι για έναν πιστό του διαμετρήματος ενός Ωριγένη το γεγονός του Χριστού. Βρίσκεται έτσι κακώς προετοιμασμένος να κατανοήσει το ενδιαφέρον, ή ακόμη και να υποψιαστεί την πραγματική ύπαρξη μιας σκέψης που κινείται ολόκληρη στο εσωτερικό της χριστιανικής πίστης. Τέτοια είναι πολύ συχνά η κατάσταση ιστορικών των οποίων το βάθος του πνεύματος παραμένει ξένο προς μια τέτοια σκέψη. «Αισθάνομαι καλά», έλεγε ο Denis, «ότι αυτό δεν είναι φιλοσοφία»,¹⁶⁴ και διέκοπτε την ανάλυσή του, αρκετά διορατικός ώστε να μη μετατρέψει τον Ωριγένη σε φιλόσοφο παρά τη θέλησή του, αλλά υπερβολικά αιχμάλωτος της οπτικής του ως κουζινιανού ορθολογιστή ώστε να διακρίνει την αληθινή φύση των περιοχών στις οποίες απαγόρευε στον εαυτό του να εισέλθει. Άλλοι, που δεν είχαν πάντοτε τη δική του στερεότητα, συμμερίστηκαν την παραγνώρισή του. Η ιστορική τους φαντασία δεν μπόρεσε να αναπληρώσει εκείνο που θα τους είχε προσφέρει η ένταξή τους στη ζωή της Εκκλησίας. Όλες οι εργασίες που οφείλονται στη σχολή του φιλελεύθερου προτεσταντισμού είναι αλλοιωμένες από ανάλογα ελαττώματα, και πρέπει να λυπάται κανείς που δεν έμειναν χωρίς κάποια επιρροή πάνω σε αρκετές καθολικές εργασίες.

Το σημαντικό έργο του Walther Völker, Das Vollkommenheitsideal des Origenes¹⁶⁵, επρόκειτο να σημάνει μια αντίδραση τόσο εναντίον ακρωτηριαστικών μεθόδων όσο και εναντίον μιας υπερβολικά διανοησιοκρατικής ερμηνείας. Βασιζόμενος σε μια πληρέστερη εξέταση των πηγών, ο Völker δείχνει στον Ωριγένη πριν απ’ όλα έναν μυστικό. Αναδεικνύει καλά μια ολόκληρη πλευρά, η οποία ως τότε συχνά είχε παραμορφωθεί ή θεωρηθεί αμελητέα. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι το πορτρέτο του είναι από κάθε άποψη όμοιο με το πρότυπο. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν βρήκε, για να το ζωγραφίσει, το απολύτως σωστό κέντρο προοπτικής.

Η ιδέα του μυστικισμού είναι αμφίσημη από περισσότερες από μία απόψεις. Άλλωστε, το μεγάλο ερώτημα που τίθεται σχετικά με τον Ωριγένη είναι λιγότερο το να γνωρίζουμε αν υπήρξε διανοησιοκράτης ή μυστικός, ή σε ποιο μέτρο υπήρξε το ένα ή το άλλο, και περισσότερο το να γνωρίζουμε αν υπήρξε, κατά βάθος, «ελληνιστής» ή χριστιανός. Ο «ελληνισμός», πράγματι, μπορεί να λάβει μυστική χροιά όσο και διανοησιοκρατική, και εκείνοι που δεν θέλουν να δουν στην ιστορία της χριστιανικής σκέψης των πρώτων αιώνων παρά μια προοδευτική μόλυνση του Ευαγγελίου από τον ελληνισμό, θα μπορούσαν να βρουν επιχειρήματα σε έναν Völker όπως τα έβρισκαν σε έναν Harnack ή σε έναν Eugène de Faye.

Κανείς δεν αμφισβητεί, βεβαίως, τη σημασία του ελληνικού παράγοντα στην ωριγενική σύνθεση, από όποια όψη κι αν τη θεωρήσει κανείς. Δεν τίθεται επίσης ζήτημα να αρνηθούμε ορισμένα γνωρίσματά του με τα οποία ο χριστιανισμός δύσκολα μπορούσε να συμβιβαστεί: τέτοια είναι, στο Περὶ ἀρχῶν, η ιδέα της προΰπαρξης ενός πνευματικού κόσμου, ή εκείνη του τέλους που είναι όμοιο με την αρχή. Στο μυστικό πεδίο, ωστόσο, δύσκολα θα έβρισκε κανείς παρόμοια. Στην πραγματικότητα, η μυστική του Ωριγένη —αν θέλει κανείς να της δώσει αυτό το όνομα— βρίσκεται σε στενή εξάρτηση από το χριστιανικό Μυστήριο. Το έργο του R. P. Aloysius Lieske το κατέδειξε.¹⁶⁶ Αυτό προκύπτει επίσης από το σύντομο αλλά βαθύ σχεδίασμα του R. P. Hans Urs von Balthasar.¹⁶⁷ Άλλες εργασίες, μεταξύ των οποίων πρέπει να αναφερθούν εκείνες του αββά Cadiou και του κανονικού Bardy,¹⁶⁸ το είχαν επίσης δείξει.

Ο Ωριγένης είναι πριν απ’ όλα άνθρωπος της Εκκλησίας και «ένας μεγάλος πνευματικός».¹⁶⁹ Είναι ο πρώτος από τους μεγάλους χριστιανούς πνευματικούς, και, όχι περισσότερο από τον διανοούμενο, ο πνευματικός όπως τον συλλαμβάνει εκείνος δεν βρίσκεται έξω ή πάνω από την Εκκλησία.¹⁷⁰ Όσο περισσότερο θα αναγνωρίζεται αυτό το γεγονός, τόσο περισσότερο θα υπάρχει πιθανότητα να αναγνωριστεί και η εξέχουσα θέση που κατέχει στη σκέψη του η πνευματική ερμηνεία των Γραφών. Τόσο περισσότερο, εξ αυτού του ίδιου του γεγονότος, θα υπάρχει πιθανότητα να την κατανοήσουμε σωστά. Πιστεύουμε λοιπόν ότι η ώρα είναι ευνοϊκή για να επιχειρήσουμε τη μελέτη της.

Πνευματική ερμηνεία, εξ ολοκλήρου εμπνευσμένη από το χριστιανικό Μυστήριο. Ερμηνεία, στον ουσιώδη της πυρήνα που θα πρέπει να αναδειχθεί, εξ ολοκλήρου χριστιανική, εξ ολοκλήρου παραδοσιακή. Πολλοί, άλλωστε, το έχουν αναγνωρίσει,¹⁷¹ χωρίς συνήθως να αντιλαμβάνονται όλη την εμβέλειά του. Αλλά δεν είχαμε ήδη ως εγγυητές γι’ αυτό όχι μόνο προστάτες πιστούς μέχρι τέλους, όπως τους επισκόπους Θεόκτιστο Καισαρείας και Αλέξανδρο Ιεροσολύμων,¹⁷² όχι μόνο μαθητές όπως τον Γρηγόριο τον Θαυματουργό, τον Διονύσιο Αλεξανδρείας ή τον Φιρμιλιανό Καισαρείας της Καππαδοκίας, αλλά επίσης τους μεγαλύτερους από τους διαδόχους του Ωριγένη, στους Λατίνους όπως και στους Έλληνες: έναν Αθανάσιο όπως έναν Δίδυμο, έναν Βασίλειο —παρά ορισμένες επιφυλάξεις— όπως έναν Γρηγόριο Ναζιανζηνό, έναν Ιωάννη Ιεροσολύμων όπως έναν Ιωάννη Χρυσόστομο, έναν Ιλάριο όπως έναν Αμβρόσιο, χωρίς να μιλήσουμε για εκείνους των μεταγενέστερων γενεών;

Αν θέλουμε να μάθουμε, πριν εμπλακούμε στις αναλύσεις μας, πώς τον έκριναν οι άμεσοι μαθητές του, εκείνοι που είχαν ακούσει τα μαθήματά του, που είχαν παρακολουθήσει τακτικά τις ομιλίες του, που είχαν ωφεληθεί από τις ιδιωτικές του συνομιλίες και που είχαν λάβει, τρόπον τινά, το αποτύπωμα της ψυχής του, ας ακούσουμε έναν από τους μεγαλύτερους ανάμεσά τους, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος απόστολος και άγιος:
Συμβούλευε να μη προσκολλάται κανείς σε κανέναν, ούτε καν σε εκείνον που, κατά τη μαρτυρία όλων, θα ήταν γεμάτος σοφία, αλλά να ακολουθεί μόνο τον Θεό και τους προφήτες του. Ο ίδιος φώτιζε θαυμαστά ό,τι υπήρχε σκοτεινό και αινιγματικό στα ιερά λόγια... Κανείς δεν άκουγε τον Θεό με πιο νοήμονα τρόπο... Ίσως είναι καλύτερο να πούμε ότι ο Διδάσκαλος όλων των πραγμάτων, Εκείνος του οποίου η φωνή αντηχεί στη φωνή των φίλων του, των προφητών, παίρνοντάς τον και αυτόν ως φίλο, τον είχε κάνει εκπρόσωπό του..., έτσι ώστε, αν υπήρχε κάποιος με σκληρή και άπιστη ψυχή, αλλά επιθυμώντας να μάθει, ερχόμενος σε αυτόν για να διδαχθεί, ο άνθρωπος αυτός βρισκόταν κατά κάποιον τρόπο αναγκασμένος να ενωθεί μαζί του, να πιστέψει και να ακολουθήσει τον Θεό... Είχε λάβει το δώρο να ερευνά και να ανακαλύπτει... Ήταν, πιστεύω, μέσω μιας μετάδοσης του θείου Πνεύματος. Η ίδια δύναμη που είχε εμπνεύσει τους προφήτες φώτιζε τον ερμηνευτή τους. Είχε λάβει το ωραιότερο δώρο, ένα λαμπρό μερίδιο: να είναι ανάμεσα στους ανθρώπους εκείνος που εξηγούσε τον Θεό.¹⁷³

Σημειώσεις:

147.Στο έργο του Sobria ebrietas, Untersuchungen zur Geschichte der Antiken Mystik, ο Hans Lewy τεκμηριώνει την επίδραση του Ωριγένη στον άγιο Κυπριανό —σσ. 138-146. Βλ. Κυπριανός, Epist. 63 —Hartel, σσ. 701-717.
148.Οι απόψεις των «ωριγενιστών» μοναχών ήταν μάλιστα «χρωματισμένες από τον πιο ωμό παγανισμό» —Devreesse, Essai sur Théodore de Mopsueste, σ. 201.
149.Βλ. Diekamp, Die origenistische Streitigkeiten im sechsten Jahrhundert und das fünfte allgemeine Concil —1899. A. d’Alès, «Origénisme», στο Dict. apol., τ. III, στ. 1239: «Το ζήτημα αυτό, επειδή δεν περιλαμβανόταν στο επίσημο πρόγραμμα των συζητήσεων, παρέμεινε περισσότερο ή λιγότερο έξω από το επίσημο έργο της Συνόδου... Ούτε το έργο της τοπικής συνόδου του 543, ούτε ακόμη και το εξωσυνοδικό έργο της οικουμενικής συνόδου του 553 μεταβλήθηκε σε ορισμό πίστεως κυριολεκτικά, μόνο και μόνο λόγω μιας παπικής επικύρωσης της οποίας η ίδια η πραγματικότητα παραμένει τυλιγμένη σε σκοτάδι».
150.
Diekamp, ό.π. G. Bardy, Recherches sur l’histoire du texte et des versions latines du «De Principiis» d’Origène —1923—, σσ. 49-86: «Το 553, ο Ωριγένης απέχει πολύ από το να βρίσκεται στο πρώτο πλάνο... Το όνομά του δεν εμφανίζεται στους αναθεματισμούς... [Οι πηγές του Ιουστινιανού] δεν είναι τα έργα του Ωριγένη· ανάγονται κυρίως, τουλάχιστον για το δεύτερο μέρος της Επιστολής προς την αγία σύνοδο, εκεί όπου γίνεται λόγος για τον Πυθαγόρα, τον Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, στη Graecarum affectionum curatio του Θεοδώρητου... Δεν είναι τον Ωριγένη που καταδιώκει ο Ιουστινιανός...· δεν είναι τα έργα του ή αποσπάσματα από τα έργα του που παραδίδει στη δημόσια αποστροφή. Ο αυτοκράτορας έχει κατά νου σύγχρονους αιρετικούς, τους μοναχούς που ταράζουν την ειρήνη στα μοναστήρια της Παλαιστίνης. Εφόσον πρέπει, σύμφωνα με τη συνήθεια, να εξηγηθεί η προέλευση των πλανών τους και να συνδεθούν με προγόνους εξίσου διεστραμμένους με αυτούς, θα τους κάνουν μαθητές του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα και του Πλωτίνου...· θα τους κάνουν ακόμη και μαθητές του Ωριγένη, αφού το όνομα του Ωριγένη χρησιμεύει εδώ και τόσα χρόνια, αν όχι αιώνες, για να καλύπτει όλες τις φανταστές πλάνες. Οι παραλήπτες της επιστολής προς τη σύνοδο δεν μπορούσαν παρά να υποταχθούν στις διαταγές του Ιουστινιανού· αναθεμάτισαν τον Ωριγένη και μαζί του τους μαθητές του, τον Ευάγριο και τον Δίδυμο...» —σσ. 78-79, 85. A. d’Alès, ό.π., στ. 1240.
151.
J. de Ghellinck, Patristique et moyen âge, τ. II, σσ. 204-205. Δεν γνωρίζουμε γιατί ο Huet, Origeniana, 1. 1, c. 2, 11, λέει γι’ αυτές τις επιστολές: «Illas annorum series consumpsit» —684 C. Ο χρόνος βοηθήθηκε!
152.Ο ίδιος, στο ίδιο, σ. 356.
153.
Bardy, Recherches sur..., σ. 203. Ο Φώτιος, ωστόσο, είχε δει ακόμη ένα χειρόγραφο που περιείχε το Περὶ ἀρχῶν —στο ίδιο.
154.Ο άγιος Ιλάριος είχε μεταφράσει Tractatus in Job, σήμερα χαμένα —βλ. P. L., 72, 691 και 699. Ο άγιος Ιερώνυμος μετέφρασε τις ομιλίες στον Ιερεμία, στον Ιεζεκιήλ, στον Ησαΐα, στο Άσμα, στον άγιο Λουκά. Ένας ανώνυμος μετέφρασε μια ομιλία στον Σαμουήλ. Ο Bellator, φίλος του Κασσιόδωρου, θα μεταφράσει δύο ομιλίες στον Έσδρα, χαμένες. Έχουμε μια παλαιά μερική, ανώνυμη μετάφραση του σχολίου στον άγιο Ματθαίο.
155.
Περὶ ἀρχῶν, Υπόμνημα στο Άσμα, εννέα ομιλίες στους ψαλμούς 36-38, ομιλίες στην Εξάτευχο.
156.Έτσι ακόμη F. X. Murphy, Rufinus of Aquilea —Washington, 1945.
157.Per., Praefatio Rufini, 1 —σ. 4.
158.Bardy, ό.π. M. Villain, «Rufin d’Aquilée, la querelle autour d’Origène», στο Recherches, τ. XXVII —1937. J. Ruwet, στο Biblica, τ. XXIII, σσ. 22-23, και τ. XXIV, σ. 28. R. Cadiou, La jeunesse d’Origène, σ. 288, σημ.
159.
Επιστολή προς Ηράκλειο —P. G., 14, 1294.
160.Στο ίδιο: «... dum supplere cupimus ea quae ab Origene in auditorio Ecclesiae ex tempore, non tam explanationis quam aedificationis intentione perorata sunt: sicut in homiliis vel in oratiunculis in Genesim et in Exodum fecimus, et praecipue in his quae in librum Levitici ab illo quidem perorandi stylo dicta, a nobis vero explanandi specie translata sunt» —P. G., 14, 1293-1294.
161.Η ιστορία των ωριγενιστικών ερίδων έχει πολλές φορές εκτεθεί. Μπορεί κανείς να συμβουλευθεί τους Tillemont, Cavallera —Saint Jérôme, τ. I—, Bardy, Duchesne, Diekamp, Villain κ.λπ.
162.Αυτό διαπιστώνει ακόμη ο κ. Jean Schérer, εκδότης του Dialektos: «... Έτσι η Συνομιλία μας μαρτυρεί, με τον τρόπο της, τη μονιμότητα μιας σκέψης η οποία, καθορισμένη αρκετά νωρίς στις ουσιώδεις της γραμμές, δεν υπέστη με τον χρόνο σημαντική ανάπτυξη ή τροποποίηση» —σ. 56.
163.Βλ. Κλήμης, Strom. 1, 1, 6 —τ. II, σ. 6.
164.De la philosophie d’Origène, σ. 163.
165.Tübingen, 1931. Βλ. Lebreton, στο Recherches, τ. XXIII —1933—, σσ. 372-374· H.-Ch. Puech, «La mystique d’Origène», στο Revue d’hist. et de phil. rel., τ. XIII —1933.
166.
Die Theologie der Logos-mystik bei Origenes —Münster, 1938.
167.«Le Mysterion d’Origène», στο Recherches, τ. XXVI και XXVII —1936-1937.
168.«Origène», στο D. T. C., τ. XI, στ. 1489-1565 κ.λπ.
169.René Cadiou, La jeunesse d’Origène —1935—, σ. 106. Του ίδιου, Introduction au système d’Origène —1932.
170.Lieske, ό.π., σσ. 74-99. Η πρόσφατη μελέτη του R. P. Daniélou, Origène, 1948, επιμένει δικαίως στον «μάρτυρα του Χριστού» και στον «μάρτυρα της πίστης και της ζωής της χριστιανικής κοινότητας».
171.Εκτός από τις μαρτυρίες που παρατέθηκαν παραπάνω, βλ. για παράδειγμα H. Lietzmann, Hist. de l’Église ancienne, γαλλ. μτφρ., τ. I, σ. 267. J. Munck, Untersuchungen.., σ. 213. Ήδη το 1895 R. Thamin, Saint Ambroise et la morale chrétienne au IVe siècle, σσ. 82-83. Τάσεων απολογία του Jean Lataix, «La Patrologie», στο Revue du clergé français, τ. XXII —1900—, σσ. 180-181. Ο Harnack, ό.π., σ. 7, αναγνώριζε ότι στον πρωτοχριστιανισμό «η αλληγορική εξήγηση της Παλαιάς Διαθήκης μπορούσε να δοθεί ελεύθερη πορεία».
172.
Αυτοί οι δύο επίσκοποι, που τον είχαν χειροτονήσει, φιλοξενήσει και βάλει να κηρύξει, ήταν, λέει ο Tillemont —Mémoires..., τ. III, σ. 526—, «οι αγιότεροι και οι επιφανέστεροι επίσκοποι της Παλαιστίνης».
173.Γρηγόριος ο Θαυματουργός, Εγκώμιον Ωριγένους, κεφ. 15 —P. G., 10, 1093-1096.

Συνεχίζεται με:

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II


ΩΡΙΓΕΝΗΣ, ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: